Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2024

Μυρτιώτισσα — Σ’ αγαπώ. Μπρος στα πόδια σου εδώ / Με λαχτάρα σκορπώ / Τον πολύφυλλο ανθό / Της ζωής μου

Leonid Afremov- Rainy Wedding
Σ΄αγαπώ - δεν μπορώ
τίποτ' άλλο να πω
πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου εδώ
με λαχτάρα σκορπώ
τον πολύφυλλο ανθό
της ζωής μου.

Ώ μελίσσι μου, πιες
απ΄αυτόν τις γλυκές,
τις αγνές ευωδιές
της ψυχής μου!

Τα δυο χέρια μου - νά!
στα προσφέρω δετά,
για να γείρεις γλυκά
το κεφάλι,

κ΄η καρδιά μου σκιρτά
κι όλη ζήλεια ζητά
να σου γίνει ως αυτά
προσκεφάλι!

Και για στρώμα, καλέ,
πάρε όλην εμέ -
σβήσ΄τη φλόγα σε με
της φωτιάς σου,

ενώ δίπλα σου εγώ
τη ζωή θ΄αγροικώ
να κυλάει στο ρυθμό
της καρδιάς σου!..

Σ΄αγαπώ - τι μπορώ
ακριβέ, να σου πώ,
πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο;
"Κίτρινες φλόγες" Αθήνα, 1925

💖💖💖💖💖💖💖💖
Μυρτιώτισσα, η ποιήτρια της αγάπης:

Η Μυρτιώτισσα (λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Θεώνης Δρακοπούλου) γεννήθηκε το 1885 σε προάστιο της Κωνσταντινούπολης. Ο πατέρας της ήταν διπλωμάτης και έξι χρόνια μετά τη γέννηση της Θεώνης διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στην τουρκοκρατούμενη τότε Κρήτη, όπου μετακόμισε μαζί με την οικογένειά του. Μετά από παραμονή δυο χρόνων στο νησί, εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Αθήνα, όπου η Θεώνη φοίτησε στη Σχολή Χιλλ της Πλάκας.
περισσότερα εδώ

Σάββατο 20 Απριλίου 2024

Τάσος Λειβαδίτης - «Ο ποιητής της πιο όμορφης ουτοπίας», ο παθιασμένος και με τον Έρωτα

Hellelil and Hildebrand or The Meeting on the Turret Stairs
the final embrace of two lovers
Ο έρωτας στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη 
της Γιόλας Αργυροπούλου - Παπαδοπούλου

«Ναι, αγαπημένη μου,
εμείς γι’ αυτά τα λίγα κι απλά πράματα πολεμάμε
για να μπορούμε να ’χουμε μια πόρτα, έν’ άστρο, ένα σκαμνί
ένα χαρούμενο δρόμο το πρωί
ένα ήρεμο όνειρο το βράδυ.
Για να ’χουμε έναν έρωτα που να μη μας τον λερώνουν
ένα τραγούδι που να μπορούμε να το τραγουδάμε».


Πράγματι, στην ποίηση του Λειβαδίτη κυριαρχεί ο πόθος για ένα όμορφο μέλλον, που θα περιλαμβάνει όλους τους ανθρώπους. Ο ποιητής μετουσιώνει σε στίχους την κομμουνιστική του ιδεολογία, και μ’ αυτούς τους στίχους ξεσηκώνει τα πλήθη. Ένας ποιητής, όμως, που με πάθος αποζητά την ομορφιά της ζωής και την ευτυχία του κόσμου, δεν μπορεί παρά να γράφει, με το ίδιο πάθος, για τη γυναίκα και τον έρωτα:

«… για να γεννηθείς εσύ,
κι εγώ για να σε συναντήσω
γι’ αυτό έγινε ο κόσμος…».


Έτσι, ο Λειβαδίτης, «ο ποιητής της πιο όμορφης ουτοπίας», εκτός από ηρωικός είναι και βαθιά ερωτικός. Στους στίχους του, απαντούν όλες οι μορφές του έρωτα: ο ιδανικός και ακατάλυτος, ο εφήμερος, ο παράνομος, ο απελπισμένος, ο εκδικητικός κι ο έρωτας που, τελικά, δεν ήρθε ποτέ… Η γυναίκα κατέχει, επίσης, μιαν εξέχουσα θέση στο έργο του Λειβαδίτη: η νέα, η μεσόκοπη, η σύζυγος, η μητέρα, η αγαπημένη, η προδομένη, η αναρχική, η άπιστη, η ανέραστη, η πόρνη…

Το έργο του Λειβαδίτη «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας» είναι αφιερωμένο στη γυναίκα του Μαρία, η οποία ήταν γι’ αυτόν όχι μόνον το στήριγμα στα σκληρά χρόνια της εξορίας του, αλλά ο φύλακας – άγγελος σ’ ολόκληρη τη ζωή του. Στο έργο αυτό υπάρχει έντονο το ερωτικό στοιχείο. Οι προσφωνήσεις «Αγαπημένη μου», ή «Αγάπη μου», ή απλά «Μαρία» θα έλεγα πως επαναλαμβάνονται σαν ηχώ επίμονη κι αδιάκοπη, από την αρχή μέχρι το τέλος του έργου:

- «Πώς θα μπορούσα να ζήσω μακριά σου, αγαπημένη μου…;»

- «Ήξερες να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί».

- «Το παιδί μας, Μαρία, θα πρέπει να μοιάζει μ’ όλους τους
ανθρώπους
που δικαιώνουν τη ζωή».


Ο Λειβαδίτης γράφει για την «αγαπημένη» στίχους αναφερόμενους ακόμα και στο μακρινό εκείνο παρελθόν που την περίμενε, προτού ακόμη τη γνωρίσει:

«Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα…
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι
είτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής είταν που αργούσες
ακόμα
όταν τη νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια είταν γιατί μου λείπανε τα
μάτια σου…
Έτσι έζησα. Πάντοτε.

Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά - θυμάσαι; - μου ά-
πλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά
σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια
με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου».


Στίχοι κατακλυσμένοι από έναν έρωτα που, παρά τη φτώχια, κατάφερνε να ομορφαίνει τη ζωή:

- «Κοιτούσε ο ένας τον άλλον και γελούσαμε…
Πόσο είταν όμορφο να ζει κανείς».

