Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2019

Νικηφόρος Βρεττάκος — Το παράπονο του σκοτωμένου
«Μα, πέστε μου,/αφού με δίχως ν’ αγαπώ
δεν μπορούσα να ζήσω /τι έπρεπε να κάμω;»

Με σκότωσαν για ένα τριαντάφυλλο.

Για ένα χαμόγελο με σκότωσαν.
Salvador Dali - Meditative rose
Είδανε μιαν αυγή
τη θλίψη ενός περιστεριού
να κάθεται πάνω στη στέγη μου.
Είδανε την αγάπη μέσα μου
δεν μπόρεσα να την κρύψω.
Την άσπρη αυτή προκήρυξη
την είχε γράψει ο Θεός
όρθιος πάνω στην κούνια μου.
Μ’ είχε ορκίσει το δάκρυ
και το ψωμί –
μου βρήκαν
μια ελπίδα μες στον κόρφο μου
κρυμμένη και γι’ αυτό
με σκότωσαν.

Γι’ αυτό
δεν είχε η πούλια βασιλέψει,
ρόδιζε μόλις, όταν
μ’ έστησαν όρθιον.

Ψήλωσα

Ψήλωσα

Ψήλωσα

σαν μια κολόνα φάνταξα
με λιονταρίσια χαίτη
μπροστά στα είκοσι στόματα
των τουφεκιών.
Με σκότωσαν
για μια «καλημέρα».

Μέσα στη μνήμη μου αμυδρά
γυρίζει ακόμα ο ήλιος.


Άνοιγα το παράθυρο
Και κοιτούσα τον κόσμο.
Γλυκά μού μίλαγε κι εγώ
γλυκά τού αποκρινόμουν
με μια καρδιά γιομάτη αηδόνια
και όνειρα.

Μα, πέστε μου,
αφού με δίχως ν’ αγαπώ
δεν μπορούσα να ζήσω
τι έπρεπε να κάμω;

Από τη συλλογή "Ο χρόνος και το ποτάμι" (1957) 

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2019

Γιάννης Καλαμίτσης - Γιάννης Σπανός — «Άνθρωποι μονάχοι»

Ένα τραγούδι που περιγράφει τη μοναξιά ως τόπο εξορίας.
Ο λυγμός της Μοσχολιού είναι ο ήχος της ανθρώπινης ερημιάς
Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
σαν το ξεχασμένο στάχυ
ο κόσμος γύρω άδειος κάμπος
κι αυτοί στης μοναξιάς το θάμπος
σαν το ξεχασμένο στάχυ
άνθρωποι μονάχοι

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
όπως του πελάγου οι βράχοι
ο κόσμος θάλασσα που απλώνει
κι αυτοί βουβοί σκυφτοί και μόνοι
ανεμοδαρμένοι βράχοι
άνθρωποι μονάχοι
Άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, ξεχασμένα
άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, σαν εσένα, σαν εμένα…

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2019

Μανόλης Ἀναγνωστάκης — Fair Play
«Δὲν ἄκουσες ποτὲ τὴ μάνα σου τὴν ἅγια
σ᾿ ἐνοχλοῦσε καὶ σένα τὸ κατεστημένο,
δὲν εἶδες γύρω σου χιλιάδες τὰ ναυάγια
δὲν τὸ χαμπάρισες πὼς τὸ παιχνίδι ἦταν στημένο.»

Κι ἕνα πρωί: «Ἀπαγορεύονται τὰ ἄσματα
καὶ κοπιάστε στὸ τμῆμα γιὰ ἀνακρίσεις».
(ὁ ποιητὴς ὑπογράφει ὡς: Μανοῦσος Φάσσης)

Τῷ φίλω Μ. Ἄν.
Πόσες χιλάδες ὧρες πέρασαν μὲ συνεδρίαση,
σ᾿ αχτίδες, κόβες καὶ κομματικοὺς πυρῆνες,
στὸ τέλος πάθαμε χρονία νικοτινίαση
κι ὁ πονοκέφαλος οὔτε περνοῦσε μ᾿ ασπιρίνες.

Μάθαμε ἀπ᾿ ὄξω -βασικὰ- ὅλα τὰ προβλήματα
καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς πάλης
καὶ γίναμε τὰ δακτυλοδειχτούμενα τὰ βλήματα
κρατώντας τὸν Μὰρξ – Ἔγκελς ὑπὸ μάλης.

