Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα NERUDA PABLO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα NERUDA PABLO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2024

Pablo Neruda — Ωδή στη φτώχεια / Ode to Poverty

Όταν γεννήθηκα, φτώχεια,
με ακολούθησες,
με κοιτούσες
μέσα από
τις τάβλες που είχαν σαπίσει
από τη βαρυχειμωνιά.
Ξαφνικά
ήταν τα δικά σου μάτια
εκείνα που κρυφοκοιτούσαν απ’ τις τρύπες.
Οι σταλαγματιές
τη νύχτα
επαναλάμβαναν
το ονοματεπώνυμό σου
ή, μερικές φορές,
η άδεια αλατιέρα,
το σκισμένο σακάκι,
τα τρύπια παπούτσια,
με προειδοποιούσαν.

Ήταν εκεί
παραμονεύοντάς με
τα όμοια με σαράκι δόντια σου,
τα μάτια σου, τέλματα σωστά,
η σταχτιά σου γλώσσα
που κόβει
τα ρούχα, το ξύλο,
τα κόκαλα και το αίμα,
ήσουν εκεί
ψάχνοντάς με,
ακολουθώντας με
στους δρόμους
από τότε που γεννήθηκα.

Κι όταν νοίκιασα ένα κούτσικο
δωμάτιο, στην άκρη της πόλης,
καθισμένη σε μια καρέκλα
με περίμενες,
ή όταν, έφηβος,
ανασήκωνα τα σεντόνια
ενός σκοτεινού ξενοδοχείου
δεν έβρισκα το άρωμα
του γυμνού τριαντάφυλλου,
αλλά το ψυχρό σφύριγμα
του στόματός σου.

Φτώχεια,
με ακολούθησες
στις γειτονιές και στα νοσοκομεία,
στην ειρήνη και στον πόλεμο.
Όταν αρρώστησα χτυπήσαν
την πόρτα:
δεν ήταν ο γιατρός, παρά ερχόταν
ξανά η φτώχεια.

Σε είδα να βγάζεις τα έπιπλά μου
στο δρόμο:
οι άνθρωποι τ’ αφήναν
να πέσουν σαν τις πέτρες.
Εσύ, με αβάσταχτη στοργή,
απ’ όλη την εγκατάλειψη του κόσμου
στη μέση του δρόμου και κάτω απ’ τη βροχή
έφτιαχνες
έναν σαραβαλιασμένο θρόνο
και κοιτώντας τους φτωχούς
μάζευες από χάμω
το τελευταίο πιάτο μου να το κάνεις διάδημα.

Τώρα,
φτώχεια,
σ’ ακολουθώ εγώ.
Είμαι αμείλικτος
όπως ήσουν κι εσύ.
Μαζί
με κάθε φτωχό
θα με βρεις να τραγουδώ,
κάτω από κάθε σεντόνι
αδιανόητου νοσοκομείου
θα βρεις το τραγούδι μου.

Σ’ ακολουθώ,
φτώχεια,
σε παραμονεύω,
σε κυκλώνω,
σε στήνω στον τοίχο,
σε απομονώνω,
σου μπήγω τα νύχια,
σου σπάω
τα δόντια που σου απομένουν.

Βρίσκομαι παντού:
στον ωκεανό με τους ψαράδες,
στο ορυχείο
όπου οι άντρες,
σκουπίζοντας το μέτωπό τους
για να στεγνώσουν τον μαύρο ιδρώτα, βρίσκουν
τα ποιήματά μου.

Σχολάω κάθε μέρα
με την εργάτρια της κλωστοϋφαντουργίας.
Τα χέρια μου είναι κάτασπρα
απ’ το μοίρασμα του ψωμιού στους φούρνους.

Όπου κι αν πας,
φτώχεια,
το τραγούδι μου
τραγουδά,
η ζωή μου
ζει,
το αίμα μου
αγωνίζεται.

Θα καταρρίψω
τις ωχρές σου σημαίες
όπου κι αν υψωθούν.

Άλλοι ποιητές,
στο παρελθόν, σε αποκάλεσαν
αγία,
ασπάστηκαν το μανδύα σου,
τράφηκαν με αέρα
και χάθηκαν.

