Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Ιουλίου 2021

Κωνσταντῖνος Χατζόπουλος — Ἄσ᾿ τή βάρκα...

Ἄσ᾿ τὴ βάρκα στὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ τρέχει,
ἂς ὁρίζει τ᾿ ἀγέρι, τιμόνι-πανί,
τὰ φτερὰ ἅπλωσε πλέρια, ἄκρη ὁ κόσμος δὲν ἔχει,
εἶναι πι᾿ ὄμορφοι οἱ ἄγνωστοι πάντα γιαλοί,
ἡ ζωὴ μία δροσιὰ εἶναι, ἕνα κῦμα, ἂς τὸ φέρει
ὅπου θέλει τ᾿ ἀγέρι, ὅπου ξέρει τ᾿ ἀγέρι.
Ἂς ἀλλάζουν λιβάδια μὲ βράχους καὶ δάση,
γύρω ἂς φεύγουν ποῦ πύργοι, ποῦ καλύβας καπνός,
εἴτ᾿ εἰδύλλιο γελούμενο ἀπλώνετ᾿ ἡ πλάση,
εἶτ᾿ ἀντάρτες καὶ μπόρες σου κρεμᾷ ὁ οὐρανός,

μὴ θαρρεῖς τὸ πανί σου μπορεῖς νὰ βαστάξεις,
ὅπου θέλει τὸ κῦμα μαζί του θ᾿ ἀράξεις.
Τί γυρεύεις, τί θέλεις μὴ κι ἐσὺ τὸ γνωρίζεις;
Ἔχεις πιάσει ποτέ σου τὸ τί κυνηγᾷς;
Μή ῾που σπέρνεις καλὸ τὸ κακὸ δὲ θερίζεις;
Δὲ σκοντάβεις σὲ ρώτημα σ᾿ ὅτι ρωτᾷς;
Ὅτι σ᾿ ἔχει μαγέψει κι ὅτι σοῦ ῾χει γελάσει,
τό ῾χεις μόνος κερδίσει, μοναχὸς ἑτοιμάσει;

Ἄσε τότε τὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ σπάζει,
ἄσ᾿ τὶς ζάλες νὰ σέρνουν τυφλὰ τὴ καρδιὰ
κι ἂν τριγύρω βογγὰ κι ἂν ψηλὰ συννεφιάζει,
κάπου ὁ ἥλιος σὲ κάποιο γιαλὸ θὰ γελᾷ
κι ἂν πικρό τη ψυχή σου τὸ δάκρυ τὴ ραίνει
πάντα κάπου κρυφή, μιὰ χαρὰ τὴ προσμένει.

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Κωνσταντῖνος Χατζόπουλος - Δὲ γυρεύω ξένο


Δὲ γυρεύω ξένο, δὲ ρωτάω κρυφό,
δὲ γυρεύω χάρη.
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει.

Καὶ δὲν ἦταν οὔτε ξωτικιὰ

καὶ δὲν ἦταν χέρια
κι ἦταν ἕνα βράδυ πού ῾παιζαν θολὰ
στὸ γιαλὸ τ᾿ ἀστέρια.

Κι ἦρθε ἕνας ἀγέρας κι ἦρθ᾿ ἕνας βοριὰς

κι ἦρθ᾿ ἕνα σκοτάδι,
-ὢ ἀδερφή, χαμένο κάποιο θησαυρὸ
ποὺ θρηνοῦμ᾿ ὁμάδι.

Μὲς στὸ κῦμα ἀνοίγει δρόμο μυστικὸ

δείχνει τὸ φεγγάρι...
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχή,
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει.

