Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΒΑΦΗΣ Κ.Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΒΑΦΗΣ Κ.Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Κωνσταντίνος Καβάφης — Ελεγεία των Λουλουδιών

Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν
Κι’ απ’ όλα τα λουλούδια του κάμπου φαίνεται
η νεότης πιο ωραία. Aλλά μαραίνεται
γρήγορα, και σαν πάει δεν ξαναγένεται·
η πασχαλι[αίς] με της δροσιάς τα δάκρυα την ραντίζουν.

Olga Darchuk Basket With Flowers
Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά τα ίδια μάτια δεν τα κυττάζουνε.
Και άλλα χέρια σ’ άλλα στήθεια τα βάζουνε.
Έρχοντ’ οι ίδιοι μήνες, πλην ξένοι μοιάζουνε·
τα πρόσωπα αλλάξαν και δεν τ’ αναγνωρίζουν.

Όσα λουλούδια υπάρχουν,το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά με την χαρά μας πάντα δεν μένουνε.
Aυτά οπού ευφραίνουν, αυτά πικραίνουνε·
κ’ επάνω εις τους τάφους, που κλαίμε, βγαίνουνε,
καθώς τους γελαστούς μας τους κάμπους χρωματίζουν.

Πάλ’ ήλθε καλοκαίρι κ’ οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Aλλ’ απ’ το παραθύρι δύσκολα φθάνεται.
Και το υαλί μικραίνει-μικραίνει, χάνεται.
Το πονεμένο μάτι θολώνει, πιάνεται.
Βαρυά τα κουρασμένα πόδια, δεν μας στηρίζουν.

Για μας δεν είναι φέτος που οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Λησμονημένου Aυγούστου κρίνοι μάς στέφουνε,
τ’ αλλοτεινά μας χρόνια γοργά επιστρέφουνε,
σκιαίς αγαπημέναις γλυκά μάς γνέφουνε
και την φτωχή μας την καρδιά γλυκά αποκοιμίζουν.

Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983

Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

Κωνσταντίνος Καβάφης - Θεόφιλος Παλαιολόγος

Γιάννης Νίκου "Η τελευταία ώρα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, 
Αυτοκράτορα του Βυζαντίου", 2001
Ὁ τελευταῖος χρόνος εἶν᾿ αὐτός. Ὁ τελευταῖος τῶν Γραικῶν
αὐτοκρατόρων εἶν᾿ αὐτός. Κι᾿ ἀλλοίμονον
τί θλιβερὰ ποὺ ὁμιλοῦν πλησίον του.
Ἐν τῇ ἀπογνώσει του, ἐν τῇ ὀδύνῃ
ὁ Κὺρ Θεόφιλος Παλαιολόγος*
λέγει «Θέλω θανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν».

Ἂ Κὺρ Θεόφιλε Παλαιολόγο
πόσον καϋμὸ τοῦ γένους μας, καὶ πόση ἐξάντλησι
(πόσην ἀπηύδησιν ἀπὸ ἀδικίες καὶ κατατρεγμό)
ἡ τραγικές σου πέντε λέξεις περιεῖχαν.
Πάρθεν
Αὐτὲς τὲς μέρες διάβαζα δημοτικὰ τραγούδια,
γιὰ τ᾿ ἄθλα τῶν κλεφτῶν καὶ τοὺς πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

Διάβαζα καὶ τὰ πένθιμα γιὰ τὸν χαμὸ τῆς Πόλης
«Πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την· πῆραν τὴν Σαλονίκη».
Καὶ τὴν Φωνὴ ποὺ ἐκεῖ ποὺ οἱ δυὸ ἐψέλναν,
«ζερβὰ ὁ βασιληᾶς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης»,
ἀκούσθηκε κ᾿ εἶπε νὰ πάψουν πιὰ
«πάψτε παπάδες τὰ χαρτιὰ καὶ κλεῖστε τὰ βαγγέλια»
πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την· πῆραν τὴν Σαλονίκη.

Ὅμως ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλα πιὸ πολὺ μὲ ἄγγιξε τὸ ᾄσμα
τὸ Τραπεζούντιον μὲ τὴν παράξενή του γλώσσα
καὶ μὲ τὴν λύπη τῶν Γραικῶν τῶν μακρυνῶν ἐκείνων
ποὺ ἴσως ὅλο πίστευαν ποὺ θὰ σωθοῦμε ἀκόμη.

Μὰ ἀλοίμονον μοιραῖον πουλὶ «ἀπαὶ τὴν Πόλην ἔρται»
μὲ στὸ «φτερούλιν ἀθε χαρτὶν περιγραμμένον
κι οὐδὲ στὴν ἄμπελον κονεύ᾿ μηδὲ στὸ περιβόλι
ἐπῆγεν καὶ ἐκόνεψεν στοῦ κυπαρίσ᾿ τὴν ρίζαν».
Οἱ ἀρχιερεῖς δὲν δύνανται (ἢ δὲν θέλουν) νὰ διαβάσουν
«Χέρας υἱὸς Γιανίκας ἕν» αὐτὸς τὸ παίρνει τὸ χαρτί,
καὶ τὸ διαβάζει κι ὀλοφύρεται.
«Σίτ᾿ ἀναγνῶθ᾿ σίτ᾿ ἀνακλαῖγ᾿ σίτ᾿ ἀνακροῦγ᾿ τὴν κάρδιαν.
Ν᾿ ἀοιλλὴ ἐμᾶς νὰ βάϊ ἐμᾶς ἡ Ρωμανία πάρθεν».

-----------------
* Θεόφιλος ΠαλαιολόγοςΜαθηματικός και φιλόσοφος, συγγενής του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ΙΑ΄, ο οποίος αγωνίστηκε με γενναιότητα και φονεύτηκε κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453).
Λόγια πηγή του ιστοριογενούς αυτού ποιήματος είναι η εξής περικοπή από το Χρονικό, III, 7 του Γεωργίου Σφραντζή:«Ομοίως και ο Θεόφιλος ο Παλαιολόγος, ως είδε τον βασιλέα μαχόμενον και την πόλιν κινδυνεύουσαν, μεγαλοφώνως μετά κλαυθμού κράξας είπε “Θέλω θανείν μάλλον ή ζην”, και συρρήξας εαυτόν εν μέσω μετά κραυγής τους όσους εύρε πάντας διασκέδασε και διεσκόρπισε και εθανάτωσεν». [Γ. Π. Σαββίδης]
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης φανερώνει στην ποίησή του βαθύ σεβασμό και εκτίμηση για τη μεγαλειώδη εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού, ιδίως κατά την ελληνιστική περίοδο, τονίζοντας με ποικίλους τρόπους τη δυναμική της ελληνικής γλώσσας και σκέψης. 
Εκτίμηση που πηγάζει από την αδιαμφισβήτητη αγάπη του ποιητή για τον ελληνισμό, είτε αυτός βρίσκεται στον κυρίως ελληνικό χώρο είτε δραστηριοποιείται σε χώρες και περιοχές στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου και της Ασίας. Κάθε επίτευγμα του ελληνισμού αποτελεί πηγή μεγάλης υπερηφάνειας για τον ποιητή κι αντιστοίχως κάθε πλήγμα που δέχεται ο ελληνισμός συνιστά γι’ αυτόν πηγή μεγάλου πόνου και απογοήτευσης. 
Εύλογα, λοιπόν, το γεγονός της άλωσης της Κωνσταντινούπολης -που αποτελεί μάλιστα τον τόπο καταγωγής του Καβάφη-, εκλαμβάνεται από τον ποιητή ως μία από τις πιο επώδυνες στιγμές για το σύνολο του ελληνισμού, αφού σηματοδοτεί τον τερματισμό μιας μακράς ανοδικής πορείας για το ελληνικό έθνος και την εκκίνηση μιας ταπεινωτικής περιόδου ανελευθερίας.

Ο τελευταίος χρόνος είν’ αυτός. Ο τελευταίος των Γραικών
αυτοκρατόρων είν’ αυτός. Κι αλίμονον
τι θλιβερά που ομιλούν πλησίον του.