Εγώ
σε προκαλώ,
με σκληρούς στίχους σού ραπίζω το πρόσωπο,
σε σκάφος σε φορτώνω και σε εξοστρακίζω.

Εγώ μαζί με άλλους,
πάρα πολλούς άλλους,
σ’ εξορίζουμε
από τη Γη στη Σελήνη
για να μείνεις εκεί
παγωμένη κι αιχμάλωτη
κοιτώντας με μισό μάτι
το ψωμί και τα ελέη
που θα καλύψουν τη γη
από αύριο.
Μετάφραση: Δήμητρα Παπαβασιλείου
oanagnostis

Ode to Poverty

When I was born,
poverty,
you followed me,
you watched me
through the wooden boards
rotten by the deep winter.

Perhaps
it was your eyes,
that watched me from the holes.
The leaks,
at night,
repeated
your name and surname
or sometimes
the broken salt-cellar,
the torn suit,
the open shoes,
warned me.

They were stalking me
your woodworm teeth
your swampy eyes,
your grey tongue
that cuts
clothes, wood,
bones and blood,
there you were
looking for me
following me
in the streets
from my birth.

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024

Pablo Neruda - Το Γέλιο Σου - Your Laughter

Salvador Domingo Felipe Jacinto Dalí i Domènech - Butterfly Boat
This 'ship of dreams' is one of Dali's most famous butterfly paintings.
Πάρε μου το ψωμί, αν θέλεις
Πάρε μου τον αέρα, όμως
Μη μου παίρνεις το γέλιο σου…

Μη μου παίρνεις το ρόδο
Την αιχμή της λόγχης σου
Το νερό που αίφνης
Στη χαρά σου αναβλύζει
Το ξαφνικό το κύμα
Το αργυρό που σε γεννά…

Ο αγώνας μου σκληρός και επιστρέφω
Κάποιες φορές με μάτια
Κουρασμένα απ’ το να βλέπω
Τη Γη που δεν αλλάζει
Αλλά σαν μπω στο γέλιο σου
Ανεβαίνει ως τα ουράνια να με βρει
Και μου ανοίγει όλες
Τις πόρτες της ζωής…

Αγάπη μου, την πιο σκοτεινή
Την ώρα δείξε την αιχμή
Του γέλιου σου, κι αν αίφνης
Δεις το αίμα μου να βάφει
Τις πέτρες του δρόμου
Γέλα, γιατί το γέλιο σου
Θα είναι για τα χέρια μου
Σαν δροσερό σπαθί…
Δίπλα στη θάλασσα του φθινοπώρου
Πρέπει το γέλιο σου να υψώσει
Τον αφρισμένο καταρράχτη του
Και με την Άνοιξη, αγάπη
Το γέλιο σου το θέλω σαν
Το λουλούδι που περίμενα
Τον κυανό ανθό, το ρόδο
Της εύηχης πατρίδας μου…

Γέλα με τη νύχτα
Με τη μέρα ή με το φεγγάρι
Γέλα με τους στριφογυριστούς
Δρόμους του νησιού
Γέλα μ’ αυτό το αδέξιο
Αγόρι που σε αγαπάει
Όμως όταν εγώ ανοίγω
Τα μάτια και τα κλείνω
Όταν τα βήματα μου φεύγουν
Κι όταν γυρνούν
Να μου αρνηθείς ψωμί, αέρα
Φως και Άνοιξη
Αλλά το γέλιο σου ποτέ
Γιατί θα πέθαινα…


Your Laughter

Take bread away from me, if you wish,
take air away, but
do not take from me your laughter.

Do not take away the rose,
the lance flower that you pluck,
the water that suddenly
bursts forth in joy,
the sudden wave
of silver born in you.

My struggle is harsh and I come back
with eyes tired
at times from having seen
the unchanging earth,
but when your laughter enters
it rises to the sky seeking me
and it opens for me all
the doors of life.

My love, in the darkest
hour your laughter
opens, and if suddenly
you see my blood staining
the stones of the street,
laugh, because your laughter
will be for my hands
like a fresh sword.

