Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

Οδοιπορικό στην Ποίηση
1. Γιάννης Ρίτσος: «Η Κυρά των Αμπελιών»

Στο ποίημα παρουσιάζονται όλες οι γωνιές της Ελλάδας μαζί με την ιστορία τους.
Η Κυρά διασχίζει τον τόπο και τον χρόνο.
Είναι η Παναγία, η Μπουμπουλίνα, η Περσεφόνη, η Μάνα και η περήφανη Αγωνίστρια.



Κι έτσι στητή και δυνατή καταμεσής στον κόσμο
κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί
την άγια σπάθα
είσαι η ομορφιά κι η λεβεντιά κι είσαι η Ελλάδα.

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2018

Γιάννης Ρίτσος — Οκτώβρης 1940
«Πάντα νικάει το δίκιο./Μια μέρα θα νικήσει ο άνθρωπος.
Μια μέρα η λευτεριά θα νικήσει τον πόλεμο»

Πάντα νικάει το δίκιο.
Μια μέρα θα νικήσει ο άνθρωπος.
Μια μέρα η λευτεριά θα νικήσει τον πόλεμο
Αδέρφια μου. Αδέρφια μου,
μια μέρα θα νικήσουμε για πάντα.
Ανοίγουν τα παράθυρα
κι όσοι μένουν χαιρετούν αυτούς που φεύγουν
και φεύγουν όλοι.
Γέμισαν οι πόλεις με τύμπανα και σημαίες.
Ορθή η αυγή σημαιοστολίζει τα όνειρα μας.
Κι η Ελλάδα λάμπει μες στα φώτα των ονείρων μας.
Ο ήλιος πλυμένος
με το καθαρό πρόσωπο στραμμένο στον άνθρωπο
χαιρετάει τους δρόμους που κρατούν στη μάχη.
Αυτοκίνητα περνούν γεμάτα πλήθος.
Αποχαιρετιούνται στις πόρτες και γελάνε
κι ύστερα ακούγονται τ' άρβυλα στην άσφαλτο
το μεγάλο τραγούδι των αντρίκειων βημάτων
που μακραίνει και σβήνει στο μάκρος του δρόμου
ως το βραδινό σταθμό με τα χαμηλωμένα φώτα.
Εκεί τρένα περιμένουν
σφυρίζουν λίγο έξω απ' την πόλη
ακούγονται αποχαιρετιστήριοι πυροβολισμοί
κι ύστερα όλα σωπαίνουν και περιμένουν.
Διαβάζουμε τα τελευταία παραρτήματα:
Νικούμε. Νικούμε.
Πάντα νικάει το δίκιο.
Μια μέρα θα νικήσει ο άνθρωπος.
Μια μέρα η λευτεριά θα νικήσει τον πόλεμο
Αδέρφια μου. Αδέρφια μου,
μια μέρα θα νικήσουμε για πάντα.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Μικρά γυμνάσματα λησμονιάς

Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα,
  συμβιβασμοί -
πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.
ATLANTIC CITY BOARDWALK
Μικρή πραγματεία
  Κάποτε θα ήθελα να μιλήσω γι’ αυτή τη σκιά που μας ακολου-
θεί μες στην ομίχλη – αλλά μου είναι απαγορευμένο να πω το
τέλος μιας ιστορίας
  που δεν άρχισε ποτέ.

Εφαρμοσμένος Μαρξισμός
  Και καμιά φορά ενώ είμαι μόνος στην κάμαρα, κρύβω τα λίγα
χρήματά μου, για να μπαίνει πιo άφοβα απ’ το παράθυρο
  το φως του φεγγαριού.

Συγκομιδή
Κι όταν με πλησίασαν με προτεταμένα όπλα, εγώ χαμογέλασα
με περιφρόνηση και σηκώνοντας τα χέρια μου ψηλά άρχισα να
μαζεύω τα μήλα της χρονιάς.

Καλοκαίρι
  «Δε μ’ άφησαν πάλι να κοιμηθώ» έλεγε κάθε πρωί η γριά που
κοιμόταν στον κήπο. Και βέβαια θα εννοούσε τα’ άστρα
  Ή τα παιδιά που είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο.               

