Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΜΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΜΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2024

Tων Αγγέλων και Αρχαγγέλων οι στίχοι

Κατεβαίνουν άραγε οι άγγελοι κι οι αρχάγγελοι στη γη; Ανοίγουν τα φτερά τους πάνω από τις δικές μας ομαλές και… ανώμαλες προσγειώσεις;
Και εισχωρούν άραγε στην καθημερινή πεζότητά μας με την ίδια ευκολία που κάθονται σαν λευκές πεταλούδες πάνω στους στίχους μας;
Των Αρχαγγέλων σήμερα και η σκέψη μας σηκώνεται πιο ψηλά, ν' ανταμώσει τα ουράνια δώματα και τα μυστήριά του.
Κι εκεί ν’ απαντήσει και στίχους με λευκά φτερά κι ακόμα πιο λευκές, αλέκιαστες ψυχές.
Επειδή
και η ανάσα μας καμιά φορά
μπορεί να λεκιάσει το αόρατο

(αχ τι κρυφά που τα λένε οι άγγελοι
Και κανείς μας δεν τους ακούει
Αχ τι κρυφά που τα λένε οι άγγελοι
Και κανείς μας δεν τους άκουσε)

γι' αυτό κι οι αυτοκράτορες διακονούσαν
στις ερήμους
και χτυπούσαν θλιβερά τα σήμαντρα
στα μοναστήρια

και τα βγαλμένα μάτια τους είναι ακόμη τ’ άστρα
και της δικής μας της ζωής της σκοτωμένης.

σημειώνει χαρακτηριστικά ο στιχουργός Μάνος Ελευθερίου.

Κι ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ψάχνοντας την κατάλληλη γλώσσα για να επικοινωνήσει με τον θαυμαστό αγγελικό κόσμο, γράφει:

Ὅταν κάποτε φύγω ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς
θὰ ἑλιχθῶ πρὸς τὰ πάνω ὅπως ἕνα
ρυακάκι ποὺ μουρμουρίζει.
Κι ἂν τυχὸν κάπου ἀνάμεσα
στοὺς γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω ἀγγέλους, θὰ τοὺς
μιλήσω ἑλληνικά, ἐπειδὴ
δὲν ξέρουνε γλῶσσες. Μιλᾶνε
μεταξὺ τους μὲ μουσική.

Ο Ρίλκε, από την άλλη, υποδεικνύοντας στους στίχους του την έγνοια των αγγέλων για τον κόσμο των ανθρώπων, γράφει στο ποίημά του.

«Ο άγγελός μου»

Δεν έχει πια άλλες υποχρεώσεις ο Άγγελος μου
αφότου η μέρα μου η αυστηρή τον έχει διώξει.
Λαχταρώντας, το πρόσωπό του συχνά χαμηλώνει
πάνω απ’ την γη, κι αγαπητός δεν του είναι πια ο ουρανός.

Και θα ήθελε να φέρει πάλι,
πάνωθε απ των δασών τις θροΐζουσες κορφές,
στην πατρίδα των Χερουβίμ, την προσευχή μου.

Εκεί πέρα κουβάλησε το κλαψιμό μου το πρώτο-πρώτο,
και τον πρώτο στοχασμό μου,
κ’ οι μικροί πόνοι μου μεγάλωσαν εκεί
μες σε δάση που, πάνωθέ του, μουρμουρίζουν.

Ο ποιητής της οδύνης όπως έχει χαρακτηριστεί, Μίλτος Σαχτούρης, στο ποίημά του «‘Αγγελος», σημειώνει πολύ παραστατικά:

Φοβόντουσαν, δεν τον εθέλαν αυτό τον ουρανό
—Μαύρος που είναι –λέγαν–σαν καυτό μπαμπάκι
σκάβανε τα μωρά τους βιαστικοί
άλλοι φωνάζαν:
—Γράμμα!
άλλοι:
—Τηλεγράφημα!
κι άλλοι φωνάζαν:
— Αλεξάντρα
όμως όλοι κοιτούσαντο φεγγάράκι έλεγαν:
—Ίσως κατέβει σήμερα
ο Άγγελος βαθιά με τα μακριά μακριά μαλλιά
και τα πνιγμένα δόντια»

Είναι επίσης γνωστός ο κυρίαρχος ρόλος των αγγέλων στο ποιητικό έργο του Οδυσσέα Ελύτη:
«Κω, Λέρος Σύμη, Αστροπαλιά,
Κάρπαθος Τήλος Καστελόριζο…
Ποιος τώρα βουτηχτής αργοσιμώνοντας
τον ουρανό βυθού που ανάβει τα σφουγγάρια του,
άξαφνα νιώθεται άγγελος και Πανορμίτης
του Μυστικού που ξεχύνεται χρυσέαις Νιφάδεσσι.

Κεντρική μορφή ο άγγελος που μεριμνά και σκέπει:

Άγγελε συ που κάπου εδώ γύρω πετάς,
πολυπαθής και αόρατος, πιάσε μου το χέρι.
Χρυσωμένες έχουν τις παγίδες οι άνθρωποι.
Κι είναι ανάγκη να μείνω απ’ τους απέξω.

Ο. Ελύτης, Villa NatachaIII

Συχνά στην ποίηση του Ελύτη ο άγγελος ταυτίζεται με τη γυναίκα:

Τη χαρά δεν τη γνωρίζω και τη λύπη την πατώ
Σαν τον άγγελο γυρίζω πάνω απ’ τον γκρεμό.

