— Κοίτα! Μικροί... μεγάλοι... μια παρέα!
— Να 'χουν να θυμούνται, να
'χουν να τους θυμούνται....
Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΕΔΟΥΣΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΕΔΟΥΣΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 27 Μαΐου 2023
Πέμπτη 13 Απριλίου 2023
Βασιλική Δεδούση — 13/04/2003
Στην πιο γλυκιά ώρα της μέρας
ένα κομμάτι τ' Ουρανού διάπλατα άνοιξε.
Εικοσιένας Άγγελοι πήραν το δρόμο για τη γη….
Σαρανταδυό ανέβηκαν….
Δεν ξεχώριζα τον συνοδό
από τον καινουριοφερμένο.
Στα λευκά… όλοι στα λευκά,
που χρύσιζαν….
Μόνο στα μάτια διέφεραν,
γαλανά των Αγγέλων
καστανά και μαύρα γαλανά και πράσινα
του Κωστή, της Όλγας, της Ευανθίας, του Ηλία….
Μα σε όλα τα μάτια το ίδιο χαμόγελο,
το ίδιο κοκκίνισμα στα μάγουλα,
η ίδια ευτυχία στην καρδιά.
Χειλάκια σαν τριαντάφυλλα,
αβασάνιστα από του έρωτα τα πάθη,
χεράκια άμαθα,
καρδούλες απονήρευτες….
Άνοιξε πάλι η πύλη τ' Ουρανού…
στη σειρά τους περίμεναν
εκατοντάδες άγγελοι σκουρόχρωμοι,
ο Αχμέτ… η Ζαΐρα…ο…ο…η…[*]
έγιναν ένα με τα τραγούδια τους
μια συντροφιά μεγάλη....
Χαρούμενοι πήραν το δρόμο για πάνω…
Όλα τους πίσω άφησαν
Όλα τους πίσω άφησαν
το αίμα, τον πόνο,
οι ψυχές
δεν ακρωτηριάζονται,
δε μολύνονται.
Δεν θυμούνται
οι ψυχές στον Παράδεισο…
ξεχνούν θορύβους, ψέματα,
αθλιότητα,
τη δική μας αθλιότητα
των νεκροζώντανων….
[*] μαίνεται ο πόλεμος στο Ιράκ
περισσότερα στο χαμομηλάκι
Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2022
Βασιλική Δεδούση — Το τραγούδι της μάνας
Ζωντανό προσκεφάλι η καρδιά μου
να βρίσκουν τα παιδιά αναπαμό.
Η λαχτάρα, παραστάτης της ζωής μου,
μόνιμη ευπρόσδεκτη σύνοικος
και στο στόμα μου πάντα ευχές-προσευχές.
να βρίσκουν τα παιδιά αναπαμό.
Η λαχτάρα, παραστάτης της ζωής μου,
μόνιμη ευπρόσδεκτη σύνοικος
και στο στόμα μου πάντα ευχές-προσευχές.
| Mother and Children in an Interior by Bernard Pothast |
—Φεύγεις παιδί μου;
Στο Καλό…
Με Καλό…
Καλό δρόμο και η πορεία σου Ευθεία…
—Ήρθες παιδί μου;
Καρδιάς καλωσόρισμα
και το βλέμμα αστείρευτων λόγων πηγή.
Σαν τη δική μου αγάπη, καμιά!
Σαν της μάνας τη χαρά και τον πόνο κανένας!
Αγαπάει πριν να δει.
Πάνω απ´ τη νάκα, πάνω απ’ το λίκνο,
πλάθει πορεία ουρανόδρομη ονείρων!
«Κοιτάξτε το! Δεν είναι πανέμορφο;
Είν’ το παιδί μου!
Έκανε λάθη; Έσφαλλε;
Κανείς να μην πει ότι τόθελε.
Να μην το μαλώσει κανένας,
γιατί είν’ το παιδί μου
Πρόκοψε; Καμαρώστε το! Είναι παιδί μου!»
Απ’ το δικό του το στόμα μια λέξη μονάχα μου είν’ αρκετή:
Μάνα!
Τέσσερα γράμματα όλος μου ο κόσμος
—Μάνα…
—Τι είναι καμάρι μου; Τι έχεις παιδί μου;
Τι σου συμβαίνει ψυχή μου;
Καλά, μη μου πεις.
Ξέρω!
Σε πλήγωσαν; Πλήγωσες;
Σε πρόδωσαν; Πρόδωσες;
Σ’ αδίκησαν; Κάποιον αδίκησες;
Εγώ είμαι εδώ.
Η αγκαλιά μου λιμάνι γαλήνιο κι απάνεμο,
έλα να ξαποστάσεις.
Το δικό μου το χάδι ελευθερίας αίσθηση.
Η ανάσα μου άρωμα ανοιξιάτικης αύρας
Αν μπορούσα, δίχτυ αγάπης πυκνό,
αδιαπέραστο κι άφθαρτο θα 'πλεκα
και μπροστά στα παιδιά μου θα το 'στηνα,
προστασία –όσο ζω κι αφού φύγω-
απ’ του κακού τους ανέμους,
απ’ το φθόνο του κόσμου κι απ´ τ´ άδικο.
Στημόνι, οι Ελπίδες,
Υφάδι, της Αγάπης τα Όνειρα
και οι σκέψεις, σαϊτιές επιδέξιες.
Θεέ μου,
μέσα στο στέρνο μου
της ουράνιας φλόγας τη ζέστα πιθώνοντας,
μ´ έκαμες Μάνα της Καρδιάς και όχι του εστίχτου.
Δεν γεννώ, έτσι απλά·
δια βίου τα μωρά μου ανατρέφω.
Με το είναι μου όλο –όσο ζω κι αφού φύγω-
τους ανεκτίμητους καρπούς μου φροντίζω.
Στο Καλό…
Με Καλό…
Καλό δρόμο και η πορεία σου Ευθεία…
—Ήρθες παιδί μου;
Καρδιάς καλωσόρισμα
και το βλέμμα αστείρευτων λόγων πηγή.
Σαν τη δική μου αγάπη, καμιά!
Σαν της μάνας τη χαρά και τον πόνο κανένας!
Αγαπάει πριν να δει.
Πάνω απ´ τη νάκα, πάνω απ’ το λίκνο,
πλάθει πορεία ουρανόδρομη ονείρων!
«Κοιτάξτε το! Δεν είναι πανέμορφο;
Είν’ το παιδί μου!
Έκανε λάθη; Έσφαλλε;
Κανείς να μην πει ότι τόθελε.
Να μην το μαλώσει κανένας,
γιατί είν’ το παιδί μου
Πρόκοψε; Καμαρώστε το! Είναι παιδί μου!»
Απ’ το δικό του το στόμα μια λέξη μονάχα μου είν’ αρκετή:
Μάνα!
Τέσσερα γράμματα όλος μου ο κόσμος
—Μάνα…
—Τι είναι καμάρι μου; Τι έχεις παιδί μου;
Τι σου συμβαίνει ψυχή μου;
Καλά, μη μου πεις.
Ξέρω!
Σε πλήγωσαν; Πλήγωσες;
Σε πρόδωσαν; Πρόδωσες;
Σ’ αδίκησαν; Κάποιον αδίκησες;
Εγώ είμαι εδώ.
Η αγκαλιά μου λιμάνι γαλήνιο κι απάνεμο,
έλα να ξαποστάσεις.
Το δικό μου το χάδι ελευθερίας αίσθηση.
Η ανάσα μου άρωμα ανοιξιάτικης αύρας
Αν μπορούσα, δίχτυ αγάπης πυκνό,
αδιαπέραστο κι άφθαρτο θα 'πλεκα
και μπροστά στα παιδιά μου θα το 'στηνα,
προστασία –όσο ζω κι αφού φύγω-
απ’ του κακού τους ανέμους,
απ’ το φθόνο του κόσμου κι απ´ τ´ άδικο.