Next to the sea in the autumn,
your laughter must raise
its foamy cascade,
and in the spring, love,
I want your laughter like
the flower I was waiting for,
the blue flower, the rose
of my echoing country.

Laugh at the night,
at the day, at the moon,
laugh at the twisted
streets of the island,
laugh at this clumsy
boy who loves you,
but when I open
my eyes and close them,
when my steps go,
when my steps return,
deny me bread, air,
light, spring,
but never your laughter
for I would die.

Pablo Neruda

Pablo Neruda - Σφιγμένη ψυχή - Clenched Soul

Girl Standing On Windy Grass Field Watching The Sunset
Το χάσαμε κι αυτό το ηλιοβασίλεμα.
Κανείς δεν μας είδε εμάς χεράκι, χεράκι το βράδυ εκείνο
όπου έπεφτε η γαλάζια η νύχτα και σκέπαζε τον κόσμο.


Απ' το παράθυρο μου είδα μόνος εγώ
τη φιέστα του ηλιογέρματος ψηλά στα χάη.

Και πότε, πότε σαν πυρακτωμένο κέρμα
κράταγα ένα κομματάκι ήλιο στην παλάμη μου.

Και σε συλλογιζόμουν με τη καρδιά σφιγμένη
από κείνο εκεί το σφίξιμο που ξέρεις πως με κυβερνάει.

Λέγε μου, που ήσουνα;
Με τι κόσμο;
Και τι τους έλεγες;
Και γιατί ακαριαία με κυριεύει ακέριος ο έρωτας εμένα
μόλις νιώσω μοναχός, με σένανε μακριά μου;

Μου 'φυγε το βιβλίο που πάντα ανοίγω το βραδάκι
και σα λαβωμένο κουτάβι γλίστρησε
κι έπεσε στα πόδια μου το παλτό.

Μα όλο φεύγεις εσύ, φεύγεις τα βράδια
με το δειλινό παρέα που πιλαλάει και αφανίζει τ' αγάλματα.


από τα ΕΙΚΟΣΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΓΑΠΗΣ

σε μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή


Clenched Soul

We have lost even this twilight.
No one saw us this evening hand in hand
while the blue night dropped on the world.

I have seen from my window
the fiesta of sunset in the distant mountain tops.

Sometimes a piece of sun
burned like a coin in my hand.

I remembered you with my soul clenched
in that sadness of mine that you know.

Where were you then?
Who else was there?
Saying what?
Why will the whole of love come on me suddenly
when I am sad and feel you are far away?

The book fell that always closed at twilight
and my blue sweater rolled like a hurt dog at my feet.

Always, always you recede through the evenings
toward the twilight erasing statues.

Pablo Neruda

Σάββατο 22 Ιουνίου 2024

Πάμπλο Νερούδα - Δε σ' αγαπώ σαν να 'σουν ρόδο αλατιού/Sonnet Xvii - Poem by Pablo Neruda


Δε σ' αγαπώ σαν να 'σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαΐτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ' αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μέσ' από την ψυχή και τον ίσκιο.

Σ' αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει,
μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο,
και ζει απ' τον έρωτά σου σκοτεινό στο κορμί μου
τ' άρωμα που σφιγμένο μ' ανέβηκε απ' το χώμα.

Σ' αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε,
σ' αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια:
σ' αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ' άλλον τρόπο,
παρά μ' ετούτον όπου δεν είμαι μήτε είσαι,
που το χέρι σου πάνω μου το νιώθω σαν δικό μου,
που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια.


(Μτφ.: Ηλίας Ματθαίου)

athensvoice
I do not love you as if you were salt-rose, or topaz,
or the arrow of carnations the fire shoots off.
I love you as certain dark things are to be loved,
in secret, between the shadow and the soul.

I love you as the plant that never blooms
but carries in itself the light of hidden flowers;
thanks to your love a certain solid fragrance,
risen from the earth, lives darkly in my body.

I love you without knowing how, or when, or from where.
I love you straightforwardly, without complexities or pride;
so I love you because I know no other way

than this: where I does not exist, nor you,
so close that your hand on my chest is my hand,
so close that your eyes close as I fall asleep.

