Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΡΝΑΛΗΣ ΚΩΣΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΡΝΑΛΗΣ ΚΩΣΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Μαΐου 2022

Κώστας Βάρναλης — Πρωτομαγιά 1944

Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα
με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη,
όποιος και να σαι, όθε και να σαι κι ό,τι — άνθρωπος να σαι!
Πιότερο, αν είσαι του λαού ξωμάχος, χερομάχος,
φτωχόπαιδο, που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις
τον αδερφό σου αντίκρα σου — με μάνα εσύ και κείνος!
Ετούτ’ η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου.
Σ’ αφτήν απάνου βρόντηξεν ο Διγενής το Χάρο.
Είτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κ’ έξω
(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλωσύνη)
που αράδειασε πα στο σοβά, πιστάγκωνα δεμένους
και θέρισε με μπαταριές οχτρός ελληνομάχος,
όχι έναν, όχι δυο και τρεις, διακόσια παληκάρια.
Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,
μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι.
Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους
κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος*.
Κ’ είναι από τότες Μάης εδώ, φως όλα μέσα κ’ έξω.
Κόλλα τ’ αφτί και την καρδιά στο ματωμένο χώμα.
Στον Κάτου Κόσμο τραγουδάνε πάντα και χορεύουν
κι αν κάπου ανάκουστος καημός θολώνει τη λαλιά τους,
δεν είναι που τη μάνα τους τη μάβρη ανανογιούνται
παρά που τους προδώσαν απορίματα δικά μας.
Κι αν πέσανε για το λαό, νικήσαν οι προδότες,
που τώρα εδώ κατάχρυσοι περνούν και μαγαρίζουν,
και τώρα πιο τους μάχονται και τους ξανασκοτώνουν!
Σιχαίνεσαι τους ζωντανούς; Μην κλαις τους σκοτωμένους!
Απ’ τα ιερά τους κόκκαλα, πρώτη του Μάη και πάλι,
θα ξεπηδήσει ο καθαρμός κ’ η λεφτεριά του ανθρώπου.
Κ’ είναι χιλιάδες στην Ελλάδα όμοιοι Πανάγιοι Τάφοι.

*
Ο «Ναπολέος» του ποιήματος, που είναι «δυο μπόγια πάνου απ’ όλους, κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου» είναι βέβαια ο Ναπολέων Σουκατζίδης, ο άνθρωπος που με μια λέξη του μόνο μπορούσε να σώσει τη ζωή του, αλλά αρνήθηκε, αφού θα έμπαινε κάποιος άλλος στη θέση του. 
 
Η ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη είναι κάτι σαν απάντηση, στην ιστορία που προχωρεί, στο μέγα ψεύδος μας, στο κενό μας: τον Σεπτέμβριο του 1943 οι Ακροναυπλιώτες κρατούμενοι οδηγήθηκαν στο νεοσύστατο Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Ο Σουκατζίδης καθώς ήξερε γερμανικά, χρησιμοποιούνταν ως διερμηνέας. Μια επίθεση των ανταρτών εναντίων του στρατηγού Κρεντς στους Μολάους, φέρνει την διαταγή να εκτελεστούν ως αντίποινα διακόσιοι κρατούμενοι. Λίγο πριν από το χάραμα της Πρωτομαγιάς του 1944 η Γερμανική Διοίκηση μαζεύει τους κρατούμενους και δίνει στον Σουκατζίδη να διαβάσει την διαταγή και τα ονόματα. Ο Σουκατζίδης διαβάζει’ στο όνομα 167 –το όνομά του- φωνάζει «Παρών» και δίνει τον κατάλογο στον Γερμανό υπαξιωματικό για να σταθεί στην πλευρά των μελλοθανάτων. Ο Φίσερ, διοικητής του Στρατοπεδου, κάνει νόημα στον Σουκατζίδη να μείνει στην θέση του. Εκείνος τον ρωτά: «Εάν εγώ γλυτώσω, θα εκτελεστεί ένας λιγότερος;». Ο Φίσερ του απαντά «έχω διαταγή να εκτελέσω διακόσιους». «Άρα θα είμαι στη σειρά μου» του αντιγύρισε οι Σουκατζίδης. Ο Ψαθάς γράφει πως τότε «ο Φίσερ, το ανθρώπινο κτήνος, στάθηκε σε στάση προσοχής». Έτσι ο Ναπολέων Σουκατζίδης κράτησε τη σειρά του του στον κατάλογο των μελλοθανάτων, το νούμερο 167: ego sum qui sum…
Μια ώρα αργότερα, οι Διακόσιοι εκτελέστηκαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής τραγουδώντας κάτι ολότελα διαφορετικό από έναν εθνικό ύμνο. Ξημέρωνε Πρωτομαγιά κι ήσαν όλοι στη σειρά τους – όλοι παρόντες.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Κώστας Βάρναλης — Οι πόνοι της Παναγιάς. «Θεριά οι άνθρωποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν»

Που να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποιαν κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.
Ξέρω, πως θα ‘χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.
Συ θα ‘χεις μάτια γαλανά, θα ‘χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μαχητές, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι...