Στημόνι, οι Ελπίδες,
Υφάδι, της Αγάπης τα Όνειρα
και οι σκέψεις, σαϊτιές επιδέξιες.
Θεέ μου,
μέσα στο στέρνο μου
της ουράνιας φλόγας τη ζέστα πιθώνοντας,
μ´ έκαμες Μάνα της Καρδιάς και όχι του εστίχτου.
Δεν γεννώ, έτσι απλά·
δια βίου τα μωρά μου ανατρέφω.
Με το είναι μου όλο –όσο ζω κι αφού φύγω-
τους ανεκτίμητους καρπούς μου φροντίζω.
(απόσπασμα από το έργο Προμηθεύς Πυρφόρος)
πρώτη ανάρτησηΔευτέρα 9 Αυγούστου 2021
Βασιλική Π. Δεδούση — Ελλάδα, «Γη του πυρός...»
Μαύρη Παρασκευή του 2007
Πατρίδα μας,
τα χαρακωμένα πρόσωπααπ’ τις ανελέητες αχτίνες
στις λιόπυρες αρένες της Δήμητρας.
Πατρίδα μας,
οι ρόζοι στα χέρια,
οι ρόζοι στα χέρια,
π' απλώνονται
ανοιγμένα σε δέηση απόγνωσης.
Πατρίδα μας,
το κατακόκκινο πονεμένο βλέμμα
που αντιφεγγίζει τις παμφάγες φλόγες.
Πατρίδα μας, και ψυχή της,
οι στάχτες της ΜΑΝΑΣ
που καλύπτουν προστατευτικά
τα χαμομηλάκια της,
τα άνθια της ζωής της,
εκεί… εκεί…, στον ελαιώνα
του Μαρτυρίου....
ανοιγμένα σε δέηση απόγνωσης.
Πατρίδα μας,
το κατακόκκινο πονεμένο βλέμμα
που αντιφεγγίζει τις παμφάγες φλόγες.
Πατρίδα μας, και ψυχή της,
οι στάχτες της ΜΑΝΑΣ
που καλύπτουν προστατευτικά
τα χαμομηλάκια της,
τα άνθια της ζωής της,
εκεί… εκεί…, στον ελαιώνα
του Μαρτυρίου....
Βασιλική Π. Δεδούση
Σάββατο 27 Μαρτίου 2021
Βασιλική Δεδούση — Ρέα
Χορός
Έλα, Μάνα, κοντά μας,[1]
έλα τα πάθια σου να πεις
της καρδιάς σου το βάρος να γενεί αλαφρύτερο.
Έλα, Ρέα, έλα.
Οι στεναγμοί σου των ανέμων ανάσες βαριές,
βρυχηθμός των απύθμενων της Γαίας βαράθρων,
βουή των βυθών,
χειμάρρων πάταγος σε άπονα βράχια,
νυχτερινές θρηνωδίες, των δασών αντιβούισμα,
φοβερές οιμωγές ψυχής σιωπηλής,
καρδιάς στερημένης βουβός στεναγμός,
παραληρήματα άφωνα πέτρας αγέλαστης.
Έλα, Μάνα, έλα….
Των τέκνων σου η αγκαλιά θα γλυκάνει τον πόνο,
θα γιατρέψει τ’ αλησμόνητο τ’ άδικο.
Έλα, Μάνα, έλα κοντά στα παιδιά σου.
Ρέα
Ποια μάνα τάχα μπορεί
σαν τη φωνή των παιδιών της ακούσει
να μην προστρέξει και να ‘ρθει;
Παιδιά μου, γλυκανάσες μου,
άνθια των κήπων μυριστά και αγρολούλουδά μου,
ολόγλυκες αγάπες μου, χαρούμενές μου ελπίδες!
Μωράκια δε σας χάρηκα κι απ’ τη δική σας γέννα
μονάχα οι πόνοι μου ‘μειναν για να ‘χω να θυμάμαι.
Έτρεμ’ η Γαία η μάνα μου όταν κοιλοπονούσα
και των βουνών οι κορυφές θαρρούσες πως θα πέσουν.
Έσκαγαν βράχια, χαλασμός, σε κομματάκια μύρια,
και τα δεντριά τσακίζονταν μέσα σε μαύρες χούνες.
Δεν ήσαν πόνοι του κορμιού,
του τοκετού ωδίνες,
μα ήσαν σπάραγμα ψυχής,
μαράζι μαύρο της καρδιάς,
θρήνος οδύνης κι οδυρμός
που τα παιδιά θ’ αρπάξει.
Χορός
Της κάθε μάνας, σαν γεννά και σαν κοιλοπονάει
τα βογγητά κρύβουν χαρά, που βρέφος θ’ αγκαλιάσει.
Ρέα
Και ειν’ αυτές οι θύμησες
βράχια βαριά, γρανίτες εκατότονοι
επάνω στ’ άσπρα στήθια μου
που βρέφος δε θηλάσαν.
Έξι παιδιά μες στην κοιλιά
στην αγκαλιά κανένα.
Κορίτσια, αγάπες μου γλυκές,
Δήμητρα σταχοφόρα, Ήρα μου εσύ πανέμορφη
και συ σεμνή μου Εστία,
αγαπημένες κόρες μου, στολίδια της ζωής μου,
κι αγόρια μου, λεβέντες μου,
θαλασσινέ μου βασιλιά, μεγάλε Ποσειδώνα,
πανέμορφέ μου Πλούτωνα μέσα στη σκοτεινιά σου
και, Δία στερνοπαίδι μου,
πρωτάρχοντα και κύριε της οικουμένης όλης,
παιδιά μου,
ελάτε, στην αγκαλιά της μάνας σας,
ελάτε αθάνατα παιδιά,
που άστοργα κι άσπλαχνα
ο πανούργος πατέρας σας Κρόνος,
για αιώνες,
ένα προς ένα κατάπινε.
Χορός
Για αιώνες,
Δήμητρα
από φόβο που τα μέλη του έλυνε
τα παιδιά του τ’ αθάνατα κατάπινε άστοργα.
Ήρα
Από φόβο,
Χορός
Τιτάνιος θεός, ανελεύθερος δούλος τιτάνιου φόβου.
Απ’ το φόβο,
ο δαμαστής κι αφέντης των πάντων
δαμάστηκε.
Εστία
Δεσμώτης ο φόβος θεών και θνητών
σε πράξεις ανόσιες σπρώχνει.
Λυσιμελής ο τρόμος
με χίλιους κόμπους άλυτους τη βούληση δένει
και —τι κι αν είναι θεός;—
τιποτένιος κι ανάξιος δούλος του γίνεται
Χορός
Από φόβο
την εξουσία μη χάσει
κι αδύναμος ξοριστεί
σαν το γεννήτορα,
Ήρα
από φόβο, μην πάνω του πέσουν
τα ουράνια πάθη,
Χορός
από φόβο,
τέτοια που έκαμε
παρόμοια μη λάβει,
τα παιδιά του ο θεός ο Τιτάνιος
κατάπινε άστοργα.
Ρέα
Τις γέννες μου περίμενε και σαν ερχόταν η στιγμή
τα μωρά μου κατάπινε.
Τέλος, στην έκτη γέννα μου,
αντίς για βρέφος θεϊκό λιθάρι φάσκιωσα,
τον αφαλό της γης[2],
και κείνος,
απ’ τη Γαία ποτισμένος
με τη μαύρη του μαντραγόρα ψυχή,
με μιας την κατάπιε.
Χορός
Ψεύτικη γέννα, ωδίνες ψεύτικες.
Η γυναίκα τα πάντα μπορεί
για να σώσει από άντρα σκληρό τα παιδιά της.
Ρέα
Σαν έφτασ’ ο χρόνος,
που απ’ τον ίδιο τον Κρόνο, άθελά του, ορίστηκε
πίσω να πάρω τα παιδιά,
με μια της ματιά η μάνα με πρόσταξε:
«Ίσια να πας, ευθεία.
Πάρε τη στράτα τη φαρδιά,
πήγαινε κι έλα.
