Σάββατο, 1 Αυγούστου 2020

Νίκος Γκάτσος — Μια Παναγιά

Μια Παναγιά
μιαν αγάπη μου έχω κλείσει
σ’ ερημοκλήσι αλαργινό
κάθε βραδιά
της καρδιάς την πόρτα ανοίγω
κοιτάζω λίγο και προσκυνώ.
Πότε θα ‘ρθει, πότε θα ‘ρθει
το καλοκαίρι
πότε τ’ αστέρι θ’ αναστηθεί
να σου φορέσω στα μαλλιά
χρυσό στεφάνι
σαν πυροφάνι σ’ ακρογιαλιά.

Μια Παναγιά
μιαν αγάπη μου έχω κλείσει
σ’ ερημοκλήσι αλαργινό
κάθε βραδιά
της καρδιάς την πόρτα ανοίγω
δακρύζω λίγο και προσκυνώ.

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2020

Μανώλης Αναγνωστάκης — 🎵 Δρόμοι παλιοί 🎵 (Old streets) 🎵 The Doors — People Are Strange

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου κι εγώ

Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ
κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε με γνώριζε

youtube
Old streets, which I loved and hated endlessly,
let me walk under the shadows of the houses,
the nights of coming back, unavoidable, and the city, dead.

My insignificant presence, I discover [it] in every corner.
Let me meet you someday, lost specter of my Desire, me too

Walking, forgotten and rebellious
holding a trembling spark in my damp palms.

And I kept on walking in the night without recognizing anyone
And no one, either, and no one, either, recognizing me, recognizing me.

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2020

Ηλίας Κατσούλης — Ιούλιος πορθητής

Φοράει νύχτα στα μαλλιά, του φεγγαριού την άλω
να γίνει η αγάπη διάφανη, γυναίκα ποθητή
από το κάστρο της Ωριάς στέλνει στερνό σινιάλο
και περιμένει τρέμοντας Ιούλιο πορθητή

Morning Glory - Summer Sunrise
Με της φωτιάς τα άλογα ο ήλιος ταξιδεύει
σε πάει όνειρο χρυσό στους δρόμους τ’ ουρανού
και μια ψυχή που καίγεται τον άνεμο αγναντεύει
και χάνεται στα σύννεφα τσιγάρου πρωινού

Ένα τσαμπάκι μέλισσες και λιάτικο σταφύλι
είναι του μήνα Καίσαρα το βιος το αληθινό
κι ο ποιητής που έψαχνε θαλασσινό τριφύλλι
έγινε άσπρο ανέσπερο και φως εωθινό

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2020

Νικηφόρος Βρεττάκος — Προσευχή

Κύριε, πού στέλνεις τὴ βροχὴ στοὺς σπόρους
καὶ τὸν ἥλιο στὴ μήτρα τῆς μητέρας,
πού ἀποκρίνεσαι στο βέλασμα τοῦ ἀρνιοῦ
μὲ τὸ οὐράνιο τόξο πάνω ἀπὸ τὴ χλόη,
πού ἀπὸ ψηλὰ εὐλογεῖς, μέρα καὶ νύχτα,
τῶν ἔναστρων ἀχτῶν τὴν ἀνανέωση
τὸ φῶς καὶ τὴν ἀνάπτυξη μυριάδων
διάφορων λουλουδιῶν – ἂς μὴν ἀκούσεις
ποτὲ τὸ βέλασμά μου!... Ὅμως, Κύριέ μου,
τὴ δύση αὐτὴ μπορεῖς νὰ μοῦ στερήσεις
μ’ ὅποια σου δυστυχία;… Τὰ δάκρυα τοῦτα
ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τά βάθη πιὸ γαλάζια
κι ἀπ’ τὶς πηγὲς τῆς Ἄνοιξης, μπορεῖς,
Κύριε, νὰ τὰ ἐμποδίσεις;
Κοίταξέ με,
πῶς ἐπιμένω πίσω ἀπ’ τὶς τροχιὲς
τῶν τελευταίων πλασμάτων σου! Εἶναι μάταιο
νὰ μὲ κουράζεις πιότερο!..
Ἄφησέ με
μὲ ἥσυχη ἀναπνοὴ κάτω ἀπ’ τὸ κλῆμα
τῶν ἄστρων σου νὰ κλάψω… Δὲ μπορῶ

Κύριέ μου, νὰ μισήσω! Ἀγάπησέ με!

