Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα TENNYSON ALFRED. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα TENNYSON ALFRED. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Alfred Tennyson — Χτύπα, καμπάνα, δυνατά
Ring out, wild bells, to the wild sky

Χτύπα, καμπάνα, δυνατά μές στ’ ουρανού τα πλάτη
ήχε, πέτα στα σύννεφα, στο φως που τρεμοσβήνει,
Πεθαίνει ο χρόνος, χάνεται μεσ’ στης νυχτιάς τα σκότη
χτύπα, καμπάνα τώρα που τη στερνή πνοή αφήνει.

Χτύπα γι’ αυτόν που τέλειωσε μα και γι’ αυτόν που θα ’ρθει
Χτύπα, καμπάνα, με χαρά, κι ο ήχος σου στο χιόνι
Διώχνει το χρόνο τον παλιό, που χάνεται στα βάθη,
χαρμόσυνα καμπάνισε στον νέο που σιμώνει.

Χτύπα να διώξεις τον καημό που το μυαλό σκοτίζει,
για όσους δεν είναι πια εδώ, κι όσους έχουμε χάσει
χτύπα και γκρέμισε με μιας φτωχών και πλούσιων έχθρες
χτύπα κι ας ξαναγεννηθεί η ανθρωπιά στην πλάση.

Χτύπα να διώξεις το κακό, το φθόνο και τη ζήλεια
και την ψυχρότητα αυτών που πίστη πια δεν έχουν.
Διώξε με το τραγούδι σου τους πένθιμούς μου στίχους
και στη χαρά προσκάλεσε να ’ρθουν να τραγουδήσουν.

Χτύπα και διώξε από παντού τα ίχνη κάθε αρρώστιας
χτύπα και σκόρπισε μακριά τον πόθο για τα πλούτη
χτύπα κι οι πόλεμοι με μιας ας σβήσουν απ’ το χάρτη
χτύπα η ειρήνη ν’ απλωθεί στην οικουμένη ετούτη.

Χτύπησε και προσκάλεσε τον άντρα τον γενναίο,
το μεγαλόψυχο να ’ρθει σιμά και να γιορτάσει
Χτύπα και με τον ήχο σου φώτισε τα σκοτάδια
τι του Χριστού η Γέννηση λαμπρή θα καταφθάσει.
Λόρδος Alfred Tennyson (1809-1892)
Published in 1850, it forms part of In Memoriam, Tennyson's elegy to Arthur Henry Hallam, his sister's fiancé who died at the age of twenty-two.


...Ring out, wild bells, to the wild sky,
The flying cloud, the frosty light:
The year is dying in the night;
Ring out, wild bells, and let him die.

Ring out the old, ring in the new,
Ring, happy bells, across the snow:
The year is going, let him go;
Ring out the false, ring in the true.

Ring out the grief that saps the mind
For those that here we see no more;
Ring out the feud of rich and poor,
Ring in redress to all mankind.

Ring out a slowly dying cause,
And ancient forms of party strife;
Ring in the nobler modes of life,
With sweeter manners, purer laws.

Ring out the want, the care, the sin,
The faithless coldness of the times;
Ring out, ring out my mournful rhymes
But ring the fuller minstrel in.

Ring out false pride in place and blood,
The civic slander and the spite;
Ring in the love of truth and right,
Ring in the common love of good.

Ring out old shapes of foul disease;
Ring out the narrowing lust of gold;
Ring out the thousand wars of old,
Ring in the thousand years of peace.

Ring in the valiant man and free,
The larger heart, the kindlier hand;
Ring out the darkness of the land,
Ring in the Christ that is to be.

Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

Alfred Tennyson — Η Δεσποσύνη του Σαλότ - The Lady of Shalott

Ο μύθος του βασιλιά Αρθούρου στους Προραφαηλίτες ζωγράφους
The Lady of Shalott William Maw Egley (1858) Sheffield City Art Galleries

Μέρος Ι

Στου ποταμού κάθε πλευρά
απλώνονται αγροί με σιτηρά,
που ντύνουνε τον κάμπο ως τον ορίζοντα
κι ο δρόμος μέσ’ απ’ τον αγρό τραβά
για το πολύπυργο το Καμελότ
κι ο κόσμος πάνω-κάτω τριγυρνά,
τα κρίνα που ανθίζουνε κοιτά
γύρω από μια νήσο, κάτω εκειδά,
τη νήσο του Σαλότ.