Η αρχική διαπίστωση του ποιήματος διατυπώνεται κατά τρόπο απόλυτο και δεν αφήνει κανένα περιθώριο παραγνώρισης της πραγματικότητας∙ κανένα περιθώριο καταφυγής σε ανυπόστατες ελπίδες. Αυτός είναι ο τελευταίος χρόνος των Γραικών αυτοκρατόρων. Διαπίστωση που επαναλαμβάνεται με σχήμα αναδίπλωσης για να δοθεί με έμφαση η βαρύτητά της.
Αυτός είναι ο τελευταίος χρόνος των Γραικών αυτοκρατόρων. 
Η άλλοτε ακμάζουσα Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που δεν δημιουργήθηκε βέβαια με ελληνικές δυνάμεις, αλλά πέρασε σταδιακά υπό τον έλεγχο Ελλήνων αυτοκρατόρων και ταυτίστηκε με την ιστορική πορεία του ελληνικού έθνους, έφτασε σε τέτοιο σημείο παρακμής ώστε η διατήρησή της ήταν πλέον -σχεδόν- ανέφικτη. Όλοι οι άνθρωποι στην Κωνσταντινούπολη το γνωρίζουν αυτό και αναμένουν με φρίκη το τελειωτικό χτύπημα από τους Οθωμανούς, που έχουν ήδη από τον Γενάρη του 1453 ξεκινήσει να συγκεντρώνουν δυνάμεις στην περιοχή της Βασιλεύουσας. 
Οι συζητήσεις των ανθρώπων που βρίσκονται δίπλα στον τελευταίο αυτοκράτορα των Ελλήνων, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ΙΑ΄, ηχούν θλιβερές, καθώς απηχούν το αίσθημα απαισιοδοξίας και φόβου που κυριαρχεί σ’ ολόκληρη την Πόλη. Οι δυνάμεις των Οθωμανών πληθαίνουν, τα τείχη της Πόλης έχουν κλονιστεί, κι οι Δυτικοί, αν και είναι ενήμεροι για τον άμεσο κίνδυνο που διατρέχει η Βασιλεύουσα, αφού ξανά και ξανά ζητήθηκε η συνδρομή τους, παρέμειναν αδιάφοροι απέναντι στον επερχόμενο αυτό όλεθρο.

Εν τη απογνώσει του, εν τη οδύνη
ο Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος
λέγει «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην».


Ο Καβάφης επιλέγει να παρουσιάσει την απελπισία των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης μέσα από τα λόγια και το παράδειγμα, όχι του περιώνυμου αυτοκράτορα, αλλά ενός σχετικά αφανούς συγγενή του, του Θεόφιλου Παλαιολόγου, ο οποίος εκφράζοντας την οδύνη και την απόγνωση που διακατείχε όλους τους ανθρώπους στην Πόλη αναφώνησε πως προτιμούσε να πεθάνει παρά να ζήσει. Το αναπόφευκτο γεγονός της άλωσης, που θα σήμαινε μια απερίγραπτη καταστροφή για τον ελληνισμό, προκαλεί τέτοιο πόνο στην ψυχή του Θεόφιλου Παλαιολόγου, ώστε του φαίνεται πολύ προτιμότερο να πεθάνει μαχόμενος, παρά να συνεχίσει να ζει και να δει την Κωνσταντινούπολη να πέφτει στα μιαρά χέρια των Οθωμανών.
Ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι της Πόλης, θεωρούν αδιανόητο το να ζουν γνωρίζοντας πως η Βασιλεύουσα δεν είναι πια ελληνική∙ πως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν υφίσταται πια. Έτσι, η σκέψη που εκφράζει φανερώνει με τον πιο απόλυτο τρόπο την πλήρη αφοσίωσή του στην Κωνσταντινούπολη και στον αυτοκράτορα. Θα προτιμήσει να πεθάνει εκεί, πολεμώντας μέχρι τέλους, παρά να γλιτώσει με τον οποιονδήποτε τρόπο τη δική του ζωή, την οποία και θεωρεί περιττή και ανυπόφορη σ’ έναν κόσμο όπου οι Οθωμανοί θα έχουν κυριεύσει την Πόλη.
Το παράδειγμα του Θεόφιλου Παλαιολόγου, όπως φυσικά και του Κωνσταντίνου, είναι συγκλονιστικό σε σχέση με το τι φανερώνει για τα πρόσωπα εξουσίας και το ήθος που αυτά οφείλουν να έχουν. Τόσο ο αυτοκράτορας όσο και οι συγγενείς του θα σκοτωθούν πολεμώντας ως απλοί στρατιώτες σε μια εκ των προτέρων καταδικασμένη προσπάθεια να υπερασπιστούν την Κωνσταντινούπολη. 
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν εκμεταλλεύεται την υπερέχουσα θέση του για να διασώσει τον εαυτό του ή τους δικούς του, κι οι συγγενείς του δεν καταδέχονται να έχουν μια μοίρα διαφορετική από αυτή που αναλογεί σε κάθε πολίτη της αμυνόμενης Βασιλεύουσας. Θα γνωρίσουν όλοι μαζί τις ίδιες κακουχίες και τον ίδιο ηρωικό θάνατο, αφήνοντας ένα έξοχο πρότυπο πολιτικού ήθους. 
Ο αυτοκράτορας και οι δικοί του δεν αποστασιοποιούνται από το δράμα του λαού τους, μήτε σπεύδουν να προστατεύσουν τη ζωή και την περιουσία τους. Μένουν εκεί ως απλοί πολίτες, ως άνθρωποι κι αυτοί του λαού και υπομένουν μέχρι τέλους την οδυνηρή πραγματικότητα.

A Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο,
πόσον καημό του γένους μας, και πόση εξάντλησι
(πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό)
οι τραγικές σου πέντε λέξεις περιείχαν.


Στην καταληκτική στροφή του ποιήματος, με μια αποστροφή προς τον Θεόφιλο Παλαιολόγο, ο ποιητής αναγνωρίζει πως οι πέντε αυτές τραγικές του λέξεις, με τις οποίες εξέφραζε την έκταση της απόγνωσής του μπροστά στην επερχόμενη καταστροφή, φανέρωναν, κατά τρόπο σαφή, τον απεριόριστο καημό όλου του ελληνικού γένους. 
Η σκέψη του Θεόφιλου Παλαιολόγου πως ο θάνατος ήταν πια προτιμότερος, αποτυπώνει πλήρως την ένταση της εξάντλησης που ένιωθε τόσο ο ίδιος όσο και όλοι οι άλλοι Έλληνες, αφού οι συνεχείς τους αγώνες για τη διάσωση της Πόλης έμοιαζαν να μην έχουν κανένα αποτέλεσμα. Αλλεπάλληλες μάχες, αλλεπάλληλες διπλωματικές απόπειρες και εκκλήσεις, πλήρης αφοσίωση και άγρυπνη προσπάθεια, που όμως έπεφταν όλα στο κενό, αφού τίποτε δεν έμοιαζε ικανό να αποτρέψει την καταστροφή, είχαν εξαντλήσει ολοκληρωτικά τις σωματικές και ψυχικές δυνάμεις των Ελλήνων.
Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όπως δηλώνεται στον παρενθετικό στίχο, η εξάντληση των Ελλήνων προερχόταν από την ψυχική κούραση λόγω των συνεχών αδικιών και τον αδιάκοπο κατατρεγμό που βίωναν, όχι τόσο από τους εξωτερικούς τους εχθρούς, όσο από τους δήθεν φίλιους δυτικούς λαούς, που ως Χριστιανοί, όφειλαν να βοηθήσουν τους Βυζαντινούς κι όχι να τους ταπεινώνουν ξανά και ξανά. Πόσο επώδυνο ήταν για τους Έλληνες να παρακαλούν τις χώρες της Δύσης για βοήθεια και για έλεος κι εκείνες να στέκουν αδιάφορες, βλέποντας στη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όχι την εξαθλίωση ενός χριστιανικού λαού, αλλά την πτώση ενός ενοχλητικού αντιπάλου.
Οι Έλληνες των τελευταίων χρόνων του Βυζαντίου ήρθαν αντιμέτωποι με την αναλγησία των τότε Ευρωπαίων∙ αναλγησία που επρόκειτο να αποτελεί έκτοτε τη συνήθη τους στάση απέναντι στον σκληρά δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό. Οι αδικίες και ο κατατρεγμός θα αποτελούν για χρόνια τα μόνα «δώρα» των άλλων ευρωπαϊκών εθνών προς τους Έλληνες, είτε αυτοί αγωνίζονται να σώσουν την Κωνσταντινούπολη είτε αγωνίζονται να σταθούν στα πόδια τους ως αυτόνομο πλέον έθνος.
Κυρ: Βυζαντινό πρόθεμα δηλωτικό αριστοκρατικής καταγωγής, ανάλογο προς το αγγλικό Sir.
................
περισσότερα εδώ: latistor

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Κωνσταντίνος Καβάφης — Ο Δαρείος, Cavafy Poem - Darius
Μέσα σε πόλεμο — φαντάσου, ελληνικά ποιήματα.

Ο ποιητής Φερνάζης το σπουδαίον μέρος
του επικού ποιήματός του κάμνει.
Το πώς την βασιλεία των Περσών
παρέλαβε ο Δαρείος Υστάσπου. (Aπό αυτόν
κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς,

ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ). Aλλ’ εδώ
χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν’ αναλύσει
τα αισθήματα που θα είχεν ο Δαρείος:
ίσως υπεροψίαν και μέθην· όχι όμως — μάλλον
σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται το πράγμα ο ποιητής.

Μιθριδάτης ΣΤ' (Διόνυσος και Ευπάτωρ) και Τιγράνης Β’ της Αρμενίας
Aλλά τον διακόπτει ο υπηρέτης του που μπαίνει
τρέχοντας, και την βαρυσήμαντην είδησι αγγέλλει.
Άρχισε ο πόλεμος με τους Pωμαίους.
Το πλείστον του στρατού μας πέρασε τα σύνορα.