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.
Θεριά οι άνθρωποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Ώχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
- Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο...-
Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!

Ανάλυση
Η Παναγία λειτουργεί ως διαχρονικό σύμβολο της μητρικής αγάπης, αλλά και του πόνου που βιώνει μια μητέρα όταν βλέπει το παιδί της να θυσιάζει τη δική του ύπαρξη για το καλό των άλλων. Σύμβολο που επιλέγει ο Βάρναλης προκειμένου να αποδώσει το πλήθος των ανησυχιών που διακατέχουν κάθε μητέρα για το μέλλον και την ασφάλεια του παιδιού της.

Που να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποιαν κορφήν ερημική;


Τα στοιχεία του ποιητικού μονολόγου της Παναγίας υποδηλώνουν πως βρισκόμαστε λίγο προτού γεννήσει, πως γνωρίζει ήδη ότι πρόκειται να φέρει στον κόσμο γιο, αλλά και το φρικτό του τέλος.
Ακούμε, έτσι, την Παναγία να εκφράζει όλη της την τρυφερότητα απέναντι στο αγέννητο ακόμη παιδί της, μα και τις προθέσεις της να κάνει ό,τι μπορεί για να το προστατεύσει από το δεινό του μέλλον.

Τα εισαγωγικά ερωτήματα του ποιήματος υποδηλώνουν πως η Παναγία δεν θέλει να βρεθεί αντιμέτωπο το παιδί της με τη φονική κακία των ανθρώπων, γι’ αυτό και αναρωτιέται που θα μπορούσε να κρύψει τον γιο της προκειμένου να τον γλιτώσει. Τοποθετεί, μάλιστα, τις πιθανές κρυψώνες είτε σε κάποιο νησί του Ωκεανού, μακριά από τους ανθρώπους, είτε αντιστοίχως σε κάποια ερημική κορυφή βουνού, καλύπτοντας κατά αυτό τον τρόπο τα συνήθη δυσπρόσιτα μέρη∙ τον ωκεανό και τα ψηλά βουνά.
Είναι εμφανές πως η Παναγία δεν μιλά εδώ ως το ιερό πρόσωπο που γνωρίζει καλά την άφευκτη μοίρα του θεϊκού γιου που θα φέρει στον κόσμο, αλλά ως μητέρα που θέλει με κάθε τρόπο να προφυλάξει το παιδί της από κάθε πιθανό κακό.

Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.
Ξέρω, πως θα ‘χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

Η Παναγία γνωρίζοντας πως ο γιος της μέλλεται να κηρύξει τη δικαιοσύνη και τον τερματισμό της εκμετάλλευσης των ανθρώπων, προκαλώντας έτσι την οργή των ισχυρών του κόσμου, βεβαιώνει το παιδί της πως δεν θα του μάθει να μιλά.
Με αυτό τον τρόπο η φιλόστοργη μητέρα θέλει να αποτρέψει το γιο της από το να ξεκινήσει μελλοντικά την προσπάθειά του να εναντιωθεί στην αδικία και να αποκαλύψει το πλήθος των αδικιών που συμβαίνουν στον κόσμο.
Η Παναγία ξέρει καλά, πως ο γιος της θα έχει μια καρδιά τόσο αγαθή και τόσο γλυκιά, ώστε θα του είναι δύσκολο να μη συμπαρασταθεί στους αδικημένους και στους αδύναμους.
Ξέρει, όμως, εξίσου καλά, πως αυτή ακριβώς η αγαθή του προαίρεση θα τον φέρει αντιμέτωπο με τους δυνατούς, και πως τελικά θα βασανιστεί αφού θα πιαστεί στην παγίδα της οργής τους.
Τα μηνύματα ανθρωπισμού και καλοσύνης που θα φέρει ο Χριστός στον κόσμο, θα σταθούν ο λόγος για τον οποίο οι έχοντες και οι ισχυροί θα θελήσουν να τον σκοτώσουν, προκειμένου να θέσουν τέρμα στην προσπάθεια αφύπνισης των φτωχών και των ανίσχυρων που εκείνος θα επιχειρήσει.
Συ θα ‘χεις μάτια γαλανά, θα ‘χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.