Μέρα τὴ μέρα θά ῾ρχονταν ἡ Ἐπανάσταση
καὶ περιμένοντας πέρασαν τὰ χρόνια
κι ὅμως σ᾿ τὸ λέγαν οἱ γονεῖς σου «ἄσ᾿ τα σὺ
πάντα θὰ βρίσκονται στὸν κόσμο ἄλλα κωθώνια».

Πάντοτε ὁ καπιταλισμὸς βρίσκει περάσματα
καὶ ξεπερνᾶ τὶς δύσκολες τὶς κρίσεις.
Κι ἕνα πρωί: «Ἀπαγορεύονται τὰ ἄσματα
καὶ κοπιάστε στὸ τμῆμα γιὰ ἀνακρίσεις».

Τώρα νὰ σπάσεις δὲν μπορεῖς πιά, σὲ χρωμάτισαν
καὶ σ᾿ ἔχουν σὰν τὸν ποντικὸ μέσα στὴ φάκα
καὶ δὲν ξεφεύγεις ἀπὸ τοῦ χαφιὲ τὸ μάτι σὰν
συναναστρέφεσαι τὸν καθ᾿ ἕνα μαλάκα.
...........................................................................................
Δὲν ἄκουσες ποτὲ τὴ μάνα σου τὴν ἅγια
σ᾿ ἐνοχλοῦσε καὶ σένα τὸ κατεστημένο,
δὲν εἶδες γύρω σου χιλιάδες τὰ ναυάγια
δὲν τὸ χαμπάρισες πὼς τὸ παιχνίδι ἦταν στημένο.

Σάββατο, 29 Ιουνίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Πήρα τους δρόμους του ουρανού

Να ’χα δυο χέρια δυο σπαθιά
να σε σκεπάσω, αγάπη μου
να μη σ’ αγγίζει ο πόνος
Να ’μουν αητός να ’χα φτερά
για να σε πάρω μακριά
να μη σε βρίσκει ο χρόνος
Cloud Warriorby nkabuto
Έφυγ’ η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο τον κόμπο στάζει

Πήρα τους δρόμους του ουρανού
τα σύννεφα κυνήγησα
μίλησα με τ’ αστέρια
Έψαξα νότο και βοριά
για να σου φέρω τη χαρά
μα έμεινα μ’ άδεια χέρια

Έφυγ’ η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο τον κόμπο στάζει.

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

Ιωάννης Πολέμης — Το δισκοπότηρο της Αγιά-Σοφιάς

Ἦταν μιὰ φορὰ κ᾿ ἕναν καιρὸ
μέσ᾿ στὴν ἐκκλησιὰ τὴν τρισυπόστατη,
ἦταν τὸ χρυσὸ καὶ τ΄ἀργυρὸ
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο —
ἦταν μιὰ φορὰ κ᾿ ἕναν καιρό.

Κι᾿ ὅταν λειτουργοῦσεν ὁ παπᾶς,
τὴ στιγμὴ ποὺ μόνος ἐπροσκόμιζε,
κάποιος τοῦ τὸ πῆρε, — Ποῦ τὸ πᾷς,
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο;
στράφηκε καὶ ρώτησ᾿ ὁ παπᾶς.

Ποῦ τὸ πᾷς μ᾿ ὀρθάνοιχτα φτερά;
Μόνο ὁ Βασιλιᾶς μας ἐκοινώνησε·
κύτταξε τί πλῆθος καρτερᾷ
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο!
Ποῦ τὸ πᾷς μ᾿ ὀρθάνοιχτα φτερά;

— Ἄχ! Ἡ Ὡραία Πύλη θὰ κλειστῇ
καὶ θὰ γκρεμιστῇ κι᾿ ἡ Ἅγια Τράπεζα,
καὶ θὰ λαχταρήσουν οἱ πιστοὶ
τ΄ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο,
ἡ Ὡραία Πύλη ὅταν κλειστῇ.

Ἔτσι, μὲ τὴν Θεία Κοινωνιὰ
θὰ τὸ κρύψω μέσα στὸν Παράδεισο
καὶ στὴν πειὸ κρινόσπαρτη γωνιὰ
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο·
ἔτσι, μὲ τὴν Θεία Κοινωνιά.

