Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ ΜΙΛΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ ΜΙΛΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2024

Tων Αγγέλων και Αρχαγγέλων οι στίχοι

Κατεβαίνουν άραγε οι άγγελοι κι οι αρχάγγελοι στη γη; Ανοίγουν τα φτερά τους πάνω από τις δικές μας ομαλές και… ανώμαλες προσγειώσεις;
Και εισχωρούν άραγε στην καθημερινή πεζότητά μας με την ίδια ευκολία που κάθονται σαν λευκές πεταλούδες πάνω στους στίχους μας;
Των Αρχαγγέλων σήμερα και η σκέψη μας σηκώνεται πιο ψηλά, ν' ανταμώσει τα ουράνια δώματα και τα μυστήριά του.
Κι εκεί ν’ απαντήσει και στίχους με λευκά φτερά κι ακόμα πιο λευκές, αλέκιαστες ψυχές.
Επειδή
και η ανάσα μας καμιά φορά
μπορεί να λεκιάσει το αόρατο

(αχ τι κρυφά που τα λένε οι άγγελοι
Και κανείς μας δεν τους ακούει
Αχ τι κρυφά που τα λένε οι άγγελοι
Και κανείς μας δεν τους άκουσε)

γι' αυτό κι οι αυτοκράτορες διακονούσαν
στις ερήμους
και χτυπούσαν θλιβερά τα σήμαντρα
στα μοναστήρια

και τα βγαλμένα μάτια τους είναι ακόμη τ’ άστρα
και της δικής μας της ζωής της σκοτωμένης.

σημειώνει χαρακτηριστικά ο στιχουργός Μάνος Ελευθερίου.

Κι ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ψάχνοντας την κατάλληλη γλώσσα για να επικοινωνήσει με τον θαυμαστό αγγελικό κόσμο, γράφει:

Ὅταν κάποτε φύγω ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς
θὰ ἑλιχθῶ πρὸς τὰ πάνω ὅπως ἕνα
ρυακάκι ποὺ μουρμουρίζει.
Κι ἂν τυχὸν κάπου ἀνάμεσα
στοὺς γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω ἀγγέλους, θὰ τοὺς
μιλήσω ἑλληνικά, ἐπειδὴ
δὲν ξέρουνε γλῶσσες. Μιλᾶνε
μεταξὺ τους μὲ μουσική.

Ο Ρίλκε, από την άλλη, υποδεικνύοντας στους στίχους του την έγνοια των αγγέλων για τον κόσμο των ανθρώπων, γράφει στο ποίημά του.

«Ο άγγελός μου»

Δεν έχει πια άλλες υποχρεώσεις ο Άγγελος μου
αφότου η μέρα μου η αυστηρή τον έχει διώξει.
Λαχταρώντας, το πρόσωπό του συχνά χαμηλώνει
πάνω απ’ την γη, κι αγαπητός δεν του είναι πια ο ουρανός.

Και θα ήθελε να φέρει πάλι,
πάνωθε απ των δασών τις θροΐζουσες κορφές,
στην πατρίδα των Χερουβίμ, την προσευχή μου.

Εκεί πέρα κουβάλησε το κλαψιμό μου το πρώτο-πρώτο,
και τον πρώτο στοχασμό μου,
κ’ οι μικροί πόνοι μου μεγάλωσαν εκεί
μες σε δάση που, πάνωθέ του, μουρμουρίζουν.

Ο ποιητής της οδύνης όπως έχει χαρακτηριστεί, Μίλτος Σαχτούρης, στο ποίημά του «‘Αγγελος», σημειώνει πολύ παραστατικά:

Φοβόντουσαν, δεν τον εθέλαν αυτό τον ουρανό
—Μαύρος που είναι –λέγαν–σαν καυτό μπαμπάκι
σκάβανε τα μωρά τους βιαστικοί
άλλοι φωνάζαν:
—Γράμμα!
άλλοι:
—Τηλεγράφημα!
κι άλλοι φωνάζαν:
— Αλεξάντρα
όμως όλοι κοιτούσαντο φεγγάράκι έλεγαν:
—Ίσως κατέβει σήμερα
ο Άγγελος βαθιά με τα μακριά μακριά μαλλιά
και τα πνιγμένα δόντια»

Είναι επίσης γνωστός ο κυρίαρχος ρόλος των αγγέλων στο ποιητικό έργο του Οδυσσέα Ελύτη:
«Κω, Λέρος Σύμη, Αστροπαλιά,
Κάρπαθος Τήλος Καστελόριζο…
Ποιος τώρα βουτηχτής αργοσιμώνοντας
τον ουρανό βυθού που ανάβει τα σφουγγάρια του,
άξαφνα νιώθεται άγγελος και Πανορμίτης
του Μυστικού που ξεχύνεται χρυσέαις Νιφάδεσσι.

Κεντρική μορφή ο άγγελος που μεριμνά και σκέπει:

Άγγελε συ που κάπου εδώ γύρω πετάς,
πολυπαθής και αόρατος, πιάσε μου το χέρι.
Χρυσωμένες έχουν τις παγίδες οι άνθρωποι.
Κι είναι ανάγκη να μείνω απ’ τους απέξω.

Ο. Ελύτης, Villa NatachaIII

Συχνά στην ποίηση του Ελύτη ο άγγελος ταυτίζεται με τη γυναίκα:

Τη χαρά δεν τη γνωρίζω και τη λύπη την πατώ
Σαν τον άγγελο γυρίζω πάνω απ’ τον γκρεμό.

(Το τραγούδι της Μαρίας Νεφέλης από τη Μαρία Νεφέλη)

Eίναι, όμως, και οι «Ξυπόλυτοι ΄Αγγελοι» του Γιάννη Ρίτσου, ποίημα που γράφτηκε τον Οκτώβρη του 1940 για τους Έλληνες στρατιώτες, που στα μάτια του ποιητή, λαμβάνουν αγγελική υπόσταση μέσα στις κακουχίες του πολέμου.

Ο κόσμος μετριέται με καρδιά.
Με στη φωτιά γυμνάζουνται τα χρόνια μας.
Με φωτιά ράβουν τις σημαίες λουρίδα τη λουρίδα
κόκκινα και μαλαματένια κομμάτια φωτιά.

Μια φούχτα ανθρώποι, μια φούχτα ξυπόλυτοι άγγελοι,
με δυο φούχτες ήλιο στην κάθε τσέπη τους
με 21 μοναχά φυσίγγια στο ταγάρι τους
μ' ένα σκισμένο πουκάμισο ουρανό
τραβούσαν δώδεκα χιλιόμετρα δόξας σε κάθε δευτερόλεπτο
και δεν ξεπέζευαν ποτές απ' την ψυχή τους.
.......
Οι άλλοι φωνάζανε: Πού πάτε; Βουίζαν οι άνεμοι στη νύχτα.
Πού θα πάμε;
Οι δρόμοι είναι γιομάτοι λάσπες.
Πέτρες κοφτές και πυρωμένα βόλια. Κάντε πίσω.
Στις πόρτες το πράσινο φαναράκι
στ' αγρυπνισμένα μάτια ο ίσκιος
μα στις καρδιές βαθιά εκεί μέσα
γαντζωμένο καλά το κόκκινο άστρο.
Και φεύγαν μες στις νύχτες οι ξυπόλυτοι άγγελοι.


Άγγελοι, όντα άυλα και πνευματικά, αλλά και άγγελοι με ανθρώπινη μορφή, που η ζωή τούς καλεί να υψωθούν πάνω από τα επίγεια, σμίγουν στους στίχους των ποιητών μας, αποδίδοντας τη στενή σχέση ανάμεσα στα εγκόσμια και υπερκόσμια.

