Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΟΛΩΜΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΟΛΩΜΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2020

Διονύσιος Σολωμός — Το όνειρο

Στίχοι: Διονύσιος Σολωμός
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνευτής: Δημήτρης Ψαριανός

Άκου έν’ όνειρο ψυχή μου
και της ομορφιάς θεά.
Μου εφαινότουν οπώς ήμουν
μετ’ εσένα μία νυχτιά.
Joseph Lorusso - “Lovers In The Garden
Σ’ ένα ωραίο περιβολάκι
περπατούσαμε μαζί.
Όλα ελάμπανε τ’ αστέρια
και τα κοίταζες εσύ.

Εγώ στόλεα: Πέστε, αστέρια,
είν’ κανέν’ από τ’ εσάς,
που να λάμπει από `κει απάνου
σαν τα μάτια της κυράς;

Πέστε αν είδετε ποτέ σας
σ’ άλλη τέτοια ωραία μαλλιά,
τέτοιο χέρι, τέτοιο πόδι,
τέτοια αγγελική θωριά;

Εσύ έκαμες ετότες
γέλιο τόσο αγγελικό,
που μου φάνηκε πως είδα
ανοιχτό τον ουρανό.

Και παράμερα σ’ επήρα
εισέ μια τριανταφυλλιά
κι έπεσά σου αγάλι αγάλι
στην ολόλευκη αγκαλιά.

Κάθε φίλημα ψυχή μου
όπου μόδινες γλυκά,
εξεφύτρωνε άλλο ρόδο
απ’ την τριανταφυλλιά.

Όλη νύχτα εξεφυτρώσαν,
ως απούλαμψεν η αυγή,
που μας ηύρε και τους δυο μας
με την όψη μας χλομή.

Τούτο είν’ τ’ όνειρο ψυχή μου.
Τώρα στέκεται εις εσέ,
να το κάμεις ν’ αληθέψει
και να θυμηθείς για με.

Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017

Διονύσιος Σολωμός — Η Ξανθούλα. Εφούσκωνε τ' αέρι λευκότατα πανιά ωσάν το περιστέρι που απλώνει τα φτερά

Την είδα την Ξανθούλα,
την είδα ψες αργά
που εμπήκε στη βαρκούλα
να πάη στην ξενιτιά.


Εφούσκωνε τ' αέρι
λευκότατα πανιά
ωσάν το περιστέρι
που απλώνει τα φτερά

Εστέκονταν οι φίλοι
με λύπη με χαρά
και αυτή με το μαντίλι
τους αποχαιρετά.

Και το χαιρετισμό της
εστάθηκα να ιδώ,
ως που η πολλή μακρότης
μου το 'κρυψε κι αυτό

Σ' ολίγο, σ' ολιγάκι
δεν ήξερα να πω
αν έβλεπα πανάκι
ή του πελάγου αφρό·

και αφού πανί, μαντίλι
εχάθη στο νερό
εδάκρυσαν οι φίλοι,
εδάκρυσα κ' εγώ.


Δεν κλαίγω για τη βαρκούλα,
δεν κλαίγω τα πανιά,
μόν’ κλαίγω για την Ξανθούλα
που πάει στην ξενιτιά.

Δεν κλαίγω τη βαρκούλα
με τα λευκά πανιά,
μόν' κλαίω την Ξανθούλα
με τα ξανθά μαλλιά.

H «Ξανθούλα» ανήκει στα νεανικά ποιήματα του Σολωμού, τα οποία γράφτηκαν στο διάστημα 1818-1823.
Ο ποιητής ήταν τότε σε νεαρή ηλικία και δοκιμαζόταν στους ρυθμούς και στη χρήση της γλώσσας, αφού η κύριά του γλώσσα ήταν η ιταλική.
Η «Ξανθούλα»
είναι ποίημα με λυρικό περιεχόμενο. Θέμα του είναι η περιγραφή των συναισθημάτων που δημιουργούνται από την αναχώρηση ενός αγαπημένου προσώπου, της Ξανθούλας, για την ξενιτιά.

Ο ποιητής αφηγείται την αναχώρηση της Ξανθούλας για την ξενιτιά, που πραγματοποιήθηκε αργά το προηγούμενο βράδυ.

