Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Σελήνη 20 ημερών
«Κ’ η ποίηση είναι σα ν' ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό».

Γεγονότα και πρόσωπα της πιο ωραίας μου ζωής, της
   φανταστικής,
που δεν την έζησα ποτέ και θα την κληροδοτήσω ανέπαφη στους
   μεταγενέστερους.
Και συχνά σχεδίασα ταξίδια στο άγνωστο - θέλω να πω καλύτερα
   να μη ρωτάει κανείς
γιατί ώσπου να γυρίσω εκείνο το βράδυ απ' το συμβολαιογραφείο
   του θείου Ιάκωβου
                                   είχαν όλοι πεθάνει -
από τότε περιπλανιέμαι στην τύχη ή αργοπορώ στα δωμάτια
   φτηνών ξενοδοχείων
όπου στενάζει το ανεκπλήρωτο των εραστών, απομεινάρια μοναξιάς
 κάτω απ' τα έπιπλα, σκιές από φτωχές αμαρτίες.
Και συνήθως τα πράγματα που κράτησες στα χέρια σου
χάνονταν μυστηριωδώς: σα να 'σουν κάπου αλλού την ώρα που τα
   χρησιμοποιούσες.
Ίσως γι αυτό κι οι αποτυχίες σου δε σε πλήγωσαν ποτέ, αφού
   βέβαια την ώρα που αποτύχαινες
εσύ δεν ήσουν εδώ. Που ήσουν λοιπόν;
                                                                       Και γιατί γύρισες;
Στο δρόμο, κάτω απ' τη βροχή, εκείνος ο άγνωστος στεκόταν
   χρόνια τώρα
ακουμπισμένος στο φανοστάτη. Ποιός άγνωστος! Κι οι φλόγες των
   κεριών τα βράδια
που τις σαλεύει μια πνοή από κάποια πανάρχαιη συγνώμη - ποιόν
συγχωρεί;

Εγώ, όσο μπορώ να θυμηθώ, στεκόμουν στη μικρή γέφυρα του
   πατρικού κήπου
σε κάποια γέφυρα τέλος πάντων - κι ένιωθα σα να μ' έχουν
   μυστικά ετοιμάσει
να υποδεχτώ τη μητέρα
                                               τη μέρα που θα με γεννούσε.

Έτσι κι οι εραστές μέσα στην κάμαρα απλώνουν τα χέρια ο ένας
   στον άλλον
ενώ εκείνοι στέκονται έξω, μόνοι.

Λοιπόν, τι κάνουμε εδώ και πότε θ' αλλάξει ο κόσμος, γιατί όπως
   όλοι μας
έζησα κι εγώ αφηρημένα - βέβαια αγάπησα τα ιδανικά της
   ανθρωπότητας
αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα (κι αλήθεια κάποτε παιδιά
αφήναμε στη μέση τις υπερπόντιες εκστρατείες μας για ν'
   ανεβάσουμε έν' άρρωστο πουλί στο δέντρο)
και τις νύχτες σχεδίαζα έκτακτα δρομολόγια τραίνων για κείνους
   που άργησαν
ή ονειρεύομαι να ζήσω υπέροχα, απερίσπαστος από προσωπικές
   ευδαιμονίες
και στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος μπροστά στους άλλους όπως
   οι νεκροί
έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα.

Τώρα ανεβαίνω σε μιαν άμαξα απ' αυτές που διασχίζουν
   τον ύπνο μου
και δραπετεύω. Θα με ξαναβρείτε στα ωραιότερα ποιήματα του
   άλλου αιώνα
να νοσταλγώ τον Θεό.

Αλλά τις νύχτες παίρνω χάπια και πλαγιάζω νωρίς, όχι για να
   κοιμηθώ,
αλλά για να πάω σε παράξενες συναντήσεις με ανθρώπους που έχασα
ή με πρόσωπα αβέβαια, θαμπά, πριν από χρόνια σε κάποιες
   νύχτες ξαφνικά συναντημένα - και δόξα τω Θεώ δεν κατάλαβα
   ποτέ τον κόσμο
κι αυτό το ρίγος που διατρέχει το σπίτι είναι από πράξεις που
   αποφύγαμε (και μετανιώσαμε)
μεγάλα γεγονότα που χάθηκαν μες στη συντομία των ημερών,
   σκέψεις υπέροχες που αρκέστηκαν στα δάκρυα
και τις νύχτες η πικρή ανάμνηση εκείνων που σε πρόδωσαν
και ο ύπνος τους συγχωρούσε. Κι αγάπησα τις λέξεις που με
   ταπείνωσαν γιατί με ανακαλούσαν σε μιαν άλλη παιδικότητα.