- «Όταν χαμογελούσες ξεχνούσα τη στέγη που έσταζε, ξεχνού-
σα το τρύπιο πάτωμα
έλεγα κιόλας, να, μες απ’ τις τρύπες του
όπου και να ’ναι θα φυτρώσουνε μεγάλα κόκκινα τριαντάφυλλα».


Ο έρωτας στην κορύφωσή του! Κι η έμπνευση του Λειβαδίτη αστείρευτη! Και με το ίδιο ακριβώς πάθος, που ο ποιητής γράφει για τους συντρόφους του, για τους πεινασμένους και τους αδικημένους όλου του κόσμου, γράφει και για την «αγαπημένη»του· για τον λαιμό της, τα μαλλιά της, το στόμα της, τα μάτια της:

- «Εν’ ανθισμένο κλωνάρι μυγδαλιάς ο γερτός λαιμός σου».

- «Τα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα, στο στόμα σου
ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη…».

- «Τα μάτια σου
α, τι να πω, αγάπη μου, για τα μάτια σου
όταν τα μάτια σου είναι όμορφα σαν όλα μαζί του κόσμου
τα τραγούδια
όταν είναι μεγάλα τα μάτια σου σαν την πιο μεγάλη ελπίδα…».


Ο ερωτευμένος, μέσα στους στίχους του ποιητή, απαιτεί και διεκδικεί:

«Όχι λοιπόν, δε θα σε πάρει από τα χέρια μου ο άνεμος
μήτε η νύχτα
κανείς δε θα σε πάρει. Ακούς; Ακούς;».


Ο ερωτευμένος προσεύχεται:

«Αστέρια μου, καλά μου αστέρια, κάντε εγώ κ’ εκείνη να πε-
θάνουμε μαζί».


Ο ερωτευμένος ευγνωμονεί:

«Α, θα ’θελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου, της μητέρας
σου τα γόνατα που σε γεννήσανε για μένα».


Ο ερωτευμένος εκστασιάζεται:

«Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή».

Ο ερωτικός λόγος του Λειβαδίτη διανθίζεται συχνά από υπέροχες εικόνες της φύσης, από μεταφορές και παρομοιώσεις. Κινήσεις απλές, καθημερινές, που μετατρέπονται σε ιερή τελετουργία, σε μυστήριο, σε θαύμα:

«Καθώς γδυνόσουν θρόιζαν τα φύλλα ενός δάσους μακρινού
ο ουρανός ξαστέρωνε μονομιάς καθώς γδυνόσουνα.
Σαν μια αγκαλιά άσπρα λουλούδια τα εσώρουχά σου πάνω
στην καρέκλα».


Κάποτε, η κοινωνική αλληλεγγύη συνεπάγεται τη θυσία της ερωτικής ευδαιμονίας, και επιβάλλει τον χωρισμό. Κι ο Λειβαδίτης, μ’ έναν τρόπο εκπληκτικό, αναφέρεται συχνά στον πόνο αυτού του χωρισμού:

«… η στέγη ολόγυρα θα στάζει
από ένα παλιό σεντόνι θα ράβεις τα ρουχαλάκια του παιδιού
μας
θα μπαλώνεις με την πίκρα σου το κενό του χωρισμού».


Κι όμως, στην ποίηση του Λειβαδίτη αυτή η πίκρα κυοφορεί την ελπίδα για την επανασύνδεση και για ένα καλύτερο αύριο, όχι μόνο για τους ερωτευμένους, αλλά για όλους τους ανθρώπους:

«… αντίο.
Για να πάρει τέλος πια η αδικία στον κόσμο…
Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.
Και τότε
όλα τα βράδια κι όλα τ’ άστρα κι όλα τα τραγούδια
θα ’ναι δικά μας».


Ο Λειβαδίτης με τα ίδια πύρινα λόγια, με τα οποία διακηρύσσει τη δικαιοσύνη και την ελευθερία, βροντοφωνάζει και την αγάπη:

«Θα ’θελα να φωνάξω τ’ όνομά σου, αγάπη, μ’ όλη μου τη δύναμη.
Να τ’ ακούσουν οι χτίστες απ’ τις σκαλωσιές και να φιλιούνται
με τον ήλιο…
να τ’ ακούσει η άνοιξη και να ’ρχεται πιο γρήγορα…
Να τ’ ακούσει ο χρόνος και να μη σ’ αγγίξει, αγάπη μου,
ποτέ».


Το ερωτικό στοιχείο υπάρχει και σε άλλα έργα του Λειβαδίτη, όπως στο ποίημα με τον τίτλο «Σε περιμένω παντού» από τη συλλογή «Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα»:

«… Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα
εγώ θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου…».

Στη «Συμφωνία αριθ. 1», ο Λειβαδίτης γράφει:

«Ένα ζευγάρι τουρτουρίζει κάτω απ’ το υπόστεγο
κοιτάζονται στα μάτια, γεράσανε
δεν πρόφτασαν ν’ αγαπηθούν νωρίτερα
πόλεμοι, φτώχια, δισταγμοί
η δυστυχία σε κάνει πάντα ν’ αναβάλλεις – έφυγε η ζωή».


Μια πικρή διαπίστωση για τον έρωτα που σε κάποιους δεν έφθασε ποτέ …

Στην ίδια συλλογή, μια άλλη εικόνα του έρωτα, «…σε κείνα τα φτηνά χιλιοτραγουδισμένα συνοικιακά ξενοδοχεία…»· η θλιβερή μορφή του έρωτα από απελπισία ή μοναξιά, για λησμονιά ή εκδίκηση ή για κάποιο πρόσκαιρο «γλέντι» σ’ αυτή τη λιγοστή ζωή…:

«Χρόνια τώρα πηγαίνουν κι έρχονται τα ζευγάρια. Τα πόμολα
στις πόρτες
φθαρμένα από ανήσυχα ταραγμένα χέρια…
απελπισμένες γυναίκες που δόθηκαν μονάχα για να ξεφύγουν
τη μοναξιά
κι άλλες για να ξεχάσουν εκείνον, ή από εκδίκηση
ή για να μπορούνε ύστερα στη συντριβή και τη μετάνοια να
βρίσκουν επιτέλους κάποιο προορισμό
κι άλλες, έτσι, γιατί η ζωή είναι λίγη και πρέπει να τη γλεν-
τάει κανείς.
Κι άντρες, που όσο κι αν προσπάθησαν να δοθούν, δεν κα-
τορθώσανε
παρά να συνεχίζουν την πανάρχαιη αρσενική τρέλλα της α-
πόχτησης».


