Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2017

Οδυσσέας Ελύτης — «Άξιον Εστί» Ψαλμός Δ΄. «Τις ήμερες μου άθροισα και δε σε βρήκα και τα όπλα ζώστηκα και μόνος βγήκα στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!»

The Blue Rider - 1903
Τις ήμερες μου άθροισα και δε σε βρήκα
πουθενά, ποτέ, να μου κρατείς το χέρι
στη βοή των γκρεμών και των άστρων τον κυκεώνα μου!
Πήραν άλλοι τη Γνώση και άλλοι την Ισχύ
το σκοτάδι με κόπο χαράζοντας
και μικρές προσωπίδες, τη χαρά και τη θλίψη,
στη φθαρμένη την όψη αρμόζοντας.
Μόνος, όχι εγώ, προσωπίδες δεν άρμοσα,
τη χαρά και τη θλίψη μου πίσω έριξα,
γενναιόδωρα πίσω μου έριξα,
την Ισχύ και τη Γνώση.
Τις ήμερες μου άθροισα κι έμεινα μόνος.
Είπαν οι άλλοι: γιατί; κι αυτός να κατοικίσει
το σπίτι με τις γλάστρες και τη λευκή μνηστή.
Άλογα τα πυρρά και τα μαύρα μου άναψαν
γινάτι γι' άλλες, πιο λευκές Ελένες!
Γι' άλλη, πιο μυστικήν αντρειά λαχτάρησα
κι από κει που με μπόδισαν, ο αόρατος, κάλπασα
στους αγρούς τις βροχές να γυρίσω
και το αίμα πίσω να πάρω των νεκρών μου των άθαφτων!
Είπαν οι άλλοι: γιατί; κι εκείνος να γνωρίσει
κι εκείνος τη ζωή μέσα στα μάτια του άλλου.
Αλλού μάτια δεν είδα, δεν αντίκρισα
πάρα δάκρυα μέσα στο Κενό που αγκάλιαζα
πάρα μπόρες μέσα στη γαλήνη που άντεχα.
Τις ήμερες μου άθροισα και δε σε βρήκα
και τα όπλα ζώστηκα και μόνος βγήκα
στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!
🌟🌟🌟
Ο ποιητής προχωρά σ’ έναν απολογισμό των χρόνων που πέρασαν και συνειδητοποιεί πως παρά την ανάγκη και την επιθυμία του, δεν είχε ποτέ τη στήριξη Εκείνου∙ δεν είχε ποτέ την καθοδήγηση και την προστασία Του στο χάος και στις κρίσιμες στιγμές της πορείας του.
Η ταυτότητα, ωστόσο, του «εσύ» που γίνεται αποδέκτης των παραπόνων του ποιητικού υποκειμένου, μπορεί να αναζητηθεί και στο πρόσωπο του πάντοτε αναγκαίου συνοδοιπόρου είτε αυτός είναι ένας φίλος είτε μια σύντροφος.
Ο Ελύτης παρουσιάζει εδώ στοιχεία του βίου και της προσωπικότητάς του που ενίσχυσαν και εδραίωσαν την αφοσίωσή του στην ποιητική του αποστολή. Η απροθυμία του να εγκλωβιστεί στους περιορισμούς που θέτει η έγγαμη διαβίωση κι η απέχθειά του για την υποκρισία και την ανηθικότητα που συνιστούν προαπαιτούμενα για τον υλικό πλουτισμό και την κοινωνική καταξίωση, φανερώνουν την αδιαπραγμάτευτη πίστη του στην πνευματική και ηθική ανεξαρτησία του ατόμου. Ο ποιητής επιλέγει να ζήσει μακριά από τους συνήθεις συμβιβασμούς και τη διάβρωση των ηθικών αξιών, ορίζοντας για τον εαυτό του έναν εξαιρετικά δύσκολο αγώνα προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.

«Τις ημέρες μου άθροισα και δε σε βρήκα
πουθενά, ποτέ, να μου κρατείς το χέρι
στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!»