Η Παναγία μοιάζει να γνωρίζει ήδη ακόμη και στοιχεία της εμφάνισης του γιου της, ο οποίος θα έχει μάτια γαλανά -χρώμα συμβολικό για την αγνότητα και την καθαρότητα του βλέμματος του Χριστού-, και το κορμί του θα είναι τρυφερό, αντανακλώντας έτσι την αγαθότητα και την απλότητα της ψυχής του.
Πρόθεσή της είναι να προφυλάξει το παιδί της από την κακή ματιά του ζηλόφθονου κόσμου, αλλά κι από τις κακές περιστάσεις, λειτουργώντας ως ακαταπόνητος προστάτης του αγαπημένου της πλάσματος.
Η Παναγία, μάλιστα, θέλει να προφυλάξει το παιδί της κι από το πρώτο εκείνο ξάφνιασμα που προκαλείται στους νέους -στους εφήβους- μόλις συντελείται μέσα τους η αφύπνιση της νεότητας κι αρχίζουν να βλέπουν τον κόσμο τελείως διαφορετικά και να επιθυμούν για πρώτη φορά μια διαφορετική βίωση της ζωής.
Η Παναγία, επομένως, θα ήθελε να προφυλάξει το παιδί της, όχι μόνο από τους άλλους ανθρώπους και τις κακές συγκυρίες, αλλά κι από τον ίδιο του τον εαυτό, προκειμένου να μη γνωρίσει τις πικρίες του έρωτα και της επιθυμίας που γνωρίζει τη διάψευση ή τη ματαίωση.
Η Παναγία μιλά στο μελλοντικό της γιο λαμβάνοντας υπόψη της την ανθρώπινη φύση του και όχι τη θεϊκή του υπόσταση, εφόσον ως μητέρα ανησυχεί για εκείνον και θέλει να τον γλιτώσει από κάθε πιθανό ανθρώπινο πόνο, όπως η ίδια τους έχει βιώσει και γνωρίσει κατά τη διάρκεια της ζωής της.

Δεν είσαι συ για μαχητές, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.


Η Παναγία γνωρίζει την αποστολή του θεϊκού γιου της και γνωρίζει τον μαρτυρικό θάνατο που του αναλογεί.
Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει πως επιθυμεί να δει το παιδί της να περνά έναν τόσο σκληρό βίο. Γι’ αυτό και οι συμβουλές που του δίνει, τώρα που είναι ακόμη αγέννητος, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την πορεία που θα ακολουθήσει ο Χριστός.
Η Παναγία δεν θέλει να δει το γιο της να εμπλέκεται σε αγώνες, έστω κι αν αυτοί θα αποσκοπούν στη σωτηρία των ανθρώπων, διότι γνωρίζει πως το τίμημα για το παιδί της θα είναι ο θάνατος πάνω στο σταυρό. Έτσι, η δική της θέληση είναι να δει το παιδί της νοικοκύρη, με μια φιλήσυχη ζωή, χωρίς να γίνεται σκλάβος κανενός και χωρίς να προδίδει κανέναν.
Ο Χριστός με τη δράση του θα αποτελέσει το πρότυπο του ενεργού πολίτη, που θέτει τον εαυτό του σε δεύτερη μοίρα και παλεύει με όλες του τις δυνάμεις για να δει τον κόσμο να αλλάζει προς το καλύτερο.
Ο Χριστός δεν θα γίνει, όπως θα το ήθελε η μητέρα του, ένας νοικοκύρης, θα γίνει ένας άφοβος αγωνιστής, που θα έρθει αντιμέτωπος με την αδικία των ισχυρών∙ γεγονός, βέβαια, που θα το πληρώσει με την ίδια του τη ζωή.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι...

Στη στροφή αυτή αποδίδεται ένα κομμάτι της αμιγώς ανθρώπινης ζωής του Χριστού, της βρεφικής και παιδικής του ηλικίας, όπου η Παναγία έχει την ευκαιρία να εκδηλώσει όλη της την τρυφερότητα απέναντί του.
Η Παναγία θα σηκώνεται τη νύχτα, περπατώντας σιγά και πατώντας στα νύχια, προκειμένου να μην ενοχλήσει τον ύπνο του βρέφους και θα σκύβει για ν’ ακούσει την ανάσα του μωρού της. Κι ύστερα θα του ετοιμάζει στη φωτιά το ζεστό του γάλα και χαμομήλι για να το ταΐσει.
Εικόνες μιας θαλπωρής οικείας σε κάθε οικογένεια, που έχει την ευλογία να μεγαλώσει ένα μικρό παιδί και να γευτεί την ευδαιμονία που προσφέρουν στον άνθρωπο όλες εκείνες η φροντίδες που απευθύνονται σ’ ένα μωρό και σ’ ένα μικρό παιδί. Μια γαλήνη που συνιστά περίοδο αγνής ευτυχίας.
Η επόμενη εικόνα μας μεταφέρει σ’ ένα ελαφρώς μεταγενέστερο χρονικό σημείο, με την Παναγία να κοιτά με καρδιοχτύπι το μικρό της παιδί να πηγαίνει στο σχολείο του, κρατώντας την πλάκα και το κοντύλι του, για να μάθει να γράφει και να διαβάζει.

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.
Θεριά οι άνθρωποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.