Στο τέλος της 2ης ενότητας της «Συμφωνίας αριθ.1» ο Λειβαδίτης καταγράφει την οδύνη και τη συντριβή που προκαλεί στην ανθρώπινη ψυχή ο απελπισμένος έρωτας:

«“Φεύγω, μη ζητήσεις να με βρεις. Αγαπώ άλλον”, έγραφε.
Η χτένα της ξεχασμένη πάνω στο τραπέζι
ανάμεσα στις χυμένες πούντρες – σαν ένα μικρό παιδικό
φέρετρο μέσα στη σκόνη…
Άσε με τώρα να κοιτάζω τα παράθυρά σου
ξέροντας πως μέσα ένας άλλος σε παίρνει, ένας άλλος βυ-
θίζεται
μες στη μεγάλη σου άνοιξη – …
… Ποδοπάτησέ με, να ’χω τουλάχιστον την ευτυχία να μ’ αγγίζεις».


Ο έρωτας και ο θάνατος αποτελούν το δίδυμο τραγικό μοτίβο στο δραματικό έργο «Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια» [με υπότιτλο «Σχέδιο για σύγχρονη τραγωδία»]. Πρωταγωνιστές: μια παντρεμένη γυναίκα, ο εραστής της, ο απατημένος σύζυγος· δευτεραγωνιστές: ο ζητιάνος – έξω στο δρόμο – , ο ζωγράφος – μόνιμος ένοικος του δωματίου 38 – , ο υπάλληλος του ξενοδοχείου

«κι οι τρεις μεσόκοπες καμαριέρες
απ’ αυτές που στρώνουν τα ερωτικά κρεβάτια
κι οι ίδιες αυτές δεν αγαπήθηκαν ποτέ
απ’ αυτές
με τα μεγάλα δακρυσμένα μάτια των αλόγων
που τα ξεχάσαν μες στο χιόνι…».


Ο Λειβαδίτης χτίζει αυτό το μεγάλο αφηγηματικό ποίημα, με μιαν απαράμιλλη τεχνική, και ψυχογραφεί σε βάθος όλα τα πρόσωπα. Η κορύφωση – λύση του δράματος επέρχεται προς το τέλος του έργου:

«Τα γεγονότα που ακολούθησαν ήταν σύντομα, όπως, άλλω-
στε, και το κάθε τι
σ’ αυτόν τον κόσμο – το αυτοκίνητο των πρώτων βοηθειών,
ο διευθυντής του τμήματος, οι περαστικοί που χαζεύουν,
το φορείο με τον τραυματισμένο εραστή, και σε λίγο
τα δυο σκεπασμένα πτώματα…

… Έτσι, για μια ακόμα φορά, μέσα σε
τούτο το πανάθλιο ξενοδοχείο
γινόταν το πανάρχαιο μυστήριο της τιμωρίας και της συχώ-
ρεσης – …

… Και, να,
που ένα καινούργιο ζευγάρι ανεβαίνει κιόλας τη σκάλα
έτοιμο να ριψοκινδυνεύσει την ψυχή του στη μεγάλη αβε-
βαιότητα του έρωτα…».


Οι κατάρες του ερωτευμένου γι’ αυτόν ή αυτή που τον έκανε να πονέσει βαθιά αποτελούν ένα σύνηθες μοτίβο στην ποίηση, από την αρχαιοελληνική τραγωδία και τον ελληνιστικό «μίμο» («Μήδεια» του Ευριπίδη, «Φαρμακεύτρια» του Θεοκρίτου) μέχρι και το δημοτικό μας τραγούδι. Το μοτίβο αυτό απαντά και στον Λειβαδίτη:

«… Δέντρα , καλά μου δέντρα, που ακουμπήσαμε, γενήτε νεκρο-
κρέβατα να την ξαπλώσουν…»
 
(«Δημοτικό α΄»).

Κατάρες, βέβαια, που – τις περισσότερες φορές – ξεστομίζονται από κάποιον που εξακολουθεί ν’ αγαπά, παρόλο που προδόθηκε ή λησμονήθηκε:

«…Κι όταν σε βάλουνε στη γη, στη γη και στο κρύο χώμα
εγώ να γίνω ο τάφος σου, να σ’ αγκαλιάζω αιώνια»
 
(«Δημοτικό β΄»).

Το ερωτικό στοιχείο υπάρχει και σε αρκετά άλλα ποιήματα του Λειβαδίτη, στη συλλογή με τον τίτλο«Ποιήματα», όπως: «Μια γυναίκα», «Αιωνιότητα», «Αναπότρεπτο», «Έρωτας», «Ο αιώνιος διάλογος», «Ο διάλογος δεν είναι αιώνιος» και «Σε παλιό στυλ».

Και μόνον από το δίστιχο – με τον τίτλο «Έρωτας» – θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ο Λειβαδίτης ως ένας από τους βαθιά ερωτικούς ποιητές όλων των εποχών:

«Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε».

Τελειώνοντας, θα ήθελα να εκφράσω την ακλόνητη πεποίθησή μου πως οι στίχοι του Τάσου Λειβαδίτη, του μεγίστου και διαχρονικού αυτού ποιητή, στους οποίους το αγωνιστικό - ηρωικό και το έντονο ερωτικό στοιχείο συνυπάρχουν με τον πιο αρμονικό τρόπο, αποτελούν έναν αιώνιο ύμνο για την ίδια τη ζωή:

«Γιατί δεν είναι άλλος δρόμος, άλλο χέρι, άλλο όνομα, άλλη
σημαία, άλλη καρδιά, άλλο άστρο, άλλη δικαιοσύνη –
απ’ τη ζωή»


(Από τη «Συμφωνία, αριθ. 1»).

* Η κ. Γιόλα Αργυροπούλου - Παπαδοπούλου είναι επικ. καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και ποιήτρια

Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2023

Μενέλαος Λουντέμης — Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα. «Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι, ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο, γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του»

The Dance Of Ebb & Flow by Duy Huynh
Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸν καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ
μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Μάταια χτυπᾶτε.
Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-
ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!

Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο
Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο
Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη

Τέσσερα Ποιήματα ἀπὸ τὴν συλλογή:
«Κάτω Ἀπὸ Τὰ Κάστρα Τῆς Ἐλπίδας»

Κυριακή 5 Ιουνίου 2022

Pablo Neruda — Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις / I Like When You are Quiet (Me gustas cuando callas)

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.
Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ’ τα πράγματα,
ποτισμένη απ’ τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ’ αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες τη δική σου σιωπή.

Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τόση δα και απ’ τα αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο – μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής
ανάλυση του ποιήματος εδώ

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2022

Konstantin Simonov — Περίμενέ με! (“Жди меня” / Wait for Me)

Περίμενέ με, και σίγουρα θα γυρίσω
μόνο περίμενέ με αρκετά
περίμενε κι όταν κίτρινες βροχές 
θα γεμίζουν τις νύχτες με θλίψη
περίμενε στους αποπνικτικούς καύσωνες
και στις άγριες χιονοθύελλες
περίμενε κι όταν κανείς πια 
δεν περιμένει κανέναν
περίμενε κι όταν τα γράμματα 
από μακριά σταματήσουν
Περίμενέ με ακόμη κι όταν κανείς 
άλλος δεν βαστά να περιμένει
Μην τους ακούσεις σαν σου πουν
πως ήρθε η ώρα να ξεχάσεις
κι ότι οι ελπίδες σου ψεύτικες είναι
Ακόμη κι αν ο γιος κι η μάνα μου πουν πως χάθηκα
κι αν οι φίλοι μου κουραστούν να περιμένουν
άσε τους δίπλα στη φωτιά να πιουν πικρό κρασί
περίμενε
και μην καθίσεις μαζί τους
μην πιεις τίποτε…

Περίμενέ με, και σίγουρα θα γυρίσω
Όλοι οι θάνατοι δεν θα με σκοτώσουν
κι ας πουν αυτοί που δεν περίμεναν:
“Τι τύχη!”
Αυτοί που δεν ξέρουν να περιμένουν
δεν θα καταλάβουν ποτέ
ούτε κανείς θα καταλάβει, αγαπημένη,
πώς εσύ που με περίμενες,
μου έσωσες τη ζωή
Μόνο εσύ κι εγώ θα ξέρουμε
πώς επέζησα απ' τη φωτιά
Απλά, εσύ ήξερες να περιμένεις
όπως κανείς άλλος στον κόσμο.


Wait for Me

Wait for me, I will return.
Wait for all you’re worth.
Wait, when sulphurous rains they burn
Snuffing out all mirth,
Wait, as drifting snow it drops,
Wait, when heat’s too much.
Wait, when wait for others stops,
Past has lost its clutch.
Wait, when from that distant land
Letters do not come.
Wait, when all are weary and
Leave the wait to some.

Wait for me, I will return,
Don’t indulge the rest
Who too quick their thoughts adjourn,
Feel amnesia’s best.
Let my son and mother think
That I’m lost in mire,
Let my friends from waiting shrink,
Sitting by the fire,
Let them drink wine’s bitter cup,
Toast abandoned wait…
Wait. Refuse with them to sup,
Don’t bemoan my fate.

Wait for me, I will return,
Spiting death with pluck.
Let them say, who waiting spurn,
“It’s his happy luck.”
Those un-waiting ones won’t get
That amidst the flames
‘Twas your yearning saved me yet,
Vanquished mortal claims.
I survived, we both shall know –
Only you and I –
Just because you waited so,
Wouldn’t let me die.

::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::

Жди меня, и я вернусь.
Только очень жди,
Жди, когда наводят грусть
Желтые дожди,
Жди, когда снега метут,
Жди, когда жара,
Жди, когда других не ждут,
Позабыв вчера.
Жди, когда из дальних мест
Писем не придет,
Жди, когда уж надоест
Всем, кто вместе ждет.

Жди меня, и я вернусь,
Не желай добра
Всем, кто знает наизусть,
Что забыть пора.
Пусть поверят сын и мать
В то, что нет меня,
Пусть друзья устанут ждать,
Сядут у огня,
Выпьют горькое вино
На помин души…
Жди. И с ними заодно
Выпить не спеши.

Жди меня, и я вернусь,
Всем смертям назло.
Кто не ждал меня, тот пусть
Скажет: — Повезло.
Не понять, не ждавшим им,
Как среди огня
Ожиданием своим
Ты спасла меня.
Как я выжил, будем знать
Только мы с тобой, —
Просто ты умела ждать,
Как никто другой.

Translation by Rupert Moreton

Κυριακή 5 Μαΐου 2019

Σμυρναίικο μινόρε - Τα λιανοτράγουδα

Τα λιανοτράγουδα είναι δίστιχα δημοτικά ποιήματα. Αναφέρονται στους καημούς και στα βάσανα της αγάπης, στην ομορφιά της αγαπημένης, στην παντρειά. 
Garmash Dreaming of Love
Άλλοτε πάλι είναι επαινετικά ή σκωπτικά, δηλαδή έχουν χαρακτήρα περιπαικτικό, κοροϊδευτικό.
Το είδος των σύντομων τραγουδιών αυτών είναι πολύ συνηθισμένο στην Κρήτη και στην Κύπρο.
Ψαριανός:
Απ’ όλα τ’ άστρα τ’ ουρανού ένα είναι που σου μοιάζει
ένα που βγαίνει το πουρνό όταν γλυκοχαράζει.

Νταντωνάκη:
Κυπαρισσάκι μου ψηλό, ποια βρύση σε ποτίζει,
που στέκεις πάντα δροσερό, κι ανθείς και λουλουδίζεις.

μαζί:
Να ’χα το σύννεφ’ άλογο και τ’ άστρι χαλινάρι
το φεγγαράκι της αυγής να ’ρχόμουν κάθε βράδυ.
Αν μ’ αγαπάς κι είν’ όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω
γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω.

Ψαριανός:
Της θάλασσας τα κύματα τρέχω και δεν τρομάζω
κι όταν σε συλλογίζομαι, τρέμω κι αναστενάζω.

Νταντωνάκη:
Τι να σου πω; Τι να μου πεις; Εσύ καλά γνωρίζεις
και την ψυχή και την καρδιά εσύ μου την ορίζεις.