Η αναφορά στην απουσία του άλλου ανθρώπου, που θα είχε τη δυνατότητα να σταθεί ως στήριγμα και ως καθοδηγητής στο πλευρό του ποιητή, τονίζει την επώδυνη ερημία του, η οποία αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό το κίνητρο για την ισχυροποίηση των στοιχείων εκείνων που συνέθεσαν το μοναδικό της προσωπικότητάς του. Ο ποιητής εξαναγκάζεται να κινηθεί μόνος, μα ο εξαναγκασμός αυτός του παρέχει τη δύναμη να σταθεί πέρα από συναισθηματικές εξαρτήσεις, οποιασδήποτε μορφής, που θα τον καθιστούσαν πιθανώς πιο ευάλωτο στα κελεύσματα της κοινωνίας -των άλλων ανθρώπων-, για έναν συμβιβασμό στην κανονικότητα, και κατ’ επέκταση στη μέτρια και χωρίς κορυφώσεις ύπαρξη.
Η ανασκόπηση των ημερών που πέρασαν φανερώνει πως ο άλλος άνθρωπος δεν ήταν ποτέ εκεί, για να συμπαρασταθεί στο ποιητικό υποκείμενο∙ δεν ήταν ποτέ εκεί, για να τον συγκρατήσει, όταν πλησίαζε επικίνδυνα στην άκρη του γκρεμού, με τον ίλιγγο της συναισθηματικής κατάρρευσης να ηχεί στ’ αυτιά του. Δεν ήταν ποτέ εκεί στο συναισθηματικό στροβίλισμα, στην εσωτερική του δίνη, καθώς η μια νύχτα διαδεχόταν την άλλη, κι η ψυχή του δοκιμαζόταν ολοένα και περισσότερο.
Ο άλλος άνθρωπος, που με την παρουσία του θα προσέφερε στήριξη, θα παρείχε δύναμη, και θα αποτελούσε το έναυσμα για ένα ύστατο πλεόνασμα απαντοχής, δεν ήταν εκεί, τη στιγμή που ήταν αναγκαίος. Ο άλλος άνθρωπος, που δεν θα ζητούσε εξηγήσεις, μα θα ένιωθε την κάμψη της αντοχής και του κουράγιου, και θα έδινε απλόχερα απ’ τα δικά του αποθέματα, δεν βρέθηκε «ποτέ, και πουθενά».

«Πήραν άλλοι τη Γνώση και άλλοι την Ισχύ
το σκοτάδι με κόπο χαράζοντας
και μικρές προσωπίδες, τη χαρά και τη θλίψη,
στη φθαρμένη την όψη αρμόζοντας.»


Το ποιητικό υποκείμενο γνώρισε, όχι μόνο τη μοναξιά -την απουσία του άλλου ανθρώπου-, μα είδε γύρω του τους άλλους να προοδεύουν, επιδιώκοντας και κατακτώντας με κόπο τη Γνώση αλλά και την Ισχύ.
Μια πρόοδος, ωστόσο, συμβατική, καθώς η γνώση κι η δύναμη που κερδήθηκε από τους άλλους, απαίτησε και το ανάλογο τίμημα. Αναγκάστηκαν να συμβιβαστούν με την υποκρισία της κοινωνίας, προσαρμόζοντας στο πρόσωπό τους τις προσωπίδες εκείνες της ψεύτικης χαράς και της δίχως περιεχόμενο συμπόνιας για τους συνανθρώπους τους.
Προσάρμοσαν στα φθαρμένα τους πρόσωπα και στις αλλοτριωμένες ψυχές τους προσωπίδες, για να καλύψουν και να αποκρύψουν πόσο ακριβά πλήρωσαν την κοινωνική παρουσία και αναγνώριση.
Άνθρωποι της καταξίωσης, οι οποίοι δε δίστασαν να θυσιάσουν τα αληθινά και τα ανθρώπινα της υπόστασής τους, μόνο και μόνο για να γίνουν αποδέκτες ενός πλούτου υλικού, που δεν θα μπορούσε όμως ποτέ να υποκαταστήσει την απώλεια της προσωπικής ακεραιότητας, της ειλικρινούς προς τους άλλους και προς τον εαυτό τους παρουσίας, της ζωής μακριά από συμβιβασμούς και υποκρισίες.

«Μόνος, όχι εγώ, προσωπίδες δεν άρμοσα,
τη χαρά και τη θλίψη πίσω μου έριξα,
γενναιόδωρα πίσω μου έριξα
την Ισχύ και τη Γνώση.»