Το κλίμα της ανέφελης ευτυχίας που αποδίδεται στην προηγούμενη στροφή αλλάζει, καθώς το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβική και κατόπιν στη νεανική θα σημάνει και την αφύπνιση του Χριστού, ο οποίος θα είναι πια σε θέση να αντιληφθεί τις έννοιες του Δικαίου και της Αλήθειας.
Η συμβουλή, πάντως, της Παναγίας προς το παιδί της είναι πως όταν κάποια στιγμή η σκέψη του φωτιστεί από τις έννοιες αυτές, να μη τις εκφράσει, να μη μιλήσει γι’ αυτές. Διότι οι άνθρωποι είναι θηρία και δεν αντέχουν να σηκώνουν το φως∙ δεν αντέχουν να βλέπουν την αλήθεια της ζωής τους και της κοινωνίας τους.
Έτσι, παρά το γεγονός ότι ο Χριστός θα μπορεί πια να αντιληφθεί τι είναι Δίκιο και τι είναι Αλήθεια, αφού θα έχει φωτιστεί ο νους του με τη δύναμη μιας αστραπής, εντούτοις είναι προτιμότερο -σύμφωνα με την επιθυμία της Παναγίας- να κρατηθεί μακριά από την επισήμανση αυτών των εννοιών και καταστάσεων, καθώς θα εξοργίσει τους ανθρώπους γύρω του.

Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.


Η συμβουλή της Παναγίας απηχεί εδώ το γνωστό ρητό σχετικά με τη σιωπή, η οποία είναι χρυσός, εφόσον γλιτώνει το άτομο από το να προκαλεί εντάσεις και να έρχεται σε σύγκρουση με τους άλλους ανθρώπους.
Η πιο χρυσή αλήθεια, άρα, είναι η αλήθεια της σιωπής, αφού είναι η μόνη που επιτρέπει στους ανθρώπους να ζουν φιλήσυχα και να μην στρέφουν εναντίον τους όλους εκείνους που θίγονται απ’ όσα θα μπορούσαν ενδεχομένως να λεχθούν.
Η Παναγία έχοντας πάντοτε κατά νου τη βασική της επιθυμία, την προφύλαξη δηλαδή του παιδιού της από την οργή των ανθρώπων, τον συμβουλεύει πως ακόμη κι όταν θα είναι σε θέση να αντιληφθεί το Δίκαιο και την Αλήθεια, να επιλέξει τη σιωπή.
Καθώς, αν επιλέξει να μιλήσει γι’ αυτά κι αν επιλέξει να στραφεί ενάντια σ’ εκείνους που αδικούν και ψεύδονται τότε εκείνοι θα τον σταυρώσουν.
Κατάληξη τόσο δεδομένη, ώστε η Παναγία δηλώνει στο γιο της πως και χίλιες φορές αν γεννηθεί, αν επιλέξει να μιλήσει για τις αρετές της Αλήθειας και του Δικαίου, και τις χίλιες φορές οι άλλοι άνθρωποι θα τον σταυρώσουν.
Η συμβουλή της Παναγίας στον Χριστό να επιλέξει τη χρυσή σιωπή, είναι φυσικά εντελώς αντίθετη με τον ιερό σκοπό που έχει εκείνος να επιτελέσει, αλλά είναι απολύτως λογική από την οπτική της μητέρας που θέλει με κάθε τρόπο να προστατεύσει το παιδί της.

Ώχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!


Καθώς προχωρά ο μονόλογος της Παναγίας μετατίθεται χρονικά σε όλο και μεταγενέστερα χρονικά σημεία της ζωής του Χριστού, έτσι από τις γαλήνιες στιγμές της βρεφικής του ηλικίας φτάνει εδώ στη στιγμή της σταύρωσής του, η οποία γίνεται εμφανής από τα συναισθήματα που εκφράζονται.
Η Παναγία, και μόνο στη σκέψη της θανάτωσης του παιδιού της, νιώθει σαν να της μπήγουν χίλια μαχαίρια και σπαθιά στην καρδιά, ενώ το σάλιο της ξεραίνεται στη γλώσσα της κι είναι πικρό, σαν δηλητήριο. Είναι, δίχως άλλο, σαφές πως η Παναγία δεν μπορεί να δει στη θυσία του γιου της μια προσφορά αγάπης και ελέους προς τους ανθρώπους∙ βλέπει μόνο το θάνατο του μονάκριβου παιδιού της κι αυτό της προκαλεί ανείπωτο πόνο.

- Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο...-
Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!


Με μια έξοχη αντίθεση ανάμεσα στο ήσυχο κοπάδι του βουνού και τους μοχθηρούς λύκους που καραδοκούν, η Παναγία παρουσιάζει το φόβο της πως τη στιγμή που εκείνη ετοιμάζεται να φέρει στον κόσμο ένα απολύτως αγαθό βρέφος υπάρχουν ήδη εκείνοι που θέλουν να το βλάψουν.
Στρέφεται, έτσι, στις ουράνιες δυνάμεις, στον Θεό, και ζητά να ανοίξουν για χάρη της την πιο βαθιά άβυσσο, προκειμένου να γεννήσει στα κρυφά, μακριά από τους λύκους, μακριά από τους αδίστακτους ανθρώπους που θα θελήσουν να της στερήσουν την παρουσία και την ύπαρξη του παιδιού της.
Η μητέρα Παναγία, έστω κι αν γνωρίζει καλά το ιδιαίτερο της πορείας που πρόκειται να ακολουθήσει ο γιος της, δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχτεί το γεγονός πως το παιδί που θα μεγαλώσει εκείνη με τόση αγάπη, θα το σταυρώσουν οι άνθρωποι για να απαλλαγούν από τα κηρύγματα της αγάπης και της δικαιοσύνης. Υποφέρει μ’ αυτή τη σκέψη και αναζητά τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να προφυλάξει το παιδί της από την οργή των ανθρώπων.
----------
η συνέχεια εδώ

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

Κώστας Βάρναλης — «Να σ’ αγναντεύω θάλασσα». Γιώργος Αυγουστάτος — ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ Ν.6

Βασίλης Βαγιάννης
Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα,
να μη χορταίνω απ’ το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.