μαζί:
Να ’χα το σύννεφ’ άλογο και τ’ άστρι χαλινάρι
το φεγγαράκι της αυγής να ’ρχόμουν κάθε βράδυ.
Αν μ’ αγαπάς κι είν’ όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω
γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω.

Ψαριανός:
Εγώ είμ’ εκείνο το πουλί που στη φωτιά σιμώνω,
καίγομαι, στάχτη γίνουμαι και πάλι ξανανιώνω.

Νταντωνάκη:
Σαν είν’ η αγάπη μπιστική, παλιώνει, μηδέ λιώνει
ανθεί και δένει στην καρδιά και ξανακαινουργώνει.

μαζί:
Χωρίς αέρα το πουλί, χωρίς νερό το ψάρι
χωρίς αγάπη δε βαστούν κόρη και παλληκάρι.
Αν μ’ αγαπάς κι είν’ όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω
γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω.

Τετάρτη 9 Μαΐου 2018

Rod Stewart — Have I told you lately that I love you?

Have I told you lately that I love you?
Have I told you there's no one else above you?
Fill my heart with gladness
Take away all my sadness
Ease my troubles that's what you do

For the morning sun in all its glory
Greets the day with hope and comfort too
You fill my heart with laughter
And somehow you make it better
Ease my troubles that's what you do

There's a love that's divine
And it's yours and it's mine like the sun
And at the end of the day
We should give thanks and pray
To the One, to the One

Have I told you lately that I love you?
Have I told you there's no one else above you?
Fill my heart with gladness
Take away all my sadness
Ease my troubles that's what you do

There's a love that's divine
And it's yours and it's mine like the sun
And at the end of the day
We should give thanks and pray
To the One, to the One

And have I told you lately that I love you?
Have I told you there's no one else above you?
You fill my heart with gladness
Take away my sadness
Ease my troubles that's what you do

Take away all my sadness
Fill my life with gladness
Ease my troubles that's what you do
Take away all my sadness
Fill my life with gladness
Ease my troubles that's what you do

Σου έχω πει τώρα τελευταία ότι σ' αγαπώ;
Σου έχω πει πως δεν υπάρχει κανείς πάνω από σένα;
Γεμίζεις την καρδιά μου με χαρά
Εξαφανίζεις κάθε μου θλίψη
Ελαφραίνεις τα προβλήματα μου, αυτό κάνεις

Ο πρωινός ήλιος, σε όλο το μεγαλείο του
Υποδέχεται την μέρα με ελπίδα και κουράγιο
Γεμίζεις την καρδιά μου με γέλιο
Και τα κάνεις όλα κάπως καλύτερα
Ελαφραίνεις τα προβλήματα μου, αυτό κάνεις

Υπάρχει μια αγάπη που είναι θεϊκή
Και είναι δική σου και δική μου σαν τον ήλιο
Και στο τέλος της ημέρας
Πρέπει να προσευχόμαστε και να ευχαριστούμε
Αυτόν, αΑυτόν

Σου έχω πει τώρα τελευταία ότι σ' αγαπώ;
Σου έχω πει πως δεν υπάρχει κανείς πάνω από σένα;
Γεμίζεις την καρδιά μου με χαρά
Εξαφανίζεις κάθε μου θλίψη
Ελαφραίνεις τα προβλήματα μου, αυτό κάνεις

Υπάρχει μια αγάπη που είναι θεϊκή
Και είναι δική σου και δική μου σαν τον ήλιο
Και στο τέλος της ημέρας
Πρέπει να προσευχόμαστε και να ευχαριστούμε
Αυτόν, Αυτόν

Και σου έχω πει τώρα τελευταία ότι σ' αγαπώ;
Σου έχω πει πως δεν υπάρχει κανείς πάνω από σένα;
Γεμίζεις την καρδιά μου με χαρά
Εξαφανίζεις κάθε μου θλίψη
Ελαφραίνεις τα προβλήματα μου, αυτό κάνεις

Εξαφανίζεις κάθε μου θλίψη
Γεμίζεις την καρδιά μου με χαρά
Ελαφραίνεις τα προβλήματα μου, αυτό κάνεις
Εξαφανίζεις κάθε μου θλίψη
Γεμίζεις την καρδιά μου με χαρά
Ελαφραίνεις τα προβλήματα μου, αυτό κάνεις
georgiaz73

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

Βασιλική Δεδούση — Όλο, όλο... (Προσμονή αγγιγμάτων)
«... στις κραυγές του μυαλού τα χείλη σιωπούν/πώς να πω;
Με τι λόγια να πω της καρδιάς το ξεχείλισμα;»

In The Woods
Οι σκέψεις…
-χορός αγρίων έξαλλος-
βροντοχτυπούν το στέρφο χώμα
ο γδούπος των πελμάτων,
βαρύς τραχύς και απτόητος
για να καρπίσει η γη

Τα γράμματα… 

άναρχα
κλεμμένα απ’ την πανάρχαια αλφάβητο
Οι λέξεις… 

βουρκωμένες
Μήτρα ο νους,
μοναχικός Ιάσωνας
μπροστά στις Συμπληγάδες
Ο πηγαιμός σαν ερχομός,
η ανησυχιά της προσμονής
σαν τόκος απρόσμενος
ακούσια εκούσιος,
να φύγει ή όχι τάχατες
η άσπρη περιστέρα;

Κυνηγημένος ιδρώς του Ιάσωνα
από τη γνώση που κατείχε
πριν δει, πριν μάθει,
και τώρα αποκαλύπτεται
κάθε ίδια στιγμή
τόσο αλλιώτικη
σε ένα παρόν αδιάλειπτο.

- Προχώρα το, μη σταματάας,
συνέχισε…
-να, και η ψυχούλα η άγρυπνη στο διπλανό μου δώμα-
- Μα, τι να πω; Πώς να το πω; Με λέξεις ποιές;
- Πες, όλοο, όοολοοοο…

Στο λιοτριβειό του νου
αναδεφτήρας οι μυλόπετρες,
πετροχυμό δε βγάζουν
παρά μονάχα αν συνθλιβούν τα λόγια,
τα πνιχτά επιφωνήματα,
οι μισές κοφτές λέξεις,
οι λέξεις-ανάσες.

Να συνθλιβούν και να θλιβούν.