(Το τραγούδι της Μαρίας Νεφέλης από τη Μαρία Νεφέλη)

Eίναι, όμως, και οι «Ξυπόλυτοι ΄Αγγελοι» του Γιάννη Ρίτσου, ποίημα που γράφτηκε τον Οκτώβρη του 1940 για τους Έλληνες στρατιώτες, που στα μάτια του ποιητή, λαμβάνουν αγγελική υπόσταση μέσα στις κακουχίες του πολέμου.

Ο κόσμος μετριέται με καρδιά.
Με στη φωτιά γυμνάζουνται τα χρόνια μας.
Με φωτιά ράβουν τις σημαίες λουρίδα τη λουρίδα
κόκκινα και μαλαματένια κομμάτια φωτιά.

Μια φούχτα ανθρώποι, μια φούχτα ξυπόλυτοι άγγελοι,
με δυο φούχτες ήλιο στην κάθε τσέπη τους
με 21 μοναχά φυσίγγια στο ταγάρι τους
μ' ένα σκισμένο πουκάμισο ουρανό
τραβούσαν δώδεκα χιλιόμετρα δόξας σε κάθε δευτερόλεπτο
και δεν ξεπέζευαν ποτές απ' την ψυχή τους.
.......
Οι άλλοι φωνάζανε: Πού πάτε; Βουίζαν οι άνεμοι στη νύχτα.
Πού θα πάμε;
Οι δρόμοι είναι γιομάτοι λάσπες.
Πέτρες κοφτές και πυρωμένα βόλια. Κάντε πίσω.
Στις πόρτες το πράσινο φαναράκι
στ' αγρυπνισμένα μάτια ο ίσκιος
μα στις καρδιές βαθιά εκεί μέσα
γαντζωμένο καλά το κόκκινο άστρο.
Και φεύγαν μες στις νύχτες οι ξυπόλυτοι άγγελοι.


Άγγελοι, όντα άυλα και πνευματικά, αλλά και άγγελοι με ανθρώπινη μορφή, που η ζωή τούς καλεί να υψωθούν πάνω από τα επίγεια, σμίγουν στους στίχους των ποιητών μας, αποδίδοντας τη στενή σχέση ανάμεσα στα εγκόσμια και υπερκόσμια.

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ
, Επιθεωρήτρια Δημοτική

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Μάνος Ελευθερίου - Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι... Ένα μελοποιημένο ποίημα και η ιστορία του

Φαρσακίδης Γιώργος: «Γυάρος 1967»
Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές
τ' αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
σου μάθαινε το αύριο και το χθες
μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές

Τ' αηδόνια σε χτηκιάσανε στην Τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά
καλύτερα να σ' έλεγαν Μαρία
και να 'σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά
κι όχι να ζεις μ' αυτή την συμμορία κομπανία
και να μην ξέρεις τ' άστρο του φονιά

Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
απ' του καιρού την άγρια πληρωμή
στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή

Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά
κι απ' το παλιό μαρτύριο να 'χει μείνει
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά
γυναίκες στη γωνιά μ' ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά
Και στ' ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
πώς το 'φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή

Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά
ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά

Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας Παρασκευή μέρα κακή
τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί

Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια
αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις
να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς

Ανάλυση


Σημαντικά ιστορικά στοιχεία
Την 1η Μαΐου του 1944 στο «Σκοπευτήριο της Καισαριανής», εκτελούνται 200 Έλληνες αγωνιστές από τα κατοχικά στρατεύματα, ως εκδίκηση για τον θάνατο ενός Γερμανού στρατηγού.

Ο Ελευθερίου είναι μόλις 6 ετών, αλλά το γεγονός αυτό στιγμάτισε μια ολόκληρη γενιά και στα μάτια των Κομμουνιστών τουλάχιστον, η εκτέλεση συνδέθηκε άρρηκτα με τα ιδεολογικά ξαδέλφια των Ναζί στην Ελλάδα, τους ακροδεξιούς.

Η Ελλάδα του 1946 είναι ιδεολογικά διχοτομημένη σε «αριστερούς» και «δεξιούς» με αποτέλεσμα τον Ελληνικό εμφύλιο(1946-49). Είναι η αρχή του Ψυχρού πολέμου και στην Ελλάδα θα παιχτεί το πρώτο επεισόδιο.
Οι κομμουνιστές χάνουν τον πόλεμο κι υπόκεινται σε διώξεις, εξορία και λογοκρισία. Οι συστηματικοί βασανισμοί, διωγμοί σε ξερονήσια (π.χ. Μακρόνησος, Άη Στράτης), στρατοδικεία και φυλακισμοί των Κομμουνιστών θα σταματήσουν το 1974 με την μεταπολίτευση.
Ο Ελευθερίου ανήκει στους αριστερούς και θα πέσει θύμα λογοκρισίας η δουλειά του την περίοδο της επταετίας.


