Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

Gabriela Mistral — Δώσ’ μου το χέρι σου / Dame la mano - Give Me Your Hand

Δώσ’ μου το χέρι σου και θα χορέψουμε
Δώσ’ μου το χέρι και θα μ’ αγαπάς.
Σαν ένα λουλούδι μόνο θα είμαστε
Σαν ένα λουλούδι – κι άλλο τίποτα πια.

Την ίδια στροφή θα τραγουδάμε,
Στο ίδιο βήμα χορό θα πατάς.
Σαν ένα στάχυ θα κυματίζουμε,
Σαν ένα στάχυ – κι άλλο τίποτα πια.

Σε λένε Ρόσα κι εμένα Ελπίδα,
Όμως το ίδιο σου τ’ όνομα θα το ξεχνάς
Γιατί σαν ένας χορός πάνω στο λόφο θα είμαστε
Σαν ένας χορός – κι άλλο τίποτα πια...
Μετάφραση: Δημήτρης Αγγελής
Dame la mano

Dame la mano y danzaremos;
dame la mano y me amarás.
Como una sola flor seremos,
como una flor, y nada más...

El mismo verso cantaremos,
al mismo paso bailarás.
Como una espiga ondularemos,
como una espiga, y nada más.

Te llamas Rosa y yo Esperanza;
pero tu nombre olvidarás,
porque seremos una danza
en la colina y nada más...
👦👧👦👧👦👧👦👧

Give Me Your Hand

Give me your hand and give me your love,
give me your hand and dance with me.
A single flower, and nothing more,
a single flower is all we'll be.

Keeping time in the dance together,
you'll be singing the song with me.
Grass in the wind, and nothing more,
grass in the wind is all we'll be.

I'm called Hope and you're called Rose:
but losing our names we'll both go free,
a dance on the hills, and nothing more,
a dance on the hills is all we'll be.

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

Τόλης Νικηφόρου — Ένα παιδί / «κρύβω μέσα μου ένα παιδί/απαρηγόρητο/που θάθελε να φτιάξει τη ζωή/στα μέτρα της καρδιάς του»

Βαλεντίν ΣερόφVIVACITY OF CHILDHOOD IN THE PORTRAIT “MIKA MOROZOV” (1901)
Mε το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι 
κοιτάζω εκστατικά 
πίσω απ’ τις στάλες της βροχής 
ένα πολύχρωμο κόσμο 

κρύβω μέσα μου ένα παιδί 
με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες 
μέσα στο χειμώνα 
ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια 
για το γατάκι του που πέθανε 
για το λουλούδι που μαράθηκε 
για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή 
κρύβω μέσα μου ένα παιδί 
με τρύπιο παλτό 
που λαχταράει τα ζεστά κάστανα 
την γειτονιά και τους φίλους 
την άνοιξη που θάρθει 

κρύβω μέσα μου ένα παιδί 
που δεν δέχεται 
πώς μπορώ να γελάω 
όταν την ίδια στιγμή 
κάποιος κλαίει 

κρύβω μέσα μου ένα παιδί 
απαρηγόρητο 
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή 
στα μέτρα της καρδιάς του 

Τόλης Νικηφόρου, από τη συλλογή «Τα αναρχικά», 1979

Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Στήν Τζένη*

Εἶχες μέσα σου χρώματα νά ὑφάνεις
τόν κόσμο σου δίπλα στόν κόσμο μου.

The painting shows Samantha smiling sweetly 
as she holds a bunch of flowers and clutches a letter.

Εἶχες μέσα σου χρώματα νά ὑφάνεις
τόν κόσμο σου δίπλα στόν κόσμο μου.
Ἐγώ εἶχα λέξεις, ἐσύ εἶχες φῶς.
Ἀλλά ἦρθε στόν ὕπνο μου χτές
ἕνας ἄγγελος καί μοῦ χάιδεψε
τήν καρδιά, λέγοντάς μου πώς ὄχι
τά διάφανα σάν ψυχές παιδικές,
ἤ ἕνα μέρος τῆς αὐγῆς χρώματά σου
ἀκόμη δέν τά παράδωσες.

* αφιερωμένο στην κόρη του, Ευγενία Βρεττάκου-Παπαδημητρίου
Αθήνα, Τα Τρία Φύλλα, 1986.
nikiforosvrettakos

Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017

Θανάσης Χατζόπουλος — Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά

Ένα παιδί την ώρα που κοιμάται
Ονειρεύεται
Στο λίκνο της ανάσας του
Βγάζει έναν φθόγγο, έναν αναστεναγμό
Ακούγεται μια φυσαλίδα ν’ ανεβαίνει

Ύπνε που φέρνεις τα παιδιά, έλα φέρε και τούτο…

Ένα παιδί την ώρα που κοιμάται
Ταξιδεύει
Στο κύμα του ιδρώτα του
Πνέει η αύρα της ζωής με τις εικόνες της
Στο άλμπουρο χτυπάει το πανί, τεντώνεται

Ύπνε που φέρνεις τα παιδιά, έλα φέρε και τούτο…

Ένα παιδί την ώρα που κοιμάται
Μεγαλώνει
Έναν έρωτα που βρίσκει μες στο σώμα του
Μια ιστορία στους χτύπους της καρδιάς του
Στους βράχους της αλλάζει τη ροή της