Ο ποιητής μένει ενεός. Τι συμφορά!
Πού τώρα ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ,
μ’ ελληνικά ποιήματα ν’ ασχοληθεί.
Μέσα σε πόλεμο — φαντάσου, ελληνικά ποιήματα.

Aδημονεί ο Φερνάζης. Aτυχία!
Εκεί που το είχε θετικό με τον «Δαρείο»
ν’ αναδειχθεί, και τους επικριτάς του,
τους φθονερούς, τελειωτικά ν’ αποστομώσει.
Τι αναβολή, τι αναβολή στα σχέδιά του.

Και νάταν μόνο αναβολή, πάλι καλά.
Aλλά να δούμε αν έχουμε κι ασφάλεια
στην Aμισό. Δεν είναι πολιτεία εκτάκτως οχυρή.
Είναι φρικτότατοι εχθροί οι Pωμαίοι.
Μπορούμε να τα βγάλουμε μ’ αυτούς,
οι Καππαδόκες; Γένεται ποτέ;
Είναι να μετρηθούμε τώρα με τες λεγεώνες;
Θεοί μεγάλοι, της Aσίας προστάται, βοηθήστε μας.—

Όμως μες σ’ όλη του την ταραχή και το κακό,
επίμονα κ’ η ποιητική ιδέα πάει κι έρχεται —
το πιθανότερο είναι, βέβαια, υπεροψίαν και μέθην·
υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος.

Ιστορικά στοιχεία
Ο Δαρείος Α΄ ήταν γιος του Σατράπη της Παρθίας Υστάσπη και καταγόταν από ένα παρακλάδι των Αχαιμενιδών. 
Οι συνθήκες υπό τις οποίες ανέβηκε στο θρόνο θεωρούνται σκοτεινές και ύποπτες. 
Όταν το 522 π.Χ. ο τότε βασιλιάς των Περσών Καμβύσης, γιος και διάδοχος του Κύρου Β΄, βρισκόταν στην Αίγυπτο -με την κατάκτηση της οποίας επέκτεινε το κράτος των Αχαιμενιδών- ξέσπασε επανάσταση στην περσική αυτοκρατορία υπό τον μάγο Gaumata
Ο μάγος αυτός παρουσιάστηκε στο λαό ως ο αδερφός του Καμβύση, Σμέρδις, διεκδικώντας την εξουσία. Εντούτοις ο αδερφός του Καμβύση είχε ήδη δολοφονηθεί είτε από τον ίδιο τον Καμβύση είτε από τον Δαρείο. Επιστρέφοντας ο Καμβύσης από την Αίγυπτο για να καταπνίξει την επανάσταση πέθανε, από φυσικά καθώς φαίνεται αίτια. Έτσι, ο θρόνος των Περσών έμενε ουσιαστικά χωρίς διάδοχο. 
Ο Δαρείος θα επωφεληθεί του γεγονότος σκοτώνοντας τον υποτιθέμενο αδερφό του Καμβύση, και ερχόμενος για ένα περίπου χρόνο σε σύγκρουση με άλλους πιθανούς διεκδικητές του θρόνου, θα εδραιώσει την εξουσία του επιδεικνύοντας άτεγκτη σκληρότητα.
Ο Δαρείος Α΄ είναι πιο γνωστός σε μας από τις επιχειρούμενες εκστρατείες του εναντίον των Ελλήνων και την ήττα του εκστρατευτικού του σώματος στο Μαραθώνα το 490 π.Χ.

Ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ Ευπάτωρ (132 π.Χ. - 63 π.Χ.), πρωτότοκος γιος του Μιθριδάτη Ε΄ Ευεργέτη, βασιλιά του Πόντου, και της Λαοδίκης, κόρης του Αντιόχου Δ΄ Επιφανούς βασιλιά των Σελευκιδών, ήταν μόλις 12 χρονών όταν πέθανε ο πατέρας του. 

Η παρουσία του ανήλικου Μιθριδάτη στη βασιλική αυλή θεωρήθηκε ανεπιθύμητη, καθώς η φιλόδοξη μητέρα του Λαοδίκη επιθυμούσε να διατηρήσει την εξουσία για τον εαυτό της και για τον επίσης ανήλικο γιο της Μιθριδάτη Χρηστό. Ο Μιθριδάτης θα περιπλανηθεί για τα επόμενα επτά χρόνια στην ύπαιθρο, όπου θα σκληραγωγηθεί και θα συνηθίσει μάλιστα τον οργανισμό του στη λήψη δηλητηρίων, ώστε να μην είναι δυνατή η με αυτόν τον τρόπο δολοφονία του. 
Επιστρέφοντας στη Σινώπη θα κατορθώσει να καταλάβει την εξουσία, παραμερίζοντας πλήρως λίγο καιρό αργότερα τη μητέρα του, η οποία και θα πεθάνει στη φυλακή. Παρόμοια τύχη είχε και ο αδερφός του για τον οποίο εικάζεται πως εκτελέστηκε καθ’ υπόδειξη του Μιθριδάτη. Ο Μιθριδάτης αντλούσε την καταγωγή του από τη δυναστεία των Αχαιμενιδών είτε μέσω του Κύρου Β΄ είτε μέσω του Δαρείου Α΄.
Ο Μιθριδάτης θέλοντας να επεκτείνει την κυριαρχία του κράτους του στις γύρω περιοχές θα έρθει σε σύγκρουση με τους Ρωμαίους ξεκινώντας από το 89 π.Χ. μια σειρά πολέμων εναντίον τους, οι οποίοι έμειναν γνωστοί ως οι μιθριδατικοί πόλεμοι. Στις συγκρούσεις αυτές ο Μιθριδάτης σημείωσε αρκετές νίκες, τα αποτελέσματα των οποίων υπήρξαν ωστόσο βραχύβια. Το ποίημα τοποθετείται πιθανότατα στο πλαίσιο του τρίτου μιθριδατικού πολέμου (74-67 π.Χ.), κατά τη λήξη του οποίου ο Μιθριδάτης, αν και ηττημένος, είχε κατορθώσει να επανακτήσει το μεγαλύτερο μέρος του κράτους του. 
Η πλήρης συντριβή και ο θάνατος του Μιθριδάτη θα επέλθουν κατά τη διάρκεια του τέταρτου μιθριδατικού πολέμου (66-63 π.Χ.), με το ρωμαϊκό στρατό να βρίσκεται υπό την ηγεσία του Γνάιου Πομπήιου.

Ανάλυση
Ο Καβάφης με την αναφορά σε πραγματικά ιστορικά πρόσωπα τοποθετεί τη δράση του ποιήματος σ’ ένα προγενέστερο ιστορικό πλαίσιο αποδεσμεύοντάς το αφενός από το παρόν του ίδιου του ποιητή και τονίζοντας αφετέρου τη διαχρονικότητα των προβληματισμών που πραγματεύεται. 

Ο ποιητής απέφευγε να συνδέει τα ποιήματά του και τις σε αυτά προβαλλόμενες ιδέες και διαπιστώσεις με γεγονότα της εποχής του, καθώς θεωρούσε πως κάτι τέτοιο δε θα επέτρεπε στους αναγνώστες του να κατανοήσουν τη διαχρονική διάσταση και την επαναλαμβανόμενη φύση τους, μιας και εκείνοι θα παρέμεναν προσκολλημένοι στο συγχρονικό γεγονός και στο κατά πόσο αυτό αποδόθηκε, ερμηνεύτηκε και παρουσιάστηκε σωστά, σύμφωνα με τη δική τους κρίση.
Ειδικότερα, η αναφορά στο Δαρείο, ο οποίος κατέχει καίριο ρόλο στο ποίημα, όπως αυτό προκύπτει από τη χρήση του ονόματός του τόσο στον τίτλο του ποιήματος του Καβάφη, όσο και στον τίτλο του ποιήματος του Φερνάζη, φέρνει στο επίκεντρο το θέμα της εξουσίας και της διάθεσης των ανθρώπων που τη διεκδικούν να φτάσουν σε οποιαδήποτε ακρότητα. 
Τα πιθανολογούμενα συναισθήματα του Δαρείου, όταν μετά από πολλές δολοφονίες και ποικίλες βιαιότητες, κατέλαβε την εξουσία∙ η υπεροψία κι η μέθη από τη δύναμη που περιήλθε στα χέρια του, συνιστούν το ένα μέρος του προβληματισμού που τίθεται στο ποίημα.
Με τον προβληματισμό αυτό σχετίζεται και η αναφορά στον Μιθριδάτη -το ιστορικό παρόν του οποίου λειτουργεί και ως παρόν της ποιητικής δράσης-, καθώς μερικούς αιώνες μετά τον πρόγονό του, βρίσκεται κι εκείνος υπό την επήρεια της ίδιας αλαζονείας και υπεροψίας που τον ωθούν να θεωρήσει τον εαυτό του ικανό να αντιμετωπίσει την ισχυρότατη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, διεκδικώντας ακόμη μεγαλύτερη εξουσία και δύναμη. Η διπλή αυτή αναφορά και η χρονική απόσταση ανάμεσα στα δύο ιστορικά πρόσωπα αποτελεί ήδη μια πρώτη πιστοποίηση της αλήθειας και της διαχρονικότητας όσων επιχειρεί να αναδείξει ο ποιητής.