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος - Πέρασες


Κ. Χατζόπουλος, Πέρασες κι είχες στα μαλλιά
Πέρασες και είχες στα μαλλιά
ρόδα και φως και είχες στο χέρι
κρίνα λευκά και στάχυα απ᾽τον αγρό·
και σε είδα και είπα κι έφτασε
το καλοκαίρι.
Μα ήρθες και σκόρπισες τα στάχια στο νερό,
τα ρόδα στον αέρα·
και μ᾽έναν κρίνο στάθηκες, ωχρή
σα φθινοπώρου μέρα.
Στάθηκες ωχρή
με το βλέμμα πέρα,
κι ήταν τόσο ωχρή
και τριγύρω η μέρα.
Κι ήταν η ώρα ωχρή,
βράδυ ως να είχε γίνει·
μόνο ένα άυλο φως
γύρω σου είχε μείνει,
και ήσουν σα να λες,
όπως είχες μείνει:
Είχα μιαν αυγή,
μιαν άνοιξη προσμείνει.

Κι έβλεπες τα ρόδα
κάτω στο νερό
και τον κρίνο ωχρό
κοίταζες το χέρι.
Κοίταζες: σαν κάτι
να έτρεμε ξερό·
κοίταζες: σαν κάπου
να έφευγε φτερό,
κι άπλωσες το χέρι.
Και ήταν σα φτερό
μες το φως το ωχρό
που ένευε το χέρι.

Κι έφυγες και πας,
πας με το καλό·
και να σε καλώ
πίσω μη γυρίσεις.

Ήσουνα για μένα
μιας αυγής δροσιάς,
ήμουνα για σένα
συννεφιά σταχτιά,

συννεφιά θολή.
Ήρθες να τη σβήσεις
κι έσβησες, καλή·
πίσω μη γυρίσεις!

Και κακός αέρας
στάθηκα για σε,
που πνιγμένα πνέει
και τα φύλλα καίει.

Κι ήρθα και σου μάρανα
ό,τι δροσερό
κι ήρθα και σε θόλωσα,
γάργαρο νερό.

Κι έξω στην ολάνθιστη
που στεκόσουνα θύρα
πέρασα φθινόπωρο
κι έμεινα σα μοίρα.

Στου βραδιού τη σιγή
που το φως αργοτρέμει,
λευκή λάμψη μια αυγή,
θολή η μνήμη σου τρέμει.

Σαν πνοή σιγαλή
σ᾽ενός κλώνου την άκρη,
είναι η θλίψη απαλή
που κυλά με το δάκρυ

σα για φύλλο ξερό
μαδημένο στο κρύο,
σα για φύλλο σβηστό
σε χαμένο βιβλίο.

Το είχα γράψει μια αυγή
που είχες όνειρο φτάσει·
σαν κισσός την πηγή
σε είχα γύρω σκεπάσει.

Άνοιξη ήταν γλυκειά
κι είχε λιώσει το χιόνι,
μα ήσουν δίχως λαλιά,
θλιβερό χελιδόνι

που ζητούσε φωλιά.
Αλλά εσύ δε ζητούσες,
μα θωρούσες ψηλά
στο γλαυκό και γελούσες.


Και γελούσες ωχρά
και θωρούσες θλιμμένα,
λες και σου᾽ταν νεκρά
τ᾽άνθη που είχα σπαρμένα.

Κι ως περνούσα, εμπρός
είχα εκεί γονατίσει·
ήσουν λάμψη κι αφρός
και στα χέρια έχει σβήσει.

Ήταν τ᾽άστρα ή κεριά
που είχαν γύρω αναμμένα;
Άδεια μένει η μεριά
και τα μάτια κλαμμένα.

Μα θάρθω μια μέρα,
πού, ποιος ξέρει πού;
να στάξω για σένα
δροσιά του ουρανού.

Και θάρθεις μια μέρα,
αλλού τάχα ή εδώ;
ψυχή να μου απλώσεις
λευκό το φτερό.

Και θάμαι η πνοή του,
σα να έγινα λες
φωνή στον αέρα
και κλαίω για να κλαις.