Pablo Neruda

Form: Sonnet
poemhunter

Κυριακή 5 Ιουνίου 2022

Pablo Neruda — Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις / I Like When You are Quiet (Me gustas cuando callas)

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.
Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ’ τα πράγματα,
ποτισμένη απ’ τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ’ αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες τη δική σου σιωπή.

Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τόση δα και απ’ τα αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο – μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής
ανάλυση του ποιήματος εδώ

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

Pablo Neruda - Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια/PUEDO escribir los versos mαs tristes esta noche.
Tonight I can write the saddest lines


20
Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια.

Να γράψω, ας πούμε: «έχει μι' αστροφεγγιά απόψε
και τα μενεξεδιά αστεράκια λαμπυρίζουνε στα χάη».

Της νύχτας ο άνεμος διαβαίνει στους ουρανούς και τραγουδάει.

Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια.
Την αγαπούσα εγώ, και κάπου κάπου μ' αγάπαγε κι εκείνη.

Χιλιάδες βράδια, όπως και τώρα, την έσφιγγα στην αγκαλιά μου.
Αμέτρητα φιλιά της έδινα κάτω απ' τον άσωτο ουρανό.

Μ' αγάπαγε κι εκείνη, και κάπου κάπου την αγάπαγα κι εγώ.
Πώς να μην τ' αγαπήσεις τα μεγάλα, τα ήμερα μάτια της.

Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια.
Θα σκέφτομαι πως δεν την έχω εγώ.
Θα νιώθω ότι την έχω χάσει.

Θ' ακούω την απέραντη νύχτα,
την πέντε φορές απέραντη χωρίς εκείνην.
Και τους στίχους να πέφτουν στην ψυχή μου
όπως πέφτει η δροσιά στο λιβάδι.

Τι έχει να κάνει που η δικιά μου αγάπη
εκείνηνε δεν την αγγίζει. . .
Έχει μι' αστροφεγγιά απόψε, μα εκείνη δεν είναι μαζί μου.

Αυτά λοιπόν. Πέρα, μακριά, άνθρωποι τραγουδάνε.
Μακριά, πέρα.
Πώς να χαρεί η ψυχή μου, αφού εκείνη χάθηκε. . .

Την αναζητάει η ματιά μου, τη γυρεύει παντού.
Την αναζητάει η καρδιά μου, μα εκείνη δεν είναι μαζί μου.

Απαράλλαχτη η νύχτα ασημώνει τ' απαράλλαχτα δέντρα.
Μα από τότε όμως εμείς ως τώρα έχουμε αλλάξει.

Τώρα πια δεν την αγαπάω, σίγουρα. . .
Πόσο όμως, Θε μου, την αγάπαγα τότε.
Πολέμαγε η φωνή μου να βρει τη ριπή του ανέμου
που θαν της άγγιζε το αφτί.

Με άλλον. Με κάποιον άλλον θα είναι.
Όπως και πριν τηνε πάρει το φιλί μου.
Η φωνή της, τ' αστραφτερό της σώμα.
Τ' ατέλειωτα μάτια της.

Τώρα πια δεν την αγαπάω, σίγουρα. . .
Μπορεί όμως και να την αγαπάω.
Βιάζεται ο έρωτας να λείψει κι αργεί να φύγει η λησμονιά.

Χιλιάδες βράδια αφού, όπως και τώρα,
την έσφιγγα στην αγκαλιά μου -
πώς να χαρεί η ψυχή μου, αφού εκείνη χάθηκε. . .

Μπορεί να 'ναι αυτός ο τελευταίος καημός
που μου ανάβει εκείνη,
κι αυτοί εδώ οι τελευταίοι στίχοι που γράφω για κείνην εγώ.



20
PUEDO escribir los versos mαs tristes esta noche.

Escribir, por ejemplo: "La noche estα estrellada,
y tiritan, azules, los astros, a lo lejos".

El viento de la noche gira en el cielo y canta.

Puedo escribir los versos mαs tristes esta noche.
Yo la quise, y a veces ella tambiιn me quiso.

En las noches como ιsta la tuve entre mis brazos.
La besι tantas veces bajo el cielo infinito.

Ella me quiso, a veces yo tambiιn la querνa.
Cσmo no haber amado sus grandes ojos fijos.

