Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2024

Ἄγγελος Σικελιανός — Μήτηρ Θεού


Ι.
Xνούδια και πούπουλα, μικρά φτερά, ξυλάκια, φύλλα,
όσα σωρεύει το πουλί στου δάσου τη μαυρίλα

Και πηγαινόρχεται αστραπή, στη γη ν’ αδράξει κάτου
μια λαμπερή αλογότριχα, λίγο μαλλί προβάτου!

A, τούτ’ η ζέστα είναι βαθιά· δε μοιάζει, λες, εκείνη
που μέσα στου ήλιου την πηγή σαν κύκνοι πλένε οι κρίνοι!

Aυτή είναι ρόδο πόγινε και π’ όλο μεγαλώνει
σε μεταξένιο κέντημα, καιρούς, με το βελόνι·

κάθε γωνιά του, ανασκωτή μ’ ολάκερο νυχτέρι,
όλο χρυσό, που πια δεν είναι ρόδον, είναι αστέρι·

που πια είναι τ’ άστρο τ’ ορθρινό κι ο λύχνος στο σκοτάδι
και το καντήλι της Kυράς, πάντα γιομάτο λάδι,

που μες στη σκιά, κρεμάμενον από την περιστέρα,
τη νύχτα ανοίγει και μπουμπούκι σφίγγει την ημέρα!

Πούπουλα, χνούδια, ό,τι στη γην ανάλαφρο έχει μείνει,
να μου φωλιάσει φτάνει των αισθήσεων το καμίνι,

όσο δε φτάνει να μου ανάψει πόθο το λιοπύρι
κι όσο δεν καίει τα κόκαλα το χωνευτήρι...

Eδώ είναι τ’ άνθος το μικρό μπρος στον κλειστό πυλώνα,
και το νερό του πηγαδιού που χλιαίνει το χειμώνα.

Eδώ είν’ της μυρμηκοφωλιάς το καστανό το χώμα,
λαγαρισμένο σαν αφρός, κι ωστόσο στέριο ακόμα...

A, και ζεστό είναι σαν η γη μια σπιθαμή από κάτου,
κι ως το πουλί π’ αποκοιμιέται πίσω απ’ τα φτερά του!

K’ είν’ η ευωδιά του έτσι βαθιά, σαν το βιβλίο που μέσα
στα φύλλα του έκλεισεν ανθών χιλιάδων την ανέσα

Κ’ αιώνες πέρασαν πάνω του· κι αυτοί που τα ‘χαν βάλει,
σ’ αχνές εικόνες βρίσκονται κλειστές μες στο κρουστάλλι.

K’ είναι σαν πέπλος που ‘μεινε σε σπιτικό σεντούκι
που ‘ταν γιομάτο μύγδαλο, καρύδι και φουντούκι,

και σε μικρό κομπόδεμα, για τ’ αγγονού τα νιάτα,
σφιχτοδεμένα τα φλωριά και τα κωνσταντινάτα...

A, τούτ’ η ζέστα απ’ το Θεό μονάχα είναι βγαλμένη,
ακόμα και το θάνατο η ψυχή μου να υπομένει,

των αδερφών το θάνατο και των δικών, κι ακόμα
εκείνου που μας έδινε και την ψυχή στο στόμα!

A, τούτ’ η ζέστα πια δε μοιάζει καμιάν άλλη,
γιατί, αν κρατήσω μέσα στις δυο φούχτες το κεφάλι,

πότε το νιώθω σαν πηγή και πότε ωσάν καμίνι.
Zει ο σπόρος, ζει, του αθάνατου, και μέσα μου έχει μείνει!

Zει ο σπόρος όλων των ανθών, και η μυστική τους μάνα
μιλιά δεν έχει μέσα μου, μα βογκεί ως η καμπάνα,

Ως η καμπάνα η βροντερή που, με τα μεσημέρια,
στις στέγες κάνει να τρεμοπετάν τα περιστέρια...

Kι αν κλείσω και τα βλέφαρα. Tη βλέπω, πόσα, πόσα,
τρυγύρω απ’ το καντήλι Tης, του σκοταδιού τα κρόσσα,

Και των ματιών Tης η άβυσσο, κ’ η ασάλευτή Tης όψη,
σα σπάθα που μπορεί και την καρδιά στα δυο να κόψει!

Ωσάν αϊτίνα κάθεται μες στην αϊτοφωλιά Tης·
από τη γέννα εσκώθηκε, κι απάρθενη η κοιλιά Tης.

Λεχώνα στέκει ασάλευτη μες στην υπομονή Tης,
σφίγγοντας, ωσά νέο λιοντάρι, το μονογενή Tης!

Mε της λεχώνας τη ματιά που διαπερνάει την πλάση
και δεν αφήνει, ακοίμητη, κανένας να πλησιάσει

Αν ίσως και δεν έρχεται στα χείλη του να πάρει
του γιου Tης, που απ’ το σκέπασμα περσεύει, το ποδάρι.

II
Άγγελε, στο κατώφλι σου, την ώρα που δε θάρρεις,
άνεμος φύσαγε γλυκός πολύ, ψυχοπονιάρης.

Tην ώρα που στο τρίστρατον η πόρνη περιμένει,
μ’ άνανθη τέλεια την ψυχή, βαμμένη, στολισμένη,


Άνεμος φύσαγε γλυκός, από μακρά φτασμένος,
με τη γαλήνια ευωδιά των κάμπων φορτωμένος.

Τα μύρα πλέαν ανάερα· αντίκριζε η ψυχή μου,
όθε κι αν γύριζε, γοργή, τη μυστική άθλησή μου.