Ύπνε που φέρνεις τα παιδιά, έλα φέρε και τούτο…

Ένα παιδί την ώρα που κοιμάται
Διασταυρώνεται
Στ’ αλώνια με του Διγενή το πάθος
Τα πόδια του απλώνει και σηκώνεται με μια κραυγή
Ένα σπαθί γυαλίζει πλάι στο γυμνό του κράτος
Από τη συλλογή «Πρόσωπο με τη γη»
εκδ. Γαβριηλίδης, 2012
andro

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού. «Φτιάχνουμε λουλουδένια δαχτυλίδια κι αρραβωνιαζόμαστε με τα δέντρα, με τον αέρα, με την πρώτη σιωπή»

(απόσπασμα)

ΑΝΕΒΗΚΑΜΕ στα φτερά των χελιδονιών για να κόψουμε
λουλούδια από τον ουρανό.
Δεν έχει ο αγέρας του καλοκαιριού κανένα μυστικό για μας που
περπατάμε ξυπόλυτοι στα χόρτα και μιλάμε στα τζιτζίκια τη γλώσσα
του ήλιου.
Η φωτιά κάηκε ολόκληρη και γίνηκε πάλι φωτιά.
Φτιάχνουμε λουλουδένια δαχτυλίδια κι αρραβωνιαζόμαστε με τα
δέντρα, με τον αέρα, με την πρώτη σιωπή.
Κάθε λιθάρι μας ξέρει όπως εμείς ξέρουμε κάθε αστέρι που κοιμάται
στο νερό.
Τα βράδια οι ακακίες περνούν απέξω απ’ τα παράθυρα μας, πηδάνε
το ανοιχτό περβάζι μας κι αφήνουν στο ποτήρι ένα κλωνάκι ολάνθιστο.
Φέραμε πάλι στο μεγάλο πράσινο χωράφι τον εύθυμο θεό των
αμπελιών, που απ’ τα γένια του στάζουν οι μούστοι, που τα πόδια του
μοιάζουν με του τράγου κι όμως το βλέμμα του είναι μαλακό και
τρυφερό σαν του Χριστού.
Χτες και προχτές, όλη νύχτα, πασκίζαμε να μετρήσουμε τ’ άστρα.
Και τ’ άστρα είναι τόσα, όση κι η καρδιά μας, κι η καρδιά μας είναι
πιο πολύ απ’ τ’ άστρα.
Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά. Είχανε κλείσει ένα
σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν
κάτου απ’ το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από
πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο.
.............

Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017

Διονύσιος Σολωμός — Η Ξανθούλα. Εφούσκωνε τ' αέρι λευκότατα πανιά ωσάν το περιστέρι που απλώνει τα φτερά

Την είδα την Ξανθούλα,
την είδα ψες αργά
που εμπήκε στη βαρκούλα
να πάη στην ξενιτιά.


Εφούσκωνε τ' αέρι
λευκότατα πανιά
ωσάν το περιστέρι
που απλώνει τα φτερά

Εστέκονταν οι φίλοι
με λύπη με χαρά
και αυτή με το μαντίλι
τους αποχαιρετά.

Και το χαιρετισμό της
εστάθηκα να ιδώ,
ως που η πολλή μακρότης
μου το 'κρυψε κι αυτό

Σ' ολίγο, σ' ολιγάκι
δεν ήξερα να πω
αν έβλεπα πανάκι
ή του πελάγου αφρό·

και αφού πανί, μαντίλι
εχάθη στο νερό
εδάκρυσαν οι φίλοι,
εδάκρυσα κ' εγώ.


Δεν κλαίγω για τη βαρκούλα,
δεν κλαίγω τα πανιά,
μόν’ κλαίγω για την Ξανθούλα
που πάει στην ξενιτιά.

Δεν κλαίγω τη βαρκούλα
με τα λευκά πανιά,
μόν' κλαίω την Ξανθούλα
με τα ξανθά μαλλιά.

H «Ξανθούλα» ανήκει στα νεανικά ποιήματα του Σολωμού, τα οποία γράφτηκαν στο διάστημα 1818-1823.
Ο ποιητής ήταν τότε σε νεαρή ηλικία και δοκιμαζόταν στους ρυθμούς και στη χρήση της γλώσσας, αφού η κύριά του γλώσσα ήταν η ιταλική.
Η «Ξανθούλα»
είναι ποίημα με λυρικό περιεχόμενο. Θέμα του είναι η περιγραφή των συναισθημάτων που δημιουργούνται από την αναχώρηση ενός αγαπημένου προσώπου, της Ξανθούλας, για την ξενιτιά.

Ο ποιητής αφηγείται την αναχώρηση της Ξανθούλας για την ξενιτιά, που πραγματοποιήθηκε αργά το προηγούμενο βράδυ.

Η Ξανθούλα επιβιβάστηκε σ’ ένα καράβι με κάτασπρα πανιά και αποχαιρετούσε τους φίλους της μ’ ένα μαντίλι που κρατούσε στο χέρι. Σε λίγο το μαντίλι, τα πανιά και η μορφή της Ξανθούλας χάθηκαν, καθώς η βάρκα απομακρυνόταν ολοένα και πιο πολύ από το λιμάνι. Τότε όλοι οι φίλοι της, και μαζί μ’ αυτούς κι ο ποιητής, δάκρυσαν.