Ο ποιητής, βέβαια, αντιστάθηκε στο δέλεαρ του υλικού πλούτου και της κοινωνικής δύναμης, αρνούμενος να ζήσει φορώντας προσωπίδες∙ αρνούμενος να ζήσει μέσα στην υποκρισία και τους συμβιβασμούς.
Με γενναιοδωρία, που πήγασε απ’ τον αυτοσεβασμό και τη βαθιά εκτίμηση για την ανεξαρτησία του, αποποιήθηκε...
...........
η συνέχεια εδώ

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης «Το άξιον εστί» [Ψαλμός ΙΕ΄] - Ανάλυση / «Λόφους με κάστρα και πελάγη με καρποφόρα στεριώνω στον άνεμo κι η καμπάνα τα πίνει, αργά, του δειλινού, που συ τη θέλησες!»

ΘΕΕ ΜΟΥ συ με θέλησες και να, στο ανταποδίδω
Τη συγγνώμη δεν έδωσα,
την ικεσία δεν έστερξα,
την ερημιά την άντεξα σαν το χαλίκι.
Τι, τι, τι άλλο μου μέλλεται;
Beyond, © Kathryn Beals

Τα κοπάδια των άστρων οδηγώ στην αγκάλη σου
κι η Αυγή, πριν προλάβω,
στα δίχτυα της τα ‘χει μακριά παρασύρει,
που συ τη θέλησες!
Λόφους με κάστρα και πελάγη με καρποφόρα
στεριώνω στον άνεμο
κι η καμπάνα τα πίνει, αργά, του δειλινού,
που συ τη θέλησες!
Υψώνω χόρτα σα να φωνάζω μ’ όλα τα φρένα μου
και να τα που πάλι καταπέφτουν
από το κάμα του Ιουλίου,
που συ το θέλησες!
Τι λοιπόν, τι άλλο, τι νέο μου μέλλεται;
Ιδού που εσύ μιλείς κι εγώ αληθεύω.
Σφεντονάω την πέτρα και βρίσκει επάνω μου.
Ορυχεία βαθαίνω και τους ουρανούς εργάζομαι.
Τα πουλιά κυνηγώ και στο βάρος τους χάνομαι.
Θεέ μου συ με θέλησες και να, στο ανταποδίδω.
Τα στοιχεία που είσαι,
ημέρες και νύχτες,
ήλιοι κι αστέρες, θύελλες και γαλήνη,
ανατρέπω στην τάξη κι εναντίον τα βάζω
του δικού μου θανάτου
που συ τον θέλησες!

Ανάλυση
Στον 15ο Ψαλμό ο Οδυσσέας Ελύτης καταγράφει σε α΄ πρόσωπο τη δοκιμασία που βιώνει ο ίδιος ως ποιητής και ως άνθρωπος, καθώς στην προσπάθειά του να δημιουργήσει το έργο του έρχεται διαρκώς αντιμέτωπος με την επίγνωση της προσωρινότητας που διακρίνει καθετί το ανθρώπινο.
Πασχίζει με όλες τους τις δυνάμεις να αντιπαλέψει τις πλείστες δυσκολίες του ανθρώπινου βίου, μόνο και μόνο για να δει το μόχθο του να εξανεμίζεται απέναντι σ’ ένα νέο εμπόδιο∙ απέναντι σε μια νέα πραγματικότητα. Το πεπερασμένο της ανθρώπινης φύσης και υπόστασης καθιστά επί της ουσίας ανίσχυρο τον ποιητή -μα και κάθε άνθρωπο-, απέναντι στις υπέρτερες δυνάμεις του χρόνου και του θανάτου.
Το ποίημα λαμβάνει τη μορφή ενός παραπόνου που διατυπώνεται από τον ποιητή προς τον Θεό, προς τον δημιουργό της φύσης και του κόσμου, ο οποίος εν γνώσει του υποβάλλει τους ανθρώπους σε μια συνεχή διαδικασία δοκιμασίας.
Η αίσθηση ματαιότητας που διατρέχει τη σκέψη του ποιητή προκύπτει ακριβώς λόγω των πλείστων δυσκολιών που ο ίδιος ο Θεός θέτει καθημερινά στο δρόμο των ανθρώπων, κι υπ’ αυτή την έννοια τα λόγια του ποιητή, αν και δοσμένα σε α΄ πρόσωπο, εκφράζουν την πολλαπλώς απαιτητική πορεία κάθε ανθρώπου που επιθυμεί να αγωνιστεί και να παραμείνει δημιουργικός, έστω κι αν έχει πλήρη επίγνωση του επερχόμενου τέλους του.