Και ιδές… Ανθοί ανεπάντεχοι, δαφνόδεντρα και βάγια
στης γης αν ευωδάγανε τα ευλογημένα πλάγια·

στα χρυσοπράσινα έλατα αν ο ήλιος, σε μια στάλα,
φλόγα γαλάζια ανάβρυζε, πήδαε πυρρή διχάλα,

Και μιαν ακοίμητη δροσιά κινούσαν, να με ζώνει,
τ’ άγια φαράγγια που κρατούν ολοχρονίς το χιόνι·

α, πώς σπαρτάρισε η καρδιά σαν ένιωσε τα μάγια
τα γλυκανάπνοα, σε σφιχτά να την κρατούν αρπάγια!

Πώς το ρουμπίνι πύρινο ζώνει ψηλά το στέμμα,
όμοια στο νου μου ολόγυρα μαζώχτη ξάφνου το αίμα

Και πάλι πισωδρόμισε γοργό, σα για να πάρει
χλωμάδα μεγαλύτερην απ’ το μαργαριτάρι…

Ψυχή! Και ξάφνου, σκίζοντας το φοβερό σκοτάδι
η αχτίδα της το δάκρυ μου το βρήκε ωσάν πετράδι!


Mατιά δεν ήταν να με ιδεί, καρδιά για να με κρίνει,
Κ’ έκλαψα, όπως δεν έκλαψε κανείς, την ώρα εκείνη...

Kι όπως την ώρα π’ ο ψαράς στα δίχτυα του διαλέει,
με το δαδί χωρίζοντας της θάλασσας τα ελέη,

Κι από τη μέση βγάνοντας ένα μικρό, περίσσο,
στο κύμο μέσα, ξένοιαστος, το ξαναρίχνει πίσω,

Κι αυτό γυρμένο εδώ κ’ εκεί, με το πλευρό, παλεύει,
ώσπου ο γοργός ανασασμός το σπλάχνο του σαλεύει,

Κ’ αιφνίδια βρίσκει το βυθό – παρόμοια, μες στα βύθη
της κλάψας, χάθηκε η ψυχή κι ολάκερη αναδύθη...

A, την ανείπωτην αφή σ’ όλα τα μέλη επήρα,
την πρώτη αφή μου, αθάνατη, στου δακρύου το νιφτήρα,

Κι όλα να τ’ άκουα σαν και πριν το μισημένο αιώνα·
καθώς το λάδι ολάκερο καρπίζει τον ελαιώνα,

σα σε πελάου εαρινού την άκρη νηνεμία
το πλάτος το ανεκύμαντον, η αγάπη μου ήταν μία.


------------------
Η Φύση στο ποιητικό όραμα του Σολωμού και του Σικελιανού
Ο Σολωμός στον Κρητικό δίνει στη φύση μια κυριαρχική λειτουργία μέσω της δραστικής παρουσίας της Φεγγαροντυμένης και της καταλυτικής επίδρασης του γλυκύτατου ήχου.

Η φύση στο Σολωμό παρουσιάζεται αρχικά με την αρνητική έκφανση της τρικυμίας, που επιφέρει το ναυάγιο και δυσκολεύει την προσπάθεια του ήρωα να σώσει την αγαπημένη του, ενώ στη συνέχεια η φύση αποκτά μια επίφαση θετικότητας, με τη Φεγγαροντυμένη και το γλυκύτατο ήχο να παρουσιάζονται ως δυνάμεις θετικές για τον ήρωα, ενώ στην ουσία επιφέρουν το αποφασιστικό χτύπημα στον αγώνα του.
Η κορύφωση της προσπάθειας του Κρητικού οφείλεται στην αντίμαχη δράση της φύσης, η οποία επιχειρεί να κάμψει την αποφασιστικότητα του ήρωα, τόσο με τη θελκτική παρουσία της Φεγγαροντυμένης, όσο και με την μαγευτική επίδραση που ασκεί στον ήρωα ο γλυκύτατος ήχος.

Ο Κρητικός συγκλονίζεται από την επίδραση που του ασκούν οι εκφάνσεις της φύσης, βιώνει έντονα συναισθήματα έλξης και αλλάζει βασικά στοιχεία της προσωπικότητάς του, εξαιτίας της επαφής του με τη Φεγγαροντυμένη, αλλά και τον γλυκύτατο ήχο.

Για τον Σολωμό, επομένως, η φύση έχει πρωταρχική σημασία στην εξέλιξη του ποιητικού του οράματος, υπό την έννοια πως η δύναμη που θέτει σε κίνηση όλη την πλοκή του ποιήματος, αλλά και η δύναμη που καθιστά το ναυάγιο αφορμή για μια εκ βάθρων αλλαγή της υπόστασης του κεντρικού ήρωα, είναι η φύση.
Μια παρόμοια κεντρική θέση κρατά η φύση και στην ποιητική δημιουργία του Σικελιανού, ο οποίος επανειλημμένα στην ποίησή του παρουσιάζει την πρωταρχική αξία που έχει η επαφή του ανθρώπου με τη φύση.