Α, έχασα τις μέρες μου
                                         αναζητώντας τη ζωή μου.

Ώσπου σιγά σιγά όλα σωπαίνουν και μόνο το χαλασμένο πάτωμα
τρίζει δυσοίωνα - συλλογιέμαι τους δρόμους έρημους κατά κει που
   φύγαν τα χρόνια
τα θρανία να σαπίζουν κάτω απ' τα παλιά υπόστεγα και το ρολόι
   πάνω στον κομό
χτυπούσε σα μια πληγή, αλλά γιατί να μας παιδεύουν πράγματα
   που τα 'χουμε ξεχάσει
ενώ τα βράδια η σελήνη έβγαινε απαλά απ' τα σύννεφα
φωτίζοντας τα χλωμά χέρια των παιδιών που θα πεθάνουν σε λίγο
   και τα όνειρα των τρελών
που είναι ίσως αθάνατοι - στιγμές που ανοίγεις ένα παράθυρο σα
   να λύνεις ένα αίνιγμα
ή κλείνεις μια πόρτα σα να συνοψίζεις μια ζωή.

Όμως, εγώ το προαισθανόμουνα ότι αυτή η υπόθεση που άρχισε
   τόσο αινιγματικά
θα τελείωνε εντελώς ανεξήγητα - τι θέλω να πω; μα γιατί οι
   άνθρωποι να θέλουν πάντα κάτι να πούνε;
κι άλλοτε διάβαζα τα γράμματα που είχα γράψει ο ίδιος στον
   εαυτό μου
έτσι δε μου 'λειψε ποτέ μια μικρή ανταπόκριση -
                                                                                θυμάμαι κάποτε
που κουρασμένος κάθισα πάνω στη βαλίτσα μου σε κάποιον έρημο
   σταθμό:
περίμενα να περάσει ένα παιδικό τραίνο ή να κατέβει από ένα
   βασιλικό βαγόνι η αξέχαστη Ρεζεντά
γιατί υπήρξα κι εγώ παιδί κι ύστερα νέος κι έκλαψα σε μοναχικά
δωμάτια
ή στο πάρκο, νύχτες... 'Ω μακρινά πράγματα του κόσμου, δε θα
σας γνωρίσουμε ποτέ
όμως εσείς είναι που δίνετε αυτό το νόημα στη ζωή μας.

Λόγια που δεν τα καταλάβαμε παρά όταν ήταν πια αργά,
πράξεις ακατανόητες που εξηγήθηκαν μια νύχτα σ' έναν εφιάλτη
κι ίσως η μεγάλη περιπέτεια μας περίμενε σε μια πάροδο που δεν
   της δώσαμε σημασία.

Όμως
η πραγματικότητα, φίλοι μου, έχει πεθάνει από καιρό, γι' αυτό σαν
   πέφτει η νύχτα
θυμηθείτε με. Και συχνά διέσχισα μεγάλους δρόμους χωρίς να
   φτάσω ακόμα πουθενά -
με το φόβο ότι κάποια στιγμή θα εννοήσω, ίσως γι αυτό ενδίδω
   εύκολα κι αχ
δε θα μάθει ποτέ κανείς ποιός είναι ο προορισμός του, "μα,
   επιτέλους, τι ζητάς;" με ρωτούσε η εξαδέλφη
"να με θυμούνται, εξαδέλφη".

Κι αλήθεια πόσοι δε χάθηκαν σε μια κάμαρα που δεν τους
   περίμενε κανείς
και κοίταξα πίσω απ' τις κουρτίνες μήπως και ξαναβρώ τα
   παιδικά μου χρόνια
ή τα βήματα ενός μοναχικού διαβάτη αργά τη νύχτα μου θύμιζαν
   πάντα
πόσο εφήμεροι είμαστε... Κ’ η ποίηση είναι σα ν' ανεβαίνεις μια
   φανταστική σκάλα
για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.