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ
, Επιθεωρήτρια Δημοτική

Τρίτη 16 Απριλίου 2024

Μίλτος Σαχτούρης - Τα δώρα

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα

σήμερα οι άνθρωποι μ' αγαπούν
μια γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί

















Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό


Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής


youtube
Το κύριο πρόσωπο του ποιήματος εδώ είναι ο ποιητής. Μέσα από εικόνες της καθημερινής ζωής το ποίημα αναφέρεται με συμβολικό τρόπο στη σχέση του ποιητή με τους ανθρώπους. Προέρχεται από τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Σαχτούρη Παραλογαίς (1948).

Η παράθεση του υλικού είναι σκηνοθετημένη έτσι ώστε να μοιάζει με παραμύθι, "παραλογή", λέξη πολύσημη (δημοτικό τραγούδι - μπαλάντα με υπαινιγμό στο παράλογο) (Mario Vitti)

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Οι ενέργειες του ποιητή
Α΄ στροφική ενότητα:


Τα δώρα των ανθρώπων στον ποιητή
«Σήμερα φόρεσα ένα ζεστό κόκκινο αίμα» (υπερρεαλιστικό στοιχείο), σύμβολο ζωής πάλλουσας, ενέργειας, χαράς, πάθους και αισιοδοξίας. Αν και κανένα από τα χρώματα δε λειτουργεί μέσα στην ποίηση του Σαχτούρη ως μονοσήμαντα θετικό ή μονοσή­μαντα αρνητικό (Δ.Ν. Μαρωνίτης), η εικόνα μας παραπέμπει στη θετική διάθεση και τον ενθουσιασμό του ποιητή, καθώς δέχεται τις προσφορές – ειλικρινή και καθολική αποδοχή, συμπάθεια και αγάπη από τους ανθρώπους γύρω του.
Τα δώρα που προσφέρονται στον ποιητή είναι κατά σειρά:

ένα χαμόγελο από μια γυναίκα, ένα χαμόγελο που γεφυρώνει τις αποστάσεις, που πλουτίζει εκείνον που το δέχεται, χωρίς να φτωχαίνει εκείνον που το δίνει:
«Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου, τότε που μου χαμογελούσες» (Τάσος Λειβαδίτης)
Ένα κοχύλι από ένα κορίτσι.

Το κοχύλι αγαπημένο και επαναλαμβανόμενο μοτίβο στη ζωγραφική, αναγεννησιακή (Botticelli, J del Zucchi, P. Paul Rubens, Rebrand) και σύγχρονη (Mattisse, Βώκος, Γαλάνης, Μυταράς), στη λογοτεχνία και ειδικότερα στην ποίηση (Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Καββαδίας, Federico Garcia Lorca), παραπέμπει στην ομορφιά, την αθωότητα, τη γνήσια και αυθεντική επαφή με τη φύση, τον έρωτα, τη θηλυκή δεκτικότητα του ανοιγμένου όστρακου.
Ένα σφυρί από ένα παιδί,

δώρο απροσδόκητο, ξάφνιασμα, ανατροπή στο κλίμα της ευτυχίας και της αθωότητας των προηγούμενων προσφορών, ένα εργαλείο προορισμένο για πίεση, θραύση αντικειμένων, κάρφωμα, μέσο για να μεταβεί η αφήγηση από το λογικό στο υπερλογικό, στο εξωπραγματικό επίπεδο της ποιητικής πραγματικότητας.

Β΄ στροφική ενότητα: Η καθήλωση των περαστικών και οι αντιδράσεις τους

«Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών..»
Οι ενέργειες του ποιητή (δύο ρήματα σε χρόνο ενεστώτα)αιφνιδιάζουν, ανατρέπουν τις προσδοκίες του αναγνώστη, συνιστούν επιθετικές, βίαιες πράξεις, παραπέμπουν στη Σταύρωση του Χριστού, σε μια μαρτυρική και επώδυνη ακινητοποίηση-καθήλωση.

Το σκηνικό παραπέμπει σε πόλη (πεζοδρόμιο, πλακάκια).

Οι αποδέκτες των ενεργειών αυτών είναι περαστικοί, όχι οι άνθρωποι που πρόσφεραν τα δώρα τους στον ποιητή, είναι ανύποπτοι, βιαστικοί διαβάτες με γυμνά άσπρα ποδάρια. Ξυπόλητοι, κακοπαθημένοι μάλλον, παρά ανέμελοι και αντισυμβατικοί, έχουν άμεση σχέση με τη γη που πατούν, απόλυτα γειωμένοι στο υλικό επίπεδο.
Το υποκοριστικό «ποδάρια» απαντάται συχνά σε παροιμίες και λαϊκές παροιμιώδεις φράσεις:

«Όποιος δεν έχει μυαλό, έχει ποδάρια»,
«Έσπασε ο διάολος το ποδάρι του»,
«Ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια»,
«Το ψέμα έχει κοντά ποδάρια».

Πάντως η επιλογή του, αντί για το ουσιαστικό πόδια, και με τη λαϊκή του προέλευση του υποκοριστικού έχει να κάνει και με το μήκος των ποδιών των περαστικών (3 συλλαβές αντί για δύο!), άρα και με την ταχύτητα-βιασύνη της κίνησής τους, συνηθισμένη εικόνα για όσους τρέχουν καθημερινά να διεκπεραιώσουν υποθέσεις, «ήσσονος», κατά κανόνα, «σημασίας».

Οι αντιδράσεις των περαστικών
«είναι όλοι τους δακρυσμένοι»
(ο στίχος επαναλαμβάνεται αυτούσιος), δεν διαμαρτύρονται, δεν απομακρύνονται, παραμένουν ακινητοποιημένοι στις θέσεις τους, δεν τρομάζουν, δεν πονάνε, δεν πανικοβάλλονται, είναι συγκινημένοι, δέχονται ως ευεργεσία την «καθήλωσή» τους αυτή, αναγνωρίζοντας την προσφορά του ποιητή.

Η ακινητοποίησή τους στη γη τούς αναγκάζει να στρέψουν τα μάτια τους στον ουρανό – οθόνη, όπου ο ποιητής προβάλλει τα οράματά του- υπερρεαλιστικές εικόνες («ουράνιες ρεκλάμες και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια»)
Αποκομμένοι από τη γήινή τους υπόσταση, προσηλώνονται σε πνευματικές αναζητήσεις, ικανές να υπερκαλύψουν τις υλικές ανάγκες και τα καθημερινά προβλήματα του βίου.
Ο «ουρανός», «επαναλαμβανόμενο σταθερό της ποίησης του Μ. Σαχτούρη, εκφράζει τη βαθιά απογειωτική επιθυμία του ποιητή, που εκδηλώνεται στην όλη επαφή του με τα πράγματα, μια επαφή που συντελείται σχεδόν αποκλειστικά σε σχήμα κάθετο» (Κώστας Μπαλάσκας).

«Ο ουρανός εκπροσωπεί το χώρο των ιδεών του ποιητή, το χώρο της αγνότητας και της αθωότητας που αναζητά, τον πνευματικό χώρο στον οποίο κινείται ο ποιητής · εκπροσωπεί το χώρο που στρέφεται ο άνθρωπος, για να ανασάνει, να προσευχηθεί, να αναζητήσει βοήθεια, άρα συμβολίζει και την ελπίδα, το ιδανικό, τη λύτρωση · αν η γη μας παραπέμπει σε μια αντιπνευματική και απάνθρωπη πραγματικότητα, ο ουρανός αντιθετικά και συμβολικά αντιπροσωπεύει τη φυγή από αυτήν, την απόδραση στο χώρο της Ομορφιάς. Δεν πρόκειται μόνο για το ατομικό όραμα του Σαχτούρη, αλλά πρόκειται για ένα συλλογικό όραμα, έναν συλλογικό πόθο: αυτόν της ανάγκης για έναν φωτεινότερο κόσμο.»
Τα «τσουρέκια», πολυτελή αρτοπαρασκευάσματα, συμβολίζουν τα υλικά αγαθά, ενώ η παρουσία της ζητιάνας στον ουρανό παραπέμπει στη δικαίωση των βασανισμένων επί της γης και των ταπεινών.