Από το "ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠ’ ΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜA"

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2020

Blogger "Βιολιστής στη Στέγη" - Παράθυρα χωρίς θέα.

Με διακατέχει το σύνδρομο "παράθυρα χωρίς θέα".
Κάποιοι, μπορεί να τ' ονομάζουν θλίψη. 

Ή, απογοήτευση. 
Ή, απελπισία. Ή, απαισιοδοξία, οι πιο αισιόδοξοι.
Θεωρείται ότι ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε τους πρώτους μήνες
που ο Νταλί ζούσε στην Ισπανία, το 1932 
Είμαι πολύ αισιόδοξος άνθρωπος.
Μπορώ να γίνω ευτυχισμένη με τα πιο απλά πράγματα. 
Και με τα πιο μικρά. 
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών. 
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές. 
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους. 
Που τα καλοκαίρια έχουν νησιά. 
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια. 
Που ξέρω ν' ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ' αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι, πολύ. 

Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους, πολύ. 
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι' αυτούς. 
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι. 
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται. 
Που μπορώ και κλαίω ακόμα. Και που τραγουδάω, μερικές φορές. Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν. 
Και ευωδιές που με γοητεύουν.

Μου φτάνουν οι στίχοι του Καββαδία. 

Ο Μικρός Πρίγκηπας του Σαιντ Εξυπερύ. 
Οι μουσικές του Μάνου Χατζιδάκι. 
Το χρώμα στους πίνακες του Βάν Γκόνγκ. 
Και των πεσμένων φύλλων στο κήπο μου.
Το αναμμένο τζάκι. Το χουρ-χουρ της γάτας μου. 

Ο καφές με άρωμα φουντούκι. Το κρασί.

Είμαι ένας απλός, καθημερινός, αισιόδοξος άνθρωπος.
Αλλά, δεν αντέχω τα παράθυρα χωρίς θέα.
Τα παράθυρα βρίσκονται εκεί για να ταξιδεύουν τη ματιά. 

Για ν' αποκαλύπτουν ορίζοντες. 
Για να υπόσχονται το "παραπέρα". 
Για να λούζουν στο αληθινό φως τ' άδεια δωμάτια. 
Για να φτιάχνουν σκιές με χρώμα πάνω στους λευκούς τοίχους. 
Για να δίνουν πνοή στη φαντασία. 
Για να οριοθετούν το "διαφορετικό". 
Για να μας κάνουν να καβαλάμε περβάζια.
Για όπου...

Το σπίτι που ζω το λένε Ελλάδα και κάθε μέρα χτίζεται κι' από μια σειρά τούβλα στα παράθυρά του. 