ΘΕΕ ΜΟΥ συ με θέλησες και να, στο ανταποδίδω
Τη συγγνώμη δεν έδωσα,
την ικεσία δεν έστερξα,
την ερημιά την άντεξα σαν το χαλίκι.
Τι, τι, τι άλλο μου μέλλεται;

Ο ποιητής, όπως και κάθε άνθρωπος, υπάρχει διότι αυτή ήταν η θέληση του Θεού.
Δημιουργήματα όλοι μιας ανώτερης βούλησης που ελέγχει κάθε πτυχή του βίου, χωρίς να επιτρέπει, ωστόσο, στους ανθρώπους να γνωρίζουν το τι επέρχεται. Η ζωή είναι ένα θείο δώρο, μα δεν παύει να είναι γεμάτη δυσκολίες και δοκιμασίες, όλες γεννήματα ενός απρόσιτου στους ανθρώπους θεϊκού σχεδίου.
Διαρκής προσπάθεια του ποιητή είναι να ανταποδώσει στον Θεό την ευγνωμοσύνη του για το δώρο της ύπαρξης, διατηρώντας πάντοτε και, μάλιστα, απέναντι σε ισχυρότατες πιέσεις, την ακεραιότητά του.
Δεν παραχώρησε ποτέ τη συγχώρεσή του σ’ εκείνους που με τις πράξεις τους έβλαψαν τους άλλους, μήτε καταδέχτηκε να ικετεύσει εκείνους που βρίσκονταν σε θέση ισχύος απέναντί του.
Στάθηκε εντελώς μόνος στην πορεία της ζωής του, μα κατάφερε ν’ αντέξει την οδύνη της ερημιάς σαν το χαλίκι που αντιστέκεται σθεναρά απέναντι στα στοιχεία της φύσης.
Ο ποιητής υπέμεινε τις προσωπικές, μα και τις εθνικές δοκιμασίες, χωρίς να κάνει καμία παραχώρηση στις αρχές του προκειμένου να διευκολύνει τη θέση του και να γλιτώσει κάποιες τουλάχιστον απ’ τις δυσκολίες που αντιμετώπισε. Ωστόσο, τώρα στέκει απέναντι στον Θεό και ρωτά με εμφατική αγωνία, τι άλλο του είναι γραφτό να ζήσει. Πόσες ακόμη δυσχέρειες θα κληθεί ν’ αντιπαλέψει;

Τα κοπάδια των άστρων οδηγώ στην αγκάλη σου
κι η Αυγή, πριν προλάβω,
στα δίχτυα της τα ‘χει μακριά παρασύρει,
που συ τη θέλησες!

Ο ποιητής δεν αγωνίστηκε μόνο να διατηρήσει την ακεραιότητα του, προσπάθησε κιόλας να αποδώσει με την ποίησή του το θαυμασμό που του ενέπνευσε η ωραιότητα του θεϊκού δημιουργήματος.
Θέλησε με την ποίησή του να εξυμνήσει το κάλλος της ουράνιας φύσης -τα κοπάδια των άστρων οδηγώ στην αγκάλη σου-, μα πολύ γρήγορα συνειδητοποίησε πως το έργο του αυτό, η ποιητική του προσπάθεια, δεν είναι εφικτό να ολοκληρωθεί, μιας κι η πραγματικότητα λειτουργεί κατά τρόπο πλήρως ανασταλτικό σε κάθε ανάλογη απόπειρα∙ η Αυγή παρασύρει μακριά τ’ αστέρια προτού προλάβει ο ποιητής να αντικρίσει και να αποτυπώσει σ’ όλη της την έκταση την ομορφιά τους.
Η πραγματικότητα, βέβαια, που έρχεται και αναιρεί την προσπάθεια του δημιουργού, που έρχεται σαν την αυγή και σκορπίζει τα όνειρα της νύχτας, υπηρετεί κι αυτή τη θέληση του Θεού. Είναι κι αυτή μέρος των δυσκολιών που θέτει ο Θεός στον ποιητή.

