Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εαρινή Συμφωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εαρινή Συμφωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία. Ένας ύμνος στην Αγάπη και την Άνοιξη

Garden Lovers

Κωνσταντίνος Μάντης: Γιάννης Ρίτσος «Εαρινή Συμφωνία» XVI-XVII (ανάλυση)
--------------

Της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου*
Η «Εαρινή συμφωνία» είναι η πρώτη εκτενής ποιητική συλλογή τού Γιάννη Ρίτσου με βασικό θεματικό μοτίβο την ερωτική αγάπη. Γράφτηκε το 1938 και, όπως δηλώνεται από τον τίτλο («Εαρινή συμφωνία»), ανήκει στην άνοιξη και τη μουσική.
Αξιοσημείωτη είναι η παρατήρηση της φιλολόγου Χρύσας Προκοπάκη («Yannis Ritsos», Paris1968, σ. 16) ότι όλοι σχεδόν οι τίτλοι των ποιημάτων τού Ρίτσου αυτής τής περιόδου είναι δανεισμένοι από τη μουσική («Το τραγούδι της αδελφής μου», «Το εμβατήριο του ωκεανού», «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» κ.ά.).Ο ποιητής, την άνοιξη του 1938, βρισκόταν ακόμη στο Σανατόριο της Πάρνηθας· κι εκεί, ερχόμενος μάλιστα σε καθημερινή επαφή με την ανοιξιάτικη φύση, προαισθάνθηκε τον ερχομό τής προδιαγεγραμμένης από τη Μοίρα γυναίκας…
Τις νύχτες
αφουγκραζόμουν τους θρόους της σιγής…
Κ’ ήρθες εσύ.

«…Το σώμα του φυματικού αναπαύεται σε μια “λευκή χιονισμένη κορυφή”. Το πνεύμα του απολαμβάνει το απόλυτο που έχει εισβάλει στη ζωή του: τον τέλειο έρωτα, την ιδανική γυναίκα, τη λύτρωση από τον πόνο. Αυτή είναι η ύλη της “Εαρινής συμφωνίας”, ποιήματος ενός ζεύγους θνητών», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Παντελής Πρεβελάκης («Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος», Αθήνα 1981, σ. 88).

Η άνοιξη, με την ουσιαστική αλλά και με την μεταφορική σημασία τής λέξης, εμφανίζεται ήδη από τους πρώτους στίχους τού έργου:

Έτσι σεμνός ανθρώπινος ακέριος
έτσι πασίχαρος κι αθώος
θα περάσω
κάτω απ’ τις ανθισμένες ακακίες
των χαδιών σου
και θα ραμφίσω
το πάμφωτο τζάμι του έαρος…

Το ίδιο και η αγάπη…. Η δυνατή, η απέραντη, η ολόφωτη αγάπη που υμνείται από τον Ρίτσο με μιαν ιδιαίτερη ευαισθησία, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία στροφή τού έργου. Ο ποιητής προαισθάνεται το πλησίασμα της μοιραίας γυναίκας, τον ερχομό τής μεγάλης αγάπης, και παρακαλεί να παραταθεί το μαγικό διάστημα της αναμονής, για να βιώσει αυτές τις «υπερπληρωμένες ώρες» όσο γίνεται περισσότερο…. Η ηδονή τής αναμονής στην πιο εξαίσια έκφρασή της:

Μη με καλέσεις ακόμη.
Ας παρατείνουμε
αυτές τις ώρες τις θαμπές
τις υπερπληρωμένες
που δυο κόσμοι
ανταμώνονται
που δυο βαθειές φωνές
ζυγιάζονται
πάνω σε μια χορδή αργυρή
και μια σταγόνα δρόσου
σκιρτά και ταλαντεύεται
στ’ άνθος της νύχτας…
Αγαπημένη
τι προετοιμάζεται για μας
μέσα στο βλέμμα των θεών
πίσω απ’ αυτή τη φωταψία;

Κι αυτή η Αγαπημένη συνδέεται άμεσα με την ομορφιά τής φύσης, κατά τη διάρκεια τής άνοιξης…

Βηματίζεις
μέσα στα σκονισμένα δώματά μου
μ’ ένα πλατύ ανοιξιάτικο φόρεμα
που ευωδιάζει πράσινα φύλλα
φρεσκοπλυμένο ουρανό
και φτερά γλάρων
πάνω από θάλασσα πρωϊνή.
Μέσα στο βλέμμα σου ηχούν
κάτι μικρές φυσαρμόνικες
από κείνες που παίζουν
τα πολύ εύθυμα παιδιά
στις εαρινές εξοχές.