Δάκρυ ψυχής, ακύλιστο
απόσταγμα να τρέξει
καθάριο ολοζώντανο
και να ειπωθεί το ανείπωτο,
να γίνει λόγος η ματιά,
το ερωτικό βλεφάρισμα
φράση λειψή, μα ολόκληρη,
φράση που σπαρταράει:
Όοολο, όλοοοοοο

Απ’ της αγάπης τραγούδια να πάρω λόγια δε θέλω,
δε θέλω
και ο νους ενεός -εντός μου κι εκτός-
οικείο το άγνωστο,
και τ’ άπιαστο ανέλπιστα οικείο

Ήρθα και ήσουν εδώ
και απών, εδώ
σαν από πάντα
συνισταμένη της ζωής μου, εσύ
δικό σου τ’ όνομά μου, ανάδοχε έρωτα,
ανάδοχέ μου έρωτα,
της κάθε μέρας μου ζωή και σιωπηλή αναζήτηση

Ιδεογράμματα εικόνων,
ιερέων παλαιών γλυφουργήματα
σε υποχθόνιους τοίχους,
στης αγάπης της δάδας το φως
μια πανδαισία χρωμάτων, σχημάτων και ήχων
σ’ εξαίσια σύνθεση
-υπάρχουν κι αυτά που δεν βλέπουμε, υπάρχουν-

Λαχτάρα ψυχής για ανεμοπέταγμα
προσμονή αγγιγμάτων
στις κραυγές του μυαλού τα χείλη σιωπούν
πώς να πω;
Με τι λόγια να πω της καρδιάς το ξεχείλισμα;

Καστανές οι ματιές, του ελατόμελου γλύκα
σε μια λέξη το κάλεσμα
- έλα
- εγώ;
- ναι, έλα...
και το είναι μου
μ' ένα κορμιού διασκέλισμα,
με λαχτάρα καρδιάς
και του μυαλού μου το σάλεμα,
κάτοχος γίνεται,
αποδέκτης και δότης…
δίνει, προσφέρει και ποτέ δεν αδειάζει
δέχεται, παίρνει και ποτέ δε γεμίζει
και σφραγίζοντας παίρνει του Έρωτα σφράγισμα.

Αίτημα και παρότρυνση σε πρόθυμη αποδέκτη
ισχυρή και ανίσχυρη,
αδύναμη που τα πάντα μπορεί…
- έλα
- εγώ;

Όλα τα σ’ αγαπώ
δικά σου, δικά μου, δικά μας
Τα χρώματα όλα τ’ άπειρα
δικά σου, δικά μου, δικά μας

Μεταβλητή μου, εσύ και σταθερά,
-τ’ αλλιώτικο ίδιο-
Και της κάθε στιγμής μου το απαράλλαχτο όλον
Βασιλική Π. Δεδούση

Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2017

Γιῶργος Σεφέρης — Τὰ χέρια. «Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕναν μεγάλο κῆπο»

Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕνα μεγάλον ἴσκιο
τὸ χρῶμα τῆς αὐγῆς τὸ αἰσθάνομαι στὰ δάχτυλά σου.
Ξέχασε τὸ ψέμα ποὺ σὲ βοήθησε νὰ ζήσεις
γύμνωσε τὰ πόδια σου, γύμνωσε τὰ μάτια σου,
μᾶς μένουν λίγα πράγματα ὅταν γυμνωθοῦμε
ἀλλὰ τὰ βλέπουμε στὸ τέλος πιστά.

Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι πάντα σ᾿ ἕνα μονοπάτι,
τ᾿ αὐλάκια χαλασμένα δεξιὰ κι ἀριστερά, στὴν ἄκρη
τὸ σπίτι μὲ γυαλιὰ ποὺ τὸ χτυπάει ὁ ἥλιος, ἄδειο.
Σκέφτηκα τὰ δάχτυλά σου νὰ χτυποῦν τὰ τζάμια
σκέφτηκα τὴν καρδιά σου νὰ χτυπᾷ πίσω ἀπ᾿ τὰ τζάμια
καὶ πόσο λίγα πράγματα χωρίζουν ἕναν ἄνθρωπο
ποῦ δὲν τὰ ξεπερνᾷ.

Δὲν ξέρεις τίποτα γιατὶ κοίταξες τὸν ἥλιο.
Τὸ αἷμα σου στάλαξε στὰ μαῦρα φύλλα τῆς δάφνης
τ᾿ ἀηδόνι, περασμένες νύχτες, μάρμαρα στὸ φεγγάρι
καὶ στὸ ποτάμι τό ῾συρα κι ἔβαψε τὸ ποτάμι.

Συλλογίζομαι, ὅταν συλλογίζομαι, συλλογίζομαι
τὶς φλέβες μου καὶ τὸ μυστήριο τῶν χεριῶν σου ποὺ ὁδηγοῦν
κατεβαίνοντας προσεχτικὰ σκαλοπάτι τὸ σκαλοπάτι.
Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕναν μεγάλο κῆπο.

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

Γιῶργος Σεφέρης — Γράμματα στη Μαρώ. «Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο»

Τα ερωτικά γράμματα του ποιητή προς στην αγαπημένη του Μαρώ είναι μικρά δοκίμια του έρωτα

«…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…»

«Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο»

«Πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω -γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου- δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου..»

«Ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Αυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει»

«Μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί… Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.»

«Αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.»

«Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει «Σταμάτησε. Σταμάτησε». Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή.-τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….»

«Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.»

«Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου. Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.»

«Κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως, αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο»

«Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει “Θεέ μου πόσο την αγαπώ” κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυό πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου»

«Μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…»

«Είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις»

«Μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.»

«Τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..»

«Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή -ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου- είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα»

«Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα -ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη- θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν… φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.»

«Όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δε μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….»

«Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…»

«Αν είχα χρήματα, λες. Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα. Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…»

«…Χτες πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα από τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄ είχε πάρει ο ύπνος.»

«…Ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;»

«…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ' έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…»

«Σε συλλογίζομαι. Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις. Κι όλα αυτά είναι ο,τι είναι. Κάποτε βαριά….»

«Αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία»

«Και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν»

«Όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;»

«Πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω, δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;»

«Θα ήθελα τρεις μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…»

«Φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ»

«Ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…»

«Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα -κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα»

doctv

περισσότερα για τον ποιητή και την αγαπημένη του Μαρώ, εδώ

Δευτέρα 7 Αυγούστου 2017

Χάρις Αλεξίου — Μινοράκι
Μες στο μινοράκι κλείστηκα και γω/στης μειοψηφίας το μικρόκοσμο/γιατί σε θέλω.