Λόφους με κάστρα και πελάγη με καρποφόρα
στεριώνω στον άνεμο
κι η καμπάνα τα πίνει, αργά, του δειλινού,
που συ τη θέλησες!

Ο ποιητής προσπάθησε, συνάμα, να αποδώσει στην ποίησή του, όχι μόνο το στοιχείο της φυσικής ομορφιάς, μα και τη ...
.........
η συνέχεια εδώ: tovivlio

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Ναοί στο σχήμα τ' ουρανού. Άξιον εστί - Τα Πάθη ΙΔ'


ΝΑΟΙ στο σχήμα τ' ουρανού
και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε
ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο
και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά.
Φύγανε
και στα μάτια μέσα των βυθών ανερμήνευτος έμεινε ο αστερίας
και στα βάθη μέσα των ματιών ανεπίδοτο έμεινε το ηλιοβασίλεμα!
Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.
Τείχισε τις πλευρές του κόσμου
και από το μέρος τ’ ουρανού σήκωσε τις εννέα επάλξεις
και στην πλάκα επάνω του βωμού σφαγίασε το σώμα
τους φρουρούς πολλούς έστησε στις εξόδους.
Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.
Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού
και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε
ο Μαΐστρος με το μυτερό του σάνταλο
και ο Γραίγος ο ασυλλόγιστος με τα λοξά του κόκκινα πανιά.
Φύγανε
και βαθιά κάτω απ’ το χώμα συννέφιασε ανεβάζοντας
χαλίκι μαύρο
και βροντές, η οργή των νεκρών
και αργά στον άνεμο τρίζοντας
εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά
φοβερά των βράχων τ’ αγάλματα!



Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Οδυσσέας Ελύτης - Το άξιον εστί «Άσμα γ΄» / Μόνος κυβέρνησα τη θλίψη μου

Enclosed Field with Reaper at Sunrise
by Vincent Van Gogh

Μόνος κυβέρνησα
*
τη θλίψη μου
Μόνος αποίκησα
*
τον εγκαταλειμμένο Μάιο
Μόνος εκόλπωσα
*
τις ευωδίες
Επάνω στον αγρό
*
με τις αλκυονίδες
Τάισα τα λουλούδια κίτρινο
*
βουκόλισα τους λόφους
Επυροβόλησα την ερημιά
*
με κόκκινο!
Είπα: δε θα ‘ναι η μαχαιριά
*
βαθύτερη από την κραυγή
Και είπα: δε θα ‘ναι το Άδικο
*
τιμιότερο απ’ το αίμα!
Το χέρι των σεισμών
*
το χέρι των λιμών
Το χέρι των εχτρών
*
το χέρι των δικών
Μου, εφρένιασαν εχάλασαν
*
ερήμαξαν αφάνισαν
Μία και δύο
*
και τρεις φορές
Προδόθηκα κι απόμεινα
*
στον κάμπο μόνος
Πάρθηκα και πατήθηκα
*
σαν κάστρο μόνος
Το μήνυμα που σήκωνα
*
τ’ άντεξα μόνος!



Μόνος απέλπισα
*
το θάνατο
Μόνος εδάγκωσα
*
μες στον Καιρό με δόντια πέτρινα
Μόνος εκίνησα
*
για το μακρύ
Ταξίδι σαν της σάλ
*
πιγγας μες στους αιθέρες!
Ήταν στη δύναμή μου η Νέμεση
*
το ατσάλι κι η ατιμία
Να προχωρήσω με τον κορνιαχτό
*
και τ’ άρματα
Είπα: με μόνο το σπαθί
*
του κρύου νερού θα παραβγώ
Και είπα: με μόνο το Άσπιλο
*
του νου μου θα χτυπήσω!
Στο πείσμα των σεισμών
*
στο πείσμα των λιμών
Στο πείσμα των εχτρών
*
στο πείσμα των δικών
Μου, ανάντισα κρατήθηκα
*
ψυχώθηκα κραταιώθηκα
Μία και δύο
*
και τρεις φορές
Θεμελίωσα τα σπίτια μου
*
στη μνήμη μόνος
Πήρα και στεφανώθηκα
*
την άλω μόνος
Το στάρι που ευαγγέλισα
*
το ‘δρεψα μόνος!
Ανάλυση
Ο Οδυσσέας Ελύτης στο 3ο Άσμα συνεχίζει τη θεματική της μοναξιάς που παρουσίασε στον 4ο Ψαλμό. Η πορεία του ποιητή είναι μοναχική, αφού απαρνείται τη συντροφικότητα που θα του διασφάλιζε η ένταξη σε συμβατικές δομές της κοινωνίας, όπως είναι ο γάμος. Αφοσιώνεται πλήρως στην ποιητική του αποστολή, πληρώνοντας ωστόσο το υψηλό τίμημα που αυτή συνεπάγεται. Χωρίς την παρουσία φίλων, χωρίς την ευεργετική στήριξη μιας συντρόφου, στέκει μόνος απέναντι στις προκλήσεις της αδιαπραγμάτευτης εναντίωσής του στο Άδικο.