«Ο ποιητής Φερνάζης το σπουδαίον μέρος
του επικού ποιήματός του κάμνει.
Το πώς την βασιλεία των Περσών
παρέλαβε ο Δαρείος Υστάσπου. (Aπό αυτόν
κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ). Aλλ’ εδώ
χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν’ αναλύσει
τα αισθήματα που θα είχεν ο Δαρείος:
ίσως υπεροψίαν και μέθην· όχι όμως — μάλλον
σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται το πράγμα ο ποιητής.»


Ο επινοημένος ποιητής Φερνάζης συνθέτει ένα επικό ποίημα για τον Δαρείο Α΄ γιο του Υστάσπη, πρόγονο του Μιθριδάτη ΣΤ΄, στο οποίο επιχειρεί να υμνήσει τη δράση και τη βασιλεία του μεγάλου Πέρση ηγεμόνα. 
Το σημείο που τον απασχολεί ιδιαίτερα είναι το πώς «παρέλαβε» την εξουσία ο Δαρείος μετά το θάνατο του προκατόχου του. Το ρήμα παρέλαβε, που υποδηλώνει μια ήπια μετάβαση της εξουσίας, αποκρύπτει επί της ουσίας τη βία που χρειάστηκε να ασκήσει ο Δαρείος, αλλά και τα σκοτεινά σημεία που καλύπτουν το πέρασμα του βασιλείου των Αχαιμενιδών στα χέρια του.
Ο Φερνάζης επιθυμεί να παρουσιάσει τα συναισθήματα του Δαρείου κατά τη στιγμή που πέρασε σε αυτόν ο θρόνος του εκτενούς και ισχυρού βασιλείου της Περσίας. 
Η πρώτη σκέψη του ποιητή είναι πως φυσικά ο νέος βασιλιάς θα αισθανόταν υπεροψία, υπερβολική υπερηφάνεια για το κατόρθωμά του να υπερισχύσει έναντι όλων των άλλων διεκδικητών και να γίνει εκείνος ο ηγεμόνας των Περσών, καθώς και μέθη, ένα αίσθημα παραζάλης από την έκταση και το μέγεθος της δύναμης που αποκτούσε. 
Τα συναισθήματα αυτά, τα οποία αντανακλούν πλήρως τη συναισθηματική κατάσταση κάθε φιλόδοξου ανθρώπου, ο οποίος με μηχανορραφίες, φόνους και δολιότητες κατορθώνει να αποκτήσει μια τεράστια εξουσία, ηχούν ωστόσο μάλλον προσβλητικά για τον Δαρείο κι αυτό προβληματίζει τον Φερνάζη, καθώς είναι πιθανό πως θα ενοχλήσει με αυτά τον Μιθριδάτη, την εύνοια του οποίου εν τέλει διεκδικεί.
Η επόμενη σκέψη, επομένως, του Φερνάζη είναι να αποδώσει στον Δαρείο μια αίσθηση ωριμότητας, η οποία ταιριάζει περισσότερο σε εξαιρετικά καλλιεργημένους και απόλυτα συνειδητοποιημένους ηγέτες, οι οποίοι και αναγνωρίζουν απ’ την πρώτη στιγμή το μέγεθος της ευθύνης που αναλαμβάνουν.
Σκέφτεται, δηλαδή, να αποδώσει στον Δαρείο την επίγνωση και την κατανόηση της ματαιότητας όλων αυτών των μεγαλείων, τα οποία όσο σημαντικά κι αν φαίνονται δεν έχουν να προσθέσουν τίποτε περισσότερο στην αξία ενός ανθρώπου με άρτια και συγκροτημένη προσωπικότητα. Για έναν πραγματικά ευσυνείδητο ηγέτη, άλλωστε, εκείνο που θα είχε σημασία θα ήταν η ευθύνη του απέναντι στους πολίτες του κράτους και η υποχρέωσή του να τους υπηρετήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, κι όχι η προσωπική του ανάδειξη και φήμη.
Ωστόσο, η δεύτερη αυτή επιλογή, μολονότι θα ήταν τιμητική για τον Δαρείο και αρεστή στον Μιθριδάτη, δεν ικανοποιεί πλήρως τον ποιητή, ο οποίος γνωρίζει πως κάτι τέτοιο δεν ήταν αληθές. 

Ο Δαρείος χρειάστηκε να ...
...............
η συνέχεια εδώ: latistor

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Κωνσταντίνος Καβάφης - Στήν Ἐκκλησία

Το αριστούργημα της λαξευμένης σε βράχο αρχιτεκτονικής είναι
η λεγόμενη
Σκοτεινή εκκλησιά (karanlik kilise),
το μοναστήρι της Αναλήψεως στη περιοχή Κόραμα (Goreme).
Το μοναστηριακό αυτό συγκρότημα,
είναι ένα από καλύτερα διατηρημένα βυζαντινά μνημεία στην
Καππαδοκία.

Τήν Ἐκκλησίαν ἀγαπῶ - τά ἑξαπτέρυγά της,

τ' ἀσήμια τῶν σκευῶν, τά κηροπήγιά της,
τά φῶτα, τές εἰκόνες της, τόν ἄμβωνά της.

Ἐκεῖ σάν μπῶ, μές σ' ἐκκλησία τῶν Γραικῶν·
μέ τῶν θυμιαμάτων της τές εὐωδίες,
μέ τες λειτουργικές φωνές καί συμφωνίες,
τές μεγαλοπρεπεῖς τῶν ἱερέων παρουσίες
καί κάθε των κινήσεως τόν σοβαρό ρυθμό-
λαμπρότατοι μές στῶν ἀμφίων τόν στολισμό-
ὁ νοῦς μου πιαίνει σέ τιμές μεγάλες τῆς φυλῆς μας
στόν ἔνδοξό μας Βυζαντινισμό.

Σχολιασμός της φράσης «ένδοξός μας Βυζαντινισμός».

Ο Καβάφης υπήρξε δεινός γνώστης της Βυζαντινής ιστορίας.
Δύο περίοδοι από τη διάρκεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας τον θέλγουν περισσότερο. Η μία είναι η εποχή της λήξης της εικονομαχίας επί Ειρήνης της Αθηναίας 787 και αναστήλωσης των εικόνων κατά τα χρόνια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας το 843, και η άλλη είναι η εποχή των Σταυροφοριών. Οι τελευταίες αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία πολλών ποιημάτων του, σύμφωνα με την άποψη του ιστορικού Παπαρηγόπουλου.
Στο ποίημα του Καβάφη Στην Εκκλησία, μπορεί κάποιος να δεί πόσο ο Καβάφης έχει αφομοιώσει τη διαχρονική διδασκαλία του Παπαρηγόπουλου για την απόλυτη ενότητα του ελληνισμού αρχαίου - βυζαντινού και νεώτερου.Επιστέγασμα της ιστορικής αυτής άποψης, ως προς το ένα μέρος, αποτελεί η έκφραση, «στον ένδοξό μας Βυζαντινισμό» που υπάρχει στο ποίημά μας.

Στο πιθανό έρώτημα που θα αναδυθεί στο νού μας, γιατί ο Καβάφης χρησιμοποιεί τη λέξη Βυζαντινισμός και όχι Βυζάντιο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι με τον τρόπο αυτό ο αλεξανδρινός ποιητής θέλει να πετύχει δύο στόχους.
Ο ένας στόχος είναι να καταφέρει να αποφορτίσει τον όρο από την αρνητική σημασία που είχε λάβει έως την εποχή του Καβάφη και ο άλλος είναι να αναδείξει τη μεγάλη σημασία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η οποία κατάφερε και να ενώσει πολλούς ανατολικούς λαούς, αλλά και να αποτελέσει γέφυρα ένωσης και συνέχειας του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού με τον σύγχρονο ελληνικό.
Σύμφωνα με την Haas η λέξη Βυζαντινισμός δεν εκφράζει μία ειρωνεία του Καβάφη απέναντι σε κάθε τι βυζαντινό, άποψη που υποστηρίζει ο Άλκης Θρύλος στο έργο του, Κριτικές Μελέτες ΙΙΙ. Αντίθετα χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη νοσταλγική αναπόληση ενός αισθητικού και αισθησιακού ιδανικού που ενσάρκωνε το Βυζάντιο. Στη φράση αυτή οφείλουμε να προσέξουμε τη κτητική αντωνυμία μας, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην ερμηνεία της.

Με την αντωνυμία αυτή ο ποιητής στο έργο του Στην Εκκλησία υπογραμμίζει την ένωσή του όχι με το Θεό αλλά με την ελληνική φυλή, το παρελθόν και την ιστορία της.
Τελειώνοντας θα δανειστούμε μία φράση από το άρθρο του Ι. Μ. Χατζηφώτη, Ο Καβάφης και το Βυζάντιο: Ο Βυζαντινισμός, ο Ελληνισμός δονούν τις ευαίσθητες χορδές της καρδιάς του ποιητή, που άλλοτε αγάλλεται για το μεγαλείο τους και άλλοτε θλίβεται με τις πικρές ώρες της παρακμής τους.