Η αγάπη, που ο Ρίτσος υμνεί στην «Εαρινή συμφωνία» του, είναι παντοδύναμη, αφού καταφέρνει μ’ έναν τρόπο κυριολεκτικά μαγικό να εξαλείψει το μελαγχολικό ημίφως τού ανούσιου παρελθόντος, να αναδημιουργήσει τον χρόνο, να ζωντανέψει την δίχως νόημα ανθρώπινη ύπαρξη…

Ξεκρέμασε και πέταξε
απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
τις μελαγχολικές κορνίζες.
Εσύ μου ’φερες
τον καινούργιο καιρό
το φως της αυγής
και το αίμα μου.

Όπως ο κάθε ερωτευμένος άντρας λαχταρά να συνδέσει τη γυναίκα που αγαπά με το δικό του παρελθόν, έτσι και ο ιδανικός εραστής τής «Εαρινής συμφωνίας» οδηγεί την αγαπημένη του στην γενέτειρά του, και την εγκαθιστά στο έρημο πια πατρικό του σπίτι…

Πιασμένοι απ’ το χέρι
θα κατεβούμε τη μαρμάρινη σκάλα
που έχει φθαρεί απ’ τα βήματα
των φθινοπωρινών σκιών.
Πάμε στους αγρούς
να φορέσουμε στα δάχτυλα
τις παπαρούνες και τον ήλιο
και την καινούργια χλόη.
Στα μάτια σου δε λιμνάζει
μήτ’ ένας κόκκος ίσκιου.
Να ο ήλιος που τρέχει
μέσα στα δάση.
Δεν έχουμε αργήσει.

Στις παιδικές αναμνήσεις τού ερωτευμένου άντρα, κυριαρχεί η μορφή τού Χριστού…

Άκου τα σήμαντρα
των εαρινών εκκλησιών…
Αγαπημένη
κόβοντας χαμομήλια
και βλέποντας τη θάλασσα
θα ξαναπούμε
την παιδική μας δέηση
μαζί με τα πουλιά και με τα φύλλα.
Κι από βαθιά κι από μακριά τα σήμαντρα
των παιδικών εκκλησιών
θα τραγουδούν το τραγούδι
της τρυφερής Ναζαρέτ
πάνω απ’ τους πράσινους κάμπους.

Το έργο απ’ αρχής μέχρι τέλους αποπνέει μιαν άφατη τρυφερότητα και – συγχρόνως – ένα ερωτικό πάθος παράφορο κι ορμητικό…

O λόγος τού Ρίτσου κυλάει σαν το καθάριο νερό μιας αστείρευτης πηγής· τα γράμματα, οι συλλαβές, οι λέξεις, οι στίχοι και οι στροφές μοιάζουν με νότες μαγικές που συνθέτουν μεθυστικές μελωδίες…

Αγαπημένη
όλη η ψυχή μου τρέμει
φύλλωμα ευγνωμοσύνης.
Γονατισμένος προσεύχομαι.
Θεέ μου Θεέ μου
η αγάπη μου ’χε λείψει
για να χαρώ και να νοήσω
το μεγαλείο σου.