Ανταμοιβή
  Ένα παιδί κοιμάται. Όλη τη μέρα έκλαψε. Αλλά τώρα χαμογελάει
καθώς η Μεγάλη Άρκτος του γλείφει με τη χρυσαφιά της γλώσσα
  το ξεσκέπαστο πόδι του.

Παράδοξα απογεύματα
Μια γυναίκα καθόταν σ’ ένα παγκάκι στο πάρκο, ολομόναχη,
Κρατούσε μιαν ομπρέλα, δεν είχε πού να πάει,
ώσπου σηκώθηκε και με αργά, αβέβαια βήματα
Ανέβηκε στον ουρανό.

Άγνωστα εγκλήματα
  Συχνά, όταν ήμουν παιδί, οι μεγάλοι κουβέντιαζαν χαμηλό-
φωνα, μόνο και μόνο για να μην κρυφακούσω.
  Έτσι μου σκότωσαν για πάντα τον επίλογο.

Αισθητική
Όσο για κείνη την ιστορία, υπάρχουν πολλές εκδοχές.
Η καλύτερη όμως πάντα είναι αυτή που κλαίς.

Διαθήκη
  Ίσως να το ‘βρα. Αλλά δεν θα σας το πω. Γιατί τότε εσείς τι θα
ψάχνετε;

Απάντηση
«Μα πως περπατάς επί των κυμάτων;» ρώτησα.
«Έχασα το δρόμο» μου λέει.

Ο ποιητής I
Προσπαθεί να φαίνεται ήρεμος. Να μοιάζει με τους άλλους. Κ’
είναι στιγμές που το κατορθώνει.
  Όμως τις νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί. Οι μεγάλες φτερούγες
του δεν χωράνε μέσα στον ύπνο.

Ο ποιητής ΙΙ
Λένε μάλιστα πως όταν πέθανε ακολούθησαν τη νεκρική πομπή
όλες οι λάμπες πετρελαίου των θλιμμένων προαστίων, χαμηλω-
μένες βέβαια για την περίσταση.
  Κι έτσι εξηγήθηκαν πολλές απ’ τις παλιές υπερβολές του.

Καθ’ ημέραν βίος
Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα,
  συμβιβασμοί -
πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.

Μητρικές προβλέψεις
  Κ’ η μητέρα φορούσε πάντα φαρδιά φορέματα, για να σκεπάζει
ίσως κι εκείνον
  που δε γίναμε.

Αυτοπροσωπογραφία
Τόσο φοβισμένος, που όταν μου έπαιρναν κάτι τους ευγνωμονούσα
που μου άφηναν τουλάχιστον την ανάμνησή του.

Νύχτα
Κι άξαφνα ανακαλύπτεις σ’ ένα άγαλμα όλη τη λησμονιά
ή σ’ ένα λόγο αστόχαστο την πιο αληθινή μαρτυρία.

Αδιευκρίνιστα σημεία
Όλοι γύρισαν. Μόνον οι ποιητές έμειναν για πάντα εκεί.

Ποιητές
Ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις  -
                                                                                  και γίνονται πουλιά.

Πείρα αιώνων
Γιαυτό σου λέω, μην κοιμάσαι:  είναι επικίνδυνο. Μην ξυπνάς: θα
  μετανιώσεις.

Ο αμαρτωλός
                    Την ημέρα κατρακυλούσε σε μικρά συμβάντα.
                    Μα όταν τις νύχτες δινότανε στην αμαρτία
                    η φτερούγα του ανατρίχιαζε κάτω στο πάτωμα.

Πανσέληνος
  «Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν
μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;» Περίμενα να δω τι
θα πει. Ήταν Ιούνιος, βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον
ουρανό.
  Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση.

Οι ποιητές γυρίζουν ανάμεσά μας
  Φτωχοί που περνάνε στους δρόμους, κρύβοντας στα φαρδιά ξε-
χειλωμένα πανωφόρια τους κάποιον ποιητή, που τον αρνήθηκε η
τύχη ή τον ξεγέλασαν οι περιστάσεις
  αλλά που τους χαρίζει καμμιά φορά τα πιο ωραία τους δάκρυα.

Παρελθόν
  Ας γράψουμε,  λοιπόν, ένα γράμμα με παραλήπτη ανύπαρκτο,
κι όπως περπατάμε ας το αφήσουμε να μας πέσει, τάχα, κατά
τύχη στο δρόμο. Αύριο, μεθαύριο, θα το βρουν ξεθωριασμένο απ΄
τη βροχή
  και τότε θα ’χει πάρει όλο το νόημά του.