Θὰ μεταλαβαίνουν οἱ ψυχὲς
τῶν μαρτύρων, ποὺ ἔχυσαν τὸ αἷμά των
καὶ θ᾿ ἀκούῃ ἀνήκουστες εὐχὲς
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο
ἀπὸ τῶν Μαρτύρων τὶς ψυχές.

Ὡς ποὺ νἄρθῃ ἡ ὥρα κ᾿ἡ στιγμὴ
ποὺ θὲ ν᾿ ἀκουστοῦν οἱ εὐχὲς οἱ ἀνήκουστες
νὰ τὸ ξαναφέρω μὲ τιμὴ
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο.
— Πότε θἄρθῃ ἡ ὥρα κ᾿ ἡ στιγμή;

Βιαστικὸς στὰ σύννεφα πετᾷ
κι᾿ οὔτε στρέφει κἂν κι᾿ οὔτ᾿ ἀποκρίνεται.
Μὲ τὰ δυὸ τὰ χέρια του βαστᾷ
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο
κι᾿ ἄφωνος στὰ σύννεφα πετᾷ. 

Ποιητική συλλογὴ «ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΜΑΡΜΑΡΑ» (1917)


Ποίηση: Ἰωάννης Πολέμης (Ἀθήνα,1862 - 1924).
Μουσικὴ: Γιάννης Νούσιας (Πρέβεζα, 1904 - Ἀθήνα,1971)
Στὸ σημεῖο 2:43 προβάλλεται μία θαυμάσια ἀναπαράστασις τῆς βυζαντινῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ τοῦ περιβάλλοντος χώρου τοῦ Αntoine Ηelbert, ἴδε: http://www.antoine-helbert.com/fr/por...

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

Οδυσσέας Ελύτης — Θάνατος καὶ Ἀνάστασις τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

«Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα – ὅλ᾿ ἡ ζωὴ μία λάμψη!» φώναξε κι ὅρμησε
μὲς στὸ σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσὴ γραμμὴ ἀτελεύτητη
Καὶ ἀμέσως ἔνιωσε ξεκινημένη ἀπὸ μακριά ἡ στερνὴ χλωμάδα
νὰ τὸν κυριεύει.

Ι
Ἔτσι καθὼς ἐστέκονταν ὀρθὸς μπροστὰ στὴν Πύλη κι ἄπαρτος μὲς
στὴ λύπη του
Μακριὰ τοῦ κόσμου ποὺ ἡ ψυχή του γύρευε νὰ λογαριάσει στὸ φάρ-
δος Παραδείσου Καὶ σκληρὸς πιὸ κι ἀπ᾿ τὴν πέτρα ποὺ δὲν τὸν
εἴχανε κοιτάξει τρυφερὰ ποτὲ – κάποτε τὰ στραβὰ δόντια του ἄσπρι-
ζαν παράξενα
Κι ὅπως περνοῦσε μὲ τὸ βλέμμα του λίγο πιὸ πάνω ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώ-
πους κι ἔβγανε ἀπ᾿ ὅλους Ἔναν ποὺ τοῦ χαμογελούσε τὸν
Ἀληθινόν ποὺ ὁ χάρος δὲν τὸν ἔπιανε
Πρόσεχε νὰ προφέρει καθαρὰ τὴ λέξη θάλασσα ἔτσι ποὺ νὰ γυαλί-
σοῦν μέσα της ὅλα τὰ δελφίνια Κι ἡ ἐρημιὰ πολλὴ ποὺ νὰ χωρᾶ ὁ
Θεός κι ἡ κάθε μιὰ σταγόνα σταθερὴ στὸν ἥλιο ν᾿ ἀνεβαίνει
Νέος ἀκόμα εἶχε δεῖ στοὺς ὤμους τῶν μεγάλων τὰ χρυσὰ νὰ λάμπουν
καὶ νὰ φεύγουν Καὶ μιὰ νύχτα θυμᾶται σ᾿ ὥρα μεγάλης τρικυ-
μῖας βόγκηξε ὁ λαιμός του πόντου τόσο ποὺ θολώθη μὰ δὲν ἔστερ-
ξὲ νὰ τοῦ σταθεῖ
Βαρὺς ὁ κόσμος νὰ τὸν ζήσεις ὅμως γιὰ λίγη περηφάνια τὸ ἄξιζε.