Μόνος κυβέρνησα * τη θλίψη μου
Μόνος αποίκησα * τον εγκαταλειμμένο Μάιο
Μόνος εκόλπωσα * τις ευωδίες
Επάνω στον αγρό * με τις αλκυονίδες
Τάισα τα λουλούδια κίτρινο * βουκόλισα τους λόφους
Επυροβόλησα την ερημιά * με κόκκινο!


Ο ποιητής βιώνοντας την εκούσια ερημία του αντιμετωπίζει και ελέγχει μόνος του τη θλίψη που συνοδεύει τη ζωή του. Γίνεται αυτός ο μόνος άποικος μιας άνοιξης εγκαταλελειμμένης απ’ τους άλλους ανθρώπους. Μόνος υποδέχεται και ενστερνίζεται τις ευωδιές του αγρού που φέρνουν οι αλκυονίδες του χειμώνα.
Ο ποιητής, όχι μόνο δεν κάμπτεται απ’ τη θλίψη της μοναχικής του πορείας, μα καταφέρνει κιόλας να αντικρίσει την ομορφιά των πραγμάτων εκεί όπου οι άλλοι έχουν χάσει πια κάθε ελπίδα. Γίνεται, έτσι, εκείνος που λαμβάνει και υιοθετεί το μήνυμα της επερχόμενης άνοιξης/αναγέννησης και προσφέρει στα λουλούδια την αναγκαία γύρη, την πνευματική, ώστε να λάβουν για χάρη του μια νέα ανώτερη ύπαρξη.

Η εγκαταλελειμμένη φύση λαμβάνει ζωή από τον μοναχικό ποιητή, ο οποίος υμνεί και τραγουδά τους λόφους, και συνάμα προσφέρει στην ερημιά τον πόθο για ζωή, το δυναμισμό του φλεγόμενου αίματος· εκείνου που αντικρίζει τη δυναμική της αναδημιουργίας, ακόμη και σ’ εκείνα που οι άλλοι έχουν πια εγκαταλείψει.
Στην έρημη φύση ο ποιητής βρίσκει και βιώνει πληρέστερα το νόημα της δικής του αποστολής. Δεν πρόκειται ν’ αφήσει ακατάγγελτη την αδικία που βλέπει γύρω του.

Είπα: δε θα ‘ναι η μαχαιριά
* βαθύτερη από την κραυγή
Και είπα: δε θα ‘ναι το Άδικο
*
τιμιότερο απ’ το αίμα!

Ο ποιητής αποφασίζει πως δεν θα επιτρέψει στη μαχαιριά, δεν θα επιτρέψει στο εχθρικό χτύπημα να είναι βαθύτερο απ’ την ένταση της κραυγής που θα έρθει να φανερώσει αυτό που συνέβη. Δεν θα επιτρέψει στο Άδικο να γνωρίσει τιμές και αποδοχή εις βάρος του αίματος· εις βάρος των θυμάτων επί των οποίων εδραίωσε την κυριαρχία του.
Ο ποιητής δεν δέχεται να τιμώνται και να απολαμβάνουν οφέλη οι αδικητές, χωρίς κανείς να τολμά να φανερώνει την αλήθεια των πράξεών τους.