Ο Ιωνικός και ο Βυζαντινός Καβάφης
Στην ενότητα αυτή ταυτίζουμε τον όρο Ιωνικός με τον ορθολογισμό, την ευρύτητα του πνεύματος και την αγάπη για το αρχαίο πνεύμα και κατά συνέπεια για τον αρχαίο πολιτισμό. Στον αντίποδα του όρου Ιωνικός βρίσκεται ο χαρακτηρισμός Βυζαντινός. Όρος που αρμόζει στον ιστορικό ποιητή της εποχής του Βυζαντίου, που μέσα από τα ποιήματά του διαφαίνεται η αγάπη όχι μόνο για τους ήρωες του Βυζαντίου αλλά και για τη χριστιανική πίστη.
Ο Καβάφης ερμηνεύει τους δύο αυτούς ρόλους του ιωνικού και του βυζαντινού ποιητή με μεγάλη επιτυχία. Πολλά από τα ποιήματά του αναφέρονται στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό (Τα άλογα του Αχιλλέως, η κηδεία του Σαρπηδόνος, το πρώτο σκαλί κ.α.) και άλλα πάλι εξαίρουν τον ένδοξο Βυζαντινισμό και υπογραμμίζουν την ελληνικότητα της Μεσαιωνικής Αυτοκρατορίας (Μανουήλ Κομνηνός, Θεόφιλος Παλαιολόγος, ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς κ.α.).

Ο ίδιος πιστεύει ότι οι Βυζαντινοί ποιητές είναι συνεχιστές των αρχαίων, Οι ποιηταί του μεσαίωνός μας δεν ήσαν μεν αντάξιοι των αρχαίων μας ποιητών, ουδέ των χαριεστάτων οπαδών της Μούσης, ους ανέδειξε παρ' ημίν ο 19ος αιών, αλλά δεν είναι άξιοι της περιφρονήσεως ην τοις εδείκνυον επί τοσούτον χρόνον οι σοφοί της Εσπερίας. Ημείς οι Έλληνες δεν τους περιεφρονήσαμεν μεν ποτέ, αλλά και δεν τους εγνωρίσαμεν. Η εύσεβής αυτή λήθη είναι καιρός να διακοπή. Οι Βυζαντινοι αοιδοί μας ενδιαφέρουσι ζωηρότατα, διότι αποδεικνύουσιν ότι η ελληνική λύρα ου μόνον δεν εθραύσθη, αλλά και ουδέποτε έπαυσεν αναπέμπουσα ήχους γλυκείς. Οι Βυζαντινοί αοιδοί αποτελούσι τον σύνδεσμον μεταξύ της δόξης των αρχαιων ποιητών και της χάριτος και των χρυσών ελπίδων των συγχρόνων.
Ο Καβάφης ως ποιητής μαγεύεται από την ιστορία του ελληνικού γένους. Την αισθάνεται ως αναπόσπαστο μέρος της προσωπικότητάς του. Συχνά φιλοσοφεί πάνω στην ιστορία, στοχαζόταν και εκφραζόταν ποιητικά μέσα από αυτήν. Για τον Αλεξανδρινό ποιητή δεν υπήρχε δίλημμα για το αν θα χαρακτήριζε τον εαυτό του ιωνικό η βυζαντινό, επειδή όπως ο ίδιος σημειώνει: «Είμαι κί εγώ Ελληνικός. Προσοχή, όχι Έλλην, ούτε Ελληνίζων αλλά, Ελληνικός».
Με τη φράση αυτή θεωρεί ως κληρονομιά του ολόκληρο τον ελληνικό πολιτισμό. Έτσι έχει τη δυνατότητα να εναλλάσσει ρόλους ανάλογα με την ποιητική του διάθεση χωρίς όμως να προδίδει ούτε τον ειδωλολατρικό αρχαιοελληνικό κόσμο αλλά ούτε και το χριστιανικό βυζαντινό πολιτισμό. Άλλωστε δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι είναι ποιητής και όχι ιστορικός η θεολόγος, και σαν ποιητής κρατάει τα χαλινάρια του αλόγου που του δίνει η ποιητική αδεία.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ο Καβάφης είναι ποιητής, και όπως κάθε ποιητής εκφράζει με το έργο του βαθύτερα πράγματα και έννοιες τις οποίες δύσκολα πολλές φορές οι αναγνώστες του κατανοούν και εμβαθύνουν.Ο αλεξανδρινός αυτός ποιητής θεωρείται ένα αμάλγαλμα ιωνικού και βυζαντινού ποιητή.
Ο Α. Καραπαναγόπουλος σημειώνει πάνω στο θέμα αυτό ότι εκείνο που δεν μπόρεσαν να ξεχωρίσουν οι μελετητές του είναι η διαφορά μεταξύ θρησκευόμενου, θρησκόληπτου, του συγκρητιστικού στοιχείου στη θρησκεία και του φανατισμού που είναι έξω από τα όρια του Χριστιανισμού και την ιστορική σημασία ορισμένων γεγονότων. Ο Καβάφης δεν είναι ειδωλολάτρης είναι ιστορικός ποιητής, μελετητής και όχι ιεροκήρυκας. Η ματιά του ήταν ελληνική και ταυτόχρονα ευρωπαϊκή.
Ο Καβάφης είχε τη ευτυχία να αγαπήσει τη συγγραφή και να μπορέσει να γίνει εραστής της ποίησης. Το έργο του θελκτικό και απαράμιλλο του έδωσε μία αιώνια θέση δόξας και τιμής στον κόσμο των ποιητών. Μέσα από τα ποιήματά του παίρνουν μορφή και κρίνονται για τις ενέργειές του, όχι μόνο ειδωλολάτρες αλλά και χριστιανοί.
Ο Μιχάλης Στασινόπουλος γράφει ότι ποτέ η ποιητική αλήθεια δεν ενεφανίσθη με τρόπο τόσο αμείλικτα καθολικό, τόσο αναπανόρθωτα πειστικό... Στα πιο πολλά του ποιήματα, βρίσκει κανείς τον πυρήνα ενός αποφθέγματος. Το απόφθεγμα, απόσταγμα σκέψης και ζωής, σφραγίζει τη φωνή, σφραγίζει τη σκέψη, με τη σφραγίδα της σιωπής. Με το απόφθεγμα έχουν ειπωθεί όλα, μετά απ' αυτό δε βολεί να πεί κανείς τίποτε.

egolpion

Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

Κωνσταντίνος Καβάφης - Ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον
Constantine P. Cavafy - The god abandons Antony

Gustave Caillebotte, Jeune homme à la fenêtre, 1875
Σάν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’, ἀκουσθεί
ἀόρατος θίασος νά περνᾶ
μέ μουσικές ἐξαίσιες, μέ φωνές –
τήν τύχη σου πού ἐνδίδει πιά, τά ἔργα σου
πού ἀπέτυχαν, τά σχέδια τῆς ζωῆς σου
πού βγῆκαν ὅλα πλάνες, μή ἀνωφέλετα θρηνήσεις.
Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,
ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού φεύγει.

Προ πάντων νά μή γελασθεῖς, μήν πεῖς πως ἦταν
ἕνα ὄνειρο, πώς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου∙
μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μήν καταδεχθεῖς.
Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,
σάν που ταιριάζει σε πού ἀξιώθηκες μιά τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά πρός τό παράθυρο,
κι ἄκουσε μέ συγκίνησιν, ἀλλ’ ὄχι
με τῶν δειλῶν τά παρακάλια και παράπονα,
ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τούς ἤχους,
τά ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου,
κι ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού χάνεις.

1911


The god abandons Antony

When suddenly, at midnight, you hear
an invisible procession going by
with exquisite music, voices,
don’t mourn your luck that’s failing now,
work gone wrong, your plans
all proving deceptive—don’t mourn them uselessly.
As one long prepared, and graced with courage,
say goodbye to her, the Alexandria that is leaving.
Above all, don’t fool yourself, don’t say
it was a dream, your ears deceived you:
don’t degrade yourself with empty hopes like these.
As one long prepared, and graced with courage,
as is right for you who were given this kind of city,
go firmly to the window
and listen with deep emotion, but not
with the whining, the pleas of a coward;
listen—your final delectation—to the voices,
to the exquisite music of that strange procession,
and say goodbye to her, to the Alexandria you are losing.