Ο Σικελιανός αισθάνεται πως βρίσκεται σ’ ένα διαρκή διάλογο, σε μια διαρκή αλληλεπίδραση με τη φύση γύρω του, καθώς όχι μόνο αντλεί μια απροσμέτρητη απόλαυση από τη θέαση του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά αναγνωρίζει στη φύση τη δύναμη που έχει επάνω του, την ικανότητα να τον επηρεάζει στο μέγιστο βαθμό. Όπως, δηλαδή, ο Κρητικός εγκλωβίζεται από τη μαγεία της φύσης και δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτε άλλο πέραν από την απόλαυση που του προσφέρει ο γλυκύτατος ήχος ή η ομορφιά της Φεγγαροντυμένης, έτσι κι ο Σικελιανός, αφήνεται στην επίδραση της φύσης, χωρίς να μπορεί ή να θέλει να σπάσει τους δεσμούς που τον ενώνουν με κάθε στοιχείο της φύσης γύρω του.
Ο Σικελιανός έρχεται σ’ επαφή με τη φύση, με κάθε μία από τις αισθήσεις του, ξεκινώντας με το άρωμα των κάμπων που του φέρνει ο άνεμος και που πυροδοτούν μια έντονη εσωτερική κινητικότητα, μια ψυχική δράση του ποιητή, την οποία αποκαλεί μυστική άθληση. Μυστική, υπό την έννοια ότι η επαφή του ποιητή με τη φύση, η βίωσή της, έχει μια μυστηριακή διάσταση. Ο ποιητής δίνει στην αίσθηση της φύσης μια υπόσταση μυστικιστική, την οποία αντιλαμβάνεται ως άθληση της ψυχής, ως άνοιγμα του εσωτερικού του εαυτού στο κάλεσμα και τη δύναμη της φύσης.
Ο ποιητής κοιτάζει γύρω του και βλέπει παντού μια υπέροχη ομορφιά, φτιαγμένη από τα απλούστερα υλικά της μητέρας-φύσης. Λουλούδια, σταγόνες της βροχής κι ένα παιχνίδισμα του φωτός, που δημιουργεί ποικίλους χρωματισμούς καθώς οι αχτίνες του ήλιου διαπερνούν το νερό. Εικόνες απλές για έναν βιαστικό παρατηρητή, αλλά απίστευτα δυνατές για κάποιον που βιώνει το θαύμα της φύσης, τη μυστικιστική δύναμη της πλάσης και την τελειότητα που χαρακτηρίζει το φυσικό μας περιβάλλον απ’ άκρη σ’ άκρη. Ο Σικελιανός αποτίνει φόρο τιμής στη μεγαλύτερη πηγή αισθητικής απόλαυσης που μας προσφέρεται στη ζωή μας, τη φύση και τα δημιουργήματά της.
Μετά την ευωδιά των κάμπων και την οπτική απόλαυση του φυσικού περιβάλλοντος, ο ποιητής βιώνει ακόμη πιο έντονα την επαφή του με τη φύση, καθώς η δροσιά που αντλείται από τα πλέον παγωμένα σημεία της γης, εκεί δηλαδή που το χιόνι παραμένει απείραχτο από τη ζέστη του ήλιου καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, έρχεται και κυριεύει τον ποιητή, εγκλωβίζοντας ακόμη και την καρδιά του.

Ο ποιητής παραδίνεται σε κάθε στοιχείο της φύσης, ακόμη και σ’ αυτά που δεν είναι ευχάριστα στον άνθρωπο, αλλά έχουν τον ιδιαίτερο ρόλο τους στην πολύτιμη ισορροπία της φύσης. Το ψύχος διαπερνά το σώμα του ποιητή, δεσμεύει την καρδιά του κι αμέσως το αίμα του συγκεντρώνεται όλο στο νου του, στο κεφάλι του, όπως το ρουμπίνι βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο του στέμματος. Με την παρομοίωση αυτή, ο Σικελιανός περιγράφει πως ξαφνικά το πρόσωπό του κοκκίνισε εξαιτίας του ψύχους που τον κυρίευσε, όπως ακριβώς το ρουμπίνι, ο κόκκινος πολύτιμος λίθος, τίθεται συνήθως στο κέντρο του στολισμού των στεμμάτων.
Το αίμα του ποιητή ανεβαίνει και συγκεντρώνεται στο κεφάλι του, αλλά γρήγορα ξεκινά και πάλι την πορεία του προς κάθε σημείο του σώματος, κάνοντας τον ποιητή να μοιάζει πιο χλωμός κι από μαργαριτάρι. Ο Σικελιανός βιώνει απόλυτα την επαφή του με τα στοιχεία της φύσης, και νιώθει μέχρι και τις κινήσεις του αίματός του, καθώς αυτό επιχειρεί να παλέψει με το ψύχος που κυρίευσε ξάφνου το σώμα του.
Η φύση δεν είναι μόνο πηγή ζωής, ζεστασιάς και ομορφιάς, είναι και πηγή θανάτου, μιας κι ο θάνατος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του κύκλου της ζωής. Κάθε τι που γεννιέται πεθαίνει κι ο ποιητής το γνωρίζει καλά αυτό, ιδίως τις στιγμές που συνθέτει το ποίημα αυτό και θρηνεί για το χαμό της αδερφής του.
Η φύση γεννά το θάνατο και δίνει σε κάθε ον τη δυνατότητα να γνωρίσει τόσο τη χαρά της ζωής όσο και τον πόνο του θανάτου. Κι ο ποιητής ερχόμενος σ’ επαφή με το κρύο που πάγωσε την καρδιά του, ερχόμενος σ’ επαφή με το θάνατο, συνειδητοποιεί πως η ψυχή παραμένει ακόμη και στις στιγμές του χαμού δυνατή και σ’ επαφή με κάθε αγαπημένο μας πρόσωπο. Γι’ αυτό κι ο ποιητής αισθάνεται την ψυχή του να ακτινοβολεί και νιώθει τις ακτίνες της να βρίσκουν και να φωτίζουν το δάκρυ του σαν να είναι ένα πολύτιμο πετράδι. (Τριπλή παρουσία των πολύτιμων λίθων, ρουμπίνι, μαργαριτάρι, πετράδι.)
Μια διαδικασία αναγέννησης βιώνει ο ποιητής, που σαν τον μυθικό Φοίνικα που αναγεννιέται από τις στάχτες του, νιώθει την ψυχή του να κατανικά τα σκοτάδια του θρήνου και του πόνου, ακτινοβολώντας ξανά, έτοιμη να επανέλθει στη ζωή, στην απόλαυση της πολύτιμης και σύντομης ζωής.

