Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 003ος
Σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου.
But you, O Lord, are a shield about me,
my glory, and the lifter of my head.

Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; 
πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ᾿ ἐμέ· 
πολλοὶ λέγουσι τῇ ψυχῇ μου· 
οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ. 
Σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, 
δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου. 
Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, 
καὶ ἐπήκουσέ μου ἐξ ὄρους ἁγίου αὐτοῦ. 
Ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· 
ἐξηγέρθην, ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου. 
Οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ 
τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι. 
Ἀνάστα, Κύριε, σῶσόν με, ὁ Θεός μου, 
ὅτι σὺ ἐπάταξας πάντας τοὺς ἐχθραίνοντάς μοι ματαίως, 
ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας. 
Τοῦ Κυρίου ἡ σωτηρία, καὶ ἐπὶ τὸν λαόν σου ἡ εὐλογία σου.

Τάσος Λειβαδίτης — Το Θλιμμένο Γραμματοκιβώτιο

the days-gone-by of an old mailbox
Ο χρόνος, σκέφτομαι, ίσως είναι μια αργοπορημένη τιμωρία – για ποιο πανάρχαιο σφάλμα! Βράδιαζε. Άνοιξα το παράθυρο κι αφουγκράστηκα μακριά το αιώνιο παράπονο του κόσμου.
Έτσι συνήθως χάνουμε τα πιο ωραία χρόνια μας, από ‘να τίποτα: ένα αύριο που άργησε ή ένα λυκόφως που κράτησε πολύ. 


Κι όταν ο Θεός μοίρασε τον κόσμο, τα παιδιά πήρανε τις γωνιές των δρόμων κι ο διάβολος τις πιο ωραίες λέξεις… Ύστερα το σπίτι ερήμωσε, όλοι έφυγαν, κι οι νεκροί κι οι φίλοι κι η νεότητα – δρόμοι λησμονημένοι στο βάθος της νύχτας και στον κήπο τα δέντρα είχαν ακούσει τόσους λυγμούς που ανθίζαν μ’ έναν άλλο τρόπο, «να με θυμάσαι» έλεγε τα φθινοπωρινά βράδια μια κοριτσίστικη φωνή, γιατί πάντα στα παιδικά μας χρόνια υπάρχει ένα κορίτσι που λέγεται Μαρία. Κι άλλα πράγματα που δεν έγιναν ποτέ – όπως συμβαίνει στην πιο αληθινή ζωή μας.
Ήμουν τόσο μονάχος που όλα θα τελείωναν στην αιωνιότητα. Εν' αμάξι πέρασε, το σπίτι τραντάχτηκε κι αχ πώς να σωθείς απ’ την πραγματικότητα όταν δεν είσαι πια παιδί, ενώ στο βάθος του διαδρόμου ήταν εκείνη η μυστική πόρτα που θα τη βρούμε όταν θα ‘χουν περάσει τα χρόνια, όπως στην άκρη των θλιμμένων ποιημάτων που εκβάλλουν οι ποταμοί ή όπως οι λεχώνες που επιστρέφουν απ’ το άπειρο προτιμώντας ένα μικρό κλάμα εδώ στη γη.