Γ΄ στροφική ενότητα: Ο ρόλος του ποιητή

Ο αφηγηματικός χαρακτήρας του ποιήματος διαφοροποιείται περνώντας από την πρωτοπρόσωπη στην τριτοπρόσωπη αφήγηση και το σύντομο διάλογο, μέσα από τον οποίο αποκαλύπτεται η ταυτότητα και ο ρόλος του ποιητή.
Καρφώνοντας τα πόδια των περαστικών, στοχεύει στην καρδιά τους, κίνηση - συμβολισμός της αντιπροσφοράς του ποιητή στους ανθρώπους.
Το δώρο του ποιητή είναι η ποίηση,
«μια άλλη ματιά κλεφτή στην απέναντι όχθη»(Κ. Δημουλά), ένας άλλος τρόπος να βλέπεις τα πράγματα με διαρκώς έκπληκτα μάτια, να ανακαλύπτεις τις κρυμμένες αξίες στα ελάχιστα, να αισθάνεσαι όσα κρύβονται πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων.
Ο ποιητής καταξιώνεται και λειτουργεί ως σύνδεσμος μεταξύ γης και ουρανού. Στόχος του να αφυπνίσει το συναίσθημα, να ευαισθητοποιήσει την ψυχή, να αποσπάσει τους ανθρώπους από τις καθημερινές βιοτικές μέριμνες, προβάλλοντάς τους ως πνευματικά όντα, που «διψούν για ουρανό».
«Η τέχνη» – άρα και η ποίηση – «είναι το διαμαντένιο κλειδί των μυστηρίων της ύπαρξης! Ένα μεταξωτό νήμα που ξηλώνει το παραπέτασμα που κρύβει την αλήθεια! Για ένα λεπτό ίσως, για ένα δευτερόλεπτο, και είναι αρκετό να συναισθανθείς την αιωνιότητα. Την ομορφιά που σώζει τον κόσμο.»
(Μάρω Βαμβουνάκη, σε συνέντευξη στον Γιώργο Κιούση, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 28 Ιουλίου 2013)

ta en oikw kai en dimw

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

Μίλτος Σαχτούρης — Οι εχθροί της Άνοιξης

Ἔρχεται φέτος κουρασμένη
ἡ Ἄνοιξη
(νά) κουβαλάει τόσα χρόνια
τὰ λουλούδια πάνω της.
            Σκοτεινοὶ ἄνθρωποι
            στὶς γωνιὲς τὴν παραμονεύουν
γιὰ νὰ τὴν τσακίσουν.

Αὐτὴ ὅμως
μὲ κρότο
ἀνάβει ἕνα-ἕνα
τὰ λουλούδια της
στὰ μάτια τοὺς τὰ ρίχνει
(γιά) νὰ τοὺς στραβώσει.

Ποιήματα (1945-1971), Ἐκδόσεις Κέδρος, 2000.

Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2023

Μίλτος Σαχτούρης - Χειμώνας

Vincent van Gogh, «Landscape with Snow» (1888)
Τι ωραία που μαραθήκαν τα λουλούδια 
τι τέλεια που μαραθήκαν 
κι αυτός ο τρελός να τρέχει στους δρόμους 
με μιά φοβισμένη καρδιά χελιδονιού 
χειμώνιασε και φύγανε τα χελιδόνια 
γέμισαν οι δρόμοι λάκκους με νερό 
δυό μαύρα σύννεφα στον ουρανό 
κοιτάζονται στα μάτια αγριεμένα 
αύριο θα βγει στους δρόμους και η βροχή 
απελπισμένη 
μοιράζοντας τις ομπρέλλες της 
τα κάστανα θα τη ζηλεύουν 
και θα γεμίσουν μικρές κίτρινες ζαρωματιές 
θα βγουν κι οι άλλοι έμποροι 
αυτός που πουλάει τ’ αρχαία κρεβάτια 
αυτός που πουλάει τις ζεστές-ζεστές προβιές 
αυτός που πουλάει το καφτό σαλέπι 
κι αυτός που πουλάει θήκες από κρύο χιόνι 
για τις φτωχές καρδιές 

(Από τη συλλογή «Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο», 1958 –συγκεντρωτική έκδοση «Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα 1945-1971», εκδ. Κέδρος, 1977)

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2023

Μίλτος Σαχτούρης — Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη

Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη τεντώνει τὰ λουλούδια της
οἱ βραδινὲς καμπάνες τὴν κραυγή τους
κι ἡ κάτασπρη κοπέλα μέσα στὰ γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα τὸ αἷμα
ἀπ᾿ ὅλες τὶς σημαῖες ποὺ πονέσανε
ἀπὸ τὰ κυπαρίσσια ποὺ σφάχτηκαν
γιὰ νὰ χτιστεῖ ἕνα πύργος κατακόκκινος
μ᾿ ἕνα ρολόγι καὶ δυὸ μαύρους δεῖχτες
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα σύννεφο
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα ξίφος
τὸ σύννεφο θ᾿ ἀνάβει τὰ γαρίφαλα
τὸ ξίφος θὰ θερίζει τὸ κορμί της.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2022

Μίλτος Σαχτούρης, ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ ΠΟΥΛΙΩΝ (Αφιέρωμα ΕΡΤ, «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ»)

        Τὸ ἐπεισόδιο τῆς ἐκπομπῆς «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ» μὲ τῖτλο «ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ ΠΟΥΛΙΩΝ» εἶναι ἀφιερωμένο στὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Ποιητῆ ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ. 
Μίλτος Σαχτούρης. Έργο του ζωγράφου Ιορδάνη Γιαβουρίδη

        Τὸ Τρίτο Πρόγραμμα τῆς Ἑλληνικῆς Ραδιοφωνίας παρουσιάζει μιὰ ἀνέκδοτη ἠχογράφηση μὲ ἀναγνώσεις ποιημάτων τοῦ καλλιτέχνη. Ὁ ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ Καθηγητὴς Πανεπιστημίου καὶ ὁ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ μιλοῦν γιὰ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ποίησής του, τὰ θέματα καὶ τὶς εἰκόνες της. 
        Στὴ συνέχεια, ἡ κάμερα τῆς ἐκπομπῆς συναντᾶ τὸν καλλιτέχνη στὸ πατρικό του, στὴν ΚΥΨΕΛΗ. Ὁ ἴδιος περιγράφει τὴ θέση τῆς ποίησης στὴ ζωή του, τὶς ἀπρόβλεπτες συνθῆκες δημιουργίας τῶν ἔργων του, τὶς ἐπιρροές του, τὸ ρόλο τοῦ ποιητῆ στὴ σύγχρονη ἐποχή. Ἀκολουθεῖ προβολὴ πλάνων ἀπὸ τὴν ἐκδήλωση τῆς ἀπονομῆς του κρατικοῦ λογοτεχνικοῦ βραβείου στὸν ποιητὴ γιὰ τὸ συνολικό του ἔργο καὶ ἀπόσπασμα ἀπὸ παλαιότερη συνέντευξη του, μὲ ἀναφορὲς στὰ νεανικά του χρόνια, στὶς σπουδές του, στὴ γνωριμία του μὲ τὸν ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ καὶ τὸ ΝΙΚΟ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟ, στὶς ποιητικές του δημιουργίες, στὶς δύσκολες μέρες τῆς Κατοχῆς, στοὺς νεότερους ποιητές. 
        Ἔπειτα, ὁ ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΙΔΗΣ περιγράφει τὴν στενή φιλία του μὲ τὸν καλλιτέχνη, ἀναλύει τὴν παρουσία του καθρέφτη στὰ ἔργα του καὶ τὸ συμβολισμό του, ἐνῶ ἀκούγονται μελοποιημένα ποιήματα του. Παράλληλα, διαβάζονται ἀποσπάσματα ἀπὸ γνωστὰ ποιήματἀ του καὶ προβάλλονται μεταφράσεις τους σὲ διάφορες γλῶσσες. 
        Στὸ τέλος τῆς ἐκπομπῆς, ὁ καλλιτέχνης ἐμφανίζεται καταβεβλημένος καὶ κουρασμένος νὰ ἀναπολεῖ στιγμὲς ἀπὸ τὸ παρελθόν του.

https://www.youtube.com/watch?v=5SV5ZA4p4T8

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2022

Μίλτος Σαχτούρης — Η Αποκριά

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
                                        η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανέπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
                                        που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι
γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο
εν δυο παγωμένα δόντια

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο
Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
                                    η αποκριά.