Να ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο,
όντας μετ’ άξαφνη νεροποντή
χυμάει μες απ’ τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.

Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια,
οι κάβοι, τ’ ακρόγιαλα σαν μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορευτικά τα πεύκα,
τα χρυσόπευκα, κι ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.

Κι αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους
ως μέσα στο νερό τα ερημικά χιονόσπιτα
κι αυτά μες στ’ όνειρό τους να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.

Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.

Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακρυά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση,
μακρυά πολύ κι από τους μαύρους κολασμένους

Πρόλογος «Στο φως που καίει»


ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ Ν.6 ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΓΙΑ ΠΙΑΝΟ «ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΕΣ»
ΤΟΥ ΣΥΝΘΕΤΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΑΤΟΥ
ΠΙΑΝΟ-ΒΙΝΤΕΟ:ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΑΤΟΣ

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Κώστας Βάρναλης — Οἱ μοιραῖοι

Αλέξανδρος Χριστοφής - Καυγάς στην Ταβέρνα (1946)
Το δημοφιλέστερο ποίημα του Βάρναλη, χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα κατορθώματα του νεοελληνικού λυρισμού

Μὲς στὴν ὑπόγεια τὴν ταβέρνα,
μὲς σὲ καπνοὺς καὶ σὲ βρισιές,
(ἀπάνου ἐστρίγγλιζε ἡ λατέρνα)
ὅλη ἡ παρέα πίναμε ἐψές,
ἐψές, σὰν ὅλα τὰ βραδάκια,
νὰ πᾶνε κάτου τὰ φαρμάκια.

Σφιγγόταν ὁ ἕνας πλάι στὸν ἄλλο
καὶ κάπου ἐφτυοῦσε καταγῆς,
ὤ! πόσο βάσανο μεγάλο
τὸ βάσανο εἶναι τῆς ζωῆς!
Ὅσο κι ὁ νοῦς ἂν τυραννιέται
ἄσπρην ἡμέρα δὲ θυμιέται!

(Ἥλιε καὶ θάλασσα γαλάζα
καὶ βάθος τοῦ ἄσωτου οὐρανοῦ,
ὤ! τῆς αὐγῆς κροκάτη γάζα
γαρούφαλλα τοῦ δειλινοῦ,
λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,
χωρὶς νὰ μπεῖτε στὴν καρδιά μας!)

Τοῦ ἑνοῦ ὁ πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος - ἴδιο στοιχειὸ
τοῦ ἄλλου κοντόμερη ἡ γυναῖκα
στὸ σπίτι λιώνει ἀπὸ χτικιό,
στὸ Παλαμήδι ὁ γυιὸς τοῦ Μάζη
κ᾿ ἡ κόρη τοῦ γιαβῆ στὸ Γκάζι.

-Φταίει τὸ ζαβὸ τὸ ριζικό μας!
-Φταίει ὁ θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ!
-Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας!
-Φταίει πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ κρασί!
«Ποιὸς φταίει; Ποιὸς φταίει;... κανένα στόμα
δὲν τὅβρε καὶ δὲν τὄπε ἀκόμα.

Ἔτσι, στὴν σκοτεινὴ ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σὰν τὰ σκουλήκια κάθε φτέρνα
ὅπου μᾶς εὕρει, μᾶς πατεῖ:
δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα!
προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θάμα!



Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μαύρος Γάτος το 1922, τον ίδιο χρόνο που ο ποιητής με τη σύνθεσή του Το φως που καίει εγκαταλείποντας τις προηγούμενες αναζητήσεις του χάραξε τη νέα του πορεία: να υπηρετήσει με την τέχνη του την αριστερή ιδεολογία στην οποία είχε ενταχθεί.
Ο κοινωνικός στόχος του ποιήματος είναι σαφής: να απεικονίσει με τα πιο παραστατικά χρώματα τη δυστυχία των απόκληρων της ζωής.

Μὲς στὴν ὑπόγεια τὴν ταβέρνα,
μὲς σὲ καπνοὺς καὶ σὲ βρισιές,
(ἀπάνου ἐστρίγγλιζε ἡ λατέρνα)
ὅλη ἡ παρέα πίναμε ἐψές,
ἐψές, σὰν ὅλα τὰ βραδάκια,
νὰ πᾶνε κάτου τὰ φαρμάκια.