Η λεύκα σου κάτω
τα φύλλα κρεμά
και γέρνει τους κλώνους,
σα να ήταν ιτιά.

Κι ως να είναι η φωνή σου
πουλί που λαλεί·
και πνεύμα η πνοή σου
την ώρα καλεί.

Δροσιά ήταν και χάδι
και φως και ευωδιά-
αχ, φτάνει το βράδυ
που τρέμει η καρδιά.


Ανάερη και πνέει
κι είναι άυλη η ζωή
που απόμερα κλαίει-
Και γύρω θροή

στα φύλλα διαβαίνεις
κι αέρας κρυφός
και τρέμεις στη δύση
σα ρόδα και φως.

Και η ώρα πεθαίνει
σα στάλαγμα αργό,
κι ο αέρας σωπαίνει
και κλαίω τώρα εγώ.

Κι είχες πει να μη στήσω
φωλιά να καθίσω.

Κι είχες πει να μην κάνω
φτερά ν᾽ανασάνω

ψηλά στον αέρα,
στα κύματα πέρα.

Είπες μόνο: καρτέρει
μια αυγή τι θα φέρει.

Και νά με που μένω
κι ακόμα προσμένω.

Και πάντα προσμένω,
και φτάνει η αυγή·
και μένω ο πλεγμένος
κισσός στην πηγή.

Και μου είσαι το ρείθρο
που κλαίει σιγαλά
και μου είσαι το νέφος
που φεύγει ψηλά.

Και μου είσαι το δάκρυ
που στάζει θολό·
και πάντα προσμένω,
μα δε σε καλώ.

Κι όταν φτάσει η άνοιξη
κι έρθουν τα πουλιά
και γυρίσουν τ᾽άνθη,
σαν ένα καιρό
θα σε περιμένω.

Κι όταν έρθει πάλι
και το καλοκαίρι
με το μαϊστράλι,
σαν έναν καιρό
θα σε περιμένω.

Μα όταν το φθινόπωρο
ξαναφτάσει υγρό
και συννεφιασμένο,
θάρθω να σε βρω·
δε θα περιμένω.
Από την ποιητική συλλογή Βραδινοί Θρύλοι  (1920)


Βλ. Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, Τα ποιήματα, Εισαγωγή Γιώργος Βελουδής, εκδ. Νεοελληνική Βιβλιοθήκη-Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σ. 329-342.
  O Kωνσταντίνος  Χατζόπουλος (1868-1920) θεωρείται ο κύριος εισηγητής του συμβολισμού στην νεοελληνική ποίηση και πεζογραφία. Μπορούμε να ανιχνεύσουμε τα χαρακτηριστικά του συμβολισμού κυρίως στη δεύτερη και την τέταρτη ποιητική του συλλογή, τα Ελεγεία και τα ειδύλλια (1898) και Βραδινοί Θρύλοι (1920). Η συλλογή Βραδινοί Θρύλοι αποτελείται από τα παρακάτω ποιητικά έργα: Ίσκιοι του Φθινοπώρου, Βράδυ, Στο Γύρισμα του Δρόμου, και Πέρασες.
         Η ποιητική σύνθεση Πέρασες αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα συμβολιστικής γραφής και είναι από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα του Κ. Χατζόπουλου. Το ποιητικό υποκείμενο, το εγώ, απευθύνεται στο εσύ, πίσω από το οποίο υπονοείται μία γυναικεία ερωτική παρουσία ή μάλλον "απουσία", αφού πέρασε και έφυγε από τη ζωή του, όχι όμως και από τη μνήμη του....Το ποιητικό υποκείμενο, που φαίνεται ότι κάποτε την άφησε να φύγει, τη θυμάται πάντα, την αναζητά συνεχώς και την περιμένει διαρκώς, καθώς οι εποχές του χρόνου εναλλάσσονται κυκλικά.... Εικόνες από τη φύση καλύπτουν υπαινικτικά τα συναισθήματα...