Ανάλυση

        Ο Μίλτος Σαχτούρης ακολουθεί τη νεοϋπερρεαλιστική τάση της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ο ποιητικός του λόγος, αν και δεν είναι προϊόν αυτόματης γραφής, παραμένει δύσκολος στην κατανόηση, καθώς ο Σαχτούρης δημιουργεί τα ποιήματά του παραθέτοντας εικόνες, πραγματικές ή μη, χωρίς ειρμό.
       Ο ποιητής θέλοντας να αποδώσει τη σκληρότητα της γερμανικής κατοχής, αλλά και τον παραλογισμό του εμφυλίου πολέμου, θρυμματίζει τις εικόνες της πραγματικότητας που βιώνει. Παρά το γεγονός, πάντως, ότι η ανασύνθεση των εικόνων του ποιήματος, ώστε να δημιουργηθεί μια ιστορία με λογική αλληλουχία, είναι συχνά αδύνατη, τα ποιήματα του Σαχτούρη επιτυγχάνουν το σημαντικότερο, επιτυγχάνουν να μεταδώσουν τη συναισθηματική ένταση του ποιητή.
       Σ’ ένα κόσμο όπου κυριαρχεί η τυφλή βία κι ανθρώπινη ζωή δεν λογαριάζεται καθόλου, σε μια χώρα που συγκλονίζεται από έναν φονικό και αδυσώπητο εμφύλιο πόλεμο, ο ποιητής αδυνατεί να βρει λογικούς ειρμούς. Έτσι, στην ποίησή του αντικατοπτρίζεται ο πόνος των ανθρώπων κι η βαθιά τους απογοήτευση, καθώς βιώνουν το μίσος του πολέμου και τον παραλογισμό του εμφυλίου, χωρίς να μπορούν να κάνουν κάτι για να σταματήσουν αυτές τις απάνθρωπες καταστάσεις.
        Στην ποίηση του Σαχτούρη εκείνο που προέχει είναι η μετάδοση των συναισθημάτων. Ο φόβος, ο πόνος, η απογοήτευση, αλλά και η πνευματική και ψυχική σύγχυση του ανθρώπου που αντικρίζει τους Έλληνες να σκοτώνονται μεταξύ τους, οδηγώντας την πατρίδα τους στο χάος και την εγκατάλειψη. Ο ποιητής δεν μπορεί και δε θέλει να καταλάβει για ποιο λόγο αιματοκυλίζεται η χώρα του, κι αυτή την αδυναμία κατανόησης την αποδίδει με τον ιδιαίτερο τρόπο σύνθεσης των ποιημάτων του.
        Το ποίημα «Η Αποκριά» αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα της γραφής του Σαχτούρη, με την ποιητική ιστορία να ξετυλίγεται άναρχα μέσα από εικόνες πραγματικές αλλά και φανταστικές.
Ο τίτλος του ποιήματος, αν και σε πρώτη ανάγνωση μας παραπέμπει στο εορταστικό έθιμο του μασκαρέματος, στην πορεία διευρύνεται νοηματικά και αποκτά συμβολικές διαστάσεις. Η αποκριά του ποιήματος δεν είναι μόνο μια πραγματική αποκριά, είναι παράλληλα και μια εξωλογική κατάσταση, μια μαγική αποκριά όπου οι συνθήκες και οι περιορισμοί της πραγματικότητας αίρονται. Ο παραλογισμός της εποχής ωθεί συχνά τον ποιητή να περνά πέρα από τον απτό πόνο της πραγματικότητας και να παρουσιάζει με μη ρεαλιστικές εικόνες το πόσο βαθιά έχουν επηρεαστεί οι άνθρωποι της εποχής του από το μίσος και τη φονική διάθεση που επικρατεί. Μιας και οι λέξεις δεν επαρκούν για να εκφράσουν την πληγή που έχει ανοίξει ο εμφύλιος στις ψυχές των Ελλήνων, ο ποιητής δημιουργεί απόκοσμες εικόνες που μεταδίδουν εναργέστερα το στοίχειωμα του μυαλού απ’ όλες αυτές τις φρικτές εμπειρίες.
        Ο τίτλος του ποιήματος παράλληλα αποδίδει την αλλαγή των ανθρώπων, την υιοθέτηση νέων ρόλων στα πλαίσια του πολέμου. Σε αντίθεση με το αθώο μασκάρεμα του εθίμου, ο εμφύλιος πόλεμος αναγκάζει τους ανθρώπους να προχωρήσουν σε μια βαθύτερη αλλαγή της υπόστασής τους. Οι νέοι της εποχής γίνονται στρατιώτες, γίνονται φονιάδες, οι άμαχοι πολίτες και τα παιδιά τρέπονται σε τραγικά θύματα, χωρίς να έχουν δυνατότητα αντίδρασης. Οι μέχρι πρότινος σύμμαχοι απέναντι στον κοινό εχθρό, γίνονται πια θανάσιμοι εχθροί.

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
                                        η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανέπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
                                        που τους είχαν ξεχάσει


Ο ποιητής μεταθέτει τοπικά, σ’ έναν άλλο κόσμο, τα γεγονότα που θα περιγράψει, εκφράζοντας έτσι τη διάθεση απώθησης της φρικτής αυτής εμπειρίας. Τη στιγμή που συνθέτει το ποίημά του τον χωρίζουν λίγα μόλις χρόνια από τα γεγονότα της αποκριάς αυτής, εντούτοις, τα παρουσιάζει σα να έχουν συμβεί σε μια άλλη εποχή, σ’ έναν άλλο κόσμο, όπως ακριβώς κάθε άνθρωπος επιχειρεί να αφήσει στο παρελθόν και να ξεχάσει κάθε δυσάρεστη εμπειρία.