Constantine P. Cavafy (1911)
Translated by Edmund Keeley and Philip Sherrard


Ανάλυση 
Ο Μάρκος Αντώνιος συμμετείχε το 43 π.Χ. στο σχηματισμό της Δεύτερης Τριανδρίας, μαζί με τον Οκταβιανό και το Λέπιδο, με σκοπό τη διεκδίκηση της εξουσίας του Ρωμαϊκού κράτους. Ένα χρόνο μετά, αφού είχαν νικήσει τους δολοφόνους του Ιούλιου Καίσαρα, μοιράστηκαν τα εδάφη που κατείχε η Ρώμη, δίνοντας στον Αντώνιο τις κτήσεις στην Ανατολή.
Ο Μάρκος Αντώνιος στην Κιλικία (περιοχή της Μικράς Ασίας, απέναντι από την Κύπρο) συνάντησε την Κλεοπάτρα και εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της, αντί να την τιμωρήσει για τη βοήθεια που είχε προσφέρει στους δολοφόνους του Καίσαρα, την έκανε ερωμένη του. Ο Αντώνιος σύντομα ερωτεύτηκε με πάθος την Κλεοπάτρα και άρχισε να αμελεί τις υποχρεώσεις του απέναντι στο Ρωμαϊκό κράτος και κυρίως απέναντι στη σύζυγό του την Οκταβία, η οποία ήταν αδερφή του Οκταβιανού.
....................
Το «Ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον» του Κωνσταντίνου Καβάφη, αναφέρεται στη μεγάλη αξία που έχει η διατήρηση της αξιοπρέπειας μπροστά στην απώλεια

Ο Καβάφης παρουσιάζει τον Αντώνιο τη στιγμή που ακούει τον αόρατο θίασο να απομακρύνεται από την πόλη και συνειδητοποιεί ότι ο προστάτης θεός του τον εγκαταλείπει. Η κρίσιμη εκείνη στιγμή που ο Αντώνιος αντιλαμβάνεται ότι η ήττα του είναι δεδομένη και ότι όλα όσα απέκτησε στη ζωή του και όλα όσα σχεδίαζε για το μέλλον του, φτάνουν στο τέλος τους, έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς ακριβώς εκείνη τη στιγμή ο Αντώνιος θα πρέπει να σεβαστεί τον εαυτό του και να μη φανεί λιπόψυχος. 
Αν ο Αντώνιος αρχίσει να παρακαλάει για τη ζωή του και αρχίσει να κλαίει, όπως θα έκανε ένας δειλός άνθρωπος, αυτό θα σήμαινε ότι πέρα από τις κτήσεις του και τα αξιώματά του, θα έχανε και κάτι πολύ πιο σημαντικό, θα έχανε την αξιοπρέπειά του.
Ο Αντώνιος υπήρξε ένας γενναίος στρατιωτικός και είχε κατορθώσει να κατακτήσει πολλά εδάφη, γεγονός που υποδεικνύει ότι θα πρέπει με παρόμοια γενναίο τρόπο να αντιμετωπίσει τώρα και την απώλεια όλων των αποκτημάτων του.
Το ποίημα του Καβάφη, βέβαια, παρόλο που αναφέρεται στον Αντώνιο στην πραγματικότητα έχει μια πολύ ευρύτερη εφαρμογή και απευθύνεται ουσιαστικά σε κάθε άνθρωπο
Ο Αντώνιος, δηλαδή, συμβολίζει κάθε άνθρωπο που έχοντας αγωνιστεί στη ζωή του για να πετύχει τους στόχους και τα όνειρά του, έρχεται κάποια στιγμή αντιμέτωπος με την απώλεια όλων αυτών. 
Τότε είναι που, σύμφωνα με τον ποιητή, θα πρέπει να δείξει όλη του την ψυχική δύναμη, αντιμετωπίζοντας την απώλεια με αξιοπρέπεια και χωρίς κλάματα και παρακάλια. Ο άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του, αγωνίζεται για όσα επιθυμεί, αλλά είναι πάντοτε έτοιμος να αντιμετωπίσει και το ενδεχόμενο να χάσει όσα έχει αποκτήσει.
Ο ποιητής καθοδηγεί τον Αντώνιο για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις κρίσιμες στιγμές του τέλους. Μόλις ακουστεί ο αόρατος θίασος να περνά, μόλις δηλαδή γίνει αντιληπτό ότι πλησιάζει το τέλος, δεν υπάρχει λόγος να θρηνήσει για όσα χάνει, μιας και κάτι τέτοιο είναι μάταιο. Όσο κι αν ένας άνθρωπος θρηνεί μπροστά στο αναπόφευκτο του χαμού και της απώλειας, τίποτε δεν αλλάζει, γι’ αυτό το λόγο ο ποιητής μας προτρέπει να αποφύγουμε ένα ανώφελο συναισθηματικό ξέσπασμα.
Σαν να είσαι έτοιμος από καιρό, σαν να είσαι θαρραλέος, αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει, προτρέπει ο ποιητής, δίνοντας το βασικό μοτίβο του ποιήματος. Ο Καβάφης αναγνωρίζει ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι ποτέ έτοιμος να δει να καταστρέφονται όλα εκείνα για τα οποία πάλεψε μια ζωή και κανείς δεν έχει το κουράγιο να μείνει ψύχραιμος μπροστά σε μια τόσο απόλυτη απώλεια. 
Γι’ αυτό μας λέει ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τη συμφορά σαν να είμαστε έτοιμοι, σαν να έχουμε το κουράγιο που χρειάζεται. Έστω κι αν μέσα μας νιώθουμε την ένταση του πόνου, θα πρέπει να μην λυγίσουμε μπροστά στην καταστροφή, θα πρέπει με κάθε τρόπο να διατηρήσουμε την αξιοπρέπειά μας.
Με απόλυτη συναισθηματική συγκράτηση θα πρέπει ο άνθρωπος να αντιμετωπίσει την καταστροφή και το κυριότερο δε θα πρέπει την ώρα που βλέπει το τέλος να πλησιάζει να αρνείται την πραγματικότητα, όσο δύσκολο κι αν είναι κάτι τέτοιο:
Προ πάντων νά μή γελασθεῖς, μήν πεῖς πως ἦταν
ἕνα ὄνειρο, πώς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου∙ 


Όπως ο Αντώνιος αντιλαμβάνεται ότι πλησιάζει το τέλος ακούγοντας τη συντροφιά του Θεού να εγκαταλείπει την πόλη, έτσι και για τους περισσότερους ανθρώπους υπάρχουν πάντοτε ενδείξεις ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά κι ότι κάτι κακό πρόκειται να συμβεί. Αυτές τις ενδείξεις δε θα πρέπει οι άνθρωποι να τις αγνοούν, προσπαθώντας να πείσουν τον εαυτό τους ότι όλα είναι εντάξει και πως τίποτε κακό δε θα συμβεί.
Οι άνθρωποι θα πρέπει να είναι έτοιμοι να αναγνωρίσουν και να αποδεχτούν τα σημάδια που τους προειδοποιούν ότι πλησιάζει η στιγμή της απώλειας.

σάν που ταιριάζει σε πού ἀξιώθηκες μιά τέτοια πόλι, 

πλησίασε σταθερά πρός τό παράθυρο: 

Ο Αντώνιος, αλλά και κάθε άνθρωπος, που έχει πετύχει σημαντικά πράγματα στη ζωή του, θα πρέπει όταν έρθει το τέλος να σεβαστεί την προσωπική του αξία και να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Ένας στρατιωτικός που είχε την τιμή να κατέχει μια τόσο σημαντική πολιτεία όπως είναι η Αλεξάνδρεια, δεν μπορεί παρά κι ο ίδιος να είναι ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος και ως σημαντικός άνθρωπος θα πρέπει να δεχτεί το χάσιμο της αγαπημένης πολιτείας. Για έναν στρατιωτικό όπως ήταν ο Αντώνιος θα ήταν ξεπεσμός να κλαίει και να θρηνεί σκεπτόμενος ότι έρχεται η στιγμή της ήττας του.
Στην πραγματικότητα ο Αντώνιος όταν κατάλαβε ότι το όνειρο της Ανατολής φτάνει στο τέλος του, αντί να προετοιμαστεί για την ύστατη μάχη, φρόντισε να γλεντήσει όσο περισσότερο μπορούσε μαζί με την Κλεοπάτρα και στο τέλος αυτοκτόνησε.
Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι όπως ο Αντώνιος στο ποίημα συμβολίζει όλους τους ανθρώπους που έρχονται αντιμέτωποι με μια σημαντική απώλεια, έτσι και η Αλεξάνδρεια λειτουργεί ως σύμβολο όλων εκείνων των πολύτιμων αποκτημάτων για τα οποία κάποιος έχει παλέψει μια ολόκληρη ζωή. 
Ο Αντώνιος δε χάνει μόνο την Αλεξάνδρεια, χάνει την Κλεοπάτρα, τα παιδιά που είχαν αποκτήσει μαζί, τις υπόλοιπες κτήσεις του στην Ανατολή και φυσικά την πολυτελή ζωή στην οποία είχε πλέον συνηθίσει. 
Ο ποιητής δεν μπορούσε βέβαια να αναφερθεί σε όλα αυτά, γι’ αυτό και τα συμπεριέλαβε όλα στο όνομα της Αλεξάνδρειας, καθιστώντας την πόλη του διαχρονικό σύμβολο των σημαντικότερων και πολυτιμότερων αποκτημάτων.
..........
η συνέχεια εδώ: latistor

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

Κωνσταντίνος Καβάφης - Ιγνατίου Τάφος

Konstantin Savitsky, monk 1897
Εδώ δεν είμαι ο Κλέων που ακούσθηκα
στην Αλεξάνδρεια (όπου δύσκολα ξιπάζονται)
για τα λαμπρά μου σπίτια, για τους κήπους,
για τ’ άλογα και για τ’ αμάξια μου,
για τα διαμαντικά και τα μετάξια που φορούσα.
Άπαγε· εδώ δεν είμαι ο Κλέων εκείνος·
τα εικοσιοκτώ του χρόνια να σβυσθούν.
Είμ’ ο Ιγνάτιος, αναγνώστης, που πολύ αργά
συνήλθα· αλλ’ όμως κ’ έτσι δέκα μήνες έζησα ευτυχής
μες στην γαλήνη και μες στην ασφάλεια του Χριστού.