[Για το ποίημα Μήτηρ Θεού του Σικελιανού, διαβάζουμε τα εξής στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Λίνου Πολίτη:

Αλλά εκεί που οι διάχυτες ποιητικές δυνάμεις του Αλαφροΐσκιωτου φτάνουν σε μια έξοχη ωριμότητα και ολοκλήρωση είναι το μακρύ σχετικώς ποίημα Μήτηρ Θεού, γραμμένο το 1917 –«το πιο μουσικό ποίημα που γράφτηκε σ’ ελληνική γλώσσα μετά το θάνατο του Σολωμού» (R. Liddell). Μουσικό όχι μόνο για τη γοητεία του ρυθμού των δεκαπεντασύλλαβων διστίχων που θυμίζουν τον Κρητικό -και που ο ποιητής τα τυπώνει ξεχωρισμένα, σαν πλαστικά ολοκληρωμένες στροφές- αλλά και γιατί οι εικόνες στην αστείρευτη ροή τους διαδέχονται η μία την άλλη σαν μοτίβα μουσικά.
Τρία χρόνια πριν ο Σικελιανός είχε χάσει την αδερφή του Πηνελόπη... και η καινούρια αυτή «συνείδηση» του θανάτου τον οδηγεί βαθύτερα προς την «εμπειρία του σ’ αδιάκοπη ενέργεια λειτουργούντος, γύρω και βαθιά του, Μυστηρίου». Για τον ορθόδοξο η Παναγία είναι περισσότερο η πονεμένη μητέρα του Θεού και λιγότερο η παρθένος. Η μητρική ή μητριαρχική θεότητα -όπως και οι μεγάλες θεές-μητέρες και μητέρες θεών του παρελθόντος- είναι πηγή της ζωής αλλά και του θανάτου, σε μια συνείδηση μυστική, όπως μυστικά συνδέονται στη λατρεία, το Μάρτιο, η μνήμη του Ευαγγελισμού, οι «χαιρετισμοί» της Παναγίας και το Ψυχοσσάβατο των νεκρών.
.................
η συνέχεια εδώ: latistor

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2024

Ἄγγελος Σικελιανός — Γιατὶ βαθιά μου δόξασα

Edward Moran – Life Saving Patrol [c.1893]
Γιατὶ βαθιά μου δόξασα καὶ πίστεψα τὴ γῆ
καὶ στὴ φυγὴ δὲν ἅπλωσα τὰ μυστικὰ φτερά μου,
μὰ ὁλάκερον ἐρίζωσα τὸ νοῦ μου στὴ σιγή,
νὰ ποὺ καὶ πάλι ἀναπηδᾶ στὴ δίψα μου ἡ πηγή,
πηγὴ ζωῆς, χορευτικὴ πηγή, πηγὴ χαρά μου...

Γιατὶ ποτὲ δὲ λόγιασα τὸ πότε καὶ τὸ πῶς,
μὰ ἐβύθισα τὴ σκέψη μου μέσα στὴν πάσαν ὥρα,
σὰ μέσα της νὰ κρύβονταν ὁ ἀμέτρητος σκοπός,
νὰ τώρα πού, ἡ καλοκαιριὰ τριγύρα μου εἴτε μπόρα,
λάμπ᾿ ἡ στιγμὴ ὁλοστρόγγυλη στὸ νοῦ μου σὰν ὀπώρα,
βρέχει ἀπ᾿ τὰ βάθη τ᾿ οὐρανοῦ καὶ μέσα μου ὁ καρπός!...

Γιατὶ δὲν εἶπα: «ἐδῶ ἡ ζωὴ ἀρχίζει, ἐδῶ τελειώνει...»
μὰ «ἂν εἶν᾿ ἡ μέρα βροχερή, σέρνει πιὸ πλούσιο φῶς...
μὰ κι ὁ σεισμὸς βαθύτερη τὴ χτίση θεμελιώνει,
τὶ ὁ ζωντανὸς παλμὸς τῆς γῆς ποὺ πλάθει εἶναι κρυφός...»
νὰ πού, ὅ,τι στάθη ἐφήμερο, σὰ σύγνεφο ἀναλιώνει,
νὰ ποὺ ὁ μέγας Θάνατος μοῦ γίνηκε ἀδερφός!...

(ἀπὸ τὸν Λυρικὸ Βίο, B´, Ἴκαρος 1966)


O Σικελιανός στο δοξαστικό αυτό ποίημα βιώνει ένα μυστικό συναίσθημα χαράς και αλληλεγγύης. 
Η συναισθηματική του αυτή διάθεση ενδυναμώνει την υψηλή ποιητική του πνοή και τον συμφιλιώνει ακόμα και με τον ακαταμάχητο εχθρό του ανθρώπου, το θάνατο
Το ποίημα δημοσιεύτηκε το 1938.