Η πρώτη εικόνα του ποιήματος με το γαϊδουράκι που γυρίζει μέσα στους έρημους δρόμους είναι ρεαλιστική και αποδίδει το σκηνικό εγκατάλειψης κι ερήμωσης που επικρατούσε σε πόλεις και χωριά της Ελλάδας. Η χώρα μετρούσε ήδη πολλές απώλειες από τα χρόνια της κατοχής, κατάσταση που επιδεινώθηκε με τις συγκρούσεις και τις τυφλές δολοφονίες του εμφυλίου. Δεν ήταν, άλλωστε, λίγες οι φορές που οι κάτοικοι μιας περιοχής την εγκατέλειπαν -προσωρινά έστω- γνωρίζοντας πως επίκειται εχθρική επιδρομή από την αντίπαλη παράταξη.
Ο τέταρτος στίχος «όπου δεν ανέπνεε κανείς» επιτείνει την αίσθηση του θανάτου και με την απολυτότητά του, δημιουργεί ένα μακάβριο σκηνικό, όπου ένα γαϊδουράκι, χωρίς κανείς να το οδηγεί, περπατά σε μια περιοχή, που δε ζει πια κανείς.
Η κυριαρχία του θανάτου επιβεβαιώνεται και με την εικόνα που ολοκληρώνει την πρώτη στροφή. Παιδιά πεθαμένα ανεβαίνουν στον ουρανό και κατεβαίνουν μόλις για μια στιγμή για να πάρουν τους αετούς τους, που τους είχαν ξεχάσει.
Η εικόνα των παιδιών που ανεβαίνουν στον ουρανό, αν και δεν αντιστοιχεί προς την πραγματικότητα, παρουσιάζει ωστόσο την κρυφή επιθυμία του ποιητή πως τα αθώα θύματα του εμφυλίου και της κατοχής θα διατηρήσουν την παιδική τους ψυχή και τη διάθεσή τους για παιχνίδι, ακόμη και στο ύστατο ταξίδι τους.
Τα πεθαμένα παιδιά και η πλήρης απουσία ζωής στην περιοχή όπου το γαϊδουράκι τριγυρίζει μόνο του, μας παραπέμπουν περισσότερο σε αποτρόπαιες εικόνες όπου οι Γερμανοί κατακτητές είχαν προχωρήσει σε μαζικές εκτελέσεις πληθυσμών, μη εξαιρώντας τα παιδιά και τις γυναίκες.
Οι θάνατοι των παιδιών, πάντως, που θα μπορούσαν να είναι αποτέλεσμα της πείνας και του κρύου -παράπλευρες απώλειες μιας εξαθλιωμένης χώρας- δίνονται από τον ποιητή με τρόπο που να μη συνδέει τα παιδιά με τη μακάβρια εικόνα του θανάτου. Τα παιδιά πετούν, ανεβαίνουν προς τον ουρανό, όπως ακριβώς στην ηλικία τους νομίζουν πως συμβαίνει όταν κάποιος πεθαίνει. Ο ποιητής τα διασώζει έτσι από την πραγματική εικόνα του θανάτου και τους επιτρέπει μιαν υπέρβαση, αντάξια της αθώας ψυχής τους.

έπεφτε χιόνι
γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο
εν δυο παγωμένα δόντια


Το χιόνι είναι σα γυάλινος χαρτοπόλεμος -συνειρμική σύνδεση με την αποκριά- που ματώνει τις καρδιές. Το κρύο εκείνων των φονικών χειμώνων, παίρνει ζωές και συνάμα αντικατοπτρίζει τη συναισθηματική κατάσταση των ανθρώπων της εποχής. Η παγωνιά που επικρατεί έξω είναι ίδια με την παγωνιά που επικρατεί στις ψυχές των ανθρώπων.
Αντιμέτωπη με το φονικό καιρό και με τη φονική δράση των ανθρώπων, μια γυναίκα γονατισμένη αναστρέφει τα μάτια της σα νεκρή. Ενώ το βλέμμα της θα μπορούσε να υποδηλώνει μιαν ικεσία, μια παράκληση προς το Θεό, η απουσία ζωής τονίζει την απουσία ελπίδας. Η γυναίκα αυτή που αντικρίζει παντού το θάνατο γύρω της, δεν έχει πια τη δύναμη να ζητήσει βοήθεια, δεν έχει πια την πίστη πως μπορεί να λάβει βοήθεια από κάπου. Έτσι, με την απονεκρωμένη ματιά της -όπως απονεκρωμένη είναι κι η ψυχή της- αντιπροσωπεύει τους περισσότερους ανθρώπους της εποχής, που ζούσαν τον εφιάλτη του πολέμου, μη έχοντας πια καμία ελπίδα και καμία δύναμη να αντιδράσουν.
Η μόνη κίνηση, που υποδηλώνει την ύπαρξη ζωής, είναι οι στρατιώτες, οι φορείς του θανάτου, που περνούν συγκροτημένοι σε φάλαγγες με στρατιωτικό βηματισμό, υποφέροντας κι εκείνοι απ’ το κρύο. Η αναφορά στα «παγωμένα δόντια» λειτουργεί εν μέρει κυριολεκτικά μιας και το σκηνικό στο οποίο εκτυλίσσονται τα γεγονότα του ποιήματος είναι χειμωνιάτικο, εντούτοις δεν μπορούμε να παραβλέψουμε και την υπονοούμενη αναφορά στις παγωμένες ψυχές των στρατιωτών, που σκορπούν το θάνατο, χωρίς συναίσθηση της συμφοράς που προκαλούν.

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο
Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά.


Η τελευταία στροφή του ποιήματος περιλαμβάνει...
.......................
η συνέχεια εδώ

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

Μίλτος Σαχτούρης — Ορυχείο

Σου γράψω γεμάτη τρόμο μέσα από μιά στοά
                                                  νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλίθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ' όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ' αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πηρούνια και τα
                                               μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μ ά ν α

Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
                                             χαρούμενα

Να με θυμάσαι

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2021

Μίλτος Σαχτούρης — Οκτώβριος

Στο ταβάνι σχήματα τριαντάφυλλα
και σχήματα αράχνη
τα φώτα κίτρινα θαμπά σκοτεινά
μεγάλα ψάρια στους πράσινους βαθιούς τοίχους
καρφωμένα
αίμα
τρύπιες κουβέρτες και σπασμένα τζάμια
η βροχή
και ξάφνου μέσα στα χέρια μου τα μαλλιά της
το σώμα της και τ’ ανοιχτό στόμα της
μακριά βαθιά πάνω στο βουνό
Η Βροχή Είναι…Εθισμός!
Το μυαλό μου κουρασμένο
κι ο αγέρας διάφανος σαν κρύσταλλο
ρολόγια πέφτουν ολοένα και
σπάζουν πάνω στο πλακόστρωτο
σήμερα ο αγέρας δυνάμωσε ακόμη
απ’ το παράθυρο βγήκε ένα χέρι
μες στον καθρέφτη φάνηκε έν’ άλλο χέρι
έδερναν τα μεσάνυχτα
μακριά ακουγόταν ένα βογγητό

Όλα όσα βλέπω
τα παράξενα όνειρα μου θυμίζουν εσένα
η νύχτα θυμίζει εσένα
ένα μικρό παιδί που κλαίει μου θυμίζει εσένα
κι ο τάφος μου θυμίζει εσένα
όλες οι φωτογραφίες, όλα τα χρώματα
όλα μου θυμίζουν εσένα
και όλα τα αγαπώ για σένα

Συλλογή «Με το πρόσωπο στον τοίχο», 1952 (Κέδρος)

🍂🍂🍂🍂🍂🍂🍂🍂

Ο Μίλτος Σαχτούρης (1919 – 2005) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς ποιητές της Ελλάδας.
Τιμήθηκε με τρία κρατικά βραβεία, ενώ τα ποιήματά του μεταφράστηκαν σε Αγγλικά, Γερμανικά, Γαλλικά, Ρωσικά, Ιταλικά, Ολλανδικά, Ισπανικά και Πολωνέζικα.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή («Η Λησμονημένη – 1945) αντιμετωπίστηκε με χλεύη από τους ποιητές της γενιάς του ’30, ενώ η καλύτερη συλλογή του («Με το πρόσωπο στον τοίχο» – 1952) πούλησε μόλις 5 αντίτυπα.

Τη δεκαετία του ’60 άρχισε να αναγνωρίζεται από την κριτική ως πρωτοποριακός ποιητής με μοναδικό προσωπικό ύφος. Η γλώσσα των ποιημάτων του είναι ελλειπτική, λιτή, τραγική, σκυθρωπή και σοβαρή.

Ο Beacon τον αναγνωρίζει ως «συνεπέστερο διερευνητή του εσωτερικού εφιαλτικού κόσμου», καθώς τα ποιήματά του χαρακτηρίζονται από εφιαλτικές εικόνες, σπαράγματα ενός παράλογου κόσμου, μέσα στον οποίο δεσπόζει το αίσθημα του φόβου και της απειλής.