Ευθεία.
Όχι λοξοδρομίσματα, σε στέλνω απ’ ανάγκη.
Βοτάνια φέρε,
των σπλάχνων μου χορτάρια φοβερά,
να φτιάξω φίλτρα,
τον άκαρδο σε λήθαργο να ρίξω
απ’ τ’ άπατο στομάχι του να βγούνε τα παιδιά σου».
Κι ανέβαινα μονάχη.
Ήταν σκοτάδι γύρω μου και άγριος ο χειμώνας.
Ένα – δύο, ένα – δυο
κυλούν τα δεύτερα…
και σε εξήντα διπλά μετρήματα
— τόσα θα πρέπει να ’ταν —,
όσο κρατάει να ειπωθούν δέκα θλιμμένοι στίχοι,
ο πανδαμάτορας Κρόνος
σε μια βαθειά του πτύχωση
— τη δίνη των δεινών —
το νου μου παγιδεύει.
Βούιξε ο τόπος του μυαλού.
Αποχαιρετισμού σκοπός, ρυθμός αγχωμένος,
ιοβόλα χτυπήματα ύπουλα.
Μια μουντή, ζωντανή καταχνιά,
οσμή αίματος, απόηχος ζωής που τέλειωσε
και τελευταία αίσθηση
η άρνηση να συνεχιστεί τ’ αβάσταγο.
Μάζεψα πικροβότανα,
— ποια, πώς και από πού, για με θα το κρατήσω —.
Με γαλιφιές και πονηριά η Γαία μάνα
το μαυροζούμι του ‘δωσε,
κι αυτός
ξαστόχαστα και λαίμαργα,
κάτω απ’ το χαιρέκακο το βλέμμα τ’ Ουρανού,
τ’ ολόγιομο το κύπελλο στράγγιξε.
Σε ύπνο έπεσε βαρύ,
και το βαθύ στομάχι του
τη φύση ανταριάζοντας
ξέρασε τα παιδιά του.
Τ’ άλλα, όσα γενήκανε, θαρρώ πως τα γνωρίζετε.
Απόστασα, κουράστηκα τα πάθια ν’ αφηγιέμαι.
Είν’ όλα εδώ, εδώ, στο τώρα
όλα, μα όλα τώρα γίνονται
— και τα καλά και τ’ άλλα —
και δεν υπάρχει λησμονιά, απόσταση, ξεθώριασμα,
μήτε θαμπές εικόνες.
Όλη μου η ζήση σε μιας μέρας το ξεδίπλωμα,
που όλο και αυγαταίνει,
και δεν ξεχνώ.
Ευτυχώς!
Είναι εδώ το παράπονο για τ’ άδικο
ατόφιο, αδρό και άκαρδα άγριο.
Το συρτάρι της λήθης μου άδειο.
Είμαι εδώ, είναι εδώ, όλα εδώ
και ο χρόνος ανύπαρκτος,
συμβατική μοναχά «σταθερή» για το μέτρημα.
Ευτυχώς!
Αλίμονο σε όποιον λησμονάει
και τρισαλί σ’ αυτόν που τη ζωή του αρνιέται.
Δήμητρα
Σώπαινε, μάνα, τελειώσαν αυτά
που οι ανθρώποι στις πλάτες σου ρίξαν.
Το πριν, το μετά και το τώρα,
σαν ένα τα νιώθεις, το ξέρω.
Σώπαινε Μάνα, να ξεχάσεις δε λέω, δε γίνεται.
Το ζω και το ξέρω
απ’ όλους κι απ’ όλες καλύτερα.
Ήρα
Σώπαινε Μάνα,
το στερνό σου παιδί,
απ’ της Ίδης το πανώριο το άντρο κινώντας,
τον πανδαμάτορα Χρόνο,
τον πατέρα μας Κρόνο,
τον δάμασε,
τη θέση του πήρε και όρισε
στο θρόνο του πάνω να μένει ακίνητος
με δεσμά άλυτα, άρρηκτα,
της Γαίας, τ' Ουρανού
της οργής και του μίσους αντίδωρα
για το άδικο που έπραττε,
τα παιδιά του από φόβο να τρώει.
Εστία
Έλα, Μάνα, κοντά μας,[1]
έλα τα πάθια σου να πεις
της καρδιάς σου το βάρος να γενεί αλαφρύτερο.
Έλα, Ρέα, έλα.
Οι στεναγμοί σου των ανέμων ανάσες βαριές,
βρυχηθμός των απύθμενων της Γαίας βαράθρων,
βουή των βυθών,
χειμάρρων πάταγος σε άπονα βράχια,
νυχτερινές θρηνωδίες, των δασών αντιβούισμα,
φοβερές οιμωγές ψυχής σιωπηλής,
καρδιάς στερημένης βουβός στεναγμός,
παραληρήματα άφωνα πέτρας αγέλαστης.
Έλα, Μάνα, έλα….
Των τέκνων σου η αγκαλιά θα γλυκάνει τον πόνο,
θα γιατρέψει τ’ αλησμόνητο τ’ άδικο.
Έλα, Μάνα, έλα κοντά στα παιδιά σου.
Ρέα
Ποια μάνα τάχα μπορεί
σαν τη φωνή των παιδιών της ακούσει
να μην προστρέξει και να ‘ρθει;
Παιδιά μου, γλυκανάσες μου,
άνθια των κήπων μυριστά και αγρολούλουδά μου,
ολόγλυκες αγάπες μου, χαρούμενές μου ελπίδες!
Μωράκια δε σας χάρηκα κι απ’ τη δική σας γέννα
μονάχα οι πόνοι μου ‘μειναν για να ‘χω να θυμάμαι.
Έτρεμ’ η Γαία η μάνα μου όταν κοιλοπονούσα
και των βουνών οι κορυφές θαρρούσες πως θα πέσουν.
Έσκαγαν βράχια, χαλασμός, σε κομματάκια μύρια,
και τα δεντριά τσακίζονταν μέσα σε μαύρες χούνες.
Δεν ήσαν πόνοι του κορμιού,
του τοκετού ωδίνες,
μα ήσαν σπάραγμα ψυχής,
μαράζι μαύρο της καρδιάς,
θρήνος οδύνης κι οδυρμός
που τα παιδιά θ’ αρπάξει.
Χορός
Της κάθε μάνας, σαν γεννά και σαν κοιλοπονάει
τα βογγητά κρύβουν χαρά, που βρέφος θ’ αγκαλιάσει.
Ρέα
Και ειν’ αυτές οι θύμησες
βράχια βαριά, γρανίτες εκατότονοι
επάνω στ’ άσπρα στήθια μου
που βρέφος δε θηλάσαν.
Έξι παιδιά μες στην κοιλιά
στην αγκαλιά κανένα.
Κορίτσια, αγάπες μου γλυκές,
Δήμητρα σταχοφόρα, Ήρα μου εσύ πανέμορφη
και συ σεμνή μου Εστία,
αγαπημένες κόρες μου, στολίδια της ζωής μου,
κι αγόρια μου, λεβέντες μου,
θαλασσινέ μου βασιλιά, μεγάλε Ποσειδώνα,
πανέμορφέ μου Πλούτωνα μέσα στη σκοτεινιά σου
και, Δία στερνοπαίδι μου,
πρωτάρχοντα και κύριε της οικουμένης όλης,
παιδιά μου,
ελάτε, στην αγκαλιά της μάνας σας,
ελάτε αθάνατα παιδιά,
που άστοργα κι άσπλαχνα
ο πανούργος πατέρας σας Κρόνος,
για αιώνες,
ένα προς ένα κατάπινε.
Χορός
Για αιώνες,
Δήμητρα
από φόβο που τα μέλη του έλυνε
τα παιδιά του τ’ αθάνατα κατάπινε άστοργα.
Ήρα
Από φόβο,
Χορός
Τιτάνιος θεός, ανελεύθερος δούλος τιτάνιου φόβου.
Απ’ το φόβο,
ο δαμαστής κι αφέντης των πάντων
δαμάστηκε.