Στην «Εαρινή συμφωνία», η ιδανική ερωτική αγάπη, συνδεόμενη άμεσα με το θρησκευτικό αίσθημα, με τον ίδιο τον Θεό, προσλαμβάνει αναμφισβήτητα τη μορφή της αγιότητας…

Τυλιγμένος εγώ το κορμί σου
γυμνός
δίχως άνθος φωνή και τραγούδι.
Κανένα φως άλλο
να μην ισκιώνει το φως
που ανατέλλει απ’ τη σάρκα σου.
Η αγάπη
πιο μεγάλη
απ’ τη σιωπή
γεφυρώνει το θεό με τον άνθρωπο
και γεμίζει το απέραντο χάσμα
με φτερά και λουλούδια.
Κλείνω τα μάτια.
Ζω κι αγαπώ.

Η ευδαιμονία των δύο εραστών τής «Εαρινής συμφωνίας» είναι ιερή και – ταυτόχρονα – αράγιστη κι αδιασάλευτη· το νεαρό ζευγάρι ζει «μές στην πλήρη στιγμή, μές στην αιωνιότητα». Hic et nunc! Εδώ και τώρα!

Ένας γόος ευτυχίας
ανεβαίνει απ’ τα σπλάχνα της γης
απ’ τα σπήλαια του δάσους
μές στην έκθαμβη νύχτα
διαπερνάει το χρόνο
και το διάστημα.
Μέσα του σφαδάζει
όλη η ζωή κι όλος ο θάνατος.

Με την απαράμιλλη ποιητική δεξιοτεχνία του, ο Ρίτσος εξαίρει το μεγαλείο τής αγάπης, αναλογιζόμενος συχνά και το μελαγχολικό εκείνο διάστημα της ζωής του, τότε που η αγάπη δεν είχε ακόμη κατακλύσει την άδεια ψυχή του…

Αγάπη Αγάπη
δε μου ’χες φέρει εμένα
μήτ’ ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω…

Τα τρυφερά λυκόφωτα
οι πράες καμπύλες των βουνών
και τα λαμπρά βράδια του θέρους
με ρωτούσανε πού είσαι ω Αγάπη.
Μα εγώ δεν είχα τι ν’ αποκριθώ
κ’ έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου.
Οι ωχρές αυγές
ακουμπούσαν στο περβάζι μου
το διάφανο πηγούνι τους
κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο
τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια
και με κοιτούσαν με πικρία
ζητώντας ν’ απολογηθώ…

Τις νύχτες του έαρος
που η γύρη των άστρων
και των λουλουδιών
αγρυπνούσε στο δέρμα μου
μια λυπημένη ανταύγεια
σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
γιατί αργούσες να ’ρθεις Αγάπη…
Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα.
Εσένα περιμένοντας
γέμισα τους κήπους μου
με λευκούς κρίνους
για να βυθίζεις τις κνήμες σου
αυτά τα βράδια τ’ αργυρά
που η σελήνη ραντίζει με δρόσο
τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.
Για σένα Αγάπη ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά
είταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα να ’βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω
μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
ω Αγάπη.

Ο ποιητής τής «Εαρινής συμφωνίας» είναι «ένα παιδί που κοιμήθηκε είκοσι οκτώ Απριλίους για να ξυπνήσει στα χέρια τής γυναίκας» που του είχε προορίσει η Μοίρα…

Πώς θα πληρώσεις τώρα
ένα θάνατο που ενταφιάστηκε
κάτω απ’ τη θωπεία σου;
ένα παιδί που κοιμήθηκε
εικοσιοκτώ Απριλίους
για να ξυπνήσει στα χέρια σου;

Κι όταν η Αγάπη φθάνει πια και κατακλύζει ολάκερη την ύπαρξή του, ο ποιητής παραληρώντας από άμετρη ευτυχία γράφει…

Σφίγγω το χέρι σου.
Τι μου λείπει
για να μισήσω τη ζωή;…
Ζεστή χρυσή μεσημβρία.
Σταθμός του Απείρου
- η καρδιά μας…
Απλώνουμε τα χέρια
στον ήλιο
και τραγουδάμε.
Το φως κελαϊδάει
στις φλέβες του χόρτου
και της πέτρας…
Πώς αγαπούμε
τα ερωτικά κορμιά μας…
Αγαπούμε
τον ουρανό και τη γη
τους ανθρώπους και τα ζώα
τα ερπετά και τα έντομα.
Είμαστε κ’ εμείς
όλα μαζί
κι ο ουρανός κ’ η γη.