Ά, πότε θα γυρίσουμε, είναι αργά, φέρτε έν' αμάξι από κείνα τα
   παλιά
που στάθμευαν στις πλατείες των προαστίων ή απ' αυτά που
   φτιάχνουν οι σκιές τ' απόβραδο
κι εγώ γιατί μεγάλωσα στη σκάλα; τι περίμενα; Φωνές μακρινές
   ακουσμένες στ' όνειρο
ή μια νύχτα ερήμωσης κι η ηδονή να κλαίς σιωπηλά για πράγματα
   ξεχασμένα απ' όλους
ούτε θα ξαναβρούμε εκείνη την εποχή που ζήσαμε ότι καλύτερο
είχαμε: τον έρωτα για ένα χρωματιστό βότσαλο, τη μυστική ταφή
   ενός πουλιού
ή ένα γράμμα που πήγαμε στο ταχυδρομείο χωρίς διεύθυνση, γιατί
   ο παιδικός φίλος του καλοκαιριού είχε φύγει ξαφνικά χωρίς να
   μας ειδοποιήσει, "μα δεν έχω διεύθυνση" είπε ο υπάλληλος -
   από τότε ξέρεις πως ο κόσμος δεν μπορεί να σου δώσει καμιά
   βοήθεια.
Εξάλλου ήρθε ο καιρός να παραδεχτούμε ότι δεν κάναμε κι εμείς
   τίποτα σπουδαίο. Άλλα και ποιό είναι το σπουδαίο; Και σε τι
   θα βοηθούσε;
Άνθρωποι που μας ξεγέλασε η τύχη ή μας πρόδωσε τ' όνειρο
κι ω μάταιες ελπίδες, πόσο σας αγαπήσαμε έναν καιρό.

Σελήνη 20 ημερών απόψε... Πως έφυγαν τα χρόνια!

Συλλογή: «ΜΙΚΡΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΟΝΕΙΡΑ - 1», 1987
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 355-360

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2020

Άθως Δημουλάς — Ορφεύς

Την πρώτη φορά, η ζωή της αγαπημένης σου
έσβησε όπως των θνητών όλων, αν και
πρόωρα κάπως κι αναπάντεχα. Η απώλειά της
δυστυχία σου. Τόση, ώστε οι θεοί, από οίκτο
για σένα, κι άλλη ζωή τής χάρισαν, δεύτερη.
Που, όμως, πριν τη ζήσει, έσβησε η ανυπομονησία σου
— ιδιότητα πολύ ανθρώπινη.

Τώρα, μαζί της για να βρίσκεσαι,
ένας μονάχα σου απομένει δρόμος.
Ώς τα μισά τον ξέρεις. Πιο πέρα
τώρα, πέρ’ απ’ την πύλη —του Άδη—
πρέπει να προχωρήσεις. Όμως
τη διώχνεις τέτοια σκέψη. Γιατί,
ως φαίνεται, απ’ ό,τι ζοφερό είδες
μέχρις εκεί, η ζωή, ακόμα
και χωρίς την Ευρυδίκη, γλυκιά είναι.
Τόσο, που ανενδοίαστα, αδίσταχτα
την προτίμησες — απόφαση πολύ ανθρώπινη.

Βέβαια πια, η λύρα σου σε τόνους
μεγαλόπνοους βαθιάς μελαγχολίας 

θα ψάλλει τον χαμένο έρωτα,
σε τόνους που ίσως συγκινητικότερους 
δεν έχει ακούσει ο κόσμος.

Αλλά
πιο δυνατούς, πιστεύω, τόνους, και συνεπείς
και γνήσιους θα έδινε η λύρα, αν έψελνε
άλλα, πιο μικρά πράγματα, πιο απλά:
αυτά, που στη ζωή σε κράτησαν.

anemourion

Άθως Δημουλάς — Ο ποιητής

Και άλλης μιας αισθήσεως κάτοχος, έκτης, για τις άπειρες προεκτάσεις της πραγματικότητας. Κάθε διάχυτης, φευγαλέας λεπτότητας επίμονος και προσεκτικός συλλέκτης.
Συντηρητής ακούραστος μεγάλης ποσότητας αισθημάτων και ονείρων. Και πλεονέκτης: δεν του επαρκεί να είναι μόνο δέκτης τόσο ευαίσθητος, θέλει της δεκτικότητας

αυτής αναστροφή. Σε στίχο.
Που σκοποί της ζωής του είναι πια. Ολοκληρωτικός.
Γι αυτό κινεί τ΄ αδιανόητα. Και παίκτης

«εν ου παικτοίς» γίνεται συχνά. Πομπός
απ΄ ό,τι δέχεται θα επιστρέφει ασφαλώς περισσότερα.

Γιατί ο ποιητής είναι ρέκτης*.