Εστία
Δεσμώτης ο φόβος θεών και θνητών
σε πράξεις ανόσιες σπρώχνει.
Λυσιμελής ο τρόμος
με χίλιους κόμπους άλυτους τη βούληση δένει
και —τι κι αν είναι θεός;—
τιποτένιος κι ανάξιος δούλος του γίνεται
Χορός
Από φόβο
την εξουσία μη χάσει
κι αδύναμος ξοριστεί
σαν το γεννήτορα,
Ήρα
από φόβο, μην πάνω του πέσουν
τα ουράνια πάθη,
Χορός
από φόβο,
τέτοια που έκαμε
παρόμοια μη λάβει,
τα παιδιά του ο θεός ο Τιτάνιος
κατάπινε άστοργα.
Ρέα
Τις γέννες μου περίμενε και σαν ερχόταν η στιγμή
τα μωρά μου κατάπινε.
Τέλος, στην έκτη γέννα μου,
αντίς για βρέφος θεϊκό λιθάρι φάσκιωσα,
τον αφαλό της γης[2],
και κείνος,
απ’ τη Γαία ποτισμένος
με τη μαύρη του μαντραγόρα ψυχή,
με μιας την κατάπιε.
Χορός
Ψεύτικη γέννα, ωδίνες ψεύτικες.
Η γυναίκα τα πάντα μπορεί
για να σώσει από άντρα σκληρό τα παιδιά της.
Ρέα
Σαν έφτασ’ ο χρόνος,
που απ’ τον ίδιο τον Κρόνο, άθελά του, ορίστηκε
πίσω να πάρω τα παιδιά,
με μια της ματιά η μάνα με πρόσταξε:
«Ίσια να πας, ευθεία.
Πάρε τη στράτα τη φαρδιά,
πήγαινε κι έλα.
Ευθεία.
Όχι λοξοδρομίσματα, σε στέλνω απ’ ανάγκη.
Βοτάνια φέρε,
των σπλάχνων μου χορτάρια φοβερά,
να φτιάξω φίλτρα,
τον άκαρδο σε λήθαργο να ρίξω
απ’ τ’ άπατο στομάχι του να βγούνε τα παιδιά σου».
Κι ανέβαινα μονάχη.
Ήταν σκοτάδι γύρω μου και άγριος ο χειμώνας.
Ένα – δύο, ένα – δυο
κυλούν τα δεύτερα…
και σε εξήντα διπλά μετρήματα
— τόσα θα πρέπει να ’ταν —,
όσο κρατάει να ειπωθούν δέκα θλιμμένοι στίχοι,
ο πανδαμάτορας Κρόνος
σε μια βαθειά του πτύχωση
— τη δίνη των δεινών —
το νου μου παγιδεύει.
Βούιξε ο τόπος του μυαλού.
Αποχαιρετισμού σκοπός, ρυθμός αγχωμένος,
ιοβόλα χτυπήματα ύπουλα.
Μια μουντή, ζωντανή καταχνιά,
οσμή αίματος, απόηχος ζωής που τέλειωσε
και τελευταία αίσθηση
η άρνηση να συνεχιστεί τ’ αβάσταγο.
Μάζεψα πικροβότανα,
— ποια, πώς και από πού, για με θα το κρατήσω —.
Με γαλιφιές και πονηριά η Γαία μάνα
το μαυροζούμι του ‘δωσε,
κι αυτός
ξαστόχαστα και λαίμαργα,
κάτω απ’ το χαιρέκακο το βλέμμα τ’ Ουρανού,
τ’ ολόγιομο το κύπελλο στράγγιξε.
Σε ύπνο έπεσε βαρύ,
και το βαθύ στομάχι του
τη φύση ανταριάζοντας
ξέρασε τα παιδιά του.
Τ’ άλλα, όσα γενήκανε, θαρρώ πως τα γνωρίζετε.
Απόστασα, κουράστηκα τα πάθια ν’ αφηγιέμαι.
Είν’ όλα εδώ, εδώ, στο τώρα
όλα, μα όλα τώρα γίνονται
— και τα καλά και τ’ άλλα —
και δεν υπάρχει λησμονιά, απόσταση, ξεθώριασμα,
μήτε θαμπές εικόνες.
Όλη μου η ζήση σε μιας μέρας το ξεδίπλωμα,
που όλο και αυγαταίνει,
και δεν ξεχνώ.
Ευτυχώς!
Είναι εδώ το παράπονο για τ’ άδικο
ατόφιο, αδρό και άκαρδα άγριο.
Το συρτάρι της λήθης μου άδειο.
Είμαι εδώ, είναι εδώ, όλα εδώ
και ο χρόνος ανύπαρκτος,
συμβατική μοναχά «σταθερή» για το μέτρημα.
Ευτυχώς!
Αλίμονο σε όποιον λησμονάει
και τρισαλί σ’ αυτόν που τη ζωή του αρνιέται.
Δήμητρα
Σώπαινε, μάνα, τελειώσαν αυτά
που οι ανθρώποι στις πλάτες σου ρίξαν.
Το πριν, το μετά και το τώρα,
σαν ένα τα νιώθεις, το ξέρω.
Σώπαινε Μάνα, να ξεχάσεις δε λέω, δε γίνεται.
Το ζω και το ξέρω
απ’ όλους κι απ’ όλες καλύτερα.
Ήρα
Σώπαινε Μάνα,
το στερνό σου παιδί,
απ’ της Ίδης το πανώριο το άντρο κινώντας,
τον πανδαμάτορα Χρόνο,
τον πατέρα μας Κρόνο,
τον δάμασε,
τη θέση του πήρε και όρισε
στο θρόνο του πάνω να μένει ακίνητος
με δεσμά άλυτα, άρρηκτα,
της Γαίας, τ' Ουρανού
της οργής και του μίσους αντίδωρα
για το άδικο που έπραττε,
τα παιδιά του από φόβο να τρώει.
Εστία
Μέρωσε Μάνα.
Των πραγμάτων η τάξη, το δίκιο, ζυγιάστηκαν.
Η Δίκη το δίκιο της πίσω το πήρε.
Όλα καλά….
Και στο Καλό, για την ώρα, πορεύονται.
Των πραγμάτων η τάξη, το δίκιο, ζυγιάστηκαν.
Η Δίκη το δίκιο της πίσω το πήρε.
Όλα καλά….
Και στο Καλό, για την ώρα, πορεύονται.
Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018
Βασιλική Δεδούση — Το μυστικό συρτάρι
![]() |
| Louis-Charles Verwée (Belgian, d. 1882), “Mother’s Treasure” |
«Εγώ
θα φύγω τώρα» είπε
«πρόσεχε να μην ανοίξει κανένας αδιάκριτος
«πρόσεχε να μην ανοίξει κανένας αδιάκριτος
το μυστικό συρτάρι»
«κι
αν τ’ ανοίξει τι θα γίνει;»
«θα φύγουν τα Χριστούγεννα»
«θα φύγουν τα Χριστούγεννα»
«και συ πού πας;»
– δεν ήταν η ώρα για αγάπης περίπατο –
– δεν ήταν η ώρα για αγάπης περίπατο –
«πάω
στο πανηγύρι να πάρω λίγο φως και πέντε
νότες»
δεν
έχει σκοτεινιάσει ακόμα, μα σώπασα κι έγινα
- για πόση ώρα;-
- για πόση ώρα;-
ο φύλακας των Χριστουγέννων
τελικά
δεν έχει καμιά σημασία, όλο και κάποιος θα γιορτάζει…
Να
γιατί λεν τους ποιητές στρυφνούς και ακατανόητους
εκτός κι αν κάποιος τους αγαπάει για το
φευγιό τους.
Τετάρτη 16 Μαΐου 2018
Βασιλική Δεδούση — Αγάπη
| The Raising of the Cross, Peter Paul Rubens |
τράβηξες απ’ τους ώμους Σου της αμαρτίας το τριδέντρι
στο χώμα το απόθεσες και
σταυρωτά καρφώθηκες
επάνω του.