Puedo escribir los versos mαs tristes esta noche.
Pensar que no la tengo. Sentir que la he perdido.

Oir la noche inmensa, mαs inmensa sin ella.
Y el verso cae al alma como al pasto el rocνo.

Quι importa que mi amor no pudiera guardarla.
La noche estα estrellada y ella no estα conmigo.

Eso es todo. A lo lejos alguien canta. A lo lejos.
Mi alma no se contenta con haberla perdido.

Como para acercarla mi mirada la busca.
Mi corazσn la busca, y ella no estα conmigo.

La misma noche que hace blanquear los mismos
αrboles.
Nosotros, los de entonces, ya no somos los mismos.

Ya no la quiero, es cierto, pero cuαnto la quise.
Mi voz buscaba el viento para tocar su oνdo.

De otro. Serα de otro. Como antes de mis besos.
Su voz, su cuerpo claro. Sus ojos infinitos.

Ya no la quiero, es cierto, pero tal vez la quiero.
Es tan corto el amor, y es tan largo el olvido.

Porque en noches como ιsta la tuve entre mis
brazos,
mi alma no se contenta con haberla perdido.

Aunque ιste sea el ϊltimo dolor que ella me causa,
y ιstos sean los ϊltimos versos que yo le escribo.



20
Tonight I can write the saddest lines.

Write, for example,'The night is shattered
and the blue stars shiver in the distance.'

The night wind revolves in the sky and sings.

Tonight I can write the saddest lines.
I loved her, and sometimes she loved me too.

Through nights like this one I held her in my arms
I kissed her again and again under the endless sky.

She loved me sometimes, and I loved her too.
How could one not have loved her great still eyes.

Tonight I can write the saddest lines.
To think that I do not have her. To feel that I have lost her.

To hear the immense night, still more immense without her.
And the verse falls to the soul like dew to the pasture.

What does it matter that my love could not keep her.
The night is shattered and she is not with me.

This is all. In the distance someone is singing. In the distance.
My soul is not satisfied that it has lost her.

My sight searches for her as though to go to her.
My heart looks for her, and she is not with me.

The same night whitening the same trees.
We, of that time, are no longer the same.

I no longer love her, that's certain, but how I loved her.
My voice tried to find the wind to touch her hearing.

Another's. She will be another's. Like my kisses before.
Her voide. Her bright body. Her inifinite eyes.

I no longer love her, that's certain, but maybe I love her.
Love is so short, forgetting is so long.

Because through nights like this one I held her in my arms
my sould is not satisfied that it has lost her.

Though this be the last pain that she makes me suffer
and these the last verses that I write for her.

Pablo Neruda

Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Pablo Neruda - Εδώ σε αγαπάω - Here I love you - Aquí te amo

Painting Landscape
Εδώ σε αγαπάω.
Στα σκοτεινόχρωμα πεύκα χτενίζει τα μαλλιά του ο άνεμος.
Φωσφορίζει η σελήνη πάνω στ' αλήτικα νερά της θάλασσας.

Περνάνε μέρες, μέρες απαράλλαχτες,

αποπέμποντας η μια την άλλη.
Σα τούλια της ομίχλης σκίζονται
σε φιγούρες λεπτές ορχουμένων.
Ασημόχρυσος γλάρος πετιέται
μες απ' το δίσκο του ήλιου που βασιλεύει.
Εδώ κι εκεί ένα άλμπουρο. Και πάνω, στα ύψη, αστέρια.
Ω εκείνο εκεί το μαύρο σταυρωτό τουρκέτο της βαρκούλας!
Κατάμονο.

Πετιέμαι κάπου - κάπου από το λήθαργο

κι είμαι μούσκεμα ως το μεδούλι.
Βουίζει κι αντιβουίζει το πέλαγος.
Κι εδώ είν' το λιμάνι.
Εδώ σ' αγαπάω.
Εδώ σ' αγαπάω εγώ!
Δεν πα' να σε κρύβει όσο θέλει ο ορίζοντας - ματαιοπονεί!
Εσένα σ' αγαπάω εγώ. Επιμένω.
ακόμα και μέσα στην ψύχρα των γύρω πραγμάτων.