Ανάλυση

Ιστορικοφανές ποίημα. Ο Ιγνάτιος/Κλέων είναι φανταστικό πρόσωπο. Η μεταβολή του κοσμικού ονόματος (εδώ, Κλέων) είναι κανόνας ιδίως για όσους ασπάζονται το μοναχικό σχήμα.


Ο Καβάφης στο ποίημα «Ιγνατίου Τάφος» προσεγγίζει το θέμα της υστεροφημίας, και ειδικότερα της επιθυμίας των ανθρώπων να διαμορφώνουν οι ίδιοι τον τρόπο με τον οποίο θα τους θυμούνται οι άλλοι άνθρωποι. Υπ’ αυτή την έννοια ο Ιγνάτιος αποκηρύσσει το παρελθόν του και τον νεανικό τρόπο ζωής του και δηλώνει απερίφραστα πως η πραγματική του ζωή ξεκίνησε μόνο όταν γνώρισε τον χριστιανισμό.

Εδώ δεν είμαι ο Κλέων που ακούσθηκα
στην Αλεξάνδρεια (όπου δύσκολα ξιπάζονται)
για τα λαμπρά μου σπίτια, για τους κήπους,
για τ’ άλογα και για τ’ αμάξια μου,
για τα διαμαντικά και τα μετάξια που φορούσα.


Το ποίημα είναι ένα είδος επιτύμβιου που έρχεται να συνοψίσει τη ζωή του ανθρώπου που έχει πια πεθάνει και βρίσκεται ενταφιασμένος «εδώ», όπως υποδηλώνει η πρώτη λέξη του ποιήματος. 
Σ’ αυτόν τον Τάφο, λοιπόν, δεν βρίσκεται ο Κλέων που απέκτησε μεγάλη φήμη στην Αλεξάνδρεια -στην πλούσια Αλεξάνδρεια, όπου οι άνθρωποι δύσκολα αποκτούν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους και δύσκολα γίνονται υπερόπτες, εφόσον οι περισσότεροι απολαμβάνουν πολυτελή διαβίωση-, για τα λαμπρά του σπίτια, τους κήπους, τα άλογα και τ’ αμάξια του, για τα διαμαντικά και τα μετάξια που φορούσε.
Εδώ, δεν είναι ενταφιασμένος ο εξαιρετικά πλούσιος Κλέων που συνήθιζε να ντύνεται με πολυτελέστατα ενδύματα και να απολαμβάνει έναν βίο αφιερωμένο στα υλικά αγαθά και στη χλιδή.

Άπαγε∙ εδώ δεν είμαι ο Κλέων εκείνος∙
τα εικοσιοκτώ του χρόνια να σβυσθούν.


Σήκω φύγε, δηλώνει με αγανάκτηση ο ήρωας του ποιήματος, και δηλώνει πως εδώ δεν είναι πια εκείνος ο Κλεων∙ κι ακόμη περισσότερο ζητά τα 28 του χρόνια να σβησθούν και να ξεχαστούν. Τα 28 χρόνια που έζησε ως Κλέων και τα αφιέρωσε στα πλούτη και στις απολαύσεις, δεν είναι, σε καμία περίπτωση, ενδεικτικά της προσωπικότητάς του και της αληθινής ταυτότητάς του.

Είμ’ ο Ιγνάτιος, αναγνώστης, που πολύ αργά
συνήλθα∙ αλλ’ όμως κ’ έτσι δέκα μήνες έζησα ευτυχής
μες στην γαλήνη και μες στην ασφάλεια του Χριστού.


Είμαι ο Ιγνάτιος, δηλώνει η αφηγηματική φωνή, και μας παρουσιάζει έτσι το χριστιανικό όνομα που έλαβε όταν έγινε «αναγνώστης», μισοκληρικός δηλαδή, κι αποφάσισε να αφοσιωθεί στη λατρεία του Θεού, ζώντας μακριά από την τρυφή του κοσμικού βίου. 
Ο Ιγνάτιος/Κλέων, βέβαια, «συνήλθε» πολύ αργά, εφόσον πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μακριά από τις αρχές του χριστιανισμού, δοσμένος στην κενότητα του υλικού πλούτου. Καίριας σημασίας το ρήμα «συνήλθα», μιας και φανερώνει πως ο Ιγνάτιος εκλαμβάνει τα χρόνια που πέρασε ως εθνικός ή έστω ως μη χριστιανός, σαν μια περίοδο κατά την οποία ήταν δοσμένος σε μια πλάνη, χωρίς να έχει πλήρη συνείδηση του εαυτού του και της δράσης του.
Ο Ιγνάτιος αργεί να συνέλθει από το δέλεαρ της ανέφελης ζωής του πλούτου και περνά έτσι μόλις δέκα μήνες ως χριστιανός. Ένα σύντομο διάστημα, το οποίο όμως είναι πολύ σημαντικό για τον ίδιο, εφόσον αυτοί οι δέκα μήνες ήταν μια περίοδος πραγματικής ευτυχίας, αφού τους πέρασε μέσα στη γαλήνη και στην ασφάλεια που του παρείχε ο Χριστός.
Προσέχουμε πως παρά το γεγονός ότι ο Καβάφης δεν ήταν ένας αφοσιωμένος χριστιανός, εντούτοις δεν παύει να εκφράζει την εκτίμησή του για την ψυχική εκείνη γαλήνη που προσφέρει η θρησκεία αυτή στους πιστούς της. 
Η αίσθηση ασφάλειας που προσφέρει ο Χριστιανισμός μέσα από τη διαβεβαίωση πως υπάρχει η προοπτική μιας αιώνιας ζωής μετά το θάνατο∙ η αίσθηση ασφάλειας που προκύπτει από την επίγνωση πως μια ανώτερη δύναμη βρίσκεται εκεί για να προφυλάξει τους ανθρώπους, όπως κι η ευκαιρία συνειδητοποίησης πως δεν έχουν ανάγκη τα υλικά αγαθά και τις λοιπές εκφάνσεις της ματαιότητας είναι στοιχεία που συγκινούν τον ποιητή.

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

Κωνσταντίνος Καβάφης - Τα Άλογα του Αχιλλέως

ΞΑΝΘΟΣ και ΒΑΛΙΟΣ - Τα Θεϊκά άλογα του Αχιλλέα
Giorgio de Chirico 1963
Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως·
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο — αφανισμένο —
μια σάρκα τώρα ποταπή — το πνεύμα του χαμένο —
ανυπεράσπιστο — χωρίς πνοή —
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζευς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω·
καλλίτερα να μην σας δίναμε, άλογά μου
δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου
στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι άνθρωποι.»— Όμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτινή
την συμφοράν εχύνανε τα δυο τα ζώα τα ευγενή.

Ιλιάδα, Ραψωδία Ρ (426-458)