Ιτιές λευκαίνουν, λεύκες φρικιούν,
αύρες ανάλαφρες σκιάζουν και ριγούν
μέσ’ από τον αέναο τον ρουν
του ποταμού που τα νερά του αργοκυλούν
πλάι στο νησί κατά το Καμελότ.
Τέσσερις τοίχοι σκυθρωποί, τέσσερις πύργοι σκυθρωποί,
δεσπόζουν σε μια περιοχή λουλουδιαστή,
και το πνιγμένο στη σιωπή νησί
έχει αγκαλιά τη Δεσποσύνη του Σαλότ.

Στην ακροποταμιά, με πέπλο τις ιτιές,
σέρνουν τις φορτηγίδες που γλιστρούν βαριές
άλογα αργοκίνητα – κι οι φελούκες ταπεινές
με τις φτερούγες τις μεταξωτές
ξαφρίζουν το νερό, γοργοπετούν κατά το Καμελότ:
Μα ποιός την είδε χέρι να κινεί;
Ή στο παράθυρο στητή;
Ή μήπως είν’ γνωστή σ’ όλη την περιοχή,
η Δεσποσύνη του Σαλότ;

Μονάχα κάτι θεριστές οπού θερίζουνε σκυφτοί
μες στον αθέρα των σταχυών απ’ την αυγή,
ακούν ένα τραγούδι που χαρούμενα αντηχεί
από του ποταμού τη φιδωτή ροή
κατά το πυργωμένο Καμελότ:
Και με το φεγγαρόφωτο, αποκαμωμένος πια
να υψώνει θυμωνιές σε αιθέρια υψίπεδα,
ακούει ο θεριστής, και λέει ψιθυριστά:
«Είν’ η νεράιδα, η Δεσποσύνη του Σαλότ.»


Μέρος ΙΙ
Να την που υφαίνει νύχτα-μέρα με τον αργαλειό
με χαρωπά χρώματα δίχτυ μαγικό.
Μια μέρα ακούει μήνυμα ψιθυριστό,
κατάρα, λέει, την ακολουθεί αν μείνει εδώ
να βλέπει από ψηλά το Καμελότ.
Ποιά να ‘ναι η κατάρα, δε γνωρίζει,
κι έτσι το πλέξιμό της συνεχίζει.
Άλλο δεν έχει να φροντίζει
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Κι απ’ τον καθρέφτη που σ’ αυτήν μπροστά
κρέμεται όλη τη χρονιά, με μία δρασκελιά
του κόσμου βγαίνουν τα φαντάσματα.
Βλέπει εκεί μπροστά τη δημοσιά
που φιδοσέρνεται κατά το Καμελότ:
Εκεί, του ποταμού οι δίνες στροβιλίζονται.
Εκεί οι κακότροποι χωριάτες συνωστίζονται,
κι εκεί οι άλικες φούστες των πωλητριών λικνίζονται,
όπως περνούν μπροστά από το Σαλότ.

Καμιά φορά ένα σμάρι δεσποινάρια όλο ξενιασιά,
ένας ηγούμενος μ’ ανάλαφρη περπατησιά,
καμιά φορά ένα βοσκόπουλο μ’ ολόσγουρα μαλλιά,
ή μακρυμάλλης γόνος ευγενών με ρούχα βυσσινιά,
τραβούν κατά το πυργωμένο Καμελότ.
Και μερικές φορές μέσ’ από τον καθρέφτη τον γλαυκό
οι ιππότες φτάνουν έφιπποι δυο-δυο:
Δεν έχει εκείν’ ιππότη αφοσιωμένο, αληθινό,
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Μ’ ακόμη μες το δίχτυ της είναι σαγηνεμένη
τα καθρεφτίσματα τα μαγικά να υφαίνει,
γιατί συχνά στης νύχτας τη σιωπή συνέβη να διαβαίνει
μια νεκρική πομπή, με φώτα και λοφία στολισμένη
και να τραβά με μουσικές κατά το Καμελότ.
Ή πάλι, όταν το φεγγάρι ήταν ψηλά,
κι ήρθαν δυο νιοί και νιόπαντροι εραστές σιμά –
είπε «δεν τα μπορώ πια τα φαντάσματα»
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Μέρος ΙΙΙ

Απ’ τη μαρκίζα του μπουντουάρ της σα σαϊτα,
ήρθε καβάλα εκείνος μέσ’ απ’ τα δεμάτια,
ο ήλιος εκθαμβωτικός ανάμεσ’ απ’ τα φύλλα,
ήρθε και φλόγισε την μπρούτζινη περικνημίδα
του θαρραλέου Σερ Λανσελότ,
ιππότη με τον κόκκινο σταυρό γονατιστού
για πάντα μπρος σε μια Κυρά με την ασπίδα του,
που άστραφτε καταμεσής του κίτρινου αγρού
πλάι στ’ απόμακρο Σαλότ.