Η ποίηση του Σαχτούρη, παρά τα εμφανή υπερρεαλιστικά στοιχεία, δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί. Μέσα από την εξωτερίκευση και την δραματοποίηση του υποκειμενικού συναισθήματος , αναπαριστά τη διαταραγμένη ισορροπία της ζωής του μεταπολεμικού ανθρώπου, η οποία έχει καταληφθεί από τα αισθήματα του φόβου και της απειλής.

Ο Σαχτούρης έγραψε για τον έρωτα, την υπαρξιακή αγωνία, τον φόβο του θανάτου και την πάλη ανάμεσα στις δυνάμεις του καλού και του κακού. Ποιήματα του διδάσκονται σε σχολεία και πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού. Έτεινε προς τον Αριστερό χώρο, χωρίς όμως να είναι απόλυτα αριστερός, όπως είχε δηλώσει ο ίδιος.

Ο Σαχτούρης πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε ένα μικρό διαμέρισμα της οδού Μηθύμνης στην Κυψέλη, έχοντας ξεπουλήσει όλη την πατρική του περιουσία για να επιβιώσει…

Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

Μίλτος Σαχτούρης — Ὀρυχεῖο
«Θέλησα νὰ σοῦ γράψω γιὰ τὶς παλιές μας τὶς χαρὲς
ὅμως ἔχω ξεχάσει νὰ γράφω γιὰ πράγματα/χαρούμενα/Νὰ μὲ θυμᾶσαι»

Η ποίηση του Σαχτούρη είναι, μεταξύ αλλων, έντονα συμβολική και σε πολλά σημεία συνειρμική. 
Παρά τις πρώτες εντυπώσεις που μπορεί να έχει κανείς διαβάζοντας την ποίηση του Σαχτούρη σύντομα θα καταλάβει πως η ποίηση του δεν είναι απαισιόδοξη. 
Άλλωστε «πάντα θα ‘χουμε ανάγκη από ουρανό»…
The Drawers, by Tom McGuinness
Σοῦ γράφω γεμάτη τρόμο μέσα ἀπὸ μιὰ στοὰ
νυχτερινὴ
φωτισμένη ἀπὸ μίαν ἐλάχιστη λάμπα σὰ δαχτυλίθρα
ἕνα βαγόνι περνάει ἀπὸ πάνω μου προσεχτικὰ
ψάχνει τὶς ἀποστάσεις του μὴ μὲ χτυπήσει
ἐγὼ πάλι ἄλλοτε κάνω πῶς κοιμᾶμαι ἄλλοτε
πῶς μαντάρω ἕνα ζευγάρι κάλτσες παλιὲς
γιατί ἔχουν ὅλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στὸ σπίτι
χτὲς
καθὼς ἄνοιξα τὴ ντουλάπα ἔσβησε γίνηκε
σκόνη μ᾿ ὅλα τὰ ροῦχα της μαζὶ
τὰ πιάτα σπάζουν μόλις κανεὶς τ᾿ ἀγγίξει
φοβᾶμαι κι ἔχω κρύψει τὰ πηρούνια καὶ τὰ
μαχαίρια
τὰ μαλλιά μου ἔχουν γίνει κάτι σὰ στουπὶ
τὸ στόμα μου ἄσπρισε καὶ μὲ πονάει
τὰ χέρια μου εἶναι πέτρινα
τὰ πόδια μου εἶναι ξύλινα
μὲ τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρὰ παιδιὰ
δὲν ξέρω πῶς γίνηκε καὶ μὲ φωνάζουν μ ά ν α

Θέλησα νὰ σοῦ γράψω γιὰ τὶς παλιές μας τὶς χαρὲς
ὅμως ἔχω ξεχάσει νὰ γράφω γιὰ πράγματα
χαρούμενα

Νὰ μὲ θυμᾶσαι

ἀπὸ τὴ συλλογή Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ

https://www.youtube.com/watch?v=99q_ixBFfco

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018

Μίλτος Σαχτούρης — Ἡ δύσκολη Κυριακή
«κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά/ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο/ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά»


Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά

Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο

Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ.

από τη συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ, 1945

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

Μίλτος Σαχτούρης - Ο βυθός

πίνακας ζωγραφικής της Μαρίας Φιλοπούλου
Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μέσ' στο φεγγάρι

Κι η κοπέλα απ' τη γης
με τα κόκκινα μάτια
λέει ένα τραγούδι
που δε φτάνει ως το ναύτη

Φτάνει ως το λιμάνι
φτάνει ως το καράβι
φτάνει ως τα κατάρτια

Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι

Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Μίλτος Σαχτούρης - Οἱ ἀπομείναντες

Tatooine sunsets
Ὅμως ὑπάρχουν ἀκόμα
λίγοι ἄνθρωποι
ποὺ δὲν εἶναι κόλαση
ἡ ζωή τους

ὑπάρχει τὸ μικρὸ πουλὶ ὁ κιτρινολαίμης
ἡ Fraülein Ramser
καὶ πάντοτε τοῦ ἥλιου οἱ ἀπομείναντες
οἱ ἐρωτευμένοι μὲ ἥλιο ἢ μὲ φεγγάρι

ψάξε καλὰ
βρές τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικὰ
γιατί ὅσο πᾶν καὶ λιγοστεύουν

λιγοστεύουν

από τη συλλογή Χρωμοτραύματα (1980)

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Μίλτος Σαχτούρης — Η ιστορία ενός παιδιού

ΜΟΝΤΙΛΙΑΝΙ, ένας καταραμένος και αυτοκαταστροφικός ζωγράφος!...
Χρόνια
ο ουρανός
ήτανε ένα δύσκολο χαρτί
κρυμμένο
μέσ’ στην τσέπη μου
και μέσ’ στον κήπο μου φύτρωνε όλη τη μέρα
αίμα
γιατί βροχή
πέφταν οι πέτρες απ’ τον άλλο ουρανό
τσακίζοντας κρέατα
και κόκαλα

Έτσι σαν ήρθε η Ανάσταση
ντυμένος μαύρα
μ’ ένα κόκκινο κερί
βγήκα
τρελός
στους δρόμους

ήμουνα ένα κίτρινο
πουλί
σαν κι αυτά που ζωγράφιζε
ο Modigliani
ποτέ μου
ποτέ μου
δεν είχα γεννηθεί

Ανάλυση
Η Ιστορία ενός παιδιού περιέχει παρόμοιες θεματικές με αυτές που συναντάμε στο ποίημα ο Ελεγκτής. Έχουμε, δηλαδή, τον ουρανό σε διττή εδώ παρουσία, τον κήπο που είναι γεμάτος αίμα, αλλά και την μεταμόρφωση του ποιητή σε πουλί. Η προσέγγιση εδώ, ωστόσο, αφορά κυρίως το προσωπικό βίωμα του ποιητή και όχι το ρόλο και την ευθύνη που έχει απέναντι στα γεγονότα ως ποιητής.

Ο ποιητής σχολιάζει πως για χρόνια ο ουρανός αποτέλεσε ένα δύσκολο για τον ίδιο θέμα, καθώς ο κήπος του, η πατρίδα του, γέμιζε διαρκώς αίμα από τους ανθρώπους που σκοτώνονταν απ’ τις πέτρες που έπεφταν από τον άλλον ουρανό. Η αντίθεση ανάμεσα στον ουρανό που παρέμενε ως χαρτί στην τσέπη του ποιητή και τον εχθρικό ουρανό που σκορπίζει το θάνατο, δεν είναι παρά η αντίθεση ανάμεσα στις προσδοκίες των ανθρώπων και την σκληρή πραγματικότητα.
Ο κρυμμένος ουρανός είναι τα όνειρα του ποιητή -και κάθε ανθρώπου- είναι τα ιδανικά του και η ελπίδα του για έναν κόσμο ειρηνικό, όπου οι πολίτες θα μπορούν να ζουν ελεύθεροι. Ο άλλος ουρανός είναι αυτός που φανερώνει την πραγματική φύση των ανθρώπων∙ το μίσος, την απληστία και τη φονική αποφασιστικότητα να επιβληθούν ο ένας στον άλλον.