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2016

Ἄγγελος Σικελιανός — Πνευματικό εμβατήριο

Πνευματικὸ Ἐμβατήριο (ολόκληρο εδώ)

Ὀμπρὸς βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπ᾿ τὴν Ἑλλάδα,
ὀμπρός, βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπὸ τὸν κόσμο.
Τί, Ἰδέτε· ἐκόλλησεν ἡ ρόδα του βαθειὰ στὴ λάσπη,
κι ἄ, ἰδέτε χώθηκε τ᾿ ἀξόνι του βαθειὰ μέσ᾿ τὸ αἷμα.
Ὀμπρός, παιδιά, καὶ δὲ βολεῖ μονάχος ν᾿ ἀνέβῃ ὁ ἥλιος,
σπρῶχτε μὲ γόνα καὶ μὲ στῆθος νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὴ λάσπη,
σπρῶχτε μὲ στῆθος καὶ μὲ γόνα νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὸ γαῖμα.
Δέστε, ἀκουμπᾶμε ἀπάνω τοῦ ὁμοαίματοι ἀδελφοί του.
Ὀμπρός, ἀδέλφια, καὶ μᾶς ἔζωσε μὲ τὴ φωτιά του,
ὀμπρός, ὀμπρὸς κι ἡ φλόγα του μᾶς τύλιξε ἀδελφοί μου.

Ὀμπρὸς οἱ δημιουργοί.. Τὴν ἀχθοφόρα ὁρμή Σας,
στυλῶστε μὲ κεφάλια καὶ μὲ πόδια, μὴ βουλιάξει ὁ ἥλιος.
Βοηθᾶτε με κι ἐμένανε ἀδελφοί, νὰ μὴ βουλιάξω ἀντάμα..
Τί πιὰ εἶν᾿ ἀπάνω μου καὶ μέσα μου καὶ γύρα.
Τί πιὰ γυρίζω σ᾿ ἕναν ἅγιον Ἴλιγγο μαζί του...
Χίλια καπούλια ταῦροι τοῦ κρατᾶν τὴ βάση, δικέφαλος ἀητός·
κι ἀπάνω μου τινάζει τὶς φτεροῦγες του καὶ βογγάει ὁ σάλαγός του,
στὴν κεφαλή μου πλάι καὶ μέσα στὴν ψυχή μου.
καὶ τὸ μακριὰ καὶ τὸ σιμὰ γιὰ μένα πιὰ εἶν᾿ ἕνα...
Πρωτάκουστες βαρεῖες μὲ ζώνουν Ἁρμονίες,
ὀμπρός, σύντροφοι, βοηθᾶτε νὰ σηκωθεῖ νὰ γίνει ὁ ἥλιος πνεῦμα.

Σιμώνει ὁ νέος ὁ Λόγος π᾿ ὅλα θὰ τὰ βάψῃ,
στὴ νέα του φλόγα. νοῦ καὶ σῶμα. ἀτόφιο ἀτσάλι...
Ἡ γῆ μας ἀρκετὰ λιπάστηκε ἀπὸ σάρκα ἀνθρώπου...
παχιὰ καὶ καρπερά, νὰ μὴν ἀφήσουνε τὰ σώματά μας
νὰ ξεραθοῦν ἀπ᾿ τὸ βαθὺ τοῦτο λουτρὸ τοῦ α
μάτου πιὸ πλούσιο,
πιὸ βαθὺ κι ἀπ᾿ ὅποιο πρωτοβρόχι.
Αὔριο νὰ βγεῖ ὁ καθένας μας μὲ δώδεκα ζευγάρια βόδια
τὴ γῆ αὐτὴ νὰ ὀργώσει τὴν αἱματοποτισμενη...
Ν᾿ ἀνθίσῃ ἡ δάφνη ἀπάνω της καὶ δέντρο ζωῆς νὰ γένῃ,
καὶ ἡ Ἄμπελός μας νὰ ἁπλωθεῖ ὡς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης...

Ἔτσι, σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι
(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο)
στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας Λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα
ἀναψυχώθηκε ἄξαφνα τρανὴ ἡ κραυγή μου, ὡς νἆταν
ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα ἢ ὡς νἆχα τ᾿ ἅγιο κελὶ
τοῦ Ἠράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια,
γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἐχάλκευε τοὺς στοχασμούς του
καὶ τοὺς κρεμνοῦσε ὡς ἄρματα στῆς Ἔφεσος τὸ ναὸ
ὡς Σᾶς ἔκραζα σύντροφοι.



Ανάλυση

Το ποίημα είναι γραμμένο το 1945, τότε που η χώρα μας μόλις είχε βγει από τη δοκιμασία του πολέμου και της κατοχής. Ο λόγος του ποιητή, έκφραση της μεγάλης έγνοιας του για τη μοίρα του τόπου και του λαού, αποτελεί σάλπισμα αγωνιστικό για την ανόρθωση της Ελλάδας.

Ο Άγγελος Σικελιανός δίνει το δικό του μήνυμα στους συγκαιρινούς του, μόλις τελειώνει η σκληρή δοκιμασία του πολέμου, θέλοντας να τους στηρίξει στην προσπάθειά τους να επουλώσουν τις πλείστες πληγές που τους άφησε η θηριωδία των Γερμανών.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τίτλος του ποιήματος, ο οποίος ενώ με τη λέξη εμβατήριο -ρυθμικό μουσικό κομμάτι, κατάλληλο για τον συγχρονισμό του βηματισμού ομάδας ανθρώπων στον ίδιο ρυθμό- παραπέμπει σε στρατιωτική δράση, με τον επιθετικό προσδιορισμό «πνευματικό» αποσαφηνίζει την πρόθεση του ποιητή να συνθέσει ένα κάλεσμα για συλλογική πνευματική δράση, προκειμένου οι πολίτες να βρουν την κατάλληλη καθοδήγηση και στήριξη.

Ομπρός∙ βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα∙
ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!