Τώρα πια ο ποιητής ψάλλει το επικό μεγαλείο του απόλυτου έρωτα, την ακυβέρνητη ορμή του παράφορου και παντοδύναμου ερωτικού πάθους.

Το κορμί μας περήφανο
απ’ της χαράς την ομορφιά.
Το χέρι μας παντοδύναμο
απ’ την ορμή της αγάπης.
Μέσα στη φούχτα της αγάπης
χωράει το σύμπαν.
Άξιζε να υπάρξουμε
για να συναντηθούμε.

Ο ποιητής τής «Εαρινής συμφωνίας» νοσταλγεί τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια, δίπλα στην αγαπημένη του· γλυκό καταφύγιο, η ζεστή αγκαλιά της · κι εκεί ξαναβρίσκει τη χαμένη του μητέρα.

Αγάπη εσύ μου ξανάφερες
τ’ άσπρα πουλιά της μητέρας
κι αυτή την άγκυρα που δένει
στο σιγανό λιμάνι
τα πληγωμένα καΐκια.
Όλη μου η ομορφιά συνάζεται
για να στολίσει τα μαλλιά σου.
Κι ό,τι γλυκό και τρυφερό
που είταν δικό μου κ’ έμενε σαν ξένο
και μ’ είχε λησμονήσει
ξανάρχεται στα χέρια σου
να ζεσταθεί
να ξαναζήσει
και να σε φιλήσει.

Όμως, ο «αποχαιρετισμός πλησιάζει», αφού κάθε ανθρώπινο γεγονός εμπεριέχει τη φθορά και τελικά την καταστροφή του. Κι αυτός που απομακρύνεται είναι ο άντρας…

Όχι. Όχι.
Δε θέλω να φύγω.
Κράτησέ με.

Η θεϊκή ευδαιμονία των δύο ερωτευμένων δεν κράτησε παρά ελάχιστους μήνες· άνθισε με την άνοιξη, και μαράθηκε στο τέλος του φθινοπώρου…

Μας άγγιξε ψυχρό
το φθινοπωρινό λυκόφως…
Έρχεται η νύχτα.
Μια σιωπηλή αστραπή
ρυτιδώνει χαμηλά
τον ορίζοντα.
Παντού σαλεύουν
αποχαιρετισμών μαντήλια…

Η θνητή αγαπημένη βουλιάζει σιγά – σιγά στην εξαθλίωση, χωρίς να διαμαρτύρεται, χωρίς καν να μιλά, ενώ αντίθετα ο ποιητής φλέγεται από έναν πυρετό ζωντάνιας και δημιουργίας…

Αστράφτει ο κόσμος
έξω απ’ τη λύπη σου
φως κ’ αίμα
τραγούδι και σιωπή…
Ανοίχτε τα παράθυρα…
Αστράφτει ο κόσμος
ακούραστος.
Κοιτάχτε.

Ο Παντελής Πρεβελάκης (σσ. 88 – 89) αναφέρει πως «Ο έρωτας που ο Ρίτσος υμνεί στην Εαρινή συμφωνία δεν είναι φαινόμενο κοινωνικό, αλλά θεμελιακό ένστικτο. Είναι μια ειμαρμένη που οδηγεί στην αποθέωση (Δάντης – Βεατρίκη) ή στο θάνατο (Ρωμαίος – Ιουλιέτα). Υπό αυτές τις συνθήκες, το ποίημα είναι γέννημα μεθυστικής ευφορίας…».

Πιστεύω πως όλοι προσυπογράφουμε την άποψη του Π. Πρεβελάκη ότι «το ποίημα είναι γέννημα μεθυστικής ευφορίας». Προσωπικά θα πρόσθετα πως το ποίημα είναι ταυτόχρονα και πρόκληση μεθυστικής ευφορίας για όλους μας…

Δεν ξέρω πια να τραγουδώ.
Σου ανήκω.
Η ζωή μού ανήκει.