Ο στίχος «…παρά να ζεις με αυτήν την συμμορία και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά…» θα λογοκριθεί σε «…παρά να ζεις με αυτήν την κομπανία και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά…» όπως επίσης κι ο στίχος «… Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες και ξημερώνοντας Παρασκευή …» θα αλλαχτεί σε «… Με 'δέσαν στα στενά και στους κανόνες και ξημερώνοντας μέρα κακή …». Και οι δύο λέξεις που λογοκρίθηκαν, αποτελούν άμεση αναφορά στην Χούντα των Συνταγματαρχών που καταλαμβάνει την χώρα την 21η Απριλίου 1967, ημέρα Παρασκευή.
Σχετικά με τον Γιώργο Σεφέρη
Σύμφωνα με λήμμα στην wikipedia, Ο Μ. Ελευθερίου δημοσιεύει το τραγούδι στον δίσκο «Θητεία» το 1974, μετά την πτώση της Χούντας. Ο δίσκος - και πιθανότατα το «Μαλαματένια λόγια» - γράφετε από το 1971, άρα γράφετε μέσα στην επταετία.
Το 1971 είναι σημαντική χρόνια για τον Μ. Ελευθερίου. Οι σαφείς αναφορές των στίχων στον Γιώργο Σεφέρη δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για αμφιβολίες, ο θάνατος του Σεφέρη το 1971 αποτελεί την αφορμή για να γραφτεί το τραγούδι.

Η αναφορά στον Σεφέρη, μπορεί να χρησιμοποιείται και γιατί αποτελούσε πιθανότατα μέρος της διδακτικής ύλης στα σχολεία εκείνη την περίοδο.
Ο Γ. Σεφέρης γεννήθηκε το 1900 και είναι ένας από τους τρεις σημαντικότερους Έλληνες ποιητές του περασμένου αιώνα μαζί με τους Ο. Ελύτη και Κ. Π. Καβάφη. Είναι ένας από τους δύο Έλληνες που έχει βραβευθεί με Νόμπελ λογοτεχνίας (1963).
Το γεγονός πως προσωπικότητες όπως ο T. S. Eliot είχαν προτείνει τον Σεφέρη για Νόμπελ το 1955 και το 1961 δείχνει την καθολική αναγνώριση στο πρόσωπο του Έλληνα ποιητή, σε παγκόσμια κλίμακα, από τις αρχές της δεκαετίας του 50’. Ο Σεφέρης είναι ο αδιαμφισβήτητος πνευματικός ηγέτης της χώρας.

Ο θαυμασμός του Μ. Ελευθερίου για τον Σεφέρη, αντανακλάται ξεκάθαρα και στην κριτική που ασκεί το 2010 στον Κόλια (γνωστό ως Ν. Καββαδία).
Ο Σεφέρης όμως δεν είναι «αριστερός». Τουλάχιστον όχι με την συμβατική έννοια. Είναι «αστός» με ότι αυτό συνεπάγεται. Τονίζει την ανωτερότητα του, περιφρονεί άλλους ποιητές (π.χ. Κόλλιας, Καρυωτάκης) και διαφοροποιείται από την «κατώτερη τάξη» με κάθε ευκαιρία. Είναι επίσης ξεκάθαρο πως δεν είναι «δεξιός» αλλά η Χούντα προσπαθεί να τον πλησιάσει τα πρώτα χρόνια.
Αν και θα συνεργαστεί με τον Θεοδωράκη το 1960, θα αρνηθεί να συνδράμει σε δουλειά του ίδιου κι άλλων «αριστερών» καλλιτεχνών το 1968, καθώς το θεωρεί αδιάφορο. Το 1969 θα μιλήσει πρώτη φορά κατά της Χούντας δημόσια.

Η κηδεία του Γ. Σεφέρη το 1971 αποτελεί μια από τις ελάχιστες πορείες διαμαρτυρίας κατά της «Χούντας των Συνταγματαρχών» που έγιναν μέσα στην επταετία.
Το ποίημα
Το ποίημα θεωρώ πως αναφέρεται ευθέως στους σχολικούς μαθητές, από 7 έως 18 ετών, της εποχής εκείνης.

Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι,
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές,
τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι,
σου μάθαινε το αύριο και το χθες,
μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη,
με του καιρού δεμένος τις κλωστές.

Η πρώτη στροφή είναι άμεση αναφορά στα παιδιά που διδάσκονται Σεφέρη και ταυτόχρονα μια αυτοκριτική, καθώς ο ποιητής θεωρεί πως δεν μπορεί να ξεπεράσει τα δεσμά του, κάτι που θα το «πληρώσει» αργότερα.

Τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία,
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά,
καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία,
και να 'σουν ράφτρα μες στην κοκκινιά,
κι όχι να ζεις μ’ αυτή την κομπανία
και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά

Η δεύτερη στροφή και πάλι αναφέρεται στα παιδιά που μεγαλώνουν κατά την διάρκεια της επταετίας και διαβάζουν Σεφέρη, όμως μεταφράζουν τα ποιήματα του Σεφέρη κατά την ανάγνωση/αφήγηση των Χουντικών.
Ας έχουμε κατά νου πως δεν υπήρχε καμία ένδειξη το 1971 που γράφονται οι στίχοι, πως η Χούντα θα πέσει σε 3 χρόνια και θα έρθει η μεταπολίτευση κι όχι μια άλλη Χούντα ή ένας ακόμη εμφύλιος. Ο Ελευθερίου θεωρεί την «πλήση εγκεφάλου» δεδομένη, για την νέα γενιά.

Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι,
απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή,
στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι,
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή,
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή.

Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι,
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά,
κι απ’ το παλιό μαρτύριο να `χει μείνει,
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά,
γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετυλίνη,
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά.

Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια,
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή,
πώς το `φεραν η μοίρα και τα χρόνια,
να μην ακούσεις έναν ποιητή.

Στις 3 παραπάνω στροφές ο ποιητής αναφέρεται στους διωγμούς των αντιφρονούντων, κυρίως των Κομμουνιστών. Η αναφορά στην Καισαριανή σημαίνει πως ο ποιητής δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην περίοδο της επταετίας, αλλά ξεκινά από πολύ πριν, καθώς μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον που οι ακροδεξιές παρατάξεις με μια ή άλλη μορφή είναι πάντοτε στην εξουσία (1900-1974).