Βασιλική Δεδούση — Καλαθοπλέκτες
Μετά το μεσονύχτι ασταμάτητα
βρέφη
και νήπια μες στη σιωπή πλέκουνε καλαθάκια και
πριν
χαράξει
το δρόμο παίρνουν για τα σπίτια της δυτικής μας ερημιάς,
επαίτες
βιαστικοί για δυο σταγόνες γάλα και δυο μέλι, για μια μπουκιά ψωμί.
Πέρα
μακριά
τα περιμένει Εκείνος
τις
δυο σταγόνες γάλα, τις άλλες δύο μέλι και τη μια μπουκιά ψωμί
να πολλαπλασιάσει
και
να χορτάσει πεινασμένους, υπερπολλαπλάσιους
των πεντακισχιλίων,
της κοινωνίας
της αφθονίας μας.
Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017
Βασιλική Δεδούση — Όλο, όλο... (Προσμονή αγγιγμάτων)
«... στις κραυγές του μυαλού τα χείλη σιωπούν/πώς να πω;
Με τι λόγια να πω της καρδιάς το ξεχείλισμα;»
![]() |
| In The Woods |
-χορός αγρίων έξαλλος-
βροντοχτυπούν το στέρφο χώμα
ο γδούπος των πελμάτων,
βαρύς τραχύς και απτόητος
για να καρπίσει η γη
Τα γράμματα…
άναρχα
κλεμμένα απ’ την πανάρχαια αλφάβητο
Οι λέξεις…
βουρκωμένες
Μήτρα ο νους,
μοναχικός Ιάσωνας
μπροστά στις Συμπληγάδες
Ο πηγαιμός σαν ερχομός,
η ανησυχιά της προσμονής
σαν τόκος απρόσμενος
ακούσια εκούσιος,
να φύγει ή όχι τάχατες
η άσπρη περιστέρα;
Κυνηγημένος ιδρώς του Ιάσωνα
από τη γνώση που κατείχε
πριν δει, πριν μάθει,
και τώρα αποκαλύπτεται
κάθε ίδια στιγμή
τόσο αλλιώτικη
σε ένα παρόν αδιάλειπτο.
- Προχώρα το, μη σταματάας,
συνέχισε…
-να, και η ψυχούλα η άγρυπνη στο διπλανό μου δώμα-
- Μα, τι να πω; Πώς να το πω; Με λέξεις ποιές;
- Πες, όλοο, όοολοοοο…
Στο λιοτριβειό του νου
αναδεφτήρας οι μυλόπετρες,
πετροχυμό δε βγάζουν
παρά μονάχα αν συνθλιβούν τα λόγια,
τα πνιχτά επιφωνήματα,
οι μισές κοφτές λέξεις,
οι λέξεις-ανάσες.
Να συνθλιβούν και να θλιβούν.
Δάκρυ ψυχής, ακύλιστο
απόσταγμα να τρέξει
καθάριο ολοζώντανο
και να ειπωθεί το ανείπωτο,
να γίνει λόγος η ματιά,
το ερωτικό βλεφάρισμα
φράση λειψή, μα ολόκληρη,
φράση που σπαρταράει:
Όοολο, όλοοοοοο
Απ’ της αγάπης τραγούδια να πάρω λόγια δε θέλω,
δε θέλω
και ο νους ενεός -εντός μου κι εκτός-
οικείο το άγνωστο,
και τ’ άπιαστο ανέλπιστα οικείο
Ήρθα και ήσουν εδώ
και απών, εδώ
σαν από πάντα
συνισταμένη της ζωής μου, εσύ
δικό σου τ’ όνομά μου, ανάδοχε έρωτα,
ανάδοχέ μου έρωτα,
της κάθε μέρας μου ζωή και σιωπηλή αναζήτηση
Ιδεογράμματα εικόνων,
ιερέων παλαιών γλυφουργήματα
σε υποχθόνιους τοίχους,
στης αγάπης της δάδας το φως
μια πανδαισία χρωμάτων, σχημάτων και ήχων
σ’ εξαίσια σύνθεση
-υπάρχουν κι αυτά που δεν βλέπουμε, υπάρχουν-
Λαχτάρα ψυχής για ανεμοπέταγμα
προσμονή αγγιγμάτων
στις κραυγές του μυαλού τα χείλη σιωπούν
πώς να πω;
Με τι λόγια να πω της καρδιάς το ξεχείλισμα;
Καστανές οι ματιές, του ελατόμελου γλύκα
σε μια λέξη το κάλεσμα
- έλα
- εγώ;
- ναι, έλα...
και το είναι μου
μ' ένα κορμιού διασκέλισμα,
με λαχτάρα καρδιάς
και του μυαλού μου το σάλεμα,
κάτοχος γίνεται,
αποδέκτης και δότης…
δίνει, προσφέρει και ποτέ δεν αδειάζει
δέχεται, παίρνει και ποτέ δε γεμίζει
και σφραγίζοντας παίρνει του Έρωτα σφράγισμα.
Αίτημα και παρότρυνση σε πρόθυμη αποδέκτη
ισχυρή και ανίσχυρη,
αδύναμη που τα πάντα μπορεί…
- έλα
- εγώ;
Όλα τα σ’ αγαπώ
δικά σου, δικά μου, δικά μας
Τα χρώματα όλα τ’ άπειρα
δικά σου, δικά μου, δικά μας
Μεταβλητή μου, εσύ και σταθερά,
-τ’ αλλιώτικο ίδιο-
Και της κάθε στιγμής μου το απαράλλαχτο όλον
Βασιλική Π. Δεδούση
Δευτέρα 14 Αυγούστου 2017
Βασιλική Δεδούση — Η Πατρίδα μας... γη του πυρός
«Πατρίδα μας,/oι ρόζοι στα χέρια, που απλώνονται
ανοιγμένα σε δέηση απόγνωσης.»
Πατρίδα μας ,
τα χαρακωμένα πρόσωπα
απ’ τις ανελέητες αχτίνες
στις λιόπυρες αρένες της Δήμητρας.
Πατρίδα μας,
oι ρόζοι στα χέρια, που απλώνονται
ανοιγμένα σε δέηση απόγνωσης.
Πατρίδα μας ,
το κατακόκκινο πονεμένο βλέμμα
που αντιφεγγίζει τις παμφάγες φλόγες.
Πατρίδα μας,
και ψυχή της,
οι στάχτες τις ΜΑΝΑΣ
που καλύπτουν προστατευτικά
τα χαμομηλάκια της,
τα άνθια της ζωής της,
εκεί… εκεί …, στον ελαιώνα
του Μαρτυρίου....
Βασιλική Δεδούση
Τρίτη 2 Μαΐου 2017
Δαυΐδ, Ψαλμὸς 122 — Η προσδοκία των ταπεινωμένων
ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν
Πρός σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου
τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ.
ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν,
ὡς ὀφθαλμοὶ παιδίσκης εἰς χεῖρας τῆς κυρίας αὐτῆς,
οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν,
ἕως οὗ οἰκτειρῆσαι ἡμᾶς.
ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς,
ὅτι ἐπὶ πολὺ ἐπλήσθημεν ἐξουδενώσεως,
ἐπὶ πλεῖον ἐπλήσθη ἡ ψυχὴ ἡμῶν.
Τὸ ὄνειδος τοῖς εὐθηνοῦσι,
καὶ ἡ ἐξουδένωσις τοῖς ὑπερηφάνοις.
Ελεύθερη απόδοση
Κύριε, μόνο σε Σένα έχω τα μάτια μου υψωμένα
σε Σένα που κατοικείς στον ουρανό.
Να, όπως τα βλέμματα των δούλων είναι στραμμένα
στα χέρια των κυρίων τους,
όπως τα μάτια της ψυχοκόρης στα χέρια της κυράς της,
έτσι και τα δικά μας μάτια στρέφονται προς τον Κύριο και Θεό μας,
μέχρις ότου μας ευλογήσει με τα ελέη Του.