Στ’ αλήθεια, ποιος από μας δεν νοιώθει την ευφορία και την ανάταση της ψυχής του απ’ αυτό και μόνο το τρίστιχο της «Εαρινής συμφωνίας», στο οποίο ο Ρίτσος με ελάχιστες λέξεις συνοψίζει το βαθύτερο νόημα της ιδανικής ερωτικής αγάπης;

* Η κ. Γιόλα Αργυροπούλου - Παπαδοπούλου είναι επ. καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και ποιήτρια

palmografos

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXVII. Καλοί μου άνθρωποι πώς μπορείτε να σκύβετε ακόμη; Πώς μπορείτε να μη χαμογελάτε;

Ciclo cerrado, ventana abierta.
Ξημερώνει.
Η αχλύ παραμερίζει.
Τα πράγματα
σκληρά λαμπερά κι αδιάψευστα.

Πόσους μήνες κοιμηθήκαμε.
Ξεχασμένοι ξεχαστήκαμε
σ' ένα θάμβος πυκνό
από νύχτα κι από ήλιο.

Δεν κλαίω
γιατί ο ύπνος μ' αρνήθηκε.
Πίσω απ' τον κήπο μας
υπάρχουν κι άλλοι κήποι.

Ο θάνατος υψώνει
σκαλί σκαλί τη σκάλα
που πάει στον ουρανό.

Φεύγει το θέρος
μα το τραγούδι μένει.

Όμως εσύ που δεν έχεις φωνή
πού θα σταθείς ν' απαγκιάσεις;
Πώς θα σμίξεις το φως με το χώμα;

Άνοιξε τα παράθυρα
να μπει το φως
η ατίθαση ριπή του ανέμου
το αψύ χνώτο
των μεγαλόπρεπων βουνών.

Κοίτα
χαμογελάει το ανεξάντλητο
μπροστά στα σταυρωμένα χέρια.
Λύσε τα χέρια.

Άνοιξε τα παράθυρα
να δεις το σύμπαν ανθισμένο
μ' όλες τις παπαρούνες του αίματός μας
- να μάθεις να χαμογελάς.

Δε βλέπεις;
Καθώς απομακρύνεται η άνοιξη
πίσω της έρχεται η νέα μας άνοιξη.
Νά τος ο ήλιος
πάνω απ' τις μπρούντζινες πολιτείες
πάνω απ' τους πράσινους αγρούς
μες στην καρδιά μας.

Νιώθω στους ώμους
το βαθύ μυρμήγκιασμα
καθώς φυτρώνουν
όλο πιο νέα και πιο μεγάλα
τα φτερά μας.

Ύψωσε τα ματόκλαδα.

Αστράφτει ο κόσμος
έξω απ' τη λύπη σου
φως και αίμα
τραγούδι και σιωπή.

Καλοί μου άνθρωποι
πώς μπορείτε
να σκύβετε ακόμη;
Πώς μπορείτε
να μη χαμογελάτε;

Ανοίχτε τα παράθυρα

Νίβομαι στο φως
βγαίνω στον εξώστη
γυμνός
ν' αναπνεύσω βαθιά
τον αιώνιο αγέρα
με τ' αδρά μύρα
του νοτισμένου δάσους
με την αλμύρα
της απέραντης θάλασσας.

Αστράφτει ο κόσμος
ακούραστος.
Κοιτάχτε.

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXIV / «Η δεσποτεία της νύχτας πάνω στα μέτωπά μας/και στους δρόμους.»

Alex Alemany the elements and shapes of his works are treated
with “poetic licence” and the symbolism 

Η δεσποτεία της νύχτας
πάνω στα μέτωπά μας και στους δρόμους.

Του χεριού σου η λευκότητα
θαμπώνει και δύει
στη γαλανή διαφάνεια των σκιών
— κρίνος χλωμός που βυθίζεται 
σε βραδινά νερά.