Ο ποιητής που αναφέρει η τελευταία στροφή επάνω, είναι ο Σεφέρης, που, όπως γράψαμε, πεθαίνει το 1971.


Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι,

ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά,
ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη,
και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά,
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι,
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά.

Εδώ ο ποιητής αναρωτιέται ποιος γράφει την ιστορία, τα ιστορικά βιβλία που θα διαβάσουν οι επόμενες γενιές. Ποια αφήγηση των γεγονότων θα κυριαρχήσει. Στο τέλος αναρωτιέται ποιος θα αντικαταστήσει τον Σεφέρη.

Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας Παρασκευή,
τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες,
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί.

Ο ποιητής αναφέρεται ευθέως στην Παρασκευή 21ης Απριλίου του 1967. Πέφτει θύμα λογοκρισίας, δεν μπορεί πλέον να εκφραστεί, δεν μπορεί να διδάξει και να πει την αλήθεια, στην νέα γενιά.
Η αναφορά στους «αργυραμοιβούς» πιθανώς είναι στις ξένες κι εγχώριες δυναμείς που στήριζαν περισσότερο ή λιγότερο την Χούντα. Θεωρώ πως ο Ελευθερίου έχει συγκεκριμένες καταστάσεις στο μυαλό του, που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε. Σίγουρα δεν μπορούσε να φανταστεί τότε, πόσο επίκαιρος θα ήταν ο συγκεκριμένος στίχος στο μέλλον!

Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια

κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής,
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια
αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις,
να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς.

Στην τελευταία στροφή προβλέπει το ζοφερό μέλλον, όπου οι νέοι θα τον κατηγορούν ως «κακούργο» γιατί αυτό θα έχουν διδαχτεί. Δεν ήταν αρκετά δυνατός για να αντισταθεί στην αλλαγή, άρα το όνομα του θα μείνει στην ιστορία με αρνητικό στίγμα για πάντα.

Επίλογος
...........

convalesco

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

Μάνος Ελευθερίου / Μάνος Χατζιδάκης. Ο Οδοιπόρος, το Μεθυσμένο Κορίτσι και ο Αλκιβιάδης. Ένας ποιητικός και μουσικός θησαυρός

Frederick Walker THE WAYFARERS 1866
Ο Οδοιπόρος περπατάει αδιάκοπα μέσα στη νύχτα. Προσπαθεί να μη θυμάται και να μη βλέπει γύρω του. Ξάφνου, σε κάποια ερημιά συναντάει το Μεθυσμένο Κορίτσι να κλαίει ολομόναχο. Το πλησιάζει και πάει να το χαϊδέψει, μα εκείνο ευθύς βγάζει από τον κόρφο του ένα μαχαίρι και σαν αστραπή του κόβει το κεφάλι. Πέφτοντας καταγής το σώμα του Οδοιπόρου, μεταμορφώνεται και γίνεται ο Αλκιβιάδης.
Κι από τη στιγμή εκείνη ο Αλκιβιάδης ψάχνει μέσα του να βρει τον Οδοιπόρο. Το μεθυσμένο κορίτσι βυθίζεται σ’ ένα πηγάδι για να ενωθεί με το είδωλο ή του Οδοιπόρου ή του Αλκιβιάδη – αυτό ποτέ δεν θα το μάθει. Και ο Οδοιπόρος, αδιάκοπα θα τριγυρνά μέσα στο σώμα του Αλκιβιάδη και μέσα στα οράματα του βυθισμένου κοριτσιού.

Τα φώτα άναψαν και φώτισαν τους μουσικούς. Ο Χατζιδάκις χτύπησε ένα λεπτό ραβδάκι στο αναλόγιο που είχε μπροστά του και η ορχήστρα άρχισε να παίζει.

Μια μουσική παράξενη, που δεν την είχα ξανακούσει. Κοίταξα λοξά το Ζαχαριουδάκη, είχε γουρλώσει τα μάτια κι είχε μισανοίξει το στόμα, προσηλωμένος σ’ αυτό που άκουγε. Ο Μάνος Ελευθερίου είχε ανάψει την πίπα του και τον είχαν τυλίξει οι καπνοί. Μόλις τελείωσε η μουσική, ο προβολέας έπεσε πάνω σε μια γυναίκα ντυμένη στα κόκκινα, η οποία άρχισε να αφηγείται:

Ο Οδοιπόρος είναι μονάχος μες τον κόσμο και αδιάκοπα γυρίζει στις πιο κρυφές και μακρινές γωνιές, σ’ ερημικές ακρογιαλιές, στους λόφους και στα δάση, στης πολιτείας τα στενά, με προορισμό του να χαθεί ένα πρωί ή κάποια νύχτα βροχερή. Ο Οδοιπόρος, χωρίς της μάνας την ευχή, θα εξαφανιστεί.

«Η μπαλάντα του οδοιπόρου» είπε δυνατά ο Μάνος Χατζιδάκις – και ο Γιάννης Δημητράς άρχισε να τραγουδάει.

Βλέπω πλήθος κόσμο να κυλά
μα ψυχή δε μου χαμογελά
τα κρεβάτια τ’ άρρωστα παιδιά
και στα δέντρα ξερά τα κλαδιά

Την αγάπη πέταξα σ’ ένα βυθό
και το φόβο μου έστρωσα να κοιμηθώ.
Βρίσκω τάφους κι έναν κόσμο
που δεν πονά.
Όπου πάω κι ένα λάθος
με τυραννά.