Ελέησέ μας, Κύριε, ελέησέ μας,
γιατί για χρόνο πολύ
στην καταφρόνια μας έριξαν
και μας εξουθένωσαν,
και η ψυχή μας βάρυνε πολύ.
Μακάρι το όνειδος να πέσει πάνω στους πάμπλουτους
που μας καταδυναστεύουν,
και οι αλαζόνες να εξουθενωθούν.
Βασιλική Δεδούση
Κυριακή 30 Απριλίου 2017
Δαυΐδ, Ψαλμὸς 120 — Ποιος θα μπορέσει να με βοηθήσει;
ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν
ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά μου.
ἡ βοήθειά μου παρὰ Κυρίου
τοῦ ποιήσαντος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.
μὴ δῴης εἰς σάλον τὸν πόδα σου,
μηδὲ νυστάξῃ ὁ φυλάσσων σε.
ἰδοὺ οὐ νυστάξει οὐδὲ ὑπνώσει ὁ φυλάσσων τὸν Ἰσραήλ.
Κύριος φυλάξει σε,
Κύριος σκέπη σοι ἐπὶ χεῖρα δεξιάν σου·
ἡμέρας ὁ ἥλιος οὐ συγκαύσει σε,
οὐδὲ ἡ σελήνη τὴν νύκτα.
Κύριος φυλάξει σε ἀπὸ παντὸς κακοῦ,
φυλάξει τὴν ψυχήν σου ὁ Κύριος.
Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν σου
καὶ τὴν ἔξοδόν σου
ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.
Ψαλμός 120ος
Προς τα όρη το βλέμμα μου σήκωσα,
απ' όπου βοήθεια περιμένω.
Ο Κύριος, ο δημιουργός της γης και τ' ουρανού,
Αυτός θα με βοηθήσει.
Μακάρι, ψυχή μου, μακάρι κραταιή
και αμετακίνητη να μείνεις
και ο Κύριος-Φύλακάς σου
ποτέ για σένα να μην αδιαφορήσει.
Αλήθεια, πάντοτε ακοίμητος,
πάντα γρηγορών θα είναι ο Κύριος,
πάντα θα προστατεύει τον λαό Του,
ο παντοδύναμος σκεπαστής
και υπέρμαχος συμπαραστάτης.
Ούτε τα καύματα του ήλιου τη μέρα,
ούτε οι γητειές της σελήνης τη νύχτα
δεν θα μπορέσουν να με βλάψουν.
Ψυχή μου, ο Κύριος κάθε κακό θα διώξει,
ο Κύριος θα είναι ο Προστάτης σου.
Αυτός, μέσα και έξω από το σπίτι σου
θα σε προστατεύει,
σε όλο το ταξίδι της ζωής σου,
τώρα και για πάντα.
ελεύθερη απόδοση: Βασιλική Δεδούση
---------------------------------------Αναβαθμός (ο) (ουσιαστικό)
- Σκαλοπάτι.
- Στην αρχαία αρχιτεκτονική, αναβαθμός είναι καθεμιά από τις τρεις ή τέσσερις πλατιές βαθμίδες της κλίμακας που που οδηγούσε στους αρχαίους ναούς ή βωμούς.
- Στα αρχαία θέατρα, αναβαθμός είναι καθεμιά από τις κλιμακωτά τοποθετημένες σειρές καθισμάτων.
- Αναβαθμοί (στον πληθυντικό) είναι αντιφωνικά τροπάρια που ψάλλονται τις Κυριακές και τις γιορτές κατά τον όρθρο.
Σάββατο 8 Απριλίου 2017
Βασιλική Δεδούση - «... ὡς οἱ παῖδες»...
Για Σένα πήραμε, Χριστέ, σαν τα παιδιά
στα χέρια μας τα νικητήρια βάγια,
σαν τότε οπού στην εμπασιά της Άγιας της Πόλης,στα χέρια μας τα νικητήρια βάγια,
από τ’ άδειο πια του Λάζαρου γυρνώντας
το μνημούρι,
του φοβερού θανάτου μας ελπιδοφόρος νικητής
και δωρητής φιλεύσπλαχνος του δώρου
της ανάστασης,
γύρω σου κι ολοτρόγυρα
παιδιά φωνάζαν «Ωσαννά», βλογούσαν τ’ όνομά Σου,
τιμούσαν τον Πατέρα Σου που σ’ έστειλε κοντά μας.
Αξίωσέ μας, Δέσποτα Συ και της ζωής μας Κύριε,
μαζί μ’ εκείνα τα παιδιά, παιδιά κι εμείς δικά Σου,
αγαπημένα από Σε, φίλοι πιστοί κι αδέρφια Σου,
το «Ωσαννά», το «Δόξα Σοι» —για Σε που κατοικείς
στα ύψιστα του Ουρανού τα μέρη—
από καρδιά, από ψυχή και σκέψη
και διάνοια
ολημερίς, ολονυχτίς να ανυμνολογούμε
κι ας παραστέκει, τώρα σαν πρώτα,
όχλος αχάριστος
με στόματα μαυρόψυχα που ουρλιάζουν
«Σταυρωθήτω».
Βασιλική Π. Δεδούση
Τρίτη 4 Απριλίου 2017
Sara Teasdale — There will come soft rains - Και να που θα ‘ρθει μια ζεστή βροχούλα και της γης το μοσχομύρισμα
Και τα
χελιδόνια θα σπαθίζουν τον αιθέρα με το αστραφτερό τους τιτίβισμα·
Και να, τα
βατράχια θα κοάζουν στις νυχτερινές λίμνες,
Και οι αγριοδαμασκηνιές θα τρεμοπαίζουν τα λευκάνθια τους·
Οι κοκκινολαίμηδες θα φορέσουν τα φλόγινά τους πούπουλα,
Σφυρίζοντας με
χάρη πά' σε συρμάτινο φραχτάκι·
Κανένας δε θα
ξέρει για τον πόλεμο, κανέναν
δε θα νοιάξει
πότε έγινε, πότε τέλειωσε·
Μητ’ ένας θα
νοιαχτεί, ούτε πουλί, ούτε δέντρο,
Αν η
αθρωπότη για πάντα χάθηκε·
Και η ίδια η
Άνοιξη, σα θα ξυπνήσει ένα πρωί,
Ίσα που θα
καταλάβει πως εμείς για πάντα φύγαμε.
μετφρ. Βασιλική Π. Δεδούση
There will come soft rains (1920)
Sara Teasdale
There will come soft rains and the smell of the ground,
And swallows circling with their shimmering sound;
And frogs in the pools singing at night,
And wild-plum trees in tremulous white;
Robins will wear their feathery fire,
Whistling their whims on a low fence-wire;
And not one will know of the war, not one
Will care at last when it is done.
Not one would mind, neither bird nor tree,
If mankind perished utterly;
And Spring herself, when she woke at dawn
Would scarcely know that we were gone.
Sara Teasdale
There will come soft rains and the smell of the ground,
And swallows circling with their shimmering sound;
And frogs in the pools singing at night,
And wild-plum trees in tremulous white;
Robins will wear their feathery fire,
Whistling their whims on a low fence-wire;
And not one will know of the war, not one
Will care at last when it is done.
Not one would mind, neither bird nor tree,
If mankind perished utterly;
And Spring herself, when she woke at dawn
Would scarcely know that we were gone.
Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017
Βασιλική Δεδούση — Έρως Ανάδοχος: Απ’ της αγάπης τραγούδια να πάρω λόγια δε θέλω, δε θέλω
![]() |
| Lovers Embrace - Painting by: Heather Hurzeler |
Χάρη σε σένα,
Προμηθέα Πυρφόρε μου,
στης αγάπης το άβατο να μπω αξιώθηκα
και είδα τον Έρωτα,
και είδα τον Έρωτα,
μια ιέρεια φωτόλαμπρη,
μέσα απ' το μαύρο της ντύμα
Μες στη σιωπή σου σε άκουσα, Έρωτα.