Που 'ναι τα λόγια μας κι οι αυγινές μας υποσχέσεις 
με την εξαίσια ειλικρίνεια της βλάστησης;

Η αφή μας κουρασμένη
κοιμάται δίχως όνειρο
κι ούτε μια πρόφαση μάς μένει
ν' αναζητήσουμε τα μάτια μας πίσω απ' τον ίσκιο.

Ακούμε τη σιωπή να βηματίζει
λαθραία κι αδέξια
στο εξατμισμένο δώμα
ν' αγγίζει
τα σκονισμένα έπιπλα
που δε θέλουν πια να θυμούνται
να ερευνά τις ανοιχτές ντουλάπες
όπου πεθαίνουν σκοτεινά
τ' άνθινα ενδύματα
των εαρινών μας όρθρων.

Ο γλαυκός πέπλος
του Μαΐου 
μυρωμένος ακόμη απ' τα στήθη σου
— πάχνη λυπημένη διαρρέει
στην κρεμάστρα του διαδρόμου.

Άκου τις οπλές
των μαύρων αλόγων
έξω στο λιθόστρωτο της νύχτας.

Περνούν τους νεκρούς μας.

Μη σηκωθείς
να κοιτάξεις απ' το παράθυρο.
Προς τι μια κίνηση
αφού γνωρίζουμε;
Μονάχα για να ρυτιδώσεις
την ασάλευτη ώρα
και να σωπάσει επιτέλους η σιωπή;

Η σιωπή φωνάζει
πιο βαθιά
η σιωπή προδίδει τα λόγια μας.

Ράκη στίχων ανεμίζονται
στις ρωγμές των φιλιών μας
— μια σημαία
πάνω απ' το θάνατο.

Ο αποχαιρετισμός πλησιάζει.

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXIII
«Ένα διάλειμμα λευκότητας/προσφερμένο στην προσευχή.»

Realism Paintings by Alex Alemany
Η εσθήτα της βραδιάς μενεξεδένια
με μια λεπτή χρυσή παρυφή
στο μακρύ κράσπεδο
περνάει σαρώνοντας
τα πεθαμένα φιλιά μας
κι αγγίζοντας
τα λευκά γόνατά σου.

Στους αυλούς των οστών μας
εκπνέει ο τελευταίος
φλοίσβος του ηλίου.

Αναπαυμένοι
σε μιαν ύφεση θάμβους
και τρυφερότητας
ακούμε
κάτω απ' το δέρμα μας
τους μακρινούς βόμβους ρόδων
που ανασυγκροτούνται.

Ο γαλάζιος αγέρας
ξεφτάει απ' τη σάρκα σου
τα ίχνη των ηδονικών σκιών
κι υψώνεται ασημένιο ποίημα
στη γονατισμένη αφή μου.

Μέσα στον ίσκιο μαντεύουμε
διάφανα ιστία
να περνούν και να χάνονται
και να επιστρέφουν
στην κυανή ασάφεια
των εκπορθημένων σπασμών μας.

Ένα διάλειμμα λευκότητας
προσφερμένο στην προσευχή.

Κρυώνεις;
Τα φύλλα θρόισαν.
Τυλίγεις το γυμνό σου τράχηλο
με την εσάρπα μιας χλωμής ανταύγειας
και προσηλώνεσαι στους βυθούς.

Αποσπώνται οι κάλυκες
απ' το βέβαιο μίσχο
πληρώνοντας το χώρο
με φτερά και πικρία.

Η σιωπή κατεσπαρμένη
δακρύζει τα μαλλιά σου.

Όμως η αόρατη θάλασσα
παφλάζει ακόμα
κι ακούμε πάλι εντός μας
τους βόμβους των ρόδων
που ανασυγκροτούνται.

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXII
«Αγάπη, γιατί ήρθες;/Αν φύγεις, αγάπη;»

LITTLE BOY - BIG DREAMS

Απόψε η νύχτα στάθηκε
ανάμεσα στην επαφή μας.

Ριγείς αγαπημένη
περιβλημένη
τ' αργυρό ψύχος της σελήνης.