Το κάλεσμα του ποιητή, που δίνεται με έντονα παραινετικό τρόπο, έχει ως πρώτο σημείο αναφοράς τον ήλιο, ο οποίος λαμβάνει εδώ τις διαστάσεις ενός πολυδύναμου συμβόλου. Ο ήλιος έρχεται να αποτελέσει την αντίθεση σε ό,τι συνιστούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή το κυρίαρχο κλίμα στον εμπόλεμο κόσμο∙ αποτελεί το αντίβαρο στο σκοτάδι της βίας, των εκτελέσεων και δολοφονιών, των συγκρούσεων και της πείνας.


Ο ήλιος είναι το σύμβολο της πνευματικότητας εκείνης που επιτρέπει στους ανθρώπους να κατανοήσουν τη ματαιότητα των βιαιοτήτων και να βρουν έναν πιο ουσιαστικό προσανατολισμό στη ζωή τους. Ο ήλιος είναι το σύμβολο της ειρήνης, μα και της διάθεσης για ένα νέο ξεκίνημα, σε βάσεις, βέβαια, ηθικότερες και αγνότερες.
Ο ποιητής, λοιπόν, καλεί τους ανθρώπους γύρω του, και ιδίως τους ανθρώπους του πνεύματος, να βοηθήσουν ώστε ο ήλιος, το σύμβολο της ειρήνης και της αναγεννητικής διάθεσης, να σηκωθεί πάνω από την Ελλάδα, αλλά και πάνω απ’ όλο τον κόσμο, μιας και στον πόλεμο που μόλις τελείωσε είχαν εμπλακεί πάρα πολλές χώρες.

Το ενδιαφέρον του ποιητή στρέφεται, εύλογα, πρωτίστως στην Ελλάδα και στους Έλληνες, που γνώρισαν ανείπωτες απώλειες εξαιτίας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Εντούτοις, ο ποιητής δε λησμονεί πως το πνεύμα της ειρήνευσης, αλλά και η ριζική αλλαγή στον τρόπο θέασης των πραγμάτων αφορούν κι όλες τις υπόλοιπες χώρες, αφού ο πόλεμος αυτός είχε γεμίσει μίσος, διάθεση φονικού ανταγωνισμού, μα και πλήθος τραυμάτων, το σύνολο των ανθρώπων.
Η αλλαγή που πρέπει να προκύψει στον τρόπο που σκέφτονται και δρουν οι άνθρωποι αφορά όλους τους συμμετέχοντες στον πόλεμο είτε ανήκαν στην πλευρά των επιτιθέμενων είτε στην πλευρά των αμυνόμενων.
Ο ποιητής επιλέγει να χρησιμοποιήσει τον πιο λαϊκό τύπο του επιρρήματος «εμπρός» (ομπρός), μιας και οι άνθρωποι στους οποίους κυρίως απευθύνεται είναι απλοί πολίτες, που έχουν και την πραγματική δύναμη να αλλάξουν με την εργατικότητά τους το κλίμα στην Ελλάδα και να επιτύχουν την ανοικοδόμησή της.
Αξιοπρόσεχτη είναι και η χρήση του α΄ προσώπου (α΄ πληθυντικό), που αποσκοπεί στο να μεταδώσει την αίσθηση πως αυτή η προσπάθεια είναι συλλογική και τους αφορά όλους, όπως και τον ίδιο τον ποιητή που είναι μέλος κι αυτός της ελληνικής κοινωνίας. Ενώ, με το β΄ πληθυντικό πρόσωπο της προστακτικής, εκφράζεται το έντονα προτρεπτικό ύφος του εμβατηρίου.

Τι, ιδέτε εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,
κι α, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!


Ο ποιητής ζητά τη βοήθεια όλων των ανθρώπων, διότι το άρμα που μεταφέρει τον ήλιο -εικόνα παρμένη από την αρχαιοελληνική παράδοση- έχει κολλήσει βαθιά μέσα στη λάσπη και το αίμα.

...............
η συνέχεια εδώ: latistor

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

Ἄγγελος Σικελιανός — Άγραφον

Το ποίημα στηρίζεται σε μια απόκρυφη ευαγγελική παράδοση (Άγραφον) για τον Ιησού
και τους μαθητές του. Γράφτηκε στις ζοφερές μέρες της Γερμανικής Κατοχής.
Επροχωρούσαν έξω από τα τείχη
της Σιών ο Ιησούς και οι μαθητές Του,
σαν, λίγο ακόμα πριν να γείρει ο ήλιος,
ζυγώσανε αναπάντεχα στον τόπο
που η πόλη έριχνε χρόνια τα σκουπίδια,
καμένα αρρώστων στρώματα, αποφόρια,
σπασμένα αγγειά, απορρίμματα, ξεσκλίδια...

Κι εκεί, στον πιο ψηλό σωρόν απάνω,
πρησμένο, με τα σκέλια γυρισμένα
στον ουρανό, ενός σκύλου το ψοφίμι,
που -ως ξαφνικά ακούοντας, τα κοράκια
που το σκεπάζαν, πάτημα, το αφήκαν-
μια τέτοια οσμήν ανάδωκεν, οπού όλοι
σα μ’ ένα βήμα οι μαθητές, κρατώντας
στη φούχτα τους την πνοή, πισωδρομήσαν...

Μα ο Ιησούς, μονάχος προχωρώντας
προς το σωρό γαλήνια, κοντοστάθη
και το ψοφίμι εκοίταζε· έτσι, πόνας
δεν εκρατήθη μαθητής και Του ‘πεν
από μακρά: «Ραββί, δε νιώθεις τάχα
τη φοβερήν οσμή και στέκεσ’ έτσι;»

Κι Αυτός, χωρίς να στρέψει το κεφάλι
απ’ το σημείο που κοίταζε, αποκρίθη:
«Τη φοβερήν οσμήν, εκείνος πόχει
καθάρια ανάσα, και στη χώρα μέσα
την ανασαίνει, όθ’ ήρθαμε... Μα, τώρα
αυτό που βγαίνει απ' τη φτορά θαυμάζω
με την ψυχή μου ολάκερη... Κοιτάχτε
πώς λάμπουνε τα δόντια αυτού του σκύλου
στον ήλιο· ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο,
πέρα απ' τη σάψη, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι ακόμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κι ελπίδα!»