II
Θεέ μου καὶ τώρα τι Πού ῾χε μὲ χίλιους νὰ παλέψει χώρια μὲ τὴ
μοναξιά του ποιός αὐτὸς πού ῾ξερε μ᾿ ἕνα λόγο του νὰ δώσει ὁλά-
κερης τῆς γῆς νὰ ξεδιψάσει τί
Ποὺ ὅλα του τά ῾χαν πάρει Καὶ τὰ πέδιλά του τὰ σταυροδετὰ καὶ τὸ
τρικράνι του τὸ μυτερὸ καὶ τὸ τοιχίο ποὺ καβαλοῦσε κάθε ἀπομεσή-
μερο νὰ κρατάει τὰ γκέμια ἐνάντια στὸν καιρὸ σὰν ζόρικο καὶ πηδη-
χτὸ βαρκάκι
Καὶ μία φούχτα λουίζα ποὺ τὴν εἶχε τρίψει στὰ μάγουλα ἑνὸς κορι-
τσιοῦ μεσάνυχτα νὰ τὸ φιλήσει (πῶς κουρναλίζαν τὰ νερά τοῦ
φεγγαριοῦ στὰ πέτρινα τὰ σκαλοπάτια τρεῖς γκρεμοὺς πάνω ἀπ᾿ τὴ
θάλασσα…)
Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα Καὶ μήτ᾿ ἕνας πλάι του Μονάχα οἱ λέξεις
του οἱ πιστὲς πού ῾σμιγαν ὅλα τους τὰ χρώματα ν᾿ ἀφήσουν μὲς στὸ
χέρι του μιὰ λόγχη ἀπὸ ἄσπρο φῶς
Καὶ ἀντίκρυ σ᾿ ὅλο τῶν τειχῶν τὸ μάκρος μυρμηκιὰ οἱ χυμένες
μὲς στὸ γύψο κεφαλὲς ὅσο ἔπαιρνε τὸ μάτι του
«Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα – ὅλ᾿ ἡ ζωὴ μία λάμψη!» φώναξε κι ὅρμησε
μὲς στὸ σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσὴ γραμμὴ ἀτελεύτητη
Καὶ ἀμέσως ἔνιωσε ξεκινημένη ἀπὸ μακριά ἡ στερνὴ χλωμάδα
νὰ τὸν κυριεύει.

III
Τώρα καθὼς τοῦ ἥλιου ἡ φτερωτὴ ὁλοένα γυρνοῦσε καὶ πιὸ γρήγο-
ρα οἱ αὐλὲς βουτοῦσαν μέσα στὸ χειμώνα κι ἔβγαιναν πάλι κατά-
κόκκινες ἀπ᾿ τὰ γεράνια
Κι οἱ μικροὶ δροσεροὶ τροῦλοι ὅμοια μέδουσες γαλάζιες ἔφταναν κά-
θε φορὰ καὶ πιὸ ψηλὰ στ᾿ ἀσήμια ποὺ τὰ ψιλοδούλευε ὁ ἀγέρας
γι᾿ ἄλλων καιρών πιὸ μακρινῶν τὸ εἰκόνισμα
Κόρες παρθένες φέγγοντας ἡ ἀγκαλιὰ τοὺς ἕνα θερινὸ ξημέρωμα
φρέσκα βαγιόφυλλα καὶ τῆς μυρσίνης τῆς ξεριζωμένης τῶν βυθῶν
σταλάζοντας ἰώδιο τὰ κλωνάρια
Τοῦ ῾φερναν Ἐνῶ κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια του ἄκουγε στὴ μεγάλη κά-
ταβόθρα νὰ καταποντίζονται πλῶρες μαύρων καραβιών τ᾿ ἀρχαῖα
καὶ καπνισμένα ξύλα ὄθε μὲ στυλωμένο μάτι ὀρθὲς ἀκόμη Θεό-
μήτορες ἐπιτιμούσανε
Ἀναποδογυρισμένα στὶς χωματερὲς ἀλόγατα σωρὸς τὰ χτίσματα
μικρὰ μεγάλα θρουβαλιασμὸς καὶ σκόνης ἄναμμα μὲς στὸν ἀέρα
Πάντοτε μὲ μιὰ λέξη μὲς στὰ δόντια του ἄσπαστη κειτάμενος
Αὐτὸς
ὁ τελευταῖος Ἕλληνας!