Η σιωπή επιπλέει στον αέρα.
Το δέος παραμονεύει
στην άκρη των ματιών μας
και των δακτύλων μας.

Έντρομο πουλί
το φιλί μας
νωπό ακόμα
ρωτάει:

Αγάπη, γιατί ήρθες;
Αν φύγεις, αγάπη;

Εμείς σε ντύσαμε
μ' όλο τον ήλιο
μ' όλη την καρδιά μας
κι όταν θα χάνεσαι
στου δρόμου τη στροφή
θα χάνονται μαζί σου
— σκόνη χλωμή πίσω απ' το βήμα σου
τ' αστέρια τα πουλιά και τ' άνθη.

Όλα τα δώσαμε σε σένα.
Τίποτα δεν κρατήσαμε για μας.

Θα μείνουμε μονάχοι
μ' απλωμένα χέρια
 — μιά καρφωμένη επίκληση
να σε φωνάζει
και ν' ακούει την κραυγή της.

Η γεύση τ' ουρανού ταλαντεύεται
κι είναι τόσο πικρή η χαρά μας
σα να 'χει φύγει και να την καλούμε.

Γερμένοι
στην ανθισμένη βάρκα
βρέχουμε τα δάχτυλα
στην ανήσυχη θάλασσα
νιώθοντας ως τα βάθη μας
το ρίγος της αιώνιας διάρκειας.

Το φως αναθρώσκει
απ' τους χρυσούς κυματισμούς
του σκοτεινού πελάγους.

Ο δρόμος του χάους
φωσφορίζει ανοιχτός
κι η βάρκα χαράζει
τον ανεπίστρεπτο αφρό.

Αφήνομε
στον κρυμμένο ρυθμό.
Μη με ξυπνήσεις.
Έμπιστος
δίχως καμιάν εξουσία
στην εξουσία του αίματος
θα κοιμηθώ
ενώ τα ρόδα των χεριών σου
θ' αγρυπνούν στους ώμους μου.

Μέσα στον ύπνο μου θ' ακούω
των ιστίων το πλατάγισμα
και τις ανάσες των ανέμων.

Αντίκρυ
ένας αμίλητος Θεός
ήρεμος θα κωπηλατεί
και στα μαλλιά του θα σπιθίζουν
θρύμματα διαμαντιών
οι ωχρές ρανίδες
του φεγγαριού
και του νερού.

Μη με ξυπνήσεις.

Γιατί ν' αντισταθούμε;
Τι κερδίσαμε
τόσα χρόνια που ατίθασοι οδεύαμε
αντίθετα στο κύμα;

Μονάχα ο μόχθος έμενε
ο αγαπημένος μόχθος
γιατί δεν είχαμε άλλο ν' αγαπήσουμε.

Ας κοιμηθούμε
στην ανθισμένη πλώρη
δίχως όνειρο.

Το κύμα γνωρίζει
πιο βαθιά απ' τη γνώση μας
το σκοπό μας που λάμνει
μέσα στον ίδιο ατέρμονο σκοπό Του.

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXI
Πώς μπορεί η γη/να κρατήσει στα χέρια/της τόση ευτυχία;

Couple Love

Τα μαλλιά σου
αρωματίζουν τη νύχτα.

Στο βλέφαρο του φεγγαριού
στεγνό
το δάκρυ της αμφιβολίας.

Πληρωμένοι
ανυστερόβουλοι
δίχως να ζητάμε
δίχως να περιμένουμε
εγγίζουμε τα βάθη
του κόσμου.

Στις διάφανες φλέβες
των λουλουδιών
ακούμε
το ρόδινο σφυγμό της διάρκειας
που συγγενεύει με το αίμα μας.

Ακούμε την καρδιά των εντόμων
και των φύλλων
να πάλλει σιμά στην καρδιά μας.

Ήρθαν όλα
να εμπιστευθούν το μυστικό τους
στα χέρια μας.

Πώς θα βαστάξουμε
στους φιλημένους ώμους μας
όλη την πλάση;

Οι αιώνες προετοίμαζαν
αυτή τη στιγμή
για να χαρεί η αιωνιότητα
ακέριο το λαμπρό της πρόσωπο
μες στον καθρέφτη του φιλιού μας.