Ποιος προφήτης τώρα θ΄ ακουστεί
σα φωνή σε στέρνα κλειστή;
Σ’ έναν κόσμο άδειο κι ορφανό
ποια κραυγή απ΄ τον ουρανό;

Τα πουλιά παράτησα στις ερημιές
και το φως σπατάλησα στις γειτονιές.
Δεν τον θέλω και φοβάμαι
το γυρισμό.
Δες ποιος είμαι που πηγαίνω
για το χαμό.

Ξανά ο προβολέας στην κόκκινη γυναίκα:

Οι ποδηλάτες πάνω στα σπασμένα ποδήλατα, είναι άγγελοι από τον ουρανό που προσπαθούνε μάταια νάρθουν ανάμεσά μας, για να μας μεταφέρουν μηνύματα φίλων κι εχθρών που ξεχάστηκαν, από τον άλλο κόσμο. Μα τα σπασμένα ποδήλατα δεν κυκλοφορούν. Μόνο ο Οδοιπόρος ακούει τις φωνές των ξεχασμένων και τις γυρνάει σε μουσική έτσι καθώς περιδιαβάζει από τη νύχτα ως το πρωί.

«Τα σπασμένα ποδήλατα. Τραγουδάει το πράσινο κορίτσι» είπε ο Χατζιδάκις.

Μια γιορτή σε κάποια πόλη
έβρεξε παλιούς καημούς
και οι δώδεκα αποστόλοι
κάθισαν στους ποταμούς

Σαν ποδήλατα σπασμένα
που πεθαίνουν στη σκουριά
φύγαν οι καιροί για μένα
μέσα στην κακοκαιριά

Μες στον ύπνο μου διαβάτες
άγγελοι περαστικοί
τ’ ουρανού οι ποδηλάτες
χάθηκαν μια Κυριακή.

Και ξανά η κόκκινη γυναίκα:

Στον ποταμό τον Ιορδάνη εκεί που ο νους σου δεν το βάνει, αν συναντήσεις το ληστή μην τον αφήσεις να λουστεί, γιατί μαζί με το Χριστό θα κρεμαστεί.

Και μετά, στα νερά του Ιορδάνη, με το πράσινο κορίτσι.

Βγήκε νύχτα στο σεργιάνι
ξημερώνοντας γιορτή
και κοντά στον Ιορδάνη
βρήκε ένα ληστή.

Ήταν στ΄ όνειρο καβάλα
είχε ολόχρυσο σπαθί
μες τα μάτια του ψιχάλα
και παλιά βροχή

Στα νερά του Ιορδάνη
βρήκε ένα ληστή.

Είναι δύσκολο του λέω,
τέτοια μέρα που περνάς
έχεις μάνα στο νυχτέρι
σπίτι σου να πας.

Είναι μαύρο το κουβάρι
παλικάρι που κρατάς
την κλωστή που δεν αντέχει
μην τηνε τραβάς.

Βγήκε νύχτα στο σεργιάνι
για να βρει τη λησμονιά
κι είδε κόσμο στη μεγάλη
πόρτα του φονιά

Κι είδε και στο σπιτικό σου
-το θυμάμαι και πονώ –
έναν άγγελο να βγαίνει
μέσα απ’ τον καπνό.

Στα νερά του Ιορδάνη
βρήκε το Χριστό.

Η κόκκινη γυναίκα, αναγγέλλει τη συνάντηση του Οδοιπόρου με το μεθυσμένο κορίτσι:

Ήρθε καιρός που ο Οδοιπόρος θα δοκιμάσει μες την πόλη του κόσμου την κατακραυγή κι από το φόβο σ’ ένα λιμάνι θα βρεθεί. Κι ένα κορίτσι μεθυσμένο, πληγωμένο, μαζί του θα συναντηθεί κι εκείνος θα το λυπηθεί.

«Κρίση» λέει ο Χατζιδάκις. «Ο Οδοιπόρος τραγουδάει τη συνάντησή του με το μεθυσμένο κορίτσι».

Στο σταυρό στο Γολγοθά με πας
και φωτιά σκορπάς.
Τα φτερά που μούδωσες φορώ
κι όλο προχωρώ.

Στα καφενεία
τον κόσμο παίζουν στα χαρτιά.
Ποιος θα γλιτώσει
της νύχτας τη λαβωματιά.

Τον καιρό τον είδα σα φονιά
μια Πρωτοχρονιά.

Στο σταυρό στο Γολγοθά με πας
κι αστραπές σκορπάς
Τα παιδιά δε μούδωσαν να πιω
και πολύ διψώ.

Μα ποιος κερδίζει
σε χαλασμένη ζυγαριά;
Ποιος ταξιδεύει
χωρίς πυξίδα στο βοριά;

Οι ληστές σκορπίσαν τις χαρές
μες τις αγορές.

Και πάλι, η κόκκινη γυναίκα:
Μα το κορίτσι μεθυσμένο ήξερε τάχα να τον δει; Κι έτσι όπως έκλαιγε πάνω στο λόφο, ήταν με θλίψη ή από κρυφή οργή; Θα τον βοηθήσει ν’ αγαπήσει ή θα του πάρει τη ζωή;

«Το αίνιγμα» λέει ο Μάνος Χατζιδάκις.