Έτσ’ είπ’ Εκείνος· κι είτε νιώσαν ή όχι
τα λόγια τούτα οι μαθητές, αντάμα,
σαν εκινήθη, ακλούθησαν και πάλι
το σιωπηλό Του δρόμο...

Και να τώρα,
βέβαια στερνός, το νου μου πώς σ’ εκείνα,
Κύριε, τα λόγια Σου γυρίζω, κι όλος
μια σκέψη στέκομαι μπροστά Σου: Α!... δώσε,
δώσ’ και σ’ εμένα, Κύριε, ενώ βαδίζω
ολοένα ως έξω απ’ της Σιών την πόλη,
κι από τη μια της γης στην άλλη άκρη
όλα είναι ρείπια, κι όλα είναι σκουπίδια,
κι όλα είναι πτώματα άθαφτα που πνίγουν
τη θεία πηγή τ’ ανασασμού, ή στη χώρα
είτ’ έξω από τη χώρα· Κύριε, δώσ’ μου,
μες στη φριχτήν οσμήν οπού διαβαίνω,
για μια στιγμή την άγια Σου γαλήνη,
να σταματήσω ατάραχος στη μέση
απ’ τα ψοφίμια, και ν’ αδράξω κάπου
και στη δική μου τη ματιάν έν’ άσπρο
σημάδι, ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο∙
κάτι να λάμψει ξάφνου και βαθιά μου,
έξω απ’ τη σάψη, πέρα από τη σάψη
του κόσμου, ωσάν τα δόντια αυτού του σκύλου,
που, ω Κύριε, βλέποντάς τα εκειό το δείλι,
τα ‘χες θαμάσει, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι αντάμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κι ελπίδα!


Ο Άγγελος Σικελιανός συνθέτει το ποίημα αυτό κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, μιας εξαιρετικά επώδυνης περιόδου για τους Έλληνες, βασιζόμενος σε μιαν άγραφη, προφορική παράδοση για τον Ιησού.

Μέρες κατά τις οποίες οι ελληνικές πόλεις και ιδίως η Αθήνα θρηνούσαν χιλιάδες νεκρούς, με πολλούς από αυτούς να κείτονται άταφοι στους δρόμους, έχοντας υποκύψει στην πείνα και στις κακουχίες, ο ποιητής αναζητά μια αίσθηση ελπίδας∙ αναζητά ένα μήνυμα αισιοδοξίας, που θα επιτρέψει στον ίδιο και στους υπόλοιπους Έλληνες να αντέξουν τον πόνο αυτού του ολέθρου.
Το ποίημα αποτελείται, επί της ουσίας, από δύο ενότητες∙ η πρώτη, και εκτενέστερη, καλύπτει τις πέντε πρώτες στροφές του ποιήματος, όπου με αφηγηματικό τρόπο παρουσιάζεται σε τρίτο πρόσωπο ένα στιγμιότυπο από τη ζωή και διδασκαλία του Χριστού, ενώ η δεύτερη ενότητα, που μας φέρνει στο παρόν του ποιητή, καλύπτει την έκτη και τελευταία στροφή του ποιήματος.


Το αφηγηματικό μέρος του ποιήματος ξεκινά με τον προσδιορισμό του τόπου και την παρουσίαση των προσώπων∙ έξω από τα τείχη της Σιών (Ιερουσαλήμ), λίγο προτού νυχτώσει, προχωρούν ο Ιησούς και οι μαθητές του, μέχρι που αίφνης φτάνουν στο σημείο όπου για χρόνια η πόλη έριχνε τα σκουπίδια της.
Σωροί από στρώματα αρρώστων, που τα είχαν κάψει για να αποφευχθεί η περαιτέρω μετάδοση της ασθένειας, από παλιά ρούχα, σπασμένα αγγεία, σκουπίδια και κομμάτια ξύλων.
Η όλη εισαγωγική παρουσίαση του ποιήματος μας παραπέμπει στις αντίστοιχες αφηγήσεις της Καινής Διαθήκης, που έχουν στόχο τη μετάδοση ενός ηθικού μηνύματος μέσα από τα λόγια, αλλά και τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά του Ιησού. Εδώ, βέβαια, το επιδιωκόμενο μήνυμα σχετίζεται περισσότερο με την έννοια της ελπίδας και της απαντοχής, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές.

Ο σκουπιδότοπος επιφυλάσσει μια μακάβρια έκπληξη στους απρόσκλητους επισκέπτες∙ ο ήχος από τα βήματά τους τρομάζει ένα σμήνος κοράκια που σκέπαζαν το κουφάρι ενός σκύλου, κι αποκαλύπτεται έτσι τόσο η αποτρόπαια εικόνα του -γυρισμένο ανάσκελα και πρησμένο-, όσο κι η ανυπόφορη οσμή της σήψης του. Οι μαθητές του Χριστού, μάλιστα, αναγκάζονται να οπισθοδρομήσουν, κρατώντας με το χέρι την αναπνοή τους, για ν’ αποφύγουν την άθλια αυτή δυσωδία του θανάτου.