Σφραγίδα το στόμα,
περίβολος φύλακας,
εμποδιστής περίσσιων λόγων
Ένιωσα, Έρωτα,
της μουσικής τη γαλήνια ορμή
ως τ' ακροδάχτυλά μου
Είδα…
άλικα άνθια τα γόνατα,
άλικα άνθια τα γόνατα,
υπομονής ανεξίτηλης τρόπαια
προσφοράς παράσημα,
της ευτυχίας του «δούναι» τα εύσημα.
Διάβασα…
αναντίρρητη σκέψη
και το λόγο σου, Έρωτα, άκουσα,
τον μεγάλο απόντα.
Δάκρυ ψυχής,
ακύλιστο απόσταγμα να τρέξει,καθάριο, ολοζώντανο
και να ειπωθεί το ανείπωτο,
να γίνει λόγος η ματιά,
το ερωτικό βλεφάρισμα
φράση λειψή, μα ολόκληρη,
φράση που σπαρταράει.
Απ’ της αγάπης τραγούδια να πάρω λόγια
φράση λειψή, μα ολόκληρη,
φράση που σπαρταράει.
Απ’ της αγάπης τραγούδια να πάρω λόγια
δε θέλω, δε θέλω.
Ο νους ενεός –εντός μου κι εκτός-
οικείο το άγνωστο,
και τ’ άπιαστο ανέλπιστα οικείο.
Ήρθα και ήσουν εδώ
- και απών εδώ
σαν από πάντα -,
συνισταμένη της ζωής μου, εσύ
δικό σου τ’ όνομά μου, ανάδοχε έρωτα,
ανάδοχέ μου έρωτα,
της κάθε μέρας μου ζωή και σιωπηλή αναζήτηση.
Ιδεογράμματα εικόνων,
ιερέων παλαιών γλυφουργήματα
σε υποχθόνιους τοίχους,
στης αγάπης της δάδας το φως
μια πανδαισία χρωμάτων, σχημάτων και ήχων
σ’ εξαίσια σύνθεση
-υπάρχουν κι αυτά που δεν βλέπουμε, υπάρχουν-.
Ο νους ενεός –εντός μου κι εκτός-
οικείο το άγνωστο,
και τ’ άπιαστο ανέλπιστα οικείο.
Ήρθα και ήσουν εδώ
- και απών εδώ
σαν από πάντα -,
συνισταμένη της ζωής μου, εσύ
δικό σου τ’ όνομά μου, ανάδοχε έρωτα,
ανάδοχέ μου έρωτα,
της κάθε μέρας μου ζωή και σιωπηλή αναζήτηση.
Ιδεογράμματα εικόνων,
ιερέων παλαιών γλυφουργήματα
σε υποχθόνιους τοίχους,
στης αγάπης της δάδας το φως
μια πανδαισία χρωμάτων, σχημάτων και ήχων
σ’ εξαίσια σύνθεση
-υπάρχουν κι αυτά που δεν βλέπουμε, υπάρχουν-.
Μεταβλητή μου, εσύ και σταθερά,
-τ’ αλλιώτικο ίδιο-,
και της κάθε στιγμής μου το απαράλλαχτο όλον
από το έργο Προμηθεύς Πυρφόρος
Οι σκέψεις…-χορός αγρίων έξαλλος-
βροντοχτυπούν το στέρφο χώμα
ο γδούπος των πελμάτων,
βαρύς τραχύς και απτόητος
για να καρπίσει η γη
Τα γράμματα… άναρχα
κλεμμένα απ’ την πανάρχαια αλφάβητο
Οι λέξεις… βουρκωμένες
Μήτρα ο νους,
μοναχικός Ιάσωνας
μπροστά στις Συμπληγάδες
Ο πηγαιμός σαν ερχομός,
η ανησυχιά της προσμονής
σαν τόκος απρόσμενος
ακούσια εκούσιος,
να φύγει ή όχι τάχατες
η άσπρη περιστέρα;
Κυνηγημένος ιδρώς του Ιάσωνα
από τη γνώση που κατείχε
πριν δει, πριν μάθει,
και τώρα αποκαλύπτεται
κάθε ίδια στιγμή
τόσο αλλιώτικη
σε ένα παρόν αδιάλειπτο.
-Προχώρα το, μη σταματάς,
συνέχισε…
-να, και η ψυχούλα η άγρυπνη στο διπλανό μου δώμα-
-Μα, τι να πω; Πώς να το πω; Με λέξεις ποιές;
-Πες, όλοο, όοολοοοο…
Στο λιοτριβειό του νου
αναδεφτήρας οι μυλόπετρες,
πετροχυμό δε βγάζουν
παρά μονάχα αν συνθλιβούν τα λόγια,
τα πνιχτά επιφωνήματα,
οι μισές κοφτές λέξεις,
οι λέξεις-ανάσες.
Να συνθλιβούν και να θλιβούν.
Δάκρυ ψυχής ακύλιστο
απόσταγμα να τρέξει
καθάριο ολοζώντανο
και να ειπωθεί το ανείπωτο,
να γίνει λόγος η ματιά,
το ερωτικό βλεφάρισμα
φράση λειψή, μα ολόκληρη,
φράση που σπαρταράει:
Όοολο, όλοοοοοο
Απ’ της αγάπης τραγούδια να πάρω λόγια δε θέλω,
δε θέλω
και ο νους ενεός –εντός μου κι εκτός-
οικείο το άγνωστο,
και τ’ άπιαστο ανέλπιστα οικείο
Ήρθα και ήσουν εδώ
και απών, εδώ
σαν από πάντα
συνισταμένη της ζωής μου, εσύ
δικό σου τ’ όνομά μου, ανάδοχε έρωτα,
ανάδοχέ μου έρωτα,
της κάθε μέρας μου ζωή και σιωπηλή αναζήτηση
Ιδεογράμματα εικόνων,
ιερέων παλαιών γλυφουργήματα
σε υποχθόνιους τοίχους,
στης αγάπης της δάδας το φως
μια πανδαισία χρωμάτων, σχημάτων και ήχων
σ’ εξαίσια σύνθεση
-υπάρχουν κι αυτά που δεν βλέπουμε, υπάρχουν-
Λαχτάρα ψυχής για ανεμοπέταγμα
προσμονή αγγιγμάτων
στις κραυγές του μυαλού τα χείλη σιωπούν
πώς να πω;
Με τι λόγια να πω της καρδιάς το ξεχείλισμα;
Καστανές οι ματιές, του ελατόμελου γλύκα
σε μια λέξη το κάλεσμα
-έλα
-εγώ;
-ναι, έλα
και το είναι μου
με ένα κορμιού διασκέλισμα,
με λαχτάρα καρδιάς
και του μυαλού μου το σάλεμα,
κάτοχος γίνεται,
αποδέκτης και δότης…
δίνει, προσφέρει και ποτέ δεν αδειάζει
δέχεται, παίρνει και ποτέ δε γεμίζει
και σφραγίζοντας παίρνει του Έρωτα σφράγισμα.
Αίτημα και παρότρυνση σε πρόθυμη αποδέκτη
ισχυρή και ανίσχυρη,
αδύναμη που τα πάντα μπορεί…
-έλα
-εγώ;
Όλα τα σ’ αγαπώ
δικά σου, δικά μου, δικά μας
Τα χρώματα όλα τ’ άπειρα
δικά σου, δικά μου, δικά μας
Μεταβλητή μου, εσύ και σταθερά,
-τ’ αλλιώτικο ίδιο-,
Και της κάθε στιγμής μου το απαράλλαχτο όλον
Βασιλική Π. Δεδούση
Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017
Γρηγόριος Θεολόγος — «Ἑλλὰς ἐµή, νεότης τε φίλη,... » — Ελλάδα αγαπημένη μου, νιότη μου εσύ ... Gregory of Nazianzus - O my Greece, my youth, and all I possess
Ἑλλὰς ἐµή, νεότης τε φίλη, καὶ ὅσσα πεπάσµην,
καὶ δέµας, ὡς Χριστῷ εἴξατε προφρονέως.