Η Ξανθούλα επιβιβάστηκε σ’ ένα καράβι με κάτασπρα πανιά και αποχαιρετούσε τους φίλους της μ’ ένα μαντίλι που κρατούσε στο χέρι. Σε λίγο το μαντίλι, τα πανιά και η μορφή της Ξανθούλας χάθηκαν, καθώς η βάρκα απομακρυνόταν ολοένα και πιο πολύ από το λιμάνι. Τότε όλοι οι φίλοι της, και μαζί μ’ αυτούς κι ο ποιητής, δάκρυσαν.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Διονύσιος Σολωμός - Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (Μαρκόπουλος-Ξυλούρης)

Σχεδίασμα A΄

1.
Τότες ἐταραχτήκανε τὰ σωθικά μου καὶ ἔλεγα πὼς ἦρθε ὥρα νὰ ξεψυχήσω· κι’ εὑρέθηκα σὲ σκοτεινὸ τόπο καὶ βροντερό, ποὺ ἐσκιρτοῦσε σὰν κλωνὶ στάρι στὸ μύλο ποὺ ἀλέθει ὀγλήγορα, ὡσὰν τὸ χόχλο στὸ νερὸ ποὺ ἀναβράζει· ἐτότες ἐκατάλαβα πὼς ἐκεῖνο ἤτανε τὸ Μεσολόγγι· ἀλλὰ δὲν ἔβλεπα μήτε τὸ κάστρο, μήτε τὸ στρατόπεδο, μήτε τὴ λίμνη, μήτε τὴ θάλασσα, μήτε τὴ γῆ ποὺ ἐπάτουνα, μήτε τὸν οὐρανό· ἐκατασκέπαζε ὅλα τὰ πάντα μαυρίλα καὶ πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντὴ καὶ ἀστροπελέκι· καὶ ὕψωσα τὰ χέρια μου καὶ τὰ μάτια μου νὰ κάμω δέηση, καὶ ἰδοὺ μὲς στὴν καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα μὲ φόρεμα μαῦρο σὰν τοῦ λαγοῦ τὸ αἷμα, ὅπου ἡ σπίθα ἔγγιζε κι’ ἐσβενότουνε· καὶ μὲ φωνὴ ποὺ μοῦ ἐφαίνονταν πὼς νικάει τὴν ταραχὴ τοῦ πολέμου ἄρχισε:

«Τὸ χάραμα ἐπῆρα
Τοῦ Ἥλιου τὸ δρόμο,
Κρεμώντας τὴ λύρα
Τὴ δίκαιη στὸν ὦμο,―
Κι’ ἀπ’ ὅπου χαράζει
Ὡς ὅπου βυθᾶ,

Τὰ μάτια μου δὲν εἶδαν τόπον ἐνδοξότερον ἀπὸ τοῦτο τὸ ἁλωνάκι.»

2.
Παράμερα στέκει
Ὁ ἄντρας καὶ κλαίει·
Ἀργὰ τὸ τουφέκι
Σηκώνει καὶ λέει:
«Σὲ τοῦτο τὸ χέρι
Τί κάνεις ἐσύ;
Ὁ ἐχθρός μου τὸ ξέρει
Πὼς μοῦ εἶσαι βαρύ.»

Τῆς μάνας ὢ λαύρα!
Τὰ τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα καὶ μαῦρα
Σὰν ἴσκιους ὀνείρου·
Λαλεῖ τὸ πουλάκι
Στοῦ πόνου τὴ γῆ
Καὶ βρίσκει σπυράκι
Καὶ μάνα φθονεῖ.


3.
Γρικοῦν νὰ ταράζη
Τοῦ ἐχθροῦ τὸν ἀέρα
Μίαν ἄλλη, ποὺ μοιάζει
T’ ἀντίλαλου πέρα·
Καὶ ξάφνου πετιέται
Μὲ τρόμου λαλιά·
Πολληώρα γρικιέται,
Κι’ ὁ κόσμος βροντᾶ.


4.
Ἀμέριμνον ὄντας
T’ Ἀράπη τὸ στόμα
Σφυρίζει, περνώντας
Στοῦ Μάρκου τὸ χῶμα·
Διαβαίνει, κι’ ἀγάλι
Ξαπλώνετ’ ἐκεῖ
Ποῦ ἐβγῆκ’ ἡ μεγάλη
Τοῦ Μπάιρον ψυχή.