426 ἵπποι δ᾽ Αἰακίδαο μάχης ἀπάνευθεν ἐόντες
κλαῖον, ἐπεὶ δὴ πρῶτα πυθέσθην ἡνιόχοιο
ἐν κονίῃσι πεσόντος ὑφ᾽ Ἕκτορος ἀνδροφόνοιο.
ἦ μὰν Αὐτομέδων Διώρεος ἄλκιμος υἱὸς
430 πολλὰ μὲν ἂρ μάστιγι θοῇ ἐπεμαίετο θείνων,
πολλὰ δὲ μειλιχίοισι προσηύδα, πολλὰ δ᾽ ἀρειῇ·
τὼ δ᾽ οὔτ᾽ ἂψ ἐπὶ νῆας ἐπὶ πλατὺν Ἑλλήσποντον
ἠθελέτην ἰέναι οὔτ᾽ ἐς πόλεμον μετ᾽ Ἀχαιούς,
ἀλλ᾽ ὥς τε στήλη μένει ἔμπεδον, ἥ τ᾽ ἐπὶ τύμβῳ
435 ἀνέρος ἑστήκῃ τεθνηότος ἠὲ γυναικός,
ὣς μένον ἀσφαλέως περικαλλέα δίφρον ἔχοντες
οὔδει ἐνισκίμψαντε καρήατα· δάκρυα δέ σφι
θερμὰ κατὰ βλεφάρων χαμάδις ῥέε μυρομένοισιν
ἡνιόχοιο πόθῳ· θαλερὴ δ᾽ ἐμιαίνετο χαίτη
440 ζεύγλης ἐξεριποῦσα παρὰ ζυγὸν ἀμφοτέρωθεν.
μυρομένω δ᾽ ἄρα τώ γε ἰδὼν ἐλέησε Κρονίων,
κινήσας δὲ κάρη προτὶ ὃν μυθήσατο θυμόν·
ἆ δειλώ, τί σφῶϊ δόμεν Πηλῆϊ ἄνακτι
θνητῷ, ὑμεῖς δ᾽ ἐστὸν ἀγήρω τ᾽ ἀθανάτω τε;
445 ἦ ἵνα δυστήνοισι μετ᾽ ἀνδράσιν ἄλγε᾽ ἔχητον;
οὐ μὲν γάρ τί πού ἐστιν ὀϊζυρώτερον ἀνδρὸς
πάντων, ὅσσά τε γαῖαν ἔπι πνείει τε καὶ ἕρπει.
ἀλλ᾽ οὐ μὰν ὑμῖν γε καὶ ἅρμασι δαιδαλέοισιν
Ἕκτωρ Πριαμίδης ἐποχήσεται· οὐ γὰρ ἐάσω.
450 ἦ οὐχ ἅλις ὡς καὶ τεύχε᾽ ἔχει καὶ ἐπεύχεται αὔτως;
σφῶϊν δ᾽ ἐν γούνεσσι βαλῶ μένος ἠδ᾽ ἐνὶ θυμῷ,
ὄφρα καὶ Αὐτομέδοντα σαώσετον ἐκ πολέμοιο
νῆας ἔπι γλαφυράς· ἔτι γάρ σφισι κῦδος ὀρέξω
κτείνειν, εἰς ὅ κε νῆας ἐϋσσέλμους ἀφίκωνται
455 δύῃ τ᾽ ἠέλιος καὶ ἐπὶ κνέφας ἱερὸν ἔλθῃ·
ὣς εἰπὼν ἵπποισιν ἐνέπνευσεν μένος ἠΰ.
τὼ δ᾽ ἀπὸ χαιτάων κονίην οὖδας δὲ βαλόντε
ῥίμφα φέρον θοὸν ἅρμα μετὰ Τρῶας καὶ Ἀχαιούς.


Μετάφραση

Του Αχιλλέα τ’ άλογα όντας μακριά απ’ τη μάχη

θρηνούσαν, μόλις ένιωσαν ο Πάτροκλος να πέφτει
στη σκόνη απ’ τον Έκτορα του αντροφονιά το χέρι.
Ο Αυτομέδοντας, ο γιος ο δυνατός του Διώρη,
με το γοργό μαστίγι του τα έσπρωχνε να φύγουν
κι άλλοτε με γλυκόλογα κι άλλοτε με φοβέρες∙
αλλ’ όπως στέκει ασάλευτη μια στήλη σ’ έναν τάφο
ενός άντρα που πέθανε ή και γυναίκας κάποιας,
έτσι έμεναν ασάλευτα στ’ αμάξι τους ζεμένα
σκύβοντας τα κεφάλια τους∙ τα δάκρυά τους στο χώμα
απ’ τα βλέφαρά τους θερμά κυλούσαν απ’ το κλάμα∙
ποθούσαν τον ηνίοχο∙ οι πλούσιες χαίτες τους
πλάι στο ζυγό σκονίζονταν ξεφεύγοντας τη ζεύγλα.
Όταν τα είδε να θρηνούν, τα πόνεσε ο Δίας,
κούνησε το κεφάλι του και στην καρδιά του είπε:
«Δύστυχα, τι σας δώσαμε στο βασιλιά Πηλέα,
θνητό, ενώ αγέραστα κι αθάνατα σεις είστε;
Τάχα πόνους για να ‘χετε με δύστυχους ανθρώπους;
Πιο δύστυχο απ’ τον άνθρωπο πλάσμα δεν είναι άλλο
απ’ όλα όσα σέρνονται στη γη και αναπνέουν.
Στο πλουμιστό αμάξι σας δε θ’ ανέβει ωστόσο
ο Πριαμίδης Έκτορας∙ δε θα του το αφήσω.
Δε του φτάνει που έχοντας τα όπλα καμαρώνει;
Στα γόνατά σας, στην καρδιά σας δύναμη θα σας δώσω,
τον Αυτομέδοντα μεμιάς να βγάλετε απ’ τη μάχη,
στα πλοία να τον φέρετε∙ σ’ αυτούς θα δώσω δόξα,
να σφάζουν, στα καλόσκαρμα πλοία ώσπου να φτάσουν
και δύσει ο ήλιος κι απλωθεί το ιερό σκοτάδι.»
Έτσι είπε και στα άλογα χάρισε ορμή μεγάλη.
Τίναξαν απ’ τις χαίτες τους στο έδαφος τη σκόνη
και μες σε Τρώες και Αχαιούς έσερναν το αμάξι.

Θεόδωρος Γ. Μαυρόπουλος

Ανάλυση
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης αξιοποιεί ένα απόσπασμα από την Ιλιάδα για να συνθέσει το ποίημά του, τιμώντας κατ’ αυτό τον τρόπο τον μέγιστο των ποιητών, τον Όμηρο. Ο Καβάφης ακολουθεί στα βασικά του σημεία το ομηρικό κείμενο και φροντίζει να δώσει έμφαση σ’ εκείνα που φέρουν τα κεντρικά νοήματα που τον απασχολούν. Οι διαφοροποιήσεις, οπότε, όπου υπάρχουν, αποτελούν τους δείκτες ότι πρόκειται για κάποια ουσιώδη ιδέα που ο Καβάφης θέλει να τονίσει.

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως∙


Ο Πάτροκλος μπαίνει στη μάχη με τα όπλα του Αχιλλέα, θέλοντας να προκαλέσει φόβο στους Τρώες: 
«Και δώσε μου τα όπλα σου στους ώμους μου να βάλω,
πως είμαι συ νομίζοντας μήπως αποχωρήσουν 
οι Τρώες κι έτσι οι δυνατοί Αργείοι αναπνεύσουν, 
που τώρα βασανίζονται∙ καλή κι η λίγη ανάσα. 
(Ιλιάδα, Π 40-43)». 

Η παρέμβαση, ωστόσο, του Απόλλωνα θα δώσει στον Έκτορα την ευκαιρία να σκοτώσει τον ηρωικό σύντροφο του Αχιλλέα, ο οποίος όμως δεν είναι εκεί για να αποτρέψει ή έστω να δει το θάνατο του Πατρόκλου. 
Έτσι, τα άλογα του Αχιλλέα είναι εκείνα που πρώτα θα δουν και πρώτα θα θρηνήσουν τον ανδρείο και δυνατό Πάτροκλο.
Πέρα απ’ όλα τ’ άλλα χαρακτηριστικά του Πατρόκλου, που τον καθιστούν ένα ιδιαίτερα ξεχωριστό και προσφιλές πρόσωπο, βαρύνουσα σημασία έχει το ότι ήταν ακόμη πολύ νέος, γεγονός που προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη τραγικότητα στο χαμό του.

η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.


Τα άλογα του Αχιλλέα, όντας τα ίδια αθάνατα, αγανακτούν μπροστά σ’ αυτό το άθλιο έργο του θανάτου, που μόλις στέρησε τη ζωή ενός αγαπημένου σ’ αυτά ανθρώπου. 
Ο θρήνος των αθάνατων αλόγων έχει τη δική του ξέχωρη αξία, διότι σε αντίθεση με τους θρήνους των θνητών που εμπεριέχουν και το στοιχείο του φόβου για το δικό τους μελλούμενο θάνατο, εκείνα είναι απαλλαγμένα από ανάλογους φόβους κι η οδύνη τους προκύπτει έτσι εντελώς αγνή.
Τα αθάνατα άλογα αποτελούν, συνάμα, μια σαφή υπόμνηση του εξέχοντος εκείνου προνομίου της αθανασίας, που, μη μπορώντας οι άνθρωποι να το γευτούν ποτέ, φρόντισαν να το αποδώσουν στους θεούς τους και στα άλλα δημιουργήματα της λογοτεχνικής τους φαντασίας.

Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο — αφανισμένο —
μια σάρκα τώρα ποταπή — το πνεύμα του χαμένο —
ανυπεράσπιστο — χωρίς πνοή —
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.


Η βίαιη αντίδραση των αλόγων αποτελεί εναργή έκφραση του εσωτερικού τους πόνου∙ τινάζουν τα κεφάλια τους, κουνούν τη μακριά τους χαίτη και χτυπούν τη γη με τα πόδια τους, θέλοντας έτσι να εκδηλώσουν την οδύνη που αισθάνονται για τον αγαπημένο τους Πάτροκλο. Το θέαμα, άλλωστε, του νεκρού προκαλεί μεγάλη ενόχληση στα αθάνατα άλογα που δεν γνωρίζουν και δεν πρόκειται να γνωρίσουν ποτέ μια τέτοια κατάσταση αφανισμού. Ο ποιητής φροντίζει με τις συνεχείς παύλες που καλούν τον αναγνώστη να κάνει παύσεις στην ανάγνωση, να δώσει ...
............
η συνέχεια εδώ: latistor