* δραστήριος, ακούραστος

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Επιστροφή

Ένα βράδυ καθώς φύσηξε απ' τ' ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα
ανέμισε λίγο κ’ ύστερα κάθισε στην άκρη της καρέκλας σαν ένας
φίλος που γυρίζει απ’ τ’ ανεπίστρεπτο. 
Shine is a painting by Sharlene Schmidt
Βέβαια δε θα μείνει πολύ.
Μόνο που ανησυχώ. Τα τελευταία χρόνια το σχέδιο της πόλης
αλλάζει γρήγορα και πώς θα μας βρίσκουνε σε λίγο οι νεκροί μας
φίλοι. Γιαυτό σε κάθε γωνιά πρέπει να βάλουμε κάποιο σημάδι:
μια συντροφιά παιδιών που τραγουδούν, ένα καφενείο με χαμηλω-
μένα φώτα ή ένα ρολόι θαμμένο στον κήπο. Αν και αυτοί ξέρουν
τώρα την ώρα. Ησυχία!


Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ - Α», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 446

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Αναχώρηση


Τα ρολόγια σημαίνουν τις χαμένες ώρες, αλλά κανείς δεν τα πι- 
...........στεύει,
The Nightingale - Fairyland, 1926
ά τ' ατέλειωτα σήματα κινδύνου που έστειλα και δε μου χει ακόμα
...........
κανείς αποκριθεί -
όμως κάποτε θα προσπαθήσω να θυμηθώ, να θυμηθώ πως έφτασα
..........
εδώ,
έγιναν όλα τόσο γρήγορα, οι φίλοι σκόρπισαν, άλλοι χάθηκαν
..........
στον πόλεμο, άλλοι στη στροφή του δρόμου
οι ερωτευμένοι παντρεύτηκαν και τώρα γερνάνε πλάι σε ανθρώπους
..........
ξένους
τ' απογέματα σηκώνεται καμιά φορά αγέρας, χτυπούν σαν τύψεις
..........
τα παραθυρόφυλλα - για ποιο ωραίο σφάλμα άραγε;
κι η παιδικότητα: ένα ουράνιο σχόλιο στο αίνιγμα να υπάρχουμε.

Κι όταν κάποτε φύγω δε θα πάρω μαζί μου παρά λίγο βιολετί απ'
..........
το δειλινό κι έν' άστρο από κάποιο παραμύθι.


Από τη συλλογή «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου» 

Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2020

Νικηφόρος Βρεττάκος — Επιστροφή από τους Δελφούς

Ξέχειλη θάλασσα, καρδιά, ὅπου θέλεις πήγαινέ μας!
Δίπλα μας πάνω στό ἅρμα του, ταξίδευε ὁ Ἡνίοχος.
Ἀκολουθοῦσαν πίσω μας οἱ Φαιδριάδες.

Ἀντίλαλοι παράξενοι γύριζαν μές στή νύχτα,
μιά νύχτα πού δέν ἔμοιαζε ὅπως τίς ἄλλες νύχτες
τοῦ κόσμου᾿ τόσο πού, μπρός της, παραμέρισαν
ἀκόμα κι οἱ βασιλικές νύχτες τῶν παιδικῶν μου χρόνων.

Ἤτανε τόσο διάφεγγα ὅλα καί ξεχωρίζαν
τά βουνά τόσο φωτεινά, πού ἔμοιαζε σάμπως κάποιος
συμπαντικός λαμπαδηφόρος, τοῦ Πυθίου Ἀπόλλωνος
Ἀποσταλμένος, τρέχοντας στά ὕψη, νά μᾶς συνόδευε
φωτίζοντας μ’ ἕναν πυρσό πάνω μας τόν ὁρίζοντα.

Πάνω ἀπ’ τά ἐλάτια τοῦ βουνοῦ, ὁλόχρυσο, παιχνιδίζοντας,
ἔτρεχε ἀνάλαφρο μαζί μας το δρεπάνι τοῦ φεγγαριοῦ,
σάν ἀλαφάκι, ὥσπου ἔδυσε τέλος κι ὁ κόσμος ἄλλαξε
σάμπως νά γύρισε ὁ Θεός σελίδα. Σάμπως νἄγινε
πάνω μας μιά παράξενη ἄνοιξη, ὁ οὐρανός
ἔμοιαζε με κλαδί ἀνθισμένο.

Ὄρθιος ὁ Ἡνίοχοςστό πλάϊ μας πάντα,
λάσκαρε κάθε τόσο τά γκέμια,
κοίταζε πάνω του τό σύμπαν καί χαμογελοῦσε.

Βλέπαμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο παραξενεμένοι.
Δέν ξέραμε ἄν ἤτανε νύχτα στή γῆ ἤ μέρα,
κάπου, σέ κάποιον κόσμον ἄλλο. Καί δέν ξέραμε
τί εἶχε συμβεῖ πάνω στή γῆ. Νιώθαμε τήν ψυχή μας
θησαυρισμένη μουσική. Φεύγαμε κι οἱ καρδιές μας
χτυποῦσαν ὅπως τό πρωΐ οἱ καμπάνες. Θά τελειώσει;

Μέσα μας ζούσαμε ἕναν φόβο. Τοῦτο τό ταξίδι
μπορεῖ σέ λίγο νά τελειώσει; Θεέ μου, θά τελειώσει;
Καί τί θά γίνει αὐτό τό φῶς ὅλο πού ἀναδιπλώνεται
καί ξεχειλίζει καί κυλάει παντοῦ, σέ μιάν ἀδιάκοπη
ἄμπωτη, σάν νά μή χωράει; Τά πάντα ἔλαμπαν σάμπως
νά βγήκανε ὅλες οἱ ἄνοιξες τῶν αἰώνων στό στερέωμα
καί βάδιζαν σιγά -σιγά βαστάζοντας ἀστέρια
καί λουλούδια στά χέρια

(Καί γιά πρώτη φορά το
νιώθαμε πώς ὑπάρχουνε στόν κόσμο αὐτόν
ὧρες πού εἶναι ἔξω ἀπό τό χρόνο. Πού δέν ξέρεις
πόσο διαρκοῦνε. Μῆνες; Χρόνια; Αἰῶνες;
Πού ἰσοζυγιάζουν ὅλη μας τή ζωή).
Ἄς μή τελειώσει!
Χωρίς κουβέντα, χωρίς ψίθυρο, σά νἆχαν
οἱ λέξεις ὅλες εἰπωθεῖ, σά νά μήν ἔκανε,
σά νά μή ξέραμε καμιά γλώσσα, ὅπως τ’ ἀστέρια
καί τά ἔλατα τοῦ Παρνασσοῦ, σιωπούσαμε. Ἕνα δάκρυ
εἶναι μιά γλώσσα πού μιλεῖ μ’ ἀναρίθμητες λέξεις,
κάτω ἀπ’ τήν ἁγιωσύνη τοῦ στερεώματος,
ὅταν γυρνᾶς ἀπ’ τούς Δελφούς, μέ μόλις
συγκρατημένους τούς λυγμούς. Νομίζαμε
πώς κάτι ἀκούονταν ἁπαλά, σάμπως πάνω ἀπ’ τ’ ἀστέρι της
νἄπαιζεν ἡ Σαπφώ τή λύρα της᾿ ἐνῶ ὅλα σιωπούσανε
κι ἐμεῖς, καί τ’ ἄστρα, κι οἱ ποιητές τῶν αἰώνων, καί τ’ ἀγέρι
τό κοιμισμένο στίς ἐλιές πάνω καί δέν ἀκούγονταν
παρά μόνο οἱ ἀντίλαλοι τῶν Φαιδριάδων,
πού βούϊζαν κι ἀντιβούϊζαν μέσα σέ ὅλη τή νύχτα,
τή νύχτα αὐτή τήν πιό ὄμορφη τῆς ζωῆς μας πού ποτέ
δέν θά ξανάρθει, ἀντίλαλοι πού ἔμοιαζαν σάμπως κάποιος
πρωτάγγελος μές στή σιωπή, ὄρθιος, νά ἐπαναλάβαινε:
“Ὤ, μά τόν Δία! Τί χρειάζονται οἱ λέξεις στήν ἀγάπη;”

Πέφτουν σάν κρίνα οἱ διάττοντες, οἱ ἀντίλαλοι σαλεύουν
τίς γιασεμιές τῶν οὐρανῶν. Δέν εἶχε μείνει πόρτα
κλειστή. Λουλούδι ὁλάνθιστο. Ἄστρο σβυστό. Χαμήλωνε
ντυμένη ὅλες τίς χάρες της ἡ παντοδυναμία!
Καί καθώς ταξιδεύαμε, νιώθαμε ὡς νά μήν ἦταν
δρόμος κάτω ἀπ’ τά πόδια μας καί γῆς. Σάν νά μᾶς πήγαινε
λικνίζοντάς μας πάνω του ἕνα τρελλό ποτάμι!
Ξέχειλη θάλασσα, καρδιά, ὅπου θέλεις πήγαινέ μας!
από τη συλλογή “Ο χρόνος και το ποτάμι