Προσμονή
  Η γυναίκα καθόταν στον κήπο και γύρω της, σαν ανταύγεια,
έφεγγε η αιώνια προσμονή της – περίμενε, λέει, κάτι που άκουσε
να της ψιθυρίζουν κάποτε μες στον ύπνο της. «Τι;» τη ρωτούσα,
  σχεδόν φοβισμένος από την τόση απεραντοσύνη.

Έρωτας
Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά-κοντά,
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.

Ευλογία
Καλότυχοι εκείνοι που δε γνώρισαν τον εαυτό τους
ανδρείοι εκείνοι που αποσιώπησαν την αθωότητά τους
μα ευλογημένοι αυτοί που τα δώσανε όλα κ’ ύστερα κοίταξαν
   έν’ άστρο
σαν τη μόνη ανταπόδοση.

Το τέλειο έγκλημα
Καμιά φορά, μαζεύεται κόσμος κάπου, όλοι κοιτάζουν στο ίδιο
  σημείο, αλλά δεν βλέπουν τίποτα.
Γιατί πάντα γίνεται ένα έγκλημα εκεί που δε συμβαίνει τίποτα.

Δραπέτης
Το παντελόνι του το άφησε στα δόντια των σκυλιών.
Με το σακκάκι του σκέπασε ένα άγαλμα.

Υστεροφημία
  Όταν πεθάνουμε όλα όσα ονειρευτήκαμε έρχονται και στέκουν
κάπου εκεί στην κάμαρα. Κι άξαφνα όλοι σέβονται νεκρό
το χτεσινό «παλιόσκυλο».

Τα χέρια θυμούνται
  Το χέρι του ωχρό, κάθε που έκανε μια κίνηση ήταν σα να ‘θελε
να διασχίσει προς τα πίσω το χρόνο –
  ίσως ως εκείνο το παιδικό παιχνίδι που του είχαν κάποτε αρνηθεί.

Επιμύθιο
  Τότε χτύπησαν την πόρτα. Εγώ, αφελής όπως πάντα, πήγα κι
άνοιξα. Κι έτσι μια καινούργια θλίψη μπήκε στον κόσμο.

Συλλογή: «ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΕΥΘΑΝΑΣΙΑΣ», 1979
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 2ος, σελ. 293-323

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Ο χρόνος

Ύστερα μίλησε για κάποιο κλειδί.
«Πόσο ασύλληπτο είναι να ζεις» είπε.
Κάπου σ’ ένα γειτονικό δωμάτιο μια ωραία γυναίκα ξοδευόταν μες
   στον καθρέφτη.
Τέλος διηγήθηκε για μια παραλία, ένα αίνιγμα κι ένα άρρωστο
   αποκοιμισμένο παιδί.
«Κ’ ύστερα τι έγινε;» ρώτησα.


Δεν πρόσεξα πως είχαν περάσει κιόλας τριάντα χρόνια.


Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ - Β», 1990

Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 2ος, σελ. 482

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

Επέσατε θύματα — Παραδοσιακό
«Ζωή, λευτεριά και τιμή του Λαού Γυρεύοντας, βρήκατε μνήμα»

Επέσατε θύματα, αδέρφια, εσείς
Σε άνιση Πάλη κι Αγώνα
Ζωή, λευτεριά και τιμή του Λαού
Γυρεύοντας, βρήκατε μνήμα

Συχνά σε υγρές, σκοτεινές φυλακές
Πικρές επεράσατε μέρες
Και μ’ ένα του δήμιου νεύμα ευθύς
Σας φέραν μπροστά στην κρεμάλα...