Η πλήρωση έφτασε.
Δε μένει τίποτ' άλλο.

Τύλιξέ με.
Φοβούμαι, αγαπημένη.

Πώς μπορεί η γη
να κρατήσει στα χέρια της
τόση ευτυχία;

Μια πέτρα θα ραγίσει
το γυαλί της σιγής.
Κι η συντριβή θα γείρει
το χλωμό της μέτωπο
στη σκεφτική παλάμη

Εξάντλησε τα ρόδα μου
πριν το ρήγμα φανεί
πριν αναβλύσει πάλι
απ' την πληγή
το αστείρευτο άσμα.

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XX
«Αγάπη, εσύ μου ξανάφερες/τ' άσπρα πουλιά της μητέρας
κι αυτή την άγκυρα που δένει/στο σιγαλό λιμάνι
τα πληγωμένα καΐκια.»

Morning harbor — By Leonid Afremov

... Η καλοκαιρινή βραδιά
έμπαινε απ’ το παράθυρο
στη λευκή κάμαρα 
του πατρικού σπιτιού μου. 

Ξαπλωμένος
στο παιδικό κρεβάτι μου
με μισόκλειστα βλέφαρα
άκουγα τ' άστρα και τους γρύλους
να τετερίζουνε στους κάμπους.

Κάτω από την εγκάρδια λάμπα
η μητέρα κεντούσε
μιαν άγκυρα με μπλε μετάξι
στη λινή μου ποδιά

Τα τρυφερά της χέρια περνοδιάβαιναν
στο φωτισμένο κύκλο
 — άσπρα πουλιά
πάνω στην ήρεμη λίμνη της καρδιάς μου.

Η κεντημένη μου άγκυρα
πόσο γερά κρατούσε αραγμένα
στο λιμανάκι του νησιού μας
τις γαληνές βαρκούλες
και τα όνειρά μου.

Ο θάνατος δεν είχε αγγίξει 
τη χλόη του σπιτιού μας
κι απ' τ' ανθισμένο μας μπαλκόνι
δεν είχε ανεμιστεί ποτέ
μαντίλι χωρισμού
προς την απέραντη θάλασσα.

Ήμερο το άγνωστο 
κοιμόταν
πίσω απ' τον ίσκιο της μητέρας.

Κι όμως εγώ
που δε γνώριζα τίποτα
έβλεπα τον καλό θεό
να μου χαμογελάει
στο βάθος του ανοιχτού παράθυρου
μέσ' από τους χρυσούς θάμνους των άστρων.

Μια μυρωδιά χόρτου νωπού και γιασεμιού 
κυμάτιζε στον ήπιο αέρα.
Κι ένα βήμα ελαφρό, 
σαν από ακτινοβόλο πόδι Αγγέλου
τριγύριζε το σπίτι μας.

Ήταν το βήμα σου, ω Αγάπη, 
που έψαχνε τόσα χρόνια πριν 
κάτω απ' τη θερινή σελήνη 
να μ' ανταμώσει! 

Κι εγώ αγρυπνούσα
ακούγοντας το βήμα σου
να γεμίζει τραγούδι
την καρδιά του κόσμου
και την καρδιά μου.

Απόψε νιώθω πάλι
έξω από το σπίτι μας
τον προστατευτικόν ίσκιο του Αγγέλου.

Αγάπη, εσύ μου ξανάφερες
τ' άσπρα πουλιά της μητέρας
κι αυτή την άγκυρα που δένει
στο σιγαλό λιμάνι
τα πληγωμένα καΐκια. 

Όλη μου η ομορφιά συνάζεται 
για να στολίσει τα μαλλιά σου. 
Κι ό,τι γλυκό και τρυφερό, 
που ’ταν δικό μου κ' έμενε σαν ξένο 
και μ' είχε λησμονήσει, 
ξανάρχεται στα χέρια σου 
να ζεσταθεί, 
να ξαναζήσει
και να σε φιλήσει!