Αστράψανε τα στολισμένα χαλινάρια,
όπως εκείνα τα γιομάτα άστρα κλωνάρια
που βλέπουμε κρεμάμενα στο χρυσαφένιο Γαλαξία.
Σήμαναν στα ηνία κουδουνάκια όλο ευθυμία
έτσι που κατηφόριζε προς Καμελότ.
Κι απ’ τον οικόσημα γεμάτον τελαμώνα
κρεμόταν ασημένια σάλπιγγα που έβγαζε κορώνα.
Κάλπαζε κι ηχούσε η πανοπλία σαν καμπάνα,
πλάι στ’ απόμακρο Σαλότ.

Η μέρα καταγάλανη, διόλου συννεφιασμένη,
η σέλα έλαμπε πετράδια φορτωμένη,
η περικεφαλαία με το φτερό πυρακτωμένη
σαν φλόγα στα ουράνια υψωμένη,
έτσι που κατηφόριζε προς Καμελότ.
Όπως συχνά μες στην πορφύρα της νυκτός
κάτω από δέσμη αστεριών λαμπρός
μετεωρίτης με αγανό, αφήνοντας ουρά από φως,
κινείται πάνω απ’ το γαλήνιο Σαλότ.

Το πλατύ καθάριο μέτωπό του στη λιακάδα γυάλιζε –
πάνω σε οπλές στιλπνές το άτι του βημάτιζε,
κάτ’ απ’ το κράνος του ένας χείμαρρος ξεχείλιζε:
οι κατάμαυροι βόστρυχοί του όπως κάλπαζε,
όπως κάλπαζε κατά το Καμελότ.
Από την όχθη κι απ’ τον ποταμό
αντανακλούσε μες στο κρυσταλλένιο κάτοπτρο,
«Τραλά λαρά», πλάι στον ποταμό
τραγούδαγ’ ο Σερ Λάνσελοτ.

Παράτησε το δίχτυ, παρατά τον αργαλειό,
έκανε τρία βήματα μες στο δωμάτιο,
είδε το που άνθιζε το νούφαρο,
είδε την περικεφαλαία με το φτερό,
κοίταξε κάτωθι το Καμελότ.
Το δίχτυ ανέμισε διάπλατα στον αγέρα –
ράγισε ο καθρέφτης πέρα ως πέρα –
βγάζει κραυγή «Έπεσε πάνω μου η κατάρα»
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Μέρος ΙV

Του λεβάντε η μάνητα που σύριζε,
τα χλωμά κίτρινα δέντρα λύγιζε.
Το φαρδύ ρέμα στις όχθες του κλαυθμήριζε,
μολύβι ο ουρανός χείμαρρους άδειαζε
πάνω στο πυργωμένο Καμελότ.
Κατέβηκε, βρήκε μια βάρκα λικνιστή,
κάτω από μιαν ιτιά να ‘χει αφεθεί,
και στην πλώρη γύρω γράφει τούτη τη γραφή:
Η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Κάτω στου ποταμού τη σκοτεινή έκταση
σαν κάποιο θαρραλέο μάντη σ’ έκσταση,
που βλέπει τη δική του οικτρή κατάσταση –
παγερή, ανέκφραστη
κοίταξε το Κάμελοτ.
Και στης μέρας το τελείωμα
έλυσε το σχοινί, και ξάπλωσε κατάχαμα.
Την πήρε το μεγάλο ρέμα πέρα μακριά,
τη Δεσποσύνη του Σαλότ.

Κείτονταν, ντυμένη το λευκό χιονάτο φόρεμά της
που ανέμιζε ανάλαφρα δεξιά κι αριστερά της.
Πέφταν’ απαλά τα φύλλα πάνωθέ της.
Καταμεσής της τύρβης της νυχτιάτικης
έπλεε προς το Καμελότ.
Κι όπως έσχιζε η πλώρη τα νερά με ελιγμούς
ανάμεσα από λόφους με ιτιές κι αγρούς,
το τελευταίο να τραγουδά τραγούδι της ν’ ακούς,
τη Δεσποσύνη του Σαλότ.

Μια θρηνωδία άκουσε να άδεται σεπτά,
τη μια στεντόρεια, την άλλη σιγανά,
ωσότου πάγωσε το αίμα της σιγά-σιγά,
σκοτείνιασαν τα μάτια της τελειωτικά,
στραμμένα προς το Καμελότ.
Γιατί προτού τη φέρει η φουσκονεριά
σιμά στο πρώτο σπιτικό στην ακροποταμιά,
με το τραγούδι της στα χείλη ξεψυχά
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Κάτω απ’ τον πύργο και το μπαλκόνι,
ξυστά στον τοίχο που κήπους ζώνει,
μορφή που αχνολάμπει, εκείνη αργοκυλά,
με του θανάτου τη χλομάδα και κάστρα γύρω της ψηλά,
σιωπηλά κατά το Καμελότ.
Ήρθαν στην όχθη η αρχόντισσα κι ο κύριός της,
ο απλός χωριάτης κι ο ιππότης,
και στην πλώρη διάβασαν τ’ όνομα το δικό της,
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Ποιά είν’ αυτή; και τι συμβαίνει εδώ;
Κι ευθύς στο κοντινό παλάτι το κατάφωτο
χαλάει το γλέντι το βασιλικό –
και φοβισμένοι κάνουν το σταυρό,
οι ιππότες όλοι τους στο Καμελότ:
Μ’ ανοίγει λίγο δρόμο ο Λανσελότ,
και λέει, «ωραία θωριά –
ελεήμων ο Θεός της χάρισε ομορφιά,
της Δεσποσύνης του Σαλότ».

Πηγή: Alfred Tennyson (2003:37-49) 12 ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εκδόσεις Διώνη, Αθήνα – σε μετάφραση Παντελή Ανδρικόπουλου
Enjoying "The Lady of Shalott" by Alfred Tennyson


Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ ( The Lady of Shallot) του Τέννυσον στα έργα των Προραφαηλιτών ζωγράφων

Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ (The Lady of Shallot) είναι μία μπαλάντα της Βικτωριανής αγγλικής εποχής που συνέθεσε ο Άγγλος ποιητής Άλφρεντ Τέννυσον (1809-1892). Η ιστορία του ποιήματος, όπως και άλλα ποιήματα του Τέννυσον (π.χ. «ο Σερ Λάνσελοτ και η Βασίλισσα Γκουινέβερ», «Γκάλαχαντ» κ. ά.), βασίζεται στους αγγλικούς μεσαιωνικούς μύθους για το βασιλιά Αρθούρο που ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί στους Άγγλους ρομαντικούς καλλιτέχνες του 19ου αιώνα.
Ο Τέννυσον έγραψε δύο παραλλαγές της μπαλάντας Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ ( The Lady of Shallot), το 1833 και το 1842.

Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ βασίζεται κυρίως στο μύθο του ανεκπλήρωτου έρωτα της Ελέιν (Elaine), αρχόντισσας του Astolat, με τον ιππότη Λάνσελοτ. Φαίνεται ότι ο Τέννυσον εμπνεύστηκε από την ιστορία της Elaine of Astolat του κύκλου των μύθων του Αρθούρου για να γράψει τη μπαλάντα του Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ.
Ο Τέννυσον έγραψε και το αφηγηματικό ποίημα με τον τίτλο Λάνσελοτ και Ελέιν, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στην ποιητική του συλλογή τα "Ειδύλλια του Βασιλιά". Η ιστορία του ποιήματος έχει πολλά κοινά σημεία με την ιστορία της μπαλάντας του Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ

Η Αρχόντισσα του Σαλλότ ζει απομονωμένη στο κάστρο της που βρίσκεται σ' ένα νησί (το όνομα του νησιού είναι Σαλλότ) στο ποταμό που ρέει έως το Κάμελοτ. Οι αγρότες που κατοικούν στο νησί, τη γνωρίζουν ελάχιστα, γιατί είναι καταδικασμένη από μία μυστηριώδη κατάρα να ζει κλεισμένη στο δωμάτιό της και δεν μπορεί να συναναστραφεί ανθώπους. Έγκλειστη, λοιπόν, στον πύργο της στερείται από τη δυνατότητα να ζήσει την πραγματική ζωή και περνά τον καιρό της υφαίνοντας διάφορες σκηνές της καθημερινότητες και τις εικόνες όσων περνούν έξω από τον πύργο τους για να πάνε στο Κάμελοτ.
Οι εικόνες των ανθρώπων που περνούν έξω από τον πύργο της καθρεφτίζονται μέσα στο μαγικό της καθρέφτη. Έτσι, δυστυχισμένη στην απομόνωση της μοναξιάς της βλέπει μόνο τις "εικόνες-σκιες" της ζωής των άλλων. Ζει, επομένως, με τις σκιες ενός κόσμου, που δεν μπορεί να γνωρίσει πραγματικά και να αγγίξει.
Όταν κάποια στιγμή δει την εικόνα του ιππότη Λάνσελοτ, ο μαγικός της καθρέφτης σπάζει. Αυτή, τότε, προφανώς ερωτευμένη μαζί του, αποφασίζει να βγει από τον πύργο και να πλεύσει με μία βάρκα στο ποτάμι για να φθάσει στο Κάμελοτ, κυνηγώντας την εικόνα μιας σκιας....
Προτού όμως προλάβει να φθάσει στο παλάτι του Κάμελοτ για να συναντήσει τον Λάνσελοτ, πεθαίνει στη βάρκα της...
Το ποίημα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές στους Προραφαηλίτες ζωγράφους της Βικτωριανής περιόδου, οι οποίοι συμμερίζονταν το ενδιαφέρον και την αγάπη του Τέννυσον για τον αγγλικό μεσαίωνα και τους μύθους του Αρθούρου. Για αυτό, έχουμε αρκετές απεικονίσεις σκηνών που απεικονίζουν την αρχόντισσα του Σαλλότ αλλά και την αρχόντισσα Ελέιν, την ηρωίδα μεσαιωνικών μύθων της εποχής του Αρθούρου, από την ιστορία της οποίας εμπνεύστηκε ο Τέννυσον τη μπαλάντα Η αρχόντισσα του Σαλλότ.
Η Elaine και η Lady of Shallot, οι οποίες πολλές φορές ταυτίζονται, ήταν αγαπημένες γυναικείες «εικόνες» που προβάλλονταν από το μεσαίωνα στη Βικτωριανή Εποχή της Αγγλίας.
Ο αγαπημένος μου ζωγράφος John William Waterhouse απεικόνισε τρία επεισόδια από τη μπαλάντα του Τέννυσον Η αρχόντισσα του Σαλλότ.
Ο πιο γνωστός πίνακάς του παρουσιάζει τη Lady of Shallot καθισμένη στο υφαντό της με τις μαγικές εικόνες να πλέει (με τη βάρκα) στο ποτάμι για το Κάμελοτ, λίγο πριν το τραγικό της τέλος. Η αρχόντισσα δεν είναι πια η σκοτεινή "μάγισσα" του πύργου, αλλά μία αδύναμη κοπέλα που ντυμένη με λευκό φόρεμα φαίνεται έχει εγκαταλειφθεί στη μοίρα της. Τα τρία κεριά χωρίς φλόγα στη βάρκα προφανώς συμβολίζουν το τέλος της ζωής της...

J.W. Waterhouse, Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ
στη βάρκα. 1888. Tate Gallery. London.

Οι δύο παρακάτω πίνακες απεικονίζουν τη στιγμή που η Αρχόντισσα βλέπει την εικόνα του Λάνσελοτ να περνά έξω από τον πύργο της και να πηγαίνει προς το Κάμελοτ.... Ο καθρέφτης της σπάζει... και έτσι χάνει το μόνο τρόπο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο...τώρα πρέπει να βγει η ίδια από την απομόνωσή της και να σπάσει την κατάρα..

J. W. Waterhouse, H Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ
(κοιτάζοντας τον Λάνσελοτ). Σπουδή. 1894. Falmath Art Gallery. Cornwal (Κορνουάλη).
J. W. Waterhouse, H Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ
(κοιτάζοντας τον Λάνσελοτ). 1895. Leeds Art Gallery.

Οι δύο παραπάνω πίνακες αντιστοιχούν
στους παρακάτω στίχους της μπαλάντας.

She left the web, she left the loom,
She made three paces thro' the room,
She saw the water-lily bloom,
She saw the helmet and the plume,
She look'd down to Camelot.
Out flew the web and floated wide;
The mirror crack'd from side to side;
"The curse is come upon me," cried The Lady of Shalott.
excerpt - Tennyson, 1842

Η τρίτη σκηνή απεικονίζει την Αρχόντισσα του Σαλλότ
μπροστά στον αργαλειό της....
J. W. Waterhouse, H Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ.
1916. Art Gallery of Ontario.

Η σκηνή του πίνακα αντιστοιχεί στους παρακάτω στίχους της μπαλάντας.

There she weaves by night and day
A magic web with colours gay.
She has heard a whisper say,
A curse is on her if she stay
To look down to Camelot.
She knows not what the curse may be,
And so she weaveth steadily,
And little other care hath she,
The Lady of Shalott.

Φυσικά και άλλοι Προραφαηλίτες ζωγράφοι
απεικόνισαν την Αρχόντισσα του Σαλλότ.
W. Hunt, Η Αρχόντισσα του Σαλλότ. 1886-1906.
Wadsworth Atheneum. Hartford-Connecticut.

A. Hughes, Η Αρχόντισσα του Σαλλότ. 1872-73.
Iδιωτική Συλλογή.

John Atkinson Jagrimshaw, Ελέιν. 1874.
Ιδιωτική Συλλογή.

John Atkinson Jagrimshaw, Η αρχόντισσα του Σαλλότ. 1878.
Ιδιωτική Συλλογή.




Sophie Anderson, Ελέιν. 1870. Liverpool Museums.

Αγνώστου, Η Ελέιν στη βάρκα. Πριν το 1887.

Lancelot Speed, Η Ελέιν του Astolat. 1919.
Ιδιωτική Συλλογή.

Για τη μπαλάντα και την υπόθεσή της βλέπε:

  • www.sparknotes.com/poetry/tennyson/section2.rhtml
  • www.victorianweb.org/authors/tennyson/los1.html
  • charon.sfsu.edu/tennyson/poems/index.shtml (ποιήματα του Τέννυσον)
  • www.tate.org.uk/servlet/ViewWork?cgroupid=999999961&workid=15984&searchid=9755
  • www.johnwilliamwaterhouse.com/pictures/lady-shalott-1916
  • www.jwwaterhouse.com/view.cfm?recordid=27
  • fag.looksystems.net/Collection/1923.15
  • www.johnwilliamwaterhouse.com/pictures/lady-of-shalott-study-1894/
  • www.thewadsworth.org/nggallery/page-1574/page-3/
  • www.victorianweb.org/painting/hughes/paintings/7.html
  • www.liverpoolmuseums.org.uk/walker/collections/19c/anderson-elaine.aspx

Για τις πραγματικά πολυάριθμες απεικονίσεις της Αρχόντισσας του Σαλλότ ή της Ελέιν, βλέπε:
  • www.angelfire.com/me2/camelot/shalottArt6.html
  • www.victorianweb.org/authors/tennyson/loslist.html
  • www.victorianweb.org/painting/subjects/shalott1.html

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

Alfred Tennyson — Η Δεσποσύνη του Σαλότ (I) - ❝The Lady of Shalott❞

John ATkinson Grimshaw, The Lady of Shalott

Κάτω στου ποταμού τη σκοτεινή έκταση
σαν κάποιο θαρραλέο μάντη σ' έκσταση,
- που βλέπει τη δική του οικτρή κατάσταση-
παγερή, ανέκφραστη
κοίταξε το Καμελότ.
Και στης μέρας το τελείωμα
έλυσε το σχοινί, και ξάπλωσε κατάχαμα·
την πήρε το μεγάλο ρέμα πέρα μακριά,
τη Δεσποσύνη του Σαλότ.

Απόδοση: Παντελής Ανδρικόπουλος
Άλφρεντ Τέννυσον, 12 ποιήματα, Διώνη Ποίηση, 2003
The Lady of Shalott by John William Waterhouse c 1888

And down the river's dim expanse
Like some bold seer in a trance
Seeing all his own mischance
With a glassy countenance
Did she look to Camelot.
And at the closing of the day
She loosed the chain and down she lay
The broad stream bore her far away
Tha Lady of Shalott.

Enjoying The Lady of Shalott by Alfred Tennyson

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

Alfred Tennyson — Οδυσσέας - 'Ulysses'

Λίγο το κέρδος,
για έναν ράθυμο βασιλιά
Στην ήρεμη αυτή κόχη, μέσα στις άγονες
ξέρες, δίπλα σε γερασμένη γυναίκα.
Όλο να μοιράζω άνισους νόμους,
Σε μια άγρια ράτσα,
Που αποθηκεύει, τρώει και κοιμάται
Και καθόλου δε με νιώθει.
Δεν μπορώ να ησυχάσω από το ταξίδι:
Την ζωή θα πιω μέχρι τελευταίας σταγόνας:
Όλες τις φορές που περίσσεια απόλαυσα,
περίσσεια υπέφερα, τόσο με αυτούς που μ' αγαπάνε
όσο και μόνος, στα ακρογιάλια, και όταν οι άνεμοι
τάραζαν το μαύρο πέλαγος: Απέκτησα όνομα:
Γιατί πάντα περιπλανιέμαι με πεινασμένη καρδιά.
Πολλά έχω δει και μάθει, πόλεις ανθρώπων
και ήθη, κλίματα, συμβούλια, κυβερνήσεις,
Εγώ δεν ήμουν τελευταίος, αλλά τιμημένος από όλους
Και ήπια την ευχαρίστηση της μάχης
με τους συντρόφους μου, Μακριά ,

Στους κάμπους της ανεμοδαρμένης Τροίας.
Είμαι κομμάτι από όλα όσα έχω συναντήσει.
Ωστόσο η εμπειρία είναι μια αψίδα, μέσα από το άνοιγμά της
λάμπει ο αταξίδευτος κόσμος,
τα σύνορα του οποίου σβήνονται
για πάντα, μόλις πλησιάζω.
Πόσο βαρετό να διακόπτεις,
και να φτάνεις στο τέρμα!
Να σκουριάζεις αστίλβωτος, να μην λάμπεις από την χρήση!
Σαν να ήταν ζωή να αναπνέεις μόνο!
Η ζωές συσσωρεύονται,
Η μια πάνω στην άλλη, είμαστε όλοι τόσο μικροί,
και από μένα τον ένα λίγα μένουν:
Όμως κάθε ώρα που σώζεται από την αιώνια σιωπή,
Κάτι περισσότερο είναι, κομιστής νέων πραγμάτων.
Και αχρείο θα ήταν, αν για τρεις ήλιους
αποθηκεύσω και θησαυρίσω τον εαυτό μου,
αυτό το γκρίζο πνεύμα που λαχταρά
εινα ακολουθήσει την γνώση,
όπως ένα πεφταστέρι
πέρα από το τελευταίο όριο της ανθρώπινης σκέψης.


Αυτός είναι ο γιός μου, ο δικός μουΤηλέμαχος
Στο οποίο αφήνω το νησί και το σκήπτρο,
Πολυαγαπημένος από μένα,
επιφορτισμένος με το έργο αυτό,
Με σύνεση ξέρει τον λαό να ηρεμεί,
Και να του δείχνει το καλό και το χρήσιμο.
Άμεμπτος είναι, στο κέντρο της σφαίρας
των κοινών υποχρεώσεων, προορισμένος να μην αποτύχει
Όταν χρειάζεται, τρυφεράδα και την πρέπουσα λατρεία
Στους θεούς του σπιτιού θα απονείμει,
Όταν θα λείπω. Εκείνος στην δουλειά του κι εγώ στην δική μου.
Εκεί βρίσκεται το λιμάνι. Το καράβι σηκώνει πανιά
Εκεί σκοτεινιάζει η μαύρη ανοιχτή θάλασσα. Οι ναυτικοί μου,


Ψυχές δοκιμασμένες και πολύπαθες, μαζί μου έχουν σκεφτεί
Και εύθυμα καλωσόριζαν την αστραπή και την λιακάδα
Και αντιστάθηκαν με ελεύθερη καρδιά και ελεύθερο το μέτωπο
Μα εσείς κι εγώ έχουμε γεράσει.

..............
συνέχεια εδώ
Μετάφραση Σ. Ανδρουλάκης

*****************
Παραθέτουμε από τη Θεία Κωμωδία του Δάντη λίγους στίχους, όπου ο Οδυσσέας εμψυχώνει τους συντρόφους του να συνεχίσουν το ταξίδι, για να δούμε τη βασική πηγή της έμπνευσης του Τένισον:

— Αδέλφια μου, που από εκατό
κιντύνους, κράζω, φτάσατε στη δύση
στην τόσο πια μικρή που μένει αγρύπνια
του νου και του κορμιού, μην αρνηθείτε,
τον ήλιο ακολουθώντας, να γνωρίστε,
στα πέρατα, τη γης χωρίς ανθρώπους.
Το ευγενικό σας σπέρμα μην προδώστε·
σεις δεν πλαστήκατε σα ζα να ζείτε,
μα γνώση κι αρετή ν' ακολουθάτε!

(Κόλαση, Άσμα ΚΣΤ΄, στ. 112-120, μτφρ. Ν. Καζαντζάκη)


It little profits that an idle king,
By this still hearth, among these barren crags,
Match'd with an aged wife, I mete and dole
Unequal laws unto a savage race,
That hoard, and sleep, and feed, and know not me.
I cannot rest from travel: I will drink
Life to the lees: All times I have enjoy'd
Greatly, have suffer'd greatly, both with those
That loved me, and alone, on shore, and when
Thro' scudding drifts the rainy Hyades
Vext the dim sea: I am become a name;
For always roaming with a hungry heart
Much have I seen and known; cities of men
And manners, climates, councils, governments,
Myself not least, but honour'd of them all;
And drunk delight of battle with my peers,
Far on the ringing plains of windy Troy.
I am a part of all that I have met;
Yet all experience is an arch wherethro'
Gleams that untravell'd world whose margin fades
For ever and forever when I move.
How dull it is to pause, to make an end,
To rust unburnish'd, not to shine in use!
As tho' to breathe were life! Life piled on life
Were all too little, and of one to me
Little remains: but every hour is saved
From that eternal silence, something more,
A bringer of new things; and vile it were
For some three suns to store and hoard myself,
And this gray spirit yearning in desire
To follow knowledge like a sinking star,
Beyond the utmost bound of human thought.

This is my son, mine own Telemachus,
To whom I leave the sceptre and the isle,—
Well-loved of me, discerning to fulfil
This labour, by slow prudence to make mild
A rugged people, and thro' soft degrees
Subdue them to the useful and the good.
Most blameless is he, centred in the sphere
Of common duties, decent not to fail
In offices of tenderness, and pay
Meet adoration to my household gods,
When I am gone. He works his work, I mine.

There lies the port; the vessel puffs her sail:
There gloom the dark, broad seas. My mariners,
Souls that have toil'd, and wrought, and thought with me—
That ever with a frolic welcome took
The thunder and the sunshine, and opposed
Free hearts, free foreheads—you and I are old;
Old age hath yet his honour and his toil;
Death closes all: but something ere the end,
Some work of noble note, may yet be done,
Not unbecoming men that strove with Gods.
The lights begin to twinkle from the rocks:
The long day wanes: the slow moon climbs: the deep
Moans round with many voices. Come, my friends,
'T is not too late to seek a newer world.
Push off, and sitting well in order smite
The sounding furrows; for my purpose holds
To sail beyond the sunset, and the baths
Of all the western stars, until I die.
It may be that the gulfs will wash us down:
It may be we shall touch the Happy Isles,
And see the great Achilles, whom we knew.
Tho' much is taken, much abides; and tho'
We are not now that strength which in old days
Moved earth and heaven, that which we are, we are;
One equal temper of heroic hearts,
Made weak by time and fate, but strong in will
To strive, to seek, to find, and not to yield.

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Alfred Tennyson — Ergography | Εργογραφία


Lord Alfred Tennyson

BOOKS
  • Poems by Two Brothers, anonymous, by Tennyson and Frederick and Charles Tennyson (London: Simpkin & Marshall/Louth, U.K.: Jackson, 1827).
  • Timbuctoo: A Poem (in Blank Verse) Which Obtained the Chancellor's Gold Medal at the Cambridge Commencement (Cambridge: Smith, 1829).
  • Poems, Chiefly Lyrical (London: Effingham Wilson, 1830).
  • Poems (London: Moxon, 1832).
  • Ulysses (Οδυσσέας, 1833)
  • Break, break, break (1835)
  • Poems, 2 volumes (London: Moxon, 1842; Boston: Ticknor, 1842).
  • Tears, Idle Tears (Δάκρυα, μάταια δάκρυα, 1847)
  • The Princess: A Medley (London: Moxon, 1847; Boston: Ticknor, 1848).
  • In Memoriam A.H.H. (Εις μνήμην του Α.Χ.Χ., 1849)
  • In Memoriam, anonymous (London: Moxon, 1850; Boston: Ticknor, Reed & Fields, 1850).
  • Ode on the Death of the Duke of Wellington (London: Moxon, 1852).
  • The Charge of the Light Brigade (Η επέλαση της Ελαφράς Ταξιαρχίας, 1854)
  • Maud, and Other Poems (London: Moxon, 1855; Boston: Ticknor & Fields, 1855).
  • Idylls of the King (London: Moxon, 1859; Boston: Ticknor & Fields, 1859).
  • Idylls of the King (Ειδύλλια των βασιλέων, 1859-1885)
  • Tithonus (Τιθωνός, 1859)
  • Enoch Arden (1862-64)
  • Enoch Arden, etc. (London: Moxon, 1864; Boston: Ticknor & Fields, 1865).
  • The Holy Grail and Other Poems (London: Moxon, 1869; Boston: Fields, Osgood, 1870).
  • Gareth and Lynette Etc. (London: Strahan, 1872; Boston: Osgood, 1872).
  • Queen Mary: A Drama (London: King, 1875; Boston: Osgood, 1875).
  • Harold: A Drama (London: King, 1876; Boston: Osgood, 1877).
  • Ballads and Other Poems (London: Kegan Paul, 1880; Boston: Osgood, 1880).
  • Becket (London: Macmillan, 1884; New York: Dodd, Mead, 1894).
  • The Cup and The Falcon (London: Macmillan, 1884; New York: Macmillan, 1884).
  • Tiresias and Other Poems (London: Macmillan, 1885).
  • Locksley Hall Sixty Years After, Etc. (London & New York: Macmillan, 1886).
  • Demeter and Other Poems (London & New York: Macmillan, 1889).
  • Crossing the Bar (Περνώντας τον ύφαλο, 1889)
  • The Foresters, Robin Hood and Maid Marian (New York & London: Macmillan, 1892).
  • The Death of Oenone, Akbar's Dream, and Other Poems (London: Macmillan, 1892; New York: Macmillan, 1892).
  • The Poems of Tennyson, edited by Christopher Ricks (London: Longmans, Green, 1969).
LETTERS
  • The Letters of Alfred Lord Tennyson: 1821-1850, volume 1, edited by Cecil Y. Lang and Edgar F. Shannon, Jr. (Cambridge: Harvard University Press/Oxford: Oxford University Press, 1981).