Γλεντούν οι τυράννοι και μες το πιοτό
Τη λήθη γυρεύουν να βρούνε
Μα οι μέρες τους όμως μετρήθηκαν πια
Και τέλος φρικτό τους προσμένει

Θεριεύει ο γίγαντας τώρα Λαός
Και σπάει δεσμά κι αλυσίδες
Αιώνια η μνήμη σε σας, αδελφοί
Στον τίμιο που πέσατε Αγώνα...

https://www.youtube.com/watch?v=NQ2df3F35F0

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Δυο παιδικά δάκρυα μες στη βροχή

A “crying boy” painting for sale outside an antiques store in Edinburgh.
ALAN WILSON/ALAMY

Φυσικά έπρεπε να προσέξω, να βάλω τουλάχιστον σε τάξη όλη
αυτήν την ατέλειωτη βροχή ή έστω να κοιτάξω με περισσότερη
αυτοπεποίθηση το μέλλον, γιατί χωρίς να το καταλάβουμε έρχεται
κάποτε η κρίσιμη ώρα.
   Και καμιά φορά οι κουρτίνες ανεμίζουν κάνοντας σινιάλο σε
κάποιον μακριά (σ’ αυτόν που δε θα μάθουμε ποτέ τι θέλει) – οι
τύψεις από μια βρόμικη αμαρτία φτιάχνουν τη νύχτα έναν πόνο
πάναγνο, ώσπου σιγά-σιγά ο κίνδυνος γίνεται πολύ οικείος για
να σε προφυλάξει απ’ τον εαυτό σου, όπως αυτή η αχρηστεμένη
σιδηροδρομική γραμμή που διασχίζει τα παιδικά σου χρόνια και
χάνεται στο άπειρο.
   Ω παιδικά απογέματα, όταν στεκόσουν με το μέτωπο στο τζάμι,
σχεδόν φευγάτος, τόσο που η μητέρα τρόμαζε μπαίνοντας, γιατί
εκεί που είχες πάει ήταν πολύ μακριά κ’ ίσως ακόμα να μην έχεις
βρει το δρόμο να γυρίσεις.
   Κ’ ύστερα συναντήσεις στη σκάλα με ανθρώπους που πέθαναν ή
που θα πεθάνουν σε λίγο – πράξεις που έμειναν χρόνια ανεξιχνία-
στες κι άξαφνα εξηγήθηκαν με μια λέξη που ακούσαμε τυχαία σ’
έναν δρόμο, τη νύχτα, «γύρισε, είναι αργά…»
   Νυχτερινά απρόοπτα, φώτα μακρινά, ζητιάνοι ακίνητοι σαν χι-
λιομετρικοί δείχτες να δείχνουν πόσο αργοπορημένοι είμαστε ακό-
μα, γέφυρες που σε περνάνε δίχως οίκτο μέσ’ απ’ το φεγγαρόφωτο
κι αυτή η νοσταλγία μας για κάτι που ποτέ δεν υπήρξε – αχ, όλες
οι ευτυχίες ήταν προορισμένες για σένα, αλλά από μια παρανόηση
ή απρονοησία είχες κατέβει στην προηγούμενη στάση.
   Και συχνά σκεφτόμουν ότι ήθελα να μαζέψω τόσα ενθύμια να
μη σέρνονται μέσα στο σκοτεινό παρελθόν – και γενικά είναι κάτι
που δε θα το εξομολογηθούμε ποτέ κ’ ίσως αυτό είναι το πεπρω-
μένο.
   Υγροί στοιχειωμένοι δρόμοι όπου διαβαίνουν τα φαντάσματα
της μέρας, πρόσωπα μιας άλλης ζωής που θα γνωρίσουμε κάποτε
-εξάλλου τι φταίω αν απέτυχα, οι μέρες ήταν τόσο σύντομες, τόσο
αφιλοκερδή τα βράδια και τώρα είναι πια αργά- ε, και λοιπόν;
αυτή η αίσθηση της αποτυχίας μας ακολουθεί χρόνια , δίνοντας
έναν αέρα μυθιστορηματικό στην ασήμαντη ζωή μας, σαν τη μικρή
υπηρέτρια που έκλαιγε όταν της χαϊδεύαμε το στήθος, μα τώρα
που πέθανε έρχεται κάθε Χριστούγεννα στον ύπνο μας και μας
εύχεται χρόνια πολλά.
  
Κι όπως νύχτωνε, τα γαβγίσματα των σκυλιών απομακρύνανε
τις κοινοτοπίες της μέρας, ενώ οι φτωχοί πήγαιναν μ’ ένα ύφος
ένοχο σαν μόλις να ΄χαν κλέψει μια μεγάλη σημασία.

Συλλογή: «ΒΙΟΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ 
ΕΝΟΤΗΤΑ: Αργοπορημένες αμοιβές», 1985
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 229-230