Ο χώρος όπου εκτυλίσσεται η δράση του αφηγηματικού αυτού ποιήματος είναι μια υπόγεια ταβέρνα γεμάτη καπνούς απ’ τα τσιγάρα και βρισιές απ’ τους θαμώνες. Ενώ, ως στοιχείο εξωτερικού χώρου τίθεται παρενθετικά η σημείωση για τον ενοχλητικό ήχο της λατέρνας.
Συντίθεται, έτσι, το σκηνικό μιας φτωχογειτονιάς, της οποίας οι άνθρωποι βρίσκουν ως μόνη διαφυγή απ’ τη δυστυχία τους το πιοτό (να πάνε κάτου τα φαρμάκια).
Ο αφηγητής αποτελεί μέλος της παρέας (πίναμε, α΄ πληθυντικό), που χθες το βράδυ -όπως και κάθε βράδυ άλλωστε- συναντήθηκε στην υπόγεια αυτή ταβέρνα, για να πνίξει τα φαρμάκια της δύσκολης ζωής στο ποτό. Το σχόλιο «σαν όλα τα βραδάκια» καθιστά σαφές πως η καταφυγή στο ποτό, αλλά και η συνάντηση των φίλων, συνιστά μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία∙ έναν τρόπο ζωής, που φανερώνει παραστατικά την ένταση της δυστυχίας που βιώνουν, και τη συνεπαγόμενη ανάγκη να αποζητούν την παρηγοριά της συντροφικότητας.

Σφιγγόταν ὁ ἕνας πλάι στὸν ἄλλο
καὶ κάπου ἐφτυοῦσε καταγῆς,
ὤ! πόσο βάσανο μεγάλο
τὸ βάσανο εἶναι τῆς ζωῆς!
Ὅσο κι ὁ νοῦς ἂν τυραννιέται
ἄσπρην ἡμέρα δὲ θυμιέται!


Τα μέλη της παρέας σφίγγονται ο ένας πλάι στον άλλον είτε λόγω της στενότητας του χώρου είτε γιατί καθώς συζητούν θέλουν να πλησιάσουν περισσότερο μεταξύ τους. Ενώ, η αναφορά στη συνήθειά τους να φτύνουν στο δάπεδο, σε συνδυασμό και με τις βρισιές που ακούγονται στην ταβέρνα, δίνει μια ρεαλιστική εικόνα ανθρώπων χαμηλού βιοτικού επιπέδου.

Με τη γενικής ισχύος διαπίστωση πως το βάσανο της ζωής είναι πολύ μεγάλο, και πως όσο κι αν τυραννά κανείς τη σκέψη του δεν μπορεί να θυμηθεί μιαν άσπρη μέρα (μεταφορά), μια μέρα ευτυχίας, δίνεται απ’ τον αφηγητή το κλίμα των συζητήσεων και των προβληματισμών της παρέας.
Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η εναργής παρουσίαση της δυστυχίας των κεντρικών προσώπων, αλλά και η ταύτισή τους με σημαντικό μέρος του πληθυσμού εκείνης της εποχής, που βρισκόταν ανάλογα αντιμέτωπο με την οικονομική ανέχεια και τα συνεχή προβλήματα του δύσκολου βιοπορισμού.

(Ἥλιε καὶ θάλασσα γαλάζα
καὶ βάθος τοῦ ἄσωτου οὐρανοῦ,
ὤ! τῆς αὐγῆς κροκάτη γάζα
γαρούφαλλα τοῦ δειλινοῦ,
λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,
χωρὶς νὰ μπεῖτε στὴν καρδιά μας!)


Η αντίθεση που δημιουργείται ανάμεσα στην ομορφιά του φυσικού περιβάλλοντος και τη μίζερη υπόγεια ταβέρνα, έρχεται να τονίσει ακόμη περισσότερο το βαθμό στον οποίο οι φτωχοί άνθρωποι μένουν αποκλεισμένοι από τη βίωση των ευδαιμονικών πτυχών της ζωής.

Ο ήλιος, η γαλάζια θάλασσα, ο ορίζοντας του απέραντου ουρανού, τα θελκτικά χρώματα της αυγής, όπως και τα εντονότερα χρώματα της δύσης, όλα προσφέρουν απλόχερα το απροσμέτρητο κάλλος τους, χωρίς ωστόσο να κατορθώνουν ν’ αγγίξουν την καρδιά των βασανισμένων ανθρώπων.
Η φτώχεια, η απόγνωση και τα συνεχή προβλήματα δεν τους επιτρέπουν να νιώσουν τη χαρά και την αισιόδοξη διάθεση που ευαγγελίζεται η αρμονία και η ομορφιά της φύσης. Άλλωστε, για τους ανθρώπους που έρχονται αντιμέτωποι με τόσο σημαντικές δυσκολίες, η ωραιότητα της φύσης και η προσδοκία της ευδαιμονίας που προκύπτει μέσα από αυτή, καθιστούν ακόμη πιο δυσβάσταχτη την αγωνία τους.
...................
η συνέχεια εδώ: latistor

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Κώστας Βάρναλης - Πάλι μεθυσμένος είσαι
«Αχ, πού ‘σαι, νιότη, πού δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!»

the absinthe drinker-1907
Το ποίημα που ακολουθεί είναι ο πρόλογος της ποιητικής συλλογής «Σκλάβοι πολιορκημένοι». Τιτλοφόρησε έτσι τη συλλογή ο Βάρναλης παραλλάσσοντας τον τίτλο της γνωστής ποιητικής σύνθεσης του Σολωμού Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Οι «Σκλάβοι πολιορκημένοι» του είναι όλοι οι άνθρωποι που είναι δέσμιοι των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών.