Και καμιά φορά πηγαίνω και στέκομαι εκεί που ήταν η παλιά στάση του τραμ, γιατί; μα αυτό σας ρωτώ κι εγώ – κι έζησα με μυστηριώδεις υποθέσεις όπως πάντα όταν δεν έχει τι να κάνει κανείς ή άλλαζα συνεχώς δρόμο για να μην καταλάβω που ακριβώς έσφαλα και τις νύχτες έπαιρνα τη βαλίτσα μου ακόμα και στον ύπνο, γιατί ποιος ξέρει το τέλος του ταξιδιού; - με μια λέξη ο κόσμος ήταν τόσο ξένος που προτιμούσα μια καλή μπυραρία ή να σαρώσω όλον τον ουρανό όπως σ’ ένα ναυάγιο ή ν’ ανεβώ σε μια καρέκλα και να κοιτάξω πράγματα για πάντα χαμένα – α, μόνος μου έκανα τη ζωή μου άθλια για να μοιάζει λίγο με πραγματική.
Στιγμές που δε σε φτάνει μια ζωή ν’ αναπολήσεις όσα έζησες – και τα βράδια έριχνα όλες μου τις σκέψεις απ’ το παράθυρο μήπως και βρουν το δρόμο τους οι χαμένοι ταξιδιώτες, κι έζησα σε σπίτια που έμπαζαν από παντού για να θυμούνται οι επιλήσμονες, εξάλλου με τις διαρκείς αναβολές, όλο αύριο κι αύριο, έμεινα για πάντα δωδεκαετής. Πράγματα σκοτεινά που δεν θα εξηγηθούν παρά την ημέρα της Κρίσεως. Αλλά δεν θα ξεχάσω ποτέ μια νύχτα σ’ εκείνη τη μεγάλη εξέγερση, οι τραυματιοφορείς μ’ ακούμπησαν για μια στιγμή κάτω και τότε κοίταξα τα άστρα, Θεέ μου, πώς έλαμπαν, και ξαφνικά δε μ’ ένοιαζε που είχαμε νικηθεί, «όλο το άπειρο είναι δικό μας», είπα μέσα μου κι έκανα όρκο να φέρω ως το τέλος το πεπρωμένο μου.

Κουβέντιαζα με τη μητέρα θυμάμαι όταν μπήκε το φθινόπωρο, ένα γραμματοκιβώτιο ήταν καρφωμένο στον τοίχο σαν ένα τρόπαιο λησμονιάς – ώσπου στο τέλος ενδίδεις, είναι λιγότερο κουραστικό, πένθη που θα μας οδηγούσαν στην τρέλα ή στο θάνατο κι άξαφνα ένα πρωί είδαμε ότι τα ‘χουμε ξεχάσει. Μόνο καμιά φορά ένα τραγούδι μακρινό τη νύχτα ή μια ακαθόριστη μυρουδιά ξυπνάει τ’ αλλοτινά – ποιος θα σε σώσει τότε…
Τελικά ήμουν πολύ φιλόδοξος για ν’ αρκεστώ μονάχα σε μια ζωή κι όπως όλοι οι ήρωες ξύπνησα άξαφνα μια νύχτα χωρίς να θυμάμαι ποιος είμαι ή όπως αυτή η βρεγμένη ομπρέλα στο διάδρομο είναι η αδιάσειστη απόδειξη ότι διέσχισα τον κατακλυσμό – ω αιώνα μου, είμαι χρεωμένος τόσες σκληρότητες, μα εγώ φεύγοντας θ’ αφήσω ένα γράμμα τρυφερό γι’ αυτούς που θα ‘ρθουν.
Και κάποτε θα σας διηγηθώ για τη θεία Ρόζα που είχε μιαν άτυχη ιστορία ή μάλλον δεν είχε καμιά ιστορία. Απλώς μια νύχτα στη βεράντα έκανε να πιάσει εν’ άστρο που έπεφτε – και γκρεμίστηκε απ’ τις σκάλες. Από τότε στηριγμένη στα δεκανίκια προχωράει και χάνεται σε κήπους φανταστικούς


Συλλογή «Βιολέτες για μια εποχή», (1985)
Ενότητα: ΑΡΓΟΠΟΡΗΜΕΝΕΣ ΑΜΟΙΒΕΣ

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Alfred Tennyson — Χτύπα, καμπάνα, δυνατά
Ring out, wild bells, to the wild sky

Χτύπα, καμπάνα, δυνατά μές στ’ ουρανού τα πλάτη
ήχε, πέτα στα σύννεφα, στο φως που τρεμοσβήνει,
Πεθαίνει ο χρόνος, χάνεται μεσ’ στης νυχτιάς τα σκότη
χτύπα, καμπάνα τώρα που τη στερνή πνοή αφήνει.