Το χέρι των σεισμών * το χέρι των λιμών
Το χέρι των εχτρών * το χέρι των δικών
Μου, εφρένιασαν εχάλασαν * ερήμαξαν αφάνισαν


Η εικόνα καταστροφής της χώρας δίνεται με σχήμα ασύνδετο προκειμένου να τονιστεί ο γοργός ρυθμός των γεγονότων που την έφεραν σ’ αυτό το σημείο. Το χέρι ως φορέας ενέργειας -εδώ φθοροποιού ενέργειας- λαμβάνει κυρίαρχη θέση και συνοδεύεται από τα αντίστοιχα ποιητικά αίτια: των σεισμών, των λιμών, των εχτρών, των δικών.

Οι σεισμοί -εκτεταμένες καταστροφές- και οι λιμοί -γενικευμένη έλλειψη τροφίμων- είναι έργο, όχι μόνο των εχθρών, μα και των δικών. Οι αίτιοι των δυστυχιών της χώρας δεν θα πρέπει να αναζητηθούν μόνο σε εξωτερικούς εχθρούς, αλλά και στη δράση εκείνων των Ελλήνων που έθεσαν τα ατομικά τους συμφέροντα πάνω απ’ το κοινό καλό και τη συλλογική ωφέλεια.
Η αντωνυμία «μου» τίθεται στην αρχή του στίχου, λαμβάνοντας διττή ερμηνεία, καθώς μπορεί να διαβαστεί είτε ως συμπλήρωμα της προηγούμενης φράσης, άρα «των δικών μου», αποδίδοντας έτσι το καταστροφικό έργο σε οικείους ανθρώπους του ποιητή, είτε χωριστά, οπότε λαμβάνει την έννοια πως όσα καταστροφικά ακολούθησαν έγιναν εις βάρος του ποιητή· το ποιητικό υποκείμενο, δηλαδή, υποδέχεται ως προσωπικά πλήγματα, όσα δεινά συνέβησαν στη χώρα του.
Το χέρι της καταστροφής -το χέρι των εξωτερικών και εσωτερικών εχθρών της χώρας- επέφερε την οργή της απελπισίας, την καταστροφή, το ρήμαγμα κι εν τέλει τον αφανισμό στην πολύπαθη πατρίδα του ποιητή.

Μία και δύο * και τρεις φορές
Προδόθηκα κι απόμεινα * στον κάμπο μόνος
Πάρθηκα και πατήθηκα * σαν κάστρο μόνος
Το μήνυμα που σήκωνα * τ’ άντεξα μόνος!


Οι αλλεπάλληλες προδοσίες της χώρας, που γίνονται τόσο από εξωτερικούς εχθρούς όσο και από ομοεθνείς -ακόμη και οικείους του ποιητή-, επιτείνουν την αίσθηση ερημίας του.
Ο ποιητής απομένει μόνος του, έχοντας βιώσει τον πόνο των συνεχών αλώσεων της χώρας του· απομένει μόνος του, έχοντας γνωρίσει συνεχείς προδοσίες από ανθρώπους της ίδιας του της πατρίδας.
Μα αυτό δεν τον οδηγεί στην παραίτηση. Το μήνυμα που μεταφέρει, το μήνυμα της ποιητικής του αποστολής, το διατηρεί και το συνεχίζει μόνος του. Ο ποιητής δεν αφήνει την εγκατάλειψη και την προδοσία να κάμψουν την ηθική του δύναμη και την αφοσίωσή του στον πολύτιμο αγώνα του.
.............
η συνέχεια εδώ: latistor

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Οδυσσέας Ελύτης – Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική

Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου...
Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν' ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη...


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη...
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχρινοί, θείοι κ' εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια.
Kαι πνοές από τη ρεματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι.


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι!

Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα
τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια.
Στο χώμα το στρωμένο με τ' αμπελομάντιλα,
κνίσες, τσουγκρίσματα
και Χριστός Ανέστη
με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου...


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου!

Ελύτης: Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
Ψαλμός Β’ της ενότητας «Τα Πάθη», από Το Άξιον Εστί


Ανάλυση: Ανθούλα Δανιήλ

Ας ξεκινήσουμε με τη θέση πως ο ψαλμός Β’ της ενότητας «Τα Πάθη», της συλλογής Το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη, ανήκει στα πιο συγκλονιστικά εθνοκεντρικά και πολιτισμικά τιμαλφή του ποιητή. Πρόκειται για έναν ύμνο στην ελληνική γλώσσα, που εκτείνεται σε είκοσι εννέα στίχους.