 
5.
Προβαίνει καὶ κράζει
Τὰ ἔθνη σκιασμένα.


6.
Καὶ ὢ πείνα καὶ φρίκη!
Δὲ σκούζει σκυλί!


7.
Καὶ ἡ μέρα προβαίνει,
Τὰ νέφια συντρίβει·
Νά, ἡ νύχτα ποὺ βγαίνει
Κι’ ἀστέρι δὲν κρύβει.

Σχεδίασμα B΄
 
1.
Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπὴ στὸν κάμπο βασιλεύει·
Λαλεῖ πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ ἡ μάνα τὸ ζηλεύει.
Τὰ μάτια ἡ πείνα ἐμαύρισε· στὰ μάτια ἡ μάνα μνέει·
Στέκει ὁ Σουλιώτης ὁ καλὸς παράμερα καὶ κλαίει:
«Ἔρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ ἔχω γῶ στὸ χέρι;
Ὁπού σὺ μούγινες βαρὺ κι’ ὁ Ἀγαρηνὸς τὸ ξέρει.»
 
2.
Τὸ Μεσολόγγι ἔπεσε τὴν ἄνοιξη· ὁ ποιητὴς παρασταίνει τὴν Φύση, εἰς τὴ στιγμὴ ποὺ εἶναι ὡραιότερη, ὡς μία δύναμη, ἡ ὁποία, μὲ ὅλα τ’ ἄλλα καὶ ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ ἐνάντια, προσπαθεῖ νὰ δειλιάση τοὺς πολιορκημένους· ἰδοὺ οἱ Στοχασμοὶ τοῦ ποιητῆ:
 
H ζωὴ ποὺ ἀνασταίνεται μὲ ὅλες της τὲς χαρές, ἀναβρύζοντας ὁλοῦθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εἰς ὅλα τὰ ὄντα· ἡ ζωὴ ἀκέραιη, ἀπ’ ὅλα της φύσης τὰ μέρη, θέλει νὰ καταβάλη τὴν ἀνθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γῆ, οὐρανός, συγχωνευμένα, ἐπιφάνεια καὶ βάθος συγχωνευμένα, τὰ ὁποῖα πάλι πολιορκοῦν τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ἐπιφάνεια καὶ εἰς τὸ βάθος της.
H ὡραιότης τῆς φύσης, ποὺ τοὺς περιτριγυρίζει, αὐξαίνει εἰς τοὺς ἐχθροὺς τὴν ἀνυπομονησία νὰ πάρουν τὴ χαριτωμένη γῆ, καὶ εἰς τοὺς πολιορκημένους τὸν πόνο ὅτι θὰ τὴ χάσουν.
 O Ἀπρίλης μὲ τὸν Ἔρωτα χορεύουν καὶ γελοῦνε,
Κι’ ὂσ’ ἄνθια βγαίνουν καὶ καρποὶ τόσ’ ἅρματα σὲ κλειοῦνε.
Λευκὸ βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Καὶ μὲς στὴ θάλασσα βαθιὰ ξαναπετιέται πάλι,
Κι’ ὁλόλευκο ἐσύσμιξε μὲ τ’ οὐρανοῦ τὰ κάλλη.
Καὶ μὲς στῆς λίμνης τὰ νερά, ὂπ’ ἔφθασε μ’ ἀσπούδα,
Ἔπαιξε μὲ τὸν ἴσκιο τῆς γαλάζια πεταλούδα,
Ποῦ εὐωδίασε τὸν ὕπνο τῆς μέσα στὸν ἄγριο κρίνο·
Τὸ σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ὥρα γλυκιὰ κι’ ἐκεῖνο.
Μάγεμα ἡ φύσις κι’ ὄνειρο στὴν ὀμορφιὰ καὶ χάρη,
H μαύρη πέτρα ὁλόχρυση καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι·
Μὲ χίλιες βρύσες χύνεται, μὲ χίλιες γλῶσσες κραίνει·
Ὅποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορὲς πεθαίνει.