Petrus van Schendel A guitar playing girl in clair obscur
Σ’ ένα μινοράκι σ’ έβαλα κρυφά
πάλι η μουσική θα κάνει θαύματα
γιατί σε θέλω.

Της ψυχής μου ο ήχος είναι αυτός που ακούς
σε παραπλανώ με στίχους ψεύτικους
γιατί σε θέλω.

Έτσι βγαίνουν τα τραγούδια μάτια μου
σε γνωρίζει ο πόνος και έρχεται κοντά σου
ακουμπάει το χέρι πάνω στα μαλλιά σου
κι έτσι κάνεις κουράγιο και τραγούδι άγιο.

Το τραγούδι μου γλυκό λυπητερό
Καρυάτιδα να γίνω δεν μπορώ
για να με θέλεις.

Μια φωτογραφία μου παλιά κρατάς
δεν της μοιάζω πια γι’ αυτό δε μ’ αγαπάς
αχ δε με θέλεις.

Έτσι βγαίνουν τα τραγούδια μάτια μου
σε γνωρίζει ο πόνος και έρχεται κοντά σου
ακουμπάει το χέρι πάνω στα μαλλιά σου
κι έτσι κάνεις κουράγιο και τραγούδι άγιο.

Χίλιες νύχτες κι άλλες τόσες σ’ αγαπώ
με θυμό με τρέλα με παράπονο
πόσο σε θέλω.

Μες στο μινοράκι κλείστηκα και γω
στης μειοψηφίας το μικρόκοσμο
γιατί σε θέλω.

Έτσι βγαίνουν τα τραγούδια μάτια μου
σε γνωρίζει ο πόνος και έρχεται κοντά σου
ακουμπάει το χέρι πάνω στα μαλλιά σου
κι έτσι κάνεις κουράγιο και τραγούδι άγιο.

Σάββατο 29 Ιουλίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — Γυμνὸ σῶμα - Naked Body
«Μέσα σε λίγες νύχτες/πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει/ὅλος ὁ κόσμος;»
In a few nights/how the whole world/is created and collapsed?


Ι.
Εἶπε:
ψηφίζω τὸ γαλάζιο.
Ἐγὼ τὸ κόκκινο.
Κι ἐγώ.

Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.

Διαστολὴ τῆς νύχτας.
Διαστολὴ τοῦ σώματος.
Συστολὴ τῆς ψυχῆς.

Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
Σὲ πλησιάζω.

Ἕνα ἄστρο
ἔκαψε τὸ σπίτι μου.

Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν
στὴν ἀπουσία σου.
Σὲ ἀναπνέω.

Ἡ γλῶσσα μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου-
σκοτεινὸ δάσος.
Οἱ ξυλοκόποι χάθηκαν
καὶ τὰ πουλιά.

Ὅπου βρίσκεσαι
ὑπάρχω.

Τὰ χείλη μου
περιτρέχουν τ᾿ ἀφτί σου.

Τόσο μικρὸ καὶ τρυφερὸ
πῶς χωράει
ὅλη τὴ μουσική;

Ἡδονή-
πέρα ἀπ᾿ τὴ γέννηση,
πέρα ἀπ᾿ τὸ θάνατο.
Τελικὸ κι αἰώνιο
παρόν.

Ἀγγίζω τὰ δάχτυλα
τῶν ποδιῶν σου.
Τί ἀναρίθμητος ὀ κόσμος.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει
ὅλος ὁ κόσμος;

Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει
βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.
Ἑνώνεται.

Τώρα
μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ
ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου
κι ὁ σφυγμός μου.

Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.

Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;

Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.
Ἀθήνα 24.9.80

💕💕💕
Naked Body

She said: 

I vote azurre. 
I vote red. 
Me too. 

Your beautiful body 
Your infinite body 
I was lost in infinite.

Dilation of the night. 
Dilation of the body. 
Contraction of the soul. 

As much as you go away,
I close to you. 

A star burned down my house. 

Nights constrict me 
at your absence. 
I breathe of you. 

My tongue in your mouth 
your tongue in my mouth, 
dark forest. 
Lumberjacks got lost 
and so did birds. 

Wherever you are 
I exist. 

My lips 
run around your ear. 

So small and tender 
how all the music fits there? 

Pleasure, 
beyond birth 
beyond death. 
Final and everlasting 
 present. 

I touch your toes. 
How numberless the world is. 

In a few nights 
how the whole world
is created and collapsed? 

Tongue touches 
deeper than fingers. 
Unites. 

Now, 
with your own breath 
my step is arranged, 
and my pulse too. 
Two months we didn't meet 
One century 
and nine seconds. 

What can I do with the stars 
since you are gone? 

In blood red 
I stand by. 
I am for you.

panosx

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

Jacques Prévert — Στο μεγάλο ποτέ - Au grand jamais. Στη μεγάλη νύχτα στη μικρή ημέρα στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα θα σ᾽αγαπώ

Edv. Munch, Στάχτες. 1894. Εθνική Πινακοθήκη Νορβηγίας. Όσλο.

Ακόμα ένα ποίημα του Ζακ Πρεβέρ που αφηγείται μία συνηθισμένη ερωτική ιστορία, από αυτές που βίωσαν και βιώνουν καθημερινά όσοι ερωτεύθηκαν...
Μία ερωτική ιστορία της καθημερινότητας με χιλιοειπωμένες στερεότυπες φράσεις που ανταλλάσσουν μία γυναίκα και ένας άνδρας...