Εἰ δ᾿ ἱερήα φίλον µε θεῶ θέτο µητέρος εὐχὴ
καὶ πατρὸς παλάµη, τὶς φθόνος; Ἀλλά, µάκαρ,
σοῖς µε, Χριστέ, χοροίσι δέχου, καὶ κῦδος ὀπάζοις
υἱέϊ Γρηγορίου σῷ λάτρι Γρηγορίῳ.
┿ ┿ ┿ ┿ ┿ ┿ ┿
«On Himself» by Gregory of NazianzusO my Greece, my youth, and all I possess,
my body, how gladly you gave way to Christ!
Who would bear a grudge if my mother’s wishand
my father’s hand made me a priest, beloved of God? And may you,
blessed Christ, receive me in your choirs, and grant glory
my father’s hand made me a priest, beloved of God? And may you,
blessed Christ, receive me in your choirs, and grant glory
to your servant Gregory, the son of Gregory.
┿ ┿ ┿ ┿ ┿ ┿ ┿
Ελλάδα, αγαπημένη μου, νιότη μου εσύ
και σώμα μου κι όλα μου τ' αποχτήματα,
πώς του Χριστού το δρόμο πρόθυμα ανοίξατε για μένα!
και σώμα μου κι όλα μου τ' αποχτήματα,
πώς του Χριστού το δρόμο πρόθυμα ανοίξατε για μένα!
Και, αν της μάνας μου η ευχή, και του πατέρα το χέρι
αγαπημένο μ' έκαναν του Ύψιστου ιερέα,
ποιος θα 'ναι ο ζηλόφθονος της τόση μου ευτυχίας;
ποιος θα 'ναι ο ζηλόφθονος της τόση μου ευτυχίας;
Ευλογημένε μου Χριστέ, δέξου με στην αυλή Σου και χάρισε
δόξα λαμπρή στον λάτρη Σου Γρηγόριο, το γιο του Γρηγορίου.
απόδοση, Βασιλική Π. Δεδούση
Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016
Βασιλική Δεδούση — Τα "Θρασύμια"
Ποίημα για το Πολυτεχνείο
Για σένα τα λόγια τούτα
για σένα που, αν κανένας δε θα σ’ έπαιρνε χαμπάρι,
λοβοτόμος της ψυχής τους θα γινόσουν
εύκολα θα ‘μπαινες στο είναι τους, τη σκέψη, την καρδιά τους
και τα "σάπια" κομμάτια θα ‘κοβες
και στα σκυλιά θα τα πέταγες.
Εγώ είμαι ο διαχειριστής των πάντων
Εγώ ορίζω, Εγώ καθορίζω, Εγώ σχεδιάζω, Εγώ εκτελώ
με τα δικά μου όργανα, με το δικό μου, σωστό τρόπο.
Εσύ υπακούς με το κεφάλι κάτω, «θρασύμι», αληταρά….
Τι είπες;;
Η Αντιγόνη;; ποια είναι αυτή;;
Κάποιο "θρασύμι" θα ‘τανε, σαν και σένα
Τι είπες;; ο Τσε;; ποιος είναι αυτός;
Κάποιο "θρασύμι" θα ‘τανε, σαν και σένα….
Τι είπες;;;;
ΨΩΜΙ!! Σιγά μη δεν έχεις ….
ΠΑΙΔΕΙΑ!! Σιγά μη σου λείπει ….
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!! Γιατί;; Δεμένο σ’ έχω;;
Εγώ φταίω που δε σας μάντρωσα όλους, ΟΛΟΥΣ….
Τσακίσου από μπροστά μου, "θρασύμι"….
Καλά, να μη μπορείς να καταλάβεις το πόσο σε αγαπάω,
ότι για το καλό σου φροντίζω, ότι σε νοιάζομαι….
Τσακίσου από μπροστά μου, αχάριστο "θρασύμι"….»
Εσύ που έτσι σκέφτεσαι και πράττεις,
μάθε πως με των "Θρασυμιών" το αίμα η Ιστορία γράφεται,
μάθε ότι η μνήμη η συλλογική
τους αγώνες τους με σεβασμό τιμάει,
μάθε ότι η Ιστορία τους αλαζόνες ξερνάει,
μάθε πως κάτι σαν και σένα της ιστορίας
γένηκαν, γίνονται και ες αεί θα γίνονται
οι μαύρες της σελίδες, οι απόβλητοι παρίες της
και ο περίγελός της.
Για σένα τα λόγια τούτα
για σένα που, αν κανένας δε θα σ’ έπαιρνε χαμπάρι,
λοβοτόμος της ψυχής τους θα γινόσουν
εύκολα θα ‘μπαινες στο είναι τους, τη σκέψη, την καρδιά τους
και τα "σάπια" κομμάτια θα ‘κοβες
και στα σκυλιά θα τα πέταγες.
![]() |
| Τα "Θρασύμια" του 1973 |
«Έξω, θρασύμια, έξω απ’ το χώρο μου,
έξω απ’ τα δικά μου, έξω από τον κόσμο μου.
Θέλεις να σκέφτεσαι;
"Θρασύμι" ανάγωγο…. Πώς τολμάς;
Αν κανένας το σεβασμό στην καρέκλα μου δε σου ‘μαθε,
θες δε θες, θα σου τον μάθει το τεντωμένο μου δάχτυλο,
"θρασύμι", αλήτη φοιτητή, καταστροφέα, εμπρηστή.
έξω απ’ τα δικά μου, έξω από τον κόσμο μου.
Θέλεις να σκέφτεσαι;
"Θρασύμι" ανάγωγο…. Πώς τολμάς;
Αν κανένας το σεβασμό στην καρέκλα μου δε σου ‘μαθε,
θες δε θες, θα σου τον μάθει το τεντωμένο μου δάχτυλο,
"θρασύμι", αλήτη φοιτητή, καταστροφέα, εμπρηστή.
Εγώ είμαι ο διαχειριστής των πάντων
Εγώ ορίζω, Εγώ καθορίζω, Εγώ σχεδιάζω, Εγώ εκτελώ
με τα δικά μου όργανα, με το δικό μου, σωστό τρόπο.
Εσύ υπακούς με το κεφάλι κάτω, «θρασύμι», αληταρά….
Τι είπες;;
Η Αντιγόνη;; ποια είναι αυτή;;
Κάποιο "θρασύμι" θα ‘τανε, σαν και σένα
Τι είπες;; ο Τσε;; ποιος είναι αυτός;
Κάποιο "θρασύμι" θα ‘τανε, σαν και σένα….
Τι είπες;;;;
ΨΩΜΙ!! Σιγά μη δεν έχεις ….
ΠΑΙΔΕΙΑ!! Σιγά μη σου λείπει ….
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!! Γιατί;; Δεμένο σ’ έχω;;
Εγώ φταίω που δε σας μάντρωσα όλους, ΟΛΟΥΣ….
Τσακίσου από μπροστά μου, "θρασύμι"….
Καλά, να μη μπορείς να καταλάβεις το πόσο σε αγαπάω,
ότι για το καλό σου φροντίζω, ότι σε νοιάζομαι….
Τσακίσου από μπροστά μου, αχάριστο "θρασύμι"….»
Εσύ που έτσι σκέφτεσαι και πράττεις,
μάθε πως με των "Θρασυμιών" το αίμα η Ιστορία γράφεται,
μάθε ότι η μνήμη η συλλογική
τους αγώνες τους με σεβασμό τιμάει,
μάθε ότι η Ιστορία τους αλαζόνες ξερνάει,
μάθε πως κάτι σαν και σένα της ιστορίας
γένηκαν, γίνονται και ες αεί θα γίνονται
οι μαύρες της σελίδες, οι απόβλητοι παρίες της
και ο περίγελός της.
Βασιλική Π. Δεδούση
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)