Πάλι μεθυσμένος εἶσαι, δυόμιση ὥρα τῆς νυχτός.
Κι ἂν τὰ γονατά σου τρέμαν, ἐκρατιόσουνα στητὸς
μπρὸς στὸ κάθε τραπεζάκι.«-Γειά σου Κωσταντὴ βαρβᾶτε!»
«-Καλησπερούδια, ἀφεντικά, πῶς τὰ καλοπερνᾶτε;»

Ἕνας σοὔδινε ποτήρι κι ἄλλος σοὔδινεν ἐλιά.
Ἔτσι πέρασες γραμμὴ τῆς γειτονιᾶς τὰ καπελιά.
Κι ἂν σὲ πείραζε κανένας - ἂχ ἐκεῖνος ὁ Τριβέλας!-
ἔκανες πὼς δὲν ἔνιωθες καὶ πάντα ἐγλυκογέλας.

Χτὲς καὶ σήμερα ἴδια κι ὅμοια, χρόνος μπρός, χρόνια μετά...
Ἡ ὕπαρξή σου σὲ σκοτάδια ὅλο πηχτότερα βουτᾷ.
Τάχα ἡ θελησή σου λίγη, τάχα ὁ πόνος σου μεγάλος;
Ἄχ, ποὖσαι νιότη, ποὔδειχνες πῶς θὰ γινόμουν ἄλλος!


Σκλάβοι πολιορκημένοι - Πρόλογος
Απαγγέλλει ο Κώστας Βάρναλης
«Ἢ ποίηση τοῦ Βάρναλη, γράφει ὁ Μενέλαος Λουντέμης, δὲ μύριζε ποτὲ γάλα. Μύριζε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μπαροῦτι· κατέβηκε δηλαδὴ στὸ στίβο χωρὶς πάρα πολλὰ γυμνάσματα καὶ δοκιμὲς καὶ περιπλανήσεις στοὺς λειμῶνες τῶν ἀσφόδελων. Μ᾿ ἄλλα λόγια, χωρὶς αὐτὲς τὶς πεισιθάνατες κραυγὲς ποὺ ἔβγαζαν ὅλοι οἱ λυρικοί του καιροῦ του. Ὄχι. Ἡ Ποίηση τοῦ Βάρναλη ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀρσενική, λάσια, μιὰ βολίδα ποὔπεσε μὲς στὰ στεκούμενα νερὰ τοῦ μελίπηχτου λυρισμοῦ».

Ανάλυση
Ο Κώστας Βάρναλης συνθέτει ένα πικρό πορτρέτο του εαυτού του, στον οποίο απευθύνεται σε β΄ πρόσωπο σαν να θέλει να αντικρίσει με αποστασιοποίηση την τραγική του κατάσταση, αλλά και για να μην περιορίσει την ιστορία του Κωνσταντή στα στενά όρια του προσωπικού βιώματος. Η κατάσταση, άλλωστε, του Κωνσταντή δεν αποτελεί κάτι το ασυνήθιστο για την εποχή του (1927), όπως και για τις περιόδους που ακολούθησαν. Η παραίτηση, η μίζερη διαβίωση κι η φτώχεια συνοδεύουν -ατυχώς- τη ζωή πολλών ανθρώπων.

Το ποίημα έχει συντεθεί με ποικιλία μέτρων και οι στίχοι του έχουν ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, μιας και πρόκειται για έργο της παραδοσιακής ποίησης.

Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμισι ώρα της νυχτός.
Κι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός
μπρος στο κάθε τραπεζάκι. - «Γεια σου, Κωνσταντή βαρβάτε!»

- Καλησπερούδια αφεντικά, πώς τα καλοπερνάτε;


Η χρήση του επιρρήματος «πάλι» υποδηλώνει από την αρχή πως η κατάσταση μέθης αποτελεί κάτι το συνηθισμένο για τον ήρωα του ποιήματος. Αργά τη νύχτα κι ο Κωνσταντής είναι πάλι μεθυσμένος και γυρίζει από τραπέζι σε τραπέζι. Αν και τα γόνατά του τρέμουν από το μεθύσι, εκείνος κρατιέται στητός, διότι δεν θέλει να καταλάβουν οι γύρω του πόσο μεθυσμένος είναι. Μια εικόνα ηθικής και σωματικής εξαθλίωσης, που φανερώνει πως ο ήρωας του ποιήματος δεν έχει πια τη δυνατότητα να φροντίζει για τη διαφύλαξη της αξιοπρέπειάς του.