Δεν τραγουδάει κανείς, παίζει μονάχα η ορχήστρα, με εκείνο τον παράξενο και γοητευτικό ήχο που άκουγα για πρώτη φορά. Όταν τελείωσε το κομμάτι, ο Χατζιδάκις γύρισε προς τον Ελευθερίου’ «αυτό είναι το πρώτο μέρος, με τον οδοιπόρο και το μεθυσμένο κορίτσι» είπε. «Πώς σου φάνηκε;»
Ο Ελευθερίου έμεινε για λίγο ατάραχος, σα Βούδας. «Ο Μαρκόπουλος γράφει πιο ζωηρά, αυτός θα κάνει σουξέ!» είπε – και ξέσπασαν όλοι σε γέλια. «Θέλετε κάτι κύριε Χατζιδάκι;» ρώτησε ο Ζαχαριουδάκης, «Όχι τώρα, συνεχίζουμε! Παιδιά, μέρος δεύτερο, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης. Κύριε Σμυρναίε, το νου σας στο τρελό κορίτσι με τα μωβ!»

Όλοι συσπειρώθηκαν και ξεκίνησε το δεύτερο μέρος.
Αυτά είπε ο Ζαρατούστρας και καθένας μπορεί να λέει τα δικά του.
Για το Μεθυσμένο Κορίτσι το αίνιγμα παραμένει. Στ’ αλήθεια αναγνώρισε το σώμα του Αλκιβιάδη όταν συνάντησε πρώτη φορά τον Οδοιπόρο, ή τον θυμήθηκε σαν τούκοψε με το μαχαίρι το κεφάλι; Στ’ αλήθεια ήταν ένα κορίτσι λυπημένο που είχε διαλύσει τα όνειρά του και προσπαθούσε τώρα να τα συνδέσει ξανά με λεπτομέρειες ζωντανές ή έκρυβε μέσα του μια πρωτογονική κακία; Ο Αλκιβιάδης ήταν χορευτής ή χόρευε γιατί δεν είχε άλλο τρόπο να εκφραστεί; Τέλος, το Μεθυσμένο Κορίτσι ήταν στ’ αλήθεια μεθυσμένο, ή εμείς το βλέπαμε έτσι, καθώς εκείνο λειτουργούσε φυσικά μέσα στους νόμους τους ονειρικούς; Αυτά δεν τα είπε ο Ζαρατούστρας κι έτσι ο καθένας λέει τα δικά του.

«Το μεθυσμένο κορίτσι, τραγουδάει ο νέος με τα μέταλλα» ανήγγειλε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Μες το κρύο μες τ’ αγιάζι
το κορίτσι μου βουλιάζει
το σκεπάζει τ’ αναφιλητό.

Χάθηκαν τα ξεροβόρια
σπάν’ τα ζάρια τρία αγόρια
το κορίτσι κλαίει σαν το Χριστό.

Μεθάει κι ανοίγει μια τρελή πηγή
το στόμα γίνεται πληγή
έχει το μίσος φτιάξει φυλαχτό
παίζει με το Θάνατο κρυφτό.

Έχει στα μαλλιά κορδέλες
στο κορμί της χίλιες βδέλλες
και στο πλάι το Χάροντα σκυφτό.

Απ’ τα μάτια της δυο στάλες
κι απ’ τα χείλη πέφτουν κι άλλες
ο καιρός χτυπάει σαν κεραυνός.

Ποιος της έδωσε μαχαίρι
ποιος αγέρας θα τη φέρει
για ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός.

Με το μαχαίρι κόβει τη σιωπή
κι είναι σαν πέτρα σκυθρωπή
μπλέκει τα χέρια κάνει προσευχή
ποιος θα της δώσει μιαν ευχή;

Μες το κρύο μες τ΄ αγιάζι
το κορίτσι μου τρομάζει
πεθαμένο τρέχει στη βροχή.


Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, που αντικατέστησε τη γυναίκα με τα κόκκινα, μας αφηγείται τη συνέχεια της ιστορίας:

Σαν είδαν τα πουλιά το σώμα του Αλκιβιάδη κατά γης, φύγαν μακριά. Χωρίς να χαιρετίσουνε τους φίλους κι αδερφούς. Χωρίς να προφτάσουνε να δώσουνε μηνύματα για τους εχθρούς. Από τη μέρα εκείνη γιορτάζουμε «τη θλιβερά επέτειο της φυγής των»

«Η επέτειος. Τραγουδάει η κόκκινη γυναίκα» είπε ο Χατζιδάκις.
Σαν και χτες
τα πουλιά ξεκινήσαν
για του ανέμου τις πηγές
ανοιχτές
οι πληγές
μας σφραγίσανε για πάντα τις γιορτές.

Πες μου που-
πες μου που θα αράξουν τα πικρά
πουλιά
για να στείλω της αγάπης δυο
φιλιά
και να πλέξω μιαν ολόχρυση
ποδιά
να τυλίξω μες τον ύπνο τα
παιδιά…

που κοιτάν
τα πουλιά
σαν κινάν
κι όλο παν
μακριά
πέρα στο Νοτιά.

Μαγικές
ζωγραφιές
σαν τα όνειρα που πλάθουν συννεφιές
και στιγμές
θλιβερές
σαν τα όνειρα που σμίγουν τις ψυχές

Δεν μπορώ
να προβλέψω που θ’ αστράψει
ο ουρανός
που θα πέσει να ξαπλώσει
ο κεραυνός
τη στιγμή που θάχει αρχίσει
ο εσπερινός
και θ’ αρπάζει με θυμό
ένας γερανός…

τα παιδιά
που κοιτάν
τα πουλιά
καθώς φεύ-
γουν γυμνά
μες την παγωνιά.

Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, δίνει μιαν αναπάντεχη διάσταση στη συνέχεια:


Το σώμα του Αλκιβιάδη ανασηκώθηκε. Απέκτησε κεφάλι αρχαϊκό και μπήκε ευθύς σ’ ένα περίπτερο για να πουλάει τσιγάρα. Μα η κάψα του καλοκαιριού και οι ρυθμοί που παίζαν οι γειτόνοι δεν τον άφηναν σε ησυχία. Γι’ αυτό τις νύχτες και ιδιαίτερα τις ώρες τις μικρές, έβγαζε όλα τα ρούχα του κι έτσι όπως ήτανε γυμνός, χόρευε στη μικρή πλατεία ατέλειωτα, ώσπου να ξημερώσει.

Ο Χατζιδάκις αναγγέλλει: «Ο Αλκιβιάδης. Τραγουδούν το κίτρινο κορίτσι και η κόκκινη γυναίκα μαζί»

Στην πλατεία
καίει ο πυρετός
Ένα αγόρι
πετάει σαν αητός.

Μας χαρίζει τραγούδια και καπνό
δεν μιλάει μα κοιτά τον ουρανό.

Στην πλατεία
γέρνουν οι μυρτιές
μα τ’ αγόρι
πηδάει μες τις φωτιές.

Το τραγούδι
σβήνει στον καιρό
μα τ’ αγόρι
κλέβει το χορό.

Το κεφάλι θα κόψω απ΄ το λαιμό
να το βλέπω μες στ’ όνειρο χλωμό.

Χελιδόνι
Φύγε στο Νοτιά
Ξημερώνει
έσβησε η φωτιά.

Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, παίρνει πάλι το λόγο, για να μας δείξει το μεθυσμένο κορίτσι μέσα στον τρελό κόσμο. Ακολουθεί το τραγούδι «ο τρελός κόσμος», που το τραγουδάει και πάλι ο νέος με τα μέταλλα.

Ο κόσμος γύρω μας είναι τρελός. Φαντάζει σαν παλιές φωτογραφίες που μας κοιτάζουνε τυραννικά και μας προστάζουνε να θυμηθούμε αυτό που δεν ορίζουμε, ό,τι δεν μας ανήκει. Το Μεθυσμένο Κορίτσι οργίζεται και σκίζει τις φωτογραφίες σκοτώνοντας περαστικούς, πνίγοντας με τα χέρια της ευσπλαχνικούς κυρίους – πρόσωπα ανύπαρκτα, νεκρά για το δικό μας κόσμο τον φανταστικό. Τον μόνο κόσμο που έπλασε ο Θεός με τη βοήθεια των καπνών, των φυτών και των μυρωδικών.

Μαύρο παιδί
κανείς δε σ’ έχει δει.

Σημάδι μαγικό
και μάτι φονικό
σε βλέπω τώρα στον γκρεμνό
σώμα γυμνό.

Τι πιστεύεις
τι γυρεύεις
στον ουρανό;

Μια κραυγή
βάφει τον κόσμο με οργή
το παιδί θα πνιγεί
μεθαύριο την αυγή.

Μαύρη σκιά
φύγε μακριά.

Η φλόγα του κεριού
ξεγελά
μα σιωπηλά
καίει το κορμί
δίχως πάθος κι ορμή.

Μαύρο παιδί
ποια νύχτα σ’ έχει δει;

Τραγούδι και βροχή
χαμένη προσευχή
ο κόσμος έγινε πληγή
και τρέμει η γη.

τι πιστεύεις
τι γυρεύεις
χωρίς ψυχή;

Μια φωνή
άγρια τη νύχτα θρηνεί
κι έτσι σβήνει η γιορτή
σαν καμένο χαρτί.

Μαύρη σκιά
στάσου μακριά

Φωνάζουν οι τρελοί
και οι σοφοί
ότι ξανά
θα γεννηθεί
όποιος τώρα χαθεί.
Ο προβολέας φωτίζει και πάλι το τρελό κορίτσι με τα μωβ:
Μια στέρνα, ένα πηγάδι, απαιτεί προσήλωση και κοίταγμα προσεκτικό μέσα στ’ ακίνητο νερό μη τύχει και φανερωθεί ταγμένο πρόσωπο ιερό πίσω απ’ το είδωλό μας. Κι αν απ’ τα αστέρια που πηδούν σχηματισθείς εσύ, λατρευτικός, φανταστικός μες την ακίνητη διαφάνεια του νερού, τότε κι εγώ προσεκτικά θα βυθιστώ μες το πηγάδι, θα χαθώ, παντοτινά μαζί σου θα ενωθώ, ως την καινούρια αρχή του κόσμου, στο σκοτάδι.

«Οράματα. Τραγουδούν το κορίτσι και η κόκκινη γυναίκα» λέει ο Χατζιδάκις.

Φως και νερό
στο πηγάδι κοιτώ
τ’ άστρα μετρώ στο βυθό
το πρόσωπό σου προσπαθώ
να θυμηθώ.

Στο βυθό
θα βρεθούμε εσύ κι εγώ.

Φως και κρασί
το πηγάδι κι εσύ.

Μες στο νερό ταραχή
του κόσμου γίνεται η αρχή
απ’ την ψυχή.

Στο βυθό
θα σε βρω και θα χαθώ.

Το τρελό κορίτσι με τα μωβ μας αφηγείται το τέλος της ιστορίας, όπου κυριαρχεί ο φόβος. Ακούγεται και το τελευταίο τραγούδι, από τον νέο με τα μέταλλα.