Οι άνθρωποι προσπαθούν να ψηλώσουν λίγο παραπάνω απ' τη τελευταία αράδα που έχει χτιστεί. 
Στέκονται στις μύτες των παπουτσιών και παλεύουν για λίγη θέα. 
Τα μυστριά όμως, δουλεύουν γρήγορα. 
Το βλέμμα ποτέ δεν τα προλαβαίνει. 
Ο αέρας που μπαίνει στο σπίτι μυρίζει τσιμέντο και μούχλα. 
Κάθε πρωί, άλλη μια σειρά από τούβλα έχει προστεθεί πάνω στη προηγούμενη. 
Οι άνθρωποι τότε, παίρνουν σκαμνιά. 
Μέσα από χαραμάδες βλέπουν πια. 
Τα δωμάτια σκοτεινιάζουν όλο και πιο πολύ. 
Μπαίνουν τα όρια. Μέχρι εδώ η ζωή μας.
 Εκεί έξω υπάρχει το "αύριο". Οι άνθρωποι κοντεύουν να πιστέψουν πως αυτό το "εκεί έξω" ονομάζεται "μη-ζωή". 
Χτίζουν τα παράθυρα για να μη το βλέπουμε, να μη το επιθυμούμε. Να μη το υποψιαζόμαστε. 
Να το ξεχάσουμε σιγά-σιγά. Να συνηθίσουμε την ασφάλεια των τεσσάρων τοίχων. 
Να βάφουμε τα όνειρά μας στις αποχρώσεις του Νεοπάλ. 
Χρώμα πλαστικό καλής ποιότητας. 
Με μεγάλη ποικιλία αποχρώσεων, για όλα τα γούστα.

Μόλις τελειώσει το χτίσιμο, οι άνθρωποι θα πάψουν να ψηλώνουν. Δεν θά' χει νόημα πια. 

Αντιθέτως, θα μάθουν να ζουν σκυφτοί για να μοιάζει ψηλότερο το ταβάνι. 
Λίγο-λίγο, θα συνηθίσουν να περπατούν καμπουριαστοί, να κάθονται ανακούρκουδα, να καταλαμβάνουν όλο και λιγότερο απ' το χώρο που τους αναλογεί μες στα δωμάτια. 
Θα μάθουν να έρπουν με ευκολία ανάμεσα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και να προσανατολίζονται θαυμάσια προς τον τοίχο του βορά, προς την ανατολή του προσκέφαλού τους, προς τη δύση της οθόνης της τηλεόρασης, προς το νότο της πόρτας που οδηγεί σε διάδρομο τυφλό.
Θα προσαρμοστούν γρήγορα στο ν' αγκαλιάζουν τα ξύλινα πατώματα και να μετρούν τις σκλήθρες, και θα ταΐζουν το σαράκι που μοιράζεται το χώρο τους. 

Και το χρόνο τους.

Σιγά-σιγά θ' αποκοιμιούνται κουλουριασμένοι και το τικ-τακ των ρολογιών θα γίνει οι εποχές τους, η μέρα και η νύχτα τους, θα γίνει σύντροφος κι' εχθρός συγχρόνως, ενώ τα ξυπνητήρια θα σιγήσουν, για ν' αποδυναμώσουν τη μνήμη, να ξεχαστεί εκείνο το "εκεί έξω", να σβήσουν τα χρώματα τ' αληθινά και μαζί τους η λέξη "ελπίδα"...


Είμαι ένας αισιόδοξος άνθρωπος. 

Που δεν αντέχει τα παράθυρα χωρίς θέα. 
Τη ζωή χωρίς "αύριο". Τα μαυρόασπρα όνειρα. 
Τα μη-όνειρα. 
Τα σκοτεινά δωμάτια. 
Τα μάτια που ξέχασαν να χαμογελούν. 
Τις εβδομάδες χωρίς Κυριακές. Το νεκρό χρόνο. 
Τα πλαστικά χρώματα. 
Το "μέχρι εδώ".

Θέλω να κουλουριαστώ σαν έμβρυο πάνω στο κρεβάτι μου. 

Να βάλω τρυφερές μουσικές να παίζουν. 
Να μετρήσω μέχρι τα εκατό. Να πω "φτου και βγαίνω". 
Και να βγω απ' το σπίτι που το λένε Ελλάδα, μέσα απ' τη τελευταία χαραμάδα που δε προλάβανε να χτίσουν ακόμη.
Να τρέξω έξω, στον καθαρό αέρα, να συναντήσω όλα τα "θά" που μου ανήκουν και δικαιούμαι