Χτύπα γι’ αυτόν που τέλειωσε μα και γι’ αυτόν που θα ’ρθει
Χτύπα, καμπάνα, με χαρά, κι ο ήχος σου στο χιόνι
Διώχνει το χρόνο τον παλιό, που χάνεται στα βάθη,
χαρμόσυνα καμπάνισε στον νέο που σιμώνει.

Χτύπα να διώξεις τον καημό που το μυαλό σκοτίζει,
για όσους δεν είναι πια εδώ, κι όσους έχουμε χάσει
χτύπα και γκρέμισε με μιας φτωχών και πλούσιων έχθρες
χτύπα κι ας ξαναγεννηθεί η ανθρωπιά στην πλάση.

Χτύπα να διώξεις το κακό, το φθόνο και τη ζήλεια
και την ψυχρότητα αυτών που πίστη πια δεν έχουν.
Διώξε με το τραγούδι σου τους πένθιμούς μου στίχους
και στη χαρά προσκάλεσε να ’ρθουν να τραγουδήσουν.

Χτύπα και διώξε από παντού τα ίχνη κάθε αρρώστιας
χτύπα και σκόρπισε μακριά τον πόθο για τα πλούτη
χτύπα κι οι πόλεμοι με μιας ας σβήσουν απ’ το χάρτη
χτύπα η ειρήνη ν’ απλωθεί στην οικουμένη ετούτη.

Χτύπησε και προσκάλεσε τον άντρα τον γενναίο,
το μεγαλόψυχο να ’ρθει σιμά και να γιορτάσει
Χτύπα και με τον ήχο σου φώτισε τα σκοτάδια
τι του Χριστού η Γέννηση λαμπρή θα καταφθάσει.
Λόρδος Alfred Tennyson (1809-1892)
Published in 1850, it forms part of In Memoriam, Tennyson's elegy to Arthur Henry Hallam, his sister's fiancé who died at the age of twenty-two.


...Ring out, wild bells, to the wild sky,
The flying cloud, the frosty light:
The year is dying in the night;
Ring out, wild bells, and let him die.

Ring out the old, ring in the new,
Ring, happy bells, across the snow:
The year is going, let him go;
Ring out the false, ring in the true.

Ring out the grief that saps the mind
For those that here we see no more;
Ring out the feud of rich and poor,
Ring in redress to all mankind.

Ring out a slowly dying cause,
And ancient forms of party strife;
Ring in the nobler modes of life,
With sweeter manners, purer laws.

Ring out the want, the care, the sin,
The faithless coldness of the times;
Ring out, ring out my mournful rhymes
But ring the fuller minstrel in.

Ring out false pride in place and blood,
The civic slander and the spite;
Ring in the love of truth and right,
Ring in the common love of good.

Ring out old shapes of foul disease;
Ring out the narrowing lust of gold;
Ring out the thousand wars of old,
Ring in the thousand years of peace.

Ring in the valiant man and free,
The larger heart, the kindlier hand;
Ring out the darkness of the land,
Ring in the Christ that is to be.

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 001
Μακάριος ἀνήρ, ὃς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν καὶ ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη

🔆 Μακάριος ἀνήρ, ὃς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν 
καὶ ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη 
καὶ ἐπὶ καθέδρᾳ λοιμῶν οὐκ ἐκάθισεν.
🔆 ἀλλ᾿ ἤ ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου τὸ θέλημα αὐτοῦ, 
καὶ ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσει ἡμέρας καὶ νυκτός. 
🔆 καὶ ἔσται ὡς τὸ ξύλον τὸ πεφυτευμένον 
παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων, 
ὃ τὸν καρπὸν αὐτοῦ δώσει ἐν καιρῷ αὐτοῦ, 
καὶ τὸ φύλλον αὐτοῦ οὐκ ἀποῤῥυήσεται· 
καὶ πάντα, ὅσα ἂν ποιῇ, κατευοδωθήσεται.
🔆 οὐχ οὕτως οἱ ἀσεβεῖς, οὐχ οὕτως, 
ἀλλ᾿ ἢ ὡσεὶ χνοῦς, ὃν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος 
ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς.
🔆 διὰ τοῦτο οὐκ ἀναστήσονται ἀσεβεῖς ἐν κρίσει, 
οὐδὲ ἁμαρτωλοὶ ἐν βουλῇ δικαίων·
🔆ὅτι γινώσκει Κύριος ὁδὸν δικαίων, 
καὶ ὁδὸς ἀσεβῶν ἀπολεῖται.