Κάθε τόσο φεύγουν τα φιλιά μου

και πάνε μαζί με τα καράβια εκείνα,
τα ποντοπόρα, και φτάνουν πέρ' απ' το τέρμα, στα εκείθε.
Κάθομαι εδώ παρατημένος σαν τις γέρικες άγκυρες.
Μαραζώνουν οι μόλοι βαρύτερα
μόλις έρχεται να δέσει εκεί το βράδυ.
Χαραμίζεται η ζωή μου μέσα στην πείνα
που με τρώει αδίκως.

Αγαπώ αυτό που δεν έχω. Είσαι μακριά εσύ, τόσο μακριά.

Ο καημός μου πιάνεται στα χέρια με τ' ανελέητα δειλινά.
Έρχεται όμως μετά η νύχτα και με καλοπιάνει με τραγούδια.
Και το φεγγάρι βάνει το γαϊτανάκι των ονείρων να γυρνάει.
Με κοιτάν με τα μάτια σου από πάνω
τα πιο μεγάλα αστέρια.
Κι εκεί που, αγάπη μου, σε αγαπώ,
τα πεύκα μες στον άνεμο
λαχταράνε να τραγουδήσουν τ' όνομά σου
με τις πευκοβελόνες τους.


Here I love you
In the dark pines the wind disentangles itself.
The moon glows like phosphorous on the vagrant waters.
Days, all one kind, go chasing each other.

The snow unfurls in dancing figures.
A silver gull slips down from the west.
Sometimes a sail. High, high stars.
Oh the black cross of a ship.
Alone.

Sometimes I get up early and even my soul is wet.
Far away the sea sounds and resounds.
This is a port.

Here I love you.
Here I love you and the horizon hides you in vain.
I love you still among these cold things.
Sometimes my kisses go on those heavy vessels
that cross the sea towards no arrival.
I see myself forgotten like those old anchors.

The piers sadden when the afternoon moors there.
My life grows tired, hungry to no purpose.
I love what I do not have. You are so far.
My loathing wrestles with the slow twilights.
But night comes and starts to sing to me.

The moon turns its clockwork dream.
The biggest stars look at me with your eyes.
And as I love you, the pines in the wind
want to sing your name with their leaves of wire.

Pablo Neruda

Aquí te amo
En los oscuros pinos se desenreda el viento.
Fosforece la luna sobre las aguas errantes.
Andan días iguales persiguiéndose.

Se desciñe la niebla en danzantes figuras.
Una gaviota de plata se descuelga del ocaso.
A veces una vela. Altas, altas estrellas.

O la cruz negra de un barco.
Solo.
A veces amanezco, y hasta mi alma está húmeda.
Suena, resuena el mar lejano.
Este es un puerto.
Aquí te amo.

Aquí te amo y en vano te oculta el horizonte.
Te estoy amando aún entre estas frías cosas.
A veces van mis besos en esos barcos graves,
que corren por el mar hacia donde no llegan.

Ya me veo olvidado como estas viejas anclas.
Son más tristes los muelles cuando atraca la tarde.
Se fatiga mi vida inútilmente hambrienta.
Amo lo que no tengo. Estás tú tan distante.

Mi hastío forcejea con los lentos crepúsculos.
Pero la noche llega y comienza a cantarme.
La luna hace girar su rodaje de sueño.

Me miran con tus ojos las estrellas más grandes.
Y como yo te amo, los pinos en el viento,
quieren cantar tu nombre con sus hojas de alambre.

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Pablo Neruda - Μ' αρέσει άμα σωπαίνεις
Me Gustas Cuando Callas
I Like You When You Are Quiet

μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής*

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.

Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ' τα πράγματα,
ποτισμένη απ' τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ' την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ' αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες στη δική σου σιωπή.


Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα
 (Το αστέρι κι η ευχή - από στιγμή σε στιγμή)

Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τόση δα και απ' τα αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο -- μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.

Me Gustas Cuando Callas


Me gustas cuando callas porque estas como ausente,
y me oyes desde lejos, y mi voz no te toca.
Parece que los ojos se te hubieran volado
y parece que un beso te cerrara la boca.
Como todas las cosas estan llenas de mi alma
emerges de las cosas, llena del alma mia.