Στο μεγάλο ποτέ

Στη μεγάλη νύχτα στη μικρή ημέρα
στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα
θα σ᾽αγαπώ
Αυτό του τραγουδούσε

Η καρδιά-του επάνω-της μονότονα χτυπούσε
Θάθελα ν᾽αγαπάς εμένα μοναχά

Έλεγε πως ήτανε τρελός γι᾽αυτή
και πως μαζί-του εκείνη ήταν πολύ καλή

Στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα
στη μεγάλη μέρα και στη νύχτα τη μικρή

Ναι βέβαια
σου λέω πως σ᾽αγαπώ
σ᾽αγαπώ ως το θάνατο
σ᾽αγαπώ για να ζω
Και δεν θέλω να πω πως μονάχα εσένα αγαπώ
πως δεν θέλω να φύγω
να φύγω για να ξαναγυρίσω
πως δεν μ᾽αρέσει να γελώ
και πως από τα τρυφερά παράπονά-σου δεν προτιμώ
το γέλιο-σου

Μονάχα εμένα ν᾽αγαπάς
λέει εκείνη
αλλιώς δεν αξίζει
Προσπάθησε να καταλάβεις

Να καταλάβω αυτό δεν έχει σημασία

Έχεις δίκιο δεν έχει σημασία
σημασία έχεις να ξέρεις

Δεν θέλω τίποτα να ξέρω

Έχεις δίκιο
δεν έχει σημασία το να ξέρεις
σημασία έχεις να ζεις να είσαι να υπάρχεις

Δεν έχουν σημασία όλα αυτά
θέλω να μ᾽αγαπάς
και μόνο εμένα ν᾽αγαπάς
μα θέλω να σ᾽αγαπάν κι οι άλλες
κι εσύ να λες όχι σ᾽αυτές
για χάρη-μου

Τρομερή η πλεονεξία-σου

Δεν φταίω εγώ έτσι είμαι φτιαγμένη

Καλά λέει εκείνος και φεύγει

Στο μεγάλο ποτέ στη μικρή ημέρα
στη μεγάλη νύχτα στο μικρό πάντα

Δεν αξίζει τον κόπο να ξανάρθω

Του πέταξε τις βαλίτσες απ᾽το παράθυρο
και νάτος μεσ᾽στο δρόμο
μόνος με τις βαλίτσες

Να τώρα είμ' ολομόναχος σαν σκύλος
κάτω απ᾽τη βροχή
έπειτα βλέπει ότι δεν βρέχει
είναι λυπηρό
δεν πέτυχε πολύ
τέλος πάντων δεν μπορεί όλα τα βράδια να έχει
χιονοθύελλα
και το σκηνικό δεν είναι πάντα όπως τ᾽ονειρευτήκαμε
δραματικό
Ο άντρας αφήνει να πέσουν οι βαλίτσες
τα πουκάμισα η ηλεκτρική μηχανή του ξυρίσματος
τα μπουκάλια με τα ποτά
και με τα χέρια στις τσέπες
σηκωμένο το γιακά της καμπαρντίνας
χώνεται μέσα στην ομίχλη
Δεν υπάρχει ομίχλη
αλλά ο άντρας σκέφτεται
Αφήνω τα πράγματα χώνομαι μέσα στην ομίχλη

Λοιπόν υπάρχει ομίχλη
κι ο άντρας είναι μέσα στην ομίχλη
και σκέφτεται τον μεγάλο-του έρωτα
και κουρντίζει τα βιολιά της θύμησης
και βιάζει το βήμα γιατί κάνει κρύο
και περνάει μια γέφυρα και γυρίζει πίσω και περνάει μια
άλλη γέφυρα
και δεν ξέρει γιατί
Άντρες και γυναίκες βγαίνουν από ένα σινεμά όπου
πίσω από μια αφίσα ...
...............
Σας αφήνω να τελειώσετε εσείς την ιστορία του Ζακ Πρεβέρ.


Ζακ Πρεβέρ, Ποιήματα, μετάφραση
Βαγγέλη Χατζηδημητρίου, έκδ. 4η, έκδ. Θεωρία, Αθήνα 1982, σσ. 150 -157.

Poéme / Poémes d'Jacques Prévert

Au grand jamais

A la grande nuit au petit jour au grand jamais au petit toujours je t'aimerai

Voilà ce qu'il lui chantait

Son cœur à elle lui battait froid
Je voudrais que tu n'aimes que moi

Il lui disait qu'il était fou d'elle
et qu'elle était par trop raisonnable de lui
Au grand jamais au petit toujours au grand jour et à la petite nuit

Bien sûr
si je te dis je t'aime
je t'aime à en mourir

c'est un peu aussi pour en vivre
Et je ne veux pas dire que je n'aime que toi
que je n'aime pas partir
partir pour revenir
que je n'aime pas rire

et qu'à tes tendres plaintes je ne préfère pas ton sourire

N'aime que moi
dit-elle
ou alors ça ne compte pas

Essaie de comprendre
Comprendre ça ne m'intéresse pas
Tu as raison il ne s'agit pas de comprendre il s'agit de savoir

Je ne veux rien savoir
Tuas raison
il ne s'agit pas de savoir

il s'agit de vivre d'être d'exister
Tout ça n'existe pas
je veux que tu m'aimes
et que tu n'aimes que moi
mais je veux que les autres t'aiment

et que tu te refuses à elles
à cause de moi

Terriblement avide
Est-ce ma faute je suis comme ça

Bon dit-il et il s'en va
Au grand jamais au petit jour à la grande nuit au petit toujours

Ce n'est pas la peine de revenir
Elle a jeté les valises par la fenêtre et il est dans la rue seul avec les valises

Voilà maintenant que je suis tout seul comme un chien

sous la pluie puis il constate qu'il ne pleut pas c'est dommage c'est moins réussi enfin on ne peut pas avoir tous les soirs une tempête de

neige et le décor n'est pas toujours dramatique à souhait
L'homme laisse tomber les valises les chemises le rasoir électrique les flacons

et les mains dans les poches le col de pardessus relevé il fonce dans le brouillard il n'y a pas de brouillard mais l'homme pense

J'abandonne les bagages je fonce dans le brouillard
Alors il y a du brouillard
et l'homme est dans le brouillard
et pense à son grand amour
et remue les riolons du souvenir
et presse le pas parc© qu'il fait froid

et passe un pont et revient sur ses pas et passe un autre
pont et ne sait pas pourquoi
Des hommes et des femmes sortent d'un cinéma où

derrière une affiche il y a un prélat
Et la foule s'en va la lumière s'éteint le prêtre reste là

Qu'est-ce qu'il peut bien foutre derrière cette affiche ce prêtre-là
Comme l'homme le regarde le prêtre disparaît
mais passe de temps en temps la tête
comme le petit capucin de la petite maisonnette des très

rustiques baromètres une tête plate et livide comme une lune malade comme un trop vieux blanc d'œuf sur une assiette très

sale
Et puis après tout qu'est-ce que ça peut me foutre
Ce cinéma

c'est peut-être sa boîte de nuit à ce prêtre