Η έλευση της Ανάστασης, η έλευση δηλαδή της ενηλικίωσης, προκαλεί μια ουσιαστική αλλαγή στην προσωπικότητα του ποιητή, τον ωθεί στην ωρίμανση και στη συνειδητοποίηση πως η ηλικία των παιδικών χρόνων έχει πλέον παρέλθει.
Ο ποιητής βγαίνει στους δρόμους σαν τρελός, σαν κίτρινο πουλί, όπως αυτά που ζωγράφιζε ο Modigliani∙ η αναφορά στον Ιταλό ζωγράφο, που χρησιμοποιούσε βεβαίως το κίτρινο χρώμα στα πορτραίτα του, έρχεται ως πιστοποίηση της εμφατικά διατυπωμένης σκέψης του ποιητή πως ποτέ του δεν είχε γεννηθεί, καθώς ο Modigliani δεν ζωγράφιζε πουλιά.
Η Ανάσταση σηματοδοτεί το πέρασμα του ποιητή στην ενηλικίωση. Το παιδί που κρατούσε κρυμμένο τον ποθητό ουρανό στην τσέπη του παύει να υπάρχει, κι είναι σα να μη γεννήθηκε ποτέ. Ο ποιητής θα περάσει πια από την εποχή του κρυφού και διστακτικού οραματισμού, στην ηλικία της διεκδίκησης και της προσφοράς στους άλλους ανθρώπους. Η απώλεια τόσων ανθρώπων που στιγμάτισε τα παιδικά του χρόνια δε θα μείνει αδικαίωτη, ο ποιητής θα φροντίσει για τη διατήρηση αυτής της μνήμης.
Ο ενεργητικός ρόλος που θα αναλάβει ο ποιητής στην πορεία, ως Ελεγκτής η πρόθεσή του να συνεισφέρει με το δικό του τρόπο στην καθοδήγηση των συνανθρώπων του∙ η αίσθηση της ευθύνης απέναντι στους άλλους, είναι στοιχεία που γεννήθηκαν στην ψυχή του μέσα από τα δύσκολα και επώδυνα βιώματά των παιδικών και νεανικών του χρόνων.
Έτσι, το πρόσωπο που στον Ελεγκτή παρουσιάζεται ως μια συντελεσμένη προσωπικότητα, που δε διστάζει να επωμιστεί σημαντικές ευθύνες, στην Ιστορία ενός παιδιού βρίσκεται σε μια κατάσταση διαμόρφωσης∙ σε μια επίπονη πορεία συνειδητοποίησης και ωρίμανσης.
Ωστόσο, τον κρυμμένο για χρόνια ουρανό, ο ποιητής θα θελήσει στη συνέχεια να τον μοιραστεί -στην ιδανική του έκφανση- με τους συνανθρώπους του∙ θα υπερνικήσει τον πόνο του για το αίμα που αδιάκοπα φύτρωνε στον κήπο του, και θα θελήσει να σταθεί αρωγός και υπερασπιστής των στοιχείων εκείνων που μπορούν να επαναφέρουν τους ανθρώπους στο δρόμο της ειρηνικής διαβίωσης και της ψυχικής επούλωσης.

«πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ’ αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω.»

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Μίλτος Σαχτούρης - Τρεις Εραστές

Στις βραδινές βρεγμένες στράτες
Αχνίζει ένα φως θαλασσί
Πλατύ χέρι στην καρδιά
Βήματα ερειπωμένα
Τρεις εραστές διαβαίνουν απ΄ τα χέρια πιασμένοι.

Ο πρώτος…
Κρέμασε σ’ ένα δέντρο την αγάπη του
Τα μεσάνυχτα προσεύχεται κάτω απ’ το δέντρο
Να κατέβει η αγάπη πιασμένη απ’ τα φύλλα
Να κοπάσει η πλημμύρα των φύλλων …που λιώνουν
Τα δάκρυα του στο χώμα τα πίνει ένας σκύλος
Η αγάπη στα κλαδιά τον πετροβολάει
Το δέντρο ουρλιάζει ο αγέρας

Ο δεύτερος…
Χάρισε την αγάπη του σ’ έναν τρελό βιολιστή
Ο τρελός την επήρε τραγούδι
Βρέχει ο ουρανός λουλούδια νομίσματα
Αντηχούνε οι δρόμοι τ’ ολέθριο βιολί
Της αγάπης το τραγούδι το ‘χουν μάθει τώρα όλοι
Με χείλια σμιχτά μελανά το σφυρίζουν
Μόνο αυτός δεν το ξέρει

Ο τρίτος…
Έκανε την αγάπη του καράβι
Την κατευόδωσε στις τρεις θάλασσες
Τώρα έγινε πάλι παιδί
Σιάχνει πύργους με άμμο
Και μαζεύει χαλίκια κοχύλια
Και προσμένει να γυρίσει ξανά
Το καράβι η αγάπη


Στην καρδιά τους έχουν κι οι τρεις χαράξει ένα δέντρο
Ένα βιολί σιμά στ’ αυτί θα τους τρελάνει
Κι ο καπετάνιος παίζει στο βυθό με τα κοράλλια.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Μίλτος Σαχτούρης - Ο Ελεγκτής

Ένας μπαξές γεμάτος αίμα
είν' ο ουρανός
και λίγο χιόνι
έσφιξα τα σχοινιά μου
πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ' αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω.

(Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο, 1958)

Ανάλυση
Ο Μίλτος Σαχτούρης συνθέτει ένα ποίημα για το ιδιαίτερο χρέος του ποιητή.
...................
«εγώ
κληρονόμος πουλιών»


Σε συμβολικό επίπεδο η κληρονομιά που λαμβάνει ο ποιητής από τον κόσμο των πουλιών είναι η δυνατότητα να κινείται απόλυτα ελεύθερος σ’ ένα κόσμο που βρίσκεται πάνω από τα συνήθη δεσμά της ανθρώπινης υπόστασης. Η σκέψη του ποιητή διατηρεί την ανεξαρτησία της και δεν επηρεάζεται από το κλίμα εξαρτήσεων και συνενοχής που δεν επιτρέπει στους συγκαιρινούς του να βρουν τη διέξοδο απ’ τη δύσκολη εμπειρία που βιώνουν. Ο ποιητής αποκτά έτσι μια πιο αντικειμενική ματιά, καθώς όντας αποστασιοποιημένος στο χώρο του ουράνιου στερεώματος, δεν βλέπει τα πράγματα υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς. 
........................
Ο αυτοπροσδιορισμός του ποιητή ως κληρονόμου πουλιών μας παραπέμπει επίσης στον πλατωνικό διάλογο «Ίων» όπου ο φιλόσοφος μέσω του Σωκράτη μιλά για την ιδιαιτερότητα των ποιητών, σχολιάζοντας πως οι ποιητές δεν δημιουργούν το έργο τους χάρη στη δική τους σκέψη, αλλά φτάνουν σε αυτό δεχόμενοι τη θεϊκή έμπνευση. Σημειώνει χαρακτηριστικά πως ο ποιητής είναι κάτι το κενό, κάτι το ελαφρύ, ένα πετούμενο, αλλά και κάτι το ιερό (κούφον γαρ χρήμα ποιητής εστίν και πτηνόν και ιερόν…), που δεν μπορεί να δημιουργήσει αν δεν περιέλθει σε κατάσταση έκστασης, χάνοντας κάθε λογική μέσα του. 
Οι ποιητές, κατά τον Σωκράτη, δεν συνθέτουν τα άριστα έργα τους χάρη σε δική τους ικανότητα, αλλά χάρη σε δύναμη θεϊκή που τους προσφέρει την ανάλογη έμπνευση. Ο Σαχτούρης, λοιπόν, αξιοποιεί αυτή την πλατωνική ιδέα, καταγράφοντας ωστόσο τη μέγιστη ευθύνη και το υψηλό χρέος που έχουν οι ποιητές απέναντι στους ανθρώπους της κοινωνίας τους.
...................
Ο Σαχτούρης, επομένως, όταν αποκαλεί τον εαυτό του κληρονόμο πουλιών και όταν σχολιάζει πως πρέπει να ελέγξει τα αστέρια, στην πραγματικότητα κινείται σ’ ένα χώρο πολύ πιο προσωπικό και οικείο απ’ ό,τι γίνεται αρχικώς αντιληπτό. Ο ποιητής δανείζεται τον έλεγχο των αστεριών από τη ναυτική παράδοση, ενώ αποκαλώντας τον εαυτό του κληρονόμο πουλιών υποδηλώνει, όχι μόνο την ποιητική του ιδιότητα, αλλά και την καταγωγή του.

«πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω»


Ο ποιητής έχει γνωρίσει βαθιά στην ψυχή του τον πόνο απ’ όλες αυτές τις απώλειες που σημάδεψαν τα εμπόλεμα χρόνια. Η ικανότητά του να πετά ψηλότερα δε σημαίνει για κανένα λόγο πως ο ίδιος ξέφυγε αλώβητος από τη δίνη των φρικτών εκείνων γεγονότων. Έχει πληρώσει το τίμημα, έχει τραυματιστεί ψυχικά κι έχει υποφέρει σωματικά∙ εντούτοις δεν είναι διατεθειμένος να υποκύψει στις εσωτερικές του πληγές. Δεν σκοπεύει να αφήσει την οδύνη του παρελθόντος να τον εμποδίσει από τη διεκδίκηση ενός καλύτερου μέλλοντος, από τη διεκδίκηση μιας καλύτερης διαβίωσης για τους συνανθρώπους του.
Πληγές, άλλωστε, έχουν όλοι οι συγκαιρινοί του, γι’ αυτό και δυσκολεύονται να αποδεχτούν όσα συνέβησαν και συνεχίζουν να βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση μεταξύ τους. Χρέος του ποιητή είναι να ελέγξει το φως των αστεριών και να αποκαταστήσει την ισορροπία ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, όχι αιτούμενος τη λησμοσύνη των γεγονότων -το παρελθόν αποτελεί πολύτιμο κομμάτι της ύπαρξης ενός λαού και δεν πρέπει ποτέ να ξεχνιέται-, αλλά φροντίζοντας ώστε οι άνθρωποι να επανέλθουν στις αξίες του παρελθόντος, στον αλληλοσεβασμό και στη συγχώρεση, για να μπορέσουν έτσι να συνεχίσουν την κοινή τους πορεία.
Με δεδομένη τη λανθασμένη πορεία που ακολουθούν οι άνθρωποι∙ πορεία που τους οδηγεί στο μίσος και την εκδίκηση, ο ποιητής οφείλει ως ελεγκτής να καταστήσει και πάλι το φως των αστεριών ορατό σ’ αυτούς, ώστε να καθοδηγηθούν στο σωστό δρόμο. Η απώλεια του προσανατολισμού τους κι η εκτροπή τους σε πράξεις και σκέψεις καταστρεπτικές για την εξέλιξη αυτού του έθνους, υποδηλώνει την άμεση ανάγκη επαναφοράς των ανθρώπων σε πρότυπα και αξίες του παρελθόντος. Με το φως των αστεριών και πάλι ορατό, οι άνθρωποι θα μπορέσουν να επανακτήσουν την ελπίδα τους, θα βρουν το κουράγιο για μια νέα αρχή και θα φέρουν στη μνήμη τους τις αρχές και τις αξίες που διέτρεχαν τη ζωή τους στο παρελθόν και τους είχαν φυλάξει από τόσο οδυνηρές επιλογές.

Ο ποιητής γνωρίζει πόσο σημαντικός είναι ο έλεγχος των αστεριών και αντιλαμβάνεται πως η ευθύνη αυτή είναι δική του, μιας και ως ποιητής έχει τη δυνατότητα να βλέπει τα πράγματα καθαρότερα από τους άλλους πολίτες. 
Έτσι, έχοντας πλήρη συναίσθηση του χρέους που του αναλογεί, δηλώνει με τρόπο κατηγορηματικό πως είναι αυτός ο ελεγκτής που θα επιχειρήσει τη δύσκολη άνοδο προς τον ουρανό. Η προσωπική αντωνυμία «Εγώ» που αυτονομείται στο κείμενο, αποτελώντας μόνη της έναν στίχο, τονίζει με έμφαση πως είναι ο ίδιος ο ποιητής που θα λειτουργήσει ως ελεγκτής των αστεριών. 
Έχει, μάλιστα, προηγηθεί η κτητική αντωνυμία (Έσφιξα τα σκοινιά μου), αλλά και το σε πρώτο πρόσωπο ρήμα «ελέγξω», που είχαν υποδηλώσει πως το χρέος αυτό ανήκει στον ίδιο τον ποιητή. Αντιστοίχως, σε πρώτο πρόσωπο τίθεται και το ρήμα «πετάω» που κλείνει το ποίημα, επισφραγίζοντας την προσωπική συμμετοχή και τον ιδιαίτερο ρόλο του ποιητή.

ολόκληρη η ανάλυση εδώ: latistor

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Μίλτος Σαχτούρης - Τρία δάκρυα του Θεού

Iver Rose (1899 - 1972)
Quarry Workers
I
Σ’ αυτό το σπίτι βγάζουν τα παράθυρα 

σπάζουν τις πόρτες σε χίλια κομμάτια
από τις πόρτες τρεις άντρες μπήκανε χαρούμενοι
πέντε γυναίκες βγήκαν δακρυσμένες
απ’ τα παράθυρα πετούν πολύχρωμα πουλιά
μιλούνε —φίλοι μου— μιλούνε σαν ανθρώποι
κι έπειτα ήσυχα ήσυχα πεθαίνουν
τότε τα κάδρα γίνονται αυτά πουλιά
και μία μία ανοίγουν τα φτερά
οι σκυθρωπές μορφές
ενός χαμένου κόσμου

II
Αυτό το βουνό τόσο κοντά μου

απλώνω το χέρι ξεριζώνω
τα δέντρα και τους θάμνους του
τους στύλους τους ηλεχτρικού
αυτά τα πονεμένα δόντια
μιας απελπιστικά μοναχικής ζωής
Πάνω του τρέχουν πρόβατα πονηρά

είναι ποτέ τους πονηρά τα πρόβατα;
μα αυτά δωπέρα πόνεσαν πολύ
κι έχουν απάνθρωπα βελάσματα
Οι άνθρωποι εδώ γενήκαν ένα με την πέτρα

χτυπούν την πέτρα και σκίζουνε τα σπλάχνα τους
απορούν κι ούτε που ξέρουνε να κλάψουν


Σήμερα
κοιτάξτε καλά αυτό βουνό
κοιτάξτε καλά αυτό το δάκρυ του θεού
γιατί αύριο θα στεγνώσει

Αύριο δε θα βλέπετε πια τίποτα


III
Μπρος μου ψηλά σ’ αυτό το βουνό

ένας λευκός άνθρωπος κόβει μαργαρίτες
σωριάζει πέτρες μέσα σ’ αυτό το σάκο του θεού
κάπου κάπου γυρίζει και με κοιτάζει λυπημένος
μου ρίχνει ένα λουλούδι ξακολουθεί το δρόμο του

Στο στήθος μου φυτρώσαν κοπάδια μαργαρίτες

αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