Mariposa de sueno, te pareces a mi alma,
y te pareces a la palabra melancolia.
Me gustas cuando callas y estas como distante.
Y estas como quejandote, mariposa en arrullo.
Y me oyes desde lejos, y mi voz no te alcanza:
dejame que me calle con el silencio tuyo.

Dejame que te hable tambien con tu silencio
claro como una lampara, simple como un anillo.
Eres como la noche, callada y constelada.
Tu silencio es de estrella, tan lejano y sencillo.

Me gustas cuando callas porque estas como ausente.
Distante y dolorosa como si hubieras muerto.
Una palabra entonces, una sonrisa bastan.
Y estoy alegre, alegre de que no sea cierto.

I Like You When You Are Quiet

I like you when you are quiet because it is as though you are absent,
and you hear me from far away, and my voice does not touch you.
It looks as though your eyes had flown away
and it looks as if a kiss had sealed your mouth.

Like all things are full of my soul
You emerge from the things, full of my soul.
Dream butterfly, you look like my soul,
and you look like a melancoly word.

I like you when you are quiet and it is as though you are distant.
It is as though you are complaining, butterfly in lullaby.
And you hear me from far away, and my voice does not reach you:
let me fall quiet with your own silence.

Let me also speak to you with your silence
Clear like a lamp, simple like a ring.
You are like the night, quiet and constellated.
Your silence is of a star, so far away and solitary.

I like you when you are quiet because it is as though you are absent.
Distant and painful as if you had died.
A word then, a smile is enough.
And I am happy, happy that it is not true.


************
* Ο Γιώργος Κεντρωτής γεννήθηκε το 1958 στους Μολάους Λακωνίας. Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Είναι καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Έχει εκδόσει βιβλία για τη μετάφραση και την Επτανησιακή Σχολή και έχει μεταφράσει στα ελληνικά έργα πολλών συγγραφέων.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

Pablo Neruda - Η Βασίλισσα - The Queen - La Reina


Σε ονόμασα βασίλισσα.
Υπάρχουν ψηλότερες από σένα, ψηλότερες.
Υπάρχουν αγνότερες από σένα, αγνότερες.
Υπάρχουν ομορφότερες από σένα, ομορφότερες.
Αλλά εσύ είσαι η βασίλισσα.

Όταν περπατάς στο δρόμο
κανείς δε σε αναγνωρίζει.
Κανένας δε βλέπει το κρυστάλλινο σου στέμμα, κανένας δεν κοιτάζει
το από κόκκινο χρυσό χαλί
που πατάς καθώς περνάς,
το χαλί δεν υπάρχει.

Κι όταν εμφανίζεσαι
όλοι οι ποταμοί ακούγονται
στο κορμί μου, καμπάνες
σείουν τον ουρανό
κι ένας ύμνος γεμίζει τον κόσμο.

Μονάχα εσύ κι εγώ,
μονάχα εσύ κι εγώ, αγάπη μου,
τον ακούμε.

-----------
The Queen
I have named you queen.
There are taller than you, taller.
There are purer than you, purer.
There are lovelier than you, lovelier.
But you are the queen.

When you go through the streets
No one recognizes you.
No one sees your crystal crown, no one looks
At the carpet of red gold
That you tread as you pass,
The nonexistent carpet.

And when you appear
All the rivers sound
In my body, bells
Shake the sky,
And a hymn fills the world.

Only you and I,
Only you and I, my love,
Listen to me.

-----------

La Reina 
Yo te he nombrado reina.
Hay más altas que tú, más altas.
Hay más puras que tú, más puras.
Hay más bellas que tú, hay más bellas.
Pero tú eres la reina.

Cuando vas por las calles
nadie te reconoce.
Nadie ve tu corona de cristal, nadie mira
la alfombra de oro rojo
que pisas donde pasas,
la alfombra que no existe.

Y cuando asomas
suenan todos los ríos
en mi cuerpo, sacuden
el cielo las campanas,
y un himno llena el mundo.

Sólo tú y yo,
sólo tú y yo, amor mío,
lo escuchamos.