Ας δούμε λεπτομερώς τι λέει.
Στο πρώτο δίστιχο παρουσιάζεται το δίδυμο «γλώσσα-σπίτι» και μας ξαφνιάζει μια υποδηλούμενη σύγκριση ανάμεσα σε δύο, ανόμοια φαινομενικά μεγέθη, η οποία όμως προβάλλει διακριτικά την αξία και υπεροχή της γλώσσας ως εξισορροπητικού αντισταθμίσματος στο «σπίτι».

Η γλώσσα σηκώνει το βάρος της ιστορίας και της αξίας της – «ελληνική», το σπίτι στην αντίπερα όχθη – «φτωχικό». Οπότε το επίθετο «ελληνική» ισοδυναμεί με το «πλούσια».
Ο ποιητής προτιμώντας το επίθετο «ελληνική» αντί του «πλούσια», το οποίο θα καταδήλωνε το αντιθετικό ζεύγος και το λόγο σύγκρισης, σε ώρα που υπάρχει εθνική ανάγκη, επιλέγει την εθνικότητα.

Εξαρχής προκύπτει το ερώτημα ποιοι είναι οι δωρητές, ποιο το υποκείμενο της ρηματικής φράσης «μου έδωσαν». Ο ποιητής όμως δεν τους κατονομάζει, αφήνοντας το ποίημα σιγά σιγά να αποκαλύψει τα μυστικά του. Από τη στιγμή της δωρεάς και έπειτα δηλώνει:
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.


η συνέχεια στο Χαμομηλάκι

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Οδυσσέας Ελύτης – ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (1959). Τα θεμέλιά μου στα βουνά ...

ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (1959)
Πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου
και γαρ ουκ ηδυνήθησάν μοι

ΨΑΛΜΟΣ ΡΚΗ'


ΤΑ ΠΑΘΗ
Ε'
Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους

και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.

Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Ταράζεται ο καιρός

κι απ' τα πόδια τις μέρες κρεμάζει
αδειάζοντας με πάταγο τα οστά των ταπεινωμένων.

Ποιοι, πώς, πότε ανέβηκαν την άβυσσο;
Ποιες, ποιών, πόσων οι στρατιές;

Τ' ουρανού το πρόσωπο γυρίζει κι οι εχθροί μου έφυγαν μακριά.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.

Εσύ μόνη απ' τη φτέρνα τον άντρα γνωρίζεις
Εσύ μόνη απ' την κόψη της πέτρας μιλάς

Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις
κι εσύ στου νερού των αιώνων την άκρη σύρεις

πασχαλιάν αναστάσιμη!
Αγγίζεις το νου μου και πονεί το βρέφος της Άνοιξης!

Τιμωρείς το χέρι μου και στα σκότη λευκαίνεται!
Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη.

Πάντα πάντα τη λάμψη περνάς
για να φτάσεις ψηλά τα βουνά τα χιονόδοξα.
Όμως τι τα βουνά; Ποιος και τι στα βουνά;
Τα θεμέλιά μου στα βουνά

και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει

άκαυτη βάτος!

ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

«Η παραμονή μου στην Ευρώπη (1948 - 1951) με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοίρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους – και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου ‘δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ’ αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το Άξιον Εστί».
Οδυσσέας Ελύτης

Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Οδυσσέας Ελύτης – Ήρθαν ντυμένοι φίλοι (Άξιον Εστί)


Ήρθαν
ντυμένοι φίλοι
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας
και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.

Έφεραν το Σοφό, τον Οικιστή, και το Γεωμέτρη,
βίβλους γραμμάτων και αριθμών,
την πάσα υποταγή και δύναμη,
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.

Ούτε μέλισσα καν δεν γελάστηκε
το χρυσό ν’ αρχίσει παιχνίδι
ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.

Έστησαν και θεμελίωσαν
στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς και επαύλεις
ξύλα και άλλα πλεούμενα,
τους νόμους τους θεσπίζοντας
τα καλά και συμφέροντα,
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν...
έδεσε ποτέ με την σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι θεού
στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς
τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.

Έφτασαν ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.