Ο Κωνσταντής -ο ίδιος ο ποιητής δηλαδή- πηγαίνει και στέκει μπροστά από κάθε τραπεζάκι, προσδοκώντας κάποιο κέρασμα και ανεχόμενος για χάρη του κεράσματος αυτού τα πειράγματα των θαμώνων. Ενδεικτική ως προς αυτό η προσφώνηση που του επιφυλάσσουν: «Γεια σου, Κωνσταντή, βαρβάτε!». Το επίθετο βαρβάτος, που σημαίνει εκείνος που είναι πολύ αρρενωπός και πολύ δυνατός, λειτουργεί ως σαρκαστικό σχόλιο για τον ήρωα που μετά βίας κατορθώνει να συγκρατήσει όρθιο το κορμί του, αφού η μέθη καθιστά το βήμα του ασταθές.

Ο ήρωας του ποιήματος δέχεται το καλοκάγαθο αυτό πείραγμα με ύφος δουλικό, προσφωνώντας τους θαμώνες «αφεντικά» και ρωτώντας τους πως περνούν. Δηλώνει, έτσι, πως έχει επίγνωση ότι βρίσκεται σε υποδεέστερη θέση από εκείνους, αφού επί της ουσίας βρίσκεται μπροστά τους για να ζητιανέψει λίγο κρασί, αλλά και για να επισημάνει πως εκείνοι έχουν τη δυνατότητα να τρώνε και να πίνουν έχοντας τα αναγκαία χρήματα για να πληρώσουν το λογαριασμό, σε αντίθεση με εκείνον.

Ένας σου ‘δινε ποτήρι κι άλλος σου ‘δινεν ελιά.
Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελιά.


Οι πελάτες των καπηλειών, οι πελάτες στις ταβέρνες, τηρούν μια γενναιόδωρη στάση απέναντι στον μέθυσο Κωνσταντή και τον κερνούν ο καθένας κι από κάτι, προσφέροντάς του και κρασί, μα και κάτι να φάει. Μια διαδικασία που επαναλαμβάνεται σε κάθε ταβέρνα, μέχρι ο ήρωας να περάσει από όλες τις ταβέρνες της γειτονιάς.

Το γεγονός, βέβαια, ότι οι πελάτες ενδίδουν στην έμμεση επαιτεία του Κωνσταντή υποδηλώνει πως... 
................
η συνέχεια εδώ: latistor

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Κώστας Βάρναλης - Πρόλογος «Στὸ φῶς ποὺ καίει»


Νὰ σ᾿ ἀγναντεύω, θάλασσα, νὰ μὴ χορταίνω
ἀπ᾿ τὸ βουνὸ ψηλὰ
στρωτὴ καὶ καταγάλανη καὶ μέσα νὰ πλουταίνω
ἀπ᾿ τὰ μαλάματά σου τὰ πολλά.

Νά ῾ναι χινοπωριάτικον ἀπομεσήμερο, ὄντας
μετ᾿ ἄξαφνη νεροποντὴ
χυμάει μὲς ἀπ᾿ τὰ σύνεφα θαμπωτικὰ γελώντας
ἥλιος χωρὶς μαντύ.

Νὰ ταξιδεύουν στὸν ἀγέρα τὰ νησάκια, οἱ κάβοι,
τ᾿ ἀκρόγιαλα σὰ μεταξένιοι ἀχνοὶ
καὶ μὲ τοὺς γλάρους συνοδιὰ κάποτ᾿ ἕνα καράβι
ν᾿ ἀνοίγουν νὰ τὸ παίρνουν οἱ οὐρανοί.

Ξανανιωμένα ἀπ᾿ τὸ λουτρὸ νὰ ροβολᾶνε κάτου
τὴν κόκκινη πλαγιὰ χορευτικὰ
τὰ πεῦκα, τὰ χρυσόπευκα, κι᾿ ἀνθὸς τοῦ μαλαμάτου
νὰ στάζουν τὰ μαλλιά τους τὰ μυριστικά.

Κι᾿ ἀντάμα τους νὰ σέρνουνε στὸ φωτεινὸ χορό τους
ὡς μέσα στὸ νερὸ
τὰ ἐρημικὰ χιονόσπιτα -κι᾿ αὐτὰ μὲς στ᾿ ὄνειρό τους
νὰ τραγουδᾶνε, ἀξύπνητα καιρό.

Ἔτσι νὰ στέκω, θάλασσα, παντοτεινὲ ἔρωτά μου
μὲ μάτια νὰ σὲ χαίρομαι θολὰ
καὶ νά ῾ναι τὰ μελλούμενα στὴν ἅπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι᾿ ἀλάργα βάσανα πολλά.

Ὡς νὰ μὲ πάρεις κάποτε, μαργιόλα σύ,
στοὺς κόρφους σου ἀψηλά τους ἀνθισμένους
καὶ νὰ μὲ πᾶς πολὺ μακρυὰ ἀπ᾿ τὴ μαύρη τούτη Κόλαση,
μακρυὰ πολὺ κι᾿ ἀπὸ τοὺς μαύρους κολασμένους ....