Ο Ιησούς, ωστόσο, παρά τη δυσωδία συνέχισε να προχωρά γαλήνια προς το σωρό των σκουπιδιών και κοντοστάθηκε να παρατηρήσει το ψοφίμι. Ο θάνατος, μέρος κι αυτός του αέναου κύκλου της ζωής, όπως κι η δυσωδία, άμεσο απότοκο του θανάτου, δεν προκαλούν αποστροφή στο Χριστό, ο οποίος γνωρίζει πως μόνο παρατηρώντας και μαθαίνοντας καλά αυτό που μας τρομάζει, μπορούμε να τιθασεύσουμε το φόβο μας και να αντλήσουμε τη δύναμη να το αντιμετωπίζουμε με την αναγκαία ψυχραιμία.
Η στάση, πάντως, του Ιησού, προκάλεσε την αντίδραση ενός μαθητή του, ο οποίος ρώτησε από μακριά τον δάσκαλο του -τον ραββί-, μήπως δεν αντιλαμβάνεται, άραγε, τη φοβερή δυσωδία και αντέχει να στέκεται τόσο κοντά στο ψοφίμι.

Ο Ιησούς, χωρίς καν να στρέψει το κεφάλι του προς το μαθητή του, απάντησε πως τη φοβερή δυσωδία της σήψης την αντιλαμβάνεται, εκείνος που έχει καθαρή ανάσα, ακόμη και μέσα στην πόλη απ’ την οποία είχαν μόλις έρθει, δηλαδή την Ιερουσαλήμ. Ο Ιησούς επισημαίνει, έτσι, πως η φοβερή οσμή της σήψης δεν συνοδεύει μόνο τα ψοφίμια που σαπίζουν, αλλά και τους ανθρώπους εκείνους που αφήνονται στην ηθική εξαχρείωση. Έτσι, για τον ίδιο η οσμή αυτή δεν αποτελεί ικανή αιτία αποτροπιασμού, ώστε να απομακρυνθεί από τον νεκρό σκύλο, αφού, ούτως ή άλλως, συναντά διαρκώς την ίδια οσμή ακόμη και ανάμεσα στους ζωντανούς ανθρώπους.

Εκείνο, πάντως, που είχε προσελκύσει την προσοχή του Χριστού και που το θαύμαζε με ολάκερη την ψυχή του ήταν αυτό που έβγαινε, αυτό που προέκυπτε από τη διαδικασία της φθοράς. Και προέτρεψε τους μαθητές του να κοιτάξουν τα λευκά δόντια του σκύλου, τα οποία έλαμπαν στο φως του ήλιου καθαρά και αγνά, όπως το χαλάζι κι όπως ο κρίνος. Λευκότητα που λειτουργούσε σαν υπόσχεση μεγάλη, η οποία περνούσε πέρα από τη σήψη, κι εμφανιζόταν ως αντιφεγγιά του Αιώνιου, ως σημάδι αδιάκοπης κι αθάνατης ύπαρξης, μα και ως ένδειξη ελπίδας, αλλά και ως σκληρή αστραπή του Δίκαιου.
Το λευκό χρώμα των δοντιών του σκύλου ήταν σαν να δήλωνε πως ο θάνατος κι η σήψη αποτελούν προσωρινή μόνο κατάσταση, καθώς μέσα από τον εξαγνισμό που επιφέρουν και μέσα από την ολοκληρωτική απόρριψη των φθαρτών στοιχείων οδηγούν σε μια ακατάλυτη και αιώνια μορφή της ύπαρξης, εκεί που η αγνότητα γνωρίζει τη δικαίωσή της.

Κατά τρόπο μεταφορικό ο Ιησούς συνδέει τη σωματική σήψη με την ηθική σήψη που συνάντησε στην πόλη, και δηλώνει πως η σκληρή αστραπή του Δικαίου θα καταδικάσει στο χαμό καθετί σάπιο και θα φέρει στο φως την αγνότητα. Η ανηθικότητα κι η αδικία δεν μπορούν να διατηρηθούν αενάως δίχως τιμωρία και δίχως κάθαρση∙ κι αν η έλευση του Δικαίου μοιάζει να εκπληρώνεται με σκληρότητα, πρόκειται ωστόσο για μια σκληρότητα αναγκαία, αφού επιτρέπει στο ηθικά άρτιο και στην αρετή να λάβουν την ανταμοιβή τους.
Έτσι, το απρόσμενα λευκό χρώμα που λαμπυρίζει μέσα στην αποσύνθεση, συνιστά μια καίρια ελπίδα πως παρά τη γενικευμένη φθορά -κυριολεκτική και μεταφορική- το αγαθό θα διατηρηθεί και θα συνεχίσει την ακατάλυτη πορεία του.
Ο Ιησούς συνεχίζει σιωπηλός το δρόμο του μετά από τα λόγια αυτά, κι οι μαθητές του τον ακολουθούν, είτε είχαν καταλάβει τι εννοούσε είτε όχι. Ο ποιητής αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην είχαν γίνει πλήρως κατανοητά τα λόγια του Ιησού από τους μαθητές του, μιας και πολλές φορές χρειάζεται είτε χρόνος είτε κάποιο έντονο βίωμα για να καταστούν προσιτές στην αντίληψή μας ορισμένες έννοιες.

Το δεύτερο και τελευταίο μέρος του ποιήματος μας μεταφέρει στο παρόν του ποιητικού υποκειμένου και δίνεται σε πρώτο πρόσωπο, καθώς αποτελεί μιαν ικεσία του ποιητή προς τον Ιησού. Ως ο πιο ασήμαντος (στερνός) μαθητής του Ιησού -ιδιότητα που τονίζεται εμφατικά με το βέβαια-, ο ποιητής γυρίζει τη σκέψη του σ’ εκείνα τα
.................
η συνέχεια εδώ: latistor