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

Δαυΐδ — Εργογραφία

Ο Δαβίδ υπήρξε ποιμένας, μουσικός, ποιητής, στρατιωτικός διοικητής, προφήτης και βασιλιάς. Το όνομά του στα εβραϊκά σημαίνει «αγαπημένος» ή «αγαπητός». Ήταν ο δεύτερος κατά σειρά μετά τον Σαούλ Βασιλιάς και ο μεγαλύτερος απ' όλους τους βασιλιάδες του Ισραήλ. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των χρονολογιών της Παλαιάς Διαθήκης ο Δαβίδ θα πρέπει να έζησε περίπου το 1040-970 π.Χ. Βασίλευσε για 40 χρόνια, από το 1010-970 π.Χ.. Οι περισσότεροι Ψαλμοί είναι γραμμένοι από τον Δαβίδ.

Ο Δαβίδ διακρίθηκε, επίσης, ως εξαιρετικός μουσικός. Ως ψαλμωδός και ποιητής του Ισραήλ, απολάμβανε να ψάλλει ύμνους δοξολογίας με ποικίλα θέματα. Ήταν επιδέξιος κιθαρωδός και διάσημος για τις μουσικές του ικανότητες. Συνέθεσε ύμνους, κατασκεύασε και εφηύρε όργανα για λατρευτική χρήση, δημιούργησε την ορχήστρα του Ναού με 4.000 μουσικά όργανα και οργάνωσε τη λατρεία στο Ναό. Έγραψε τουλάχιστον 73 ψαλμούς, οι οποίοι ακόμα και σήμερα αποτελούν μέρος της λατρείας Ιουδαίων και Χριστιανών.

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Τα Ρω του Έρωτα
Πίσω από κάθε ανάταση, από κάθε μεράκι, μια κιθάρα περιμένει έτοιμη να πάρει τα λόγια και να τα ταξιδέψει από χείλη σε χείλη.

guitar and soul by Leonid Afremov
Οι άγγελοι τραγουδάνε. Και οι ερωτευμένοι επίσης. Πίσω από κάθε
ανάταση, από κάθε μεράκι, μια κιθάρα περιμένει έτοιμη να πάρει τα
λόγια και να τα ταξιδέψει από χείλη σε χείλη. Δεν είναι λίγο αυτό.
Είναι η χαρά να δίνεις χαρά στους άλλους, είναι αυτό που μας βα-
στάει στη ζωή. Γι΄ αυτό, κοντά στα ποιήματά μου, δοκίμασα να γρά-
ψω και μερικά τραγούδια, χωρίς να τα υποτιμώ καθόλου. Έτσι ή αλ-
λιώς, μιλά κανείς για τα ίδια πράγματα που αγαπά, και από κει και πέ-
ρα το λόγο έχουν αυτοί που θα τ' ακούσουν. Λένε πως το είδος έχει
ορισμένους κανόνες. Δεν τους ξέρω και, πάντως, δεν ενδιαφέρθηκα
ή δεν μπόρεσα να τους ακολουθήσω. Δουλεύει ο καθένας όπως
νοιώθει. Και η θάλασσα είναι απέραντη, τα πουλιά μυριάδες, οι ψυχές
όσες και οι συνδυασμοί που μπορούν να γεννήσουν οι ήχοι και τα λό-
για, όταν ο έρωτας και το όνειρο συμβασιλεύουν.
1972