Βυθίστηκε το μεθυσμένο κορίτσι στο νερό. Για πάντα χάθηκε. Τι απόμεινε στους παγωμένου δρόμους; Μονάχα ο φόβος. Τώρα που το κορίτσι δεν κυκλοφορεί πήραν κουράγιο οι λογικοί και κυβερνούν αυτούς που έχουν το θάρρος να ονειρεύονται. Τώρα που το κορίτσι χάθηκε απ’ τους δρόμους, κυκλοφορεί πανίσχυρος στην πολιτεία ο Φόβος.

Φόβος φόβος
Το βλέμμα αυτό – που με τυραννά
του κοριτσιού – που μόνο γυρνά
δίχως νόμο – μες το δρόμο.

Μ’ ένα πάθος εχθρικό
το πλήθος γύρω σου νεκρό
σε προσπερνάει
με πανικό.

Δεν υπάρχω ούτε μπορώ
τα χείλια σου να ξαναβρώ
να σε φιλήσω
και να σωθώ.

Φόβος φόβος
Χίλια πόδια χίλια χέρια
πληγωμένα καλοκαίρια
απ’ το φόβο
μες το φόβο.

Κι αν το αίμα ξεχειλίσει
σαν ποτάμι θα κυλήσει
μες το φόβο
απ’ το φόβο.

Οι βροχές δεν σταματούν
χιλιάδες μάτια σε κοιτούν
σ’ αναγνωρίζουν
και σε ρωτούν.

Αν υπάρχεις κι αν μπορείς
να βρεις το δρόμος σου νωρίς
μη σε προφτάσει
και σε δικάσει
η οργή της Γης.
Στάσου φύγε
Γειά σου μόνος

Θα…χα…θώ…

Μόλις έσβησαν οι τελευταίες νότες, ακούστηκε ένα δυνατό χειροκρότημα, από τον Μάνο Ελευθερίου.
Αυθόρμητα χειροκροτήσαμε κι εγώ με τον Ζαχαριουδάκη – και το αφεντικό που παρακολουθούσε τόση ώρα χωρίς να τον έχουμε πάρει είδηση.
Οι μουσικοί και οι τραγουδιστές είχαν καρφώσει τα μάτια τους στον συνθέτη. «Καλά…» είπε ο Χατζιδάκις, «δυο τρία σημεία που πρέπει να προσέξουμε, θα σας τα πω μετά. Διάλειμμα τώρα!»

Ο Χατζιδάκις προχώρησε προς το τραπέζι που καθόταν ο Ελευθερίου. Κάθισε, έβαλε ένα τσιγάρο στην πίπα του και το άναψε. «Ώστε ο Μαρκόπουλος γράφει πιο ζωηρά, ε; θα το θυμάμαι!» Γέλασαν όλοι, ακόμα κι εγώ.

Ξαφνικά ο Χατζιδάκις στράφηκε προς το μέρος μου.
«Σου άρεσε εσένα;» με ρώτησε.
«Πολύ» απάντησα, με ειλικρίνεια.
«Για πες μου τότε, τι κατάλαβες;»
Έμεινα άναυδος, αλλά στο τέλος ψιθύρισα την αλήθεια:
«τίποτα…»
Γέλασαν όλοι – κι εγώ κοκκίνισα, αλλά δεν παρεξηγήθηκα.
«Όταν το ξανακούσω, θα καταλάβω!» είπα με αυτοπεποίθηση.

Ο Μάνος Ελευθερίου χτύπησε την πίπα του στο πλάι του τραπεζιού, άδειασε τα καμένα και άρχισε να την ξαναγεμίζει. «Θα καταλάβεις ένα μέρος» είπε ήσυχα. «Ένα πρώτο επίπεδο. Μετά, με τον καιρό, θα καταλαβαίνεις όλο και περισσότερα». Ο Μάνος Χατζιδάκις γέλασε και είπε: «Στο τέλος θα καταλαβαίνει περισσότερα κι από εμάς που το γράψαμε! Δεν είναι τίποτα πολύπλοκο Μάνο, θέλει απλώς άσκηση, όπως όλα τα ακριβά πράγματα! Με συγχωρείτε τώρα, πάμε πάλι πρόβα…»

Ο Ζαχαριουδάκης μου έγνεψε να φύγουμε. «Θα μείνω. Θέλω να το καταλάβω!» του είπα.
*
Μια πρώτη μορφή του έργου τελείωσε τις πρωινές ώρες της 25ης Οκτωβρίου 1973 και ολοκληρώθηκε στην οριστική του μορφή στις 16 Ιανουαρίου 1974,σημειώνει ο Μάνος Χατζιδάκις.

Έχουν περάσει κιόλας 32 χρόνια. Η ακρόαση του έργου υπήρξε για μένα μια συγκλονιστική αποκάλυψη: ένας ποιητικός και μουσικός θησαυρός, ένα από τα πολλά κορυφαία επιτεύγματα του μεγάλου Μάνου Χατζιδάκι, μια υψηλή αισθητική απόλαυση – και συνάμα μια ασυνήθιστα τολμηρή πρόσκληση για κατάδυση στα βαθιά σκοτάδια της ανθρώπινης τραγωδίας, για αναζήτηση αυτογνωσίας – χωρίς δεδομένο το χάπυ έντ. Μάλλον, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει χάπυ έντ.

.................
διαβάστε περισσότερα εδώ: Η καλύβα ψηλά στο βουνό