3.
Ἐνῶ ἀκούεται τὸ μαγευτικὸ τραγούδι τῆς ἄνοιξης, ὁπού κινδυνεύει νὰ ξυπνήση εἰς τοὺς πολιορκημένους τὴν ἀγάπη τῆς ζωῆς τόσον, ὥστε νὰ ὀλιγοστέψη ἡ ἀντρεία τους, ἕνας τῶν Ἑλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τοὺς ἄλλους εἰς συμβούλιο, καὶ ἡ σβημένη κλαγγή, ὁπού βγαίνει μέσ’ ἀπὸ τὸ ἀδυνατισμένο στῆθος του, φθάνοντας εἰς τὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο παρακινεῖ ἕναν Ἀράπη νὰ κάμη ὅ,τι περιγράφουν οἱ στίχοι 4-12.

«Σάλπιγγα, κόψ’ τοῦ τραγουδιοῦ τὰ μάγια μὲ βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιοῦ, μὴ κόψουν τὴν ἀντρεία.»
..........
η συνέχεια εδώ
------------------

Σχεδίασμα Γ΄
 
1.
Μητέρα, μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὴ δόξα,
Κι’ ἂν στὸ κρυφὸ μυστήριο ζοῦν πάντα τὰ παιδιά σου
Μὲ λογισμὸ καὶ μ’ ὄνειρο, τί χάρ’ ἔχουν τὰ μάτια,
Τὰ μάτια τοῦτα, νὰ σ’ ἰδοῦν μὲς στὸ πανέρμο δάσος,
Ποὺ ξάφνου σοῦ τριγύρισε τ’ ἀθάνατα ποδάρια
(Κοίτα) μὲ φύλλα τῆς Λαμπρῆς, μὲ φύλλα τοῦ Βαϊῶνε!
Τὸ θεϊκό σου πάτημα δὲν ἄκουσα, δὲν εἶδα,
Ἀτάραχη σὰν οὐρανὸς μ’ ὅλα τὰ κάλλη πόχει,
Ποὺ μέρη τόσα φαίνονται καὶ μέρη ’ναι κρυμμένα·
Ἀλλά, Θεά, δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀκούσω τὴ φωνή σου,
Κι’ εὐθὺς ἐγὼ τ’ Ἑλληνικοῦ κόσμου νὰ τὴ χαρίσω;
Δόξα ’χ’ ἡ μαύρη πέτρα του καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.
 
(Ἡ Θεὰ ἀπαντάει εἰς τὸν ποιητὴ καὶ τὸν προστάζει νὰ ψάλη τὴν πολιορκία τοῦ Μεσολογγιοῦ).

2.
Ἔργα καὶ λόγια, στοχασμοὶ ― στέκομαι καὶ κοιτάζω ―
Λούλουδα μύρια, πούλουδα, ποὺ κρύβουν τὸ χορτάρι,
Κι’ ἄσπρα, γαλάζια, κόκκινα καλοῦν χρυσὸ μελίσσι.
Ἐκεῖθε μὲ τοὺς ἀδελφούς, ἐδῶθε μὲ τὸ χάρο.―
Μὲς στὰ χαράματα συχνά, καὶ μὲς στὰ μεσημέρια,
Καὶ σὰ θολώσουν τὰ νερά, καὶ τ’ ἄστρα σὰ πληθύνουν,
Ξάφνου σκιρτοῦν οἱ ἀκρογιαλιές, τὰ πέλαγα κι’ οἱ βράχοι.
 
«Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, βόλι Τουρκιᾶς, τόπ’ Ἄγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμᾶ, βαρεῖ τὸ καλυβάκι·
Κι’ ἀλιά! σὲ λίγο ξέσκεπα τὰ λίγα στήθια μένουν·
Ἀθάνατη ’σαι, ποὺ ποτέ, βροντή, δὲν ἡσυχάζεις;».

Στὴν πλώρη, ποὺ σκιρτᾶ, γυρτός, τοῦτα ’π’ ὁ ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τὰ νησιά, παρακαλοῦν καὶ κλαῖνε,
Καὶ μὲ λιβάνια δέχεται καὶ φῶτα τὸν καημό τους
Ὁ σταυροθόλωτος ναὸς καὶ τὸ φτωχὸ ξωκλήσι.
Τὸ μίσος ὅμως ἔβγαλε καὶ κεῖνο τὴ φωνή του:
«Ψαρού, τ’ ἀγκίστρι π’ ἄφησες, ἀλλοῦ νὰ ρίξης ἄμε.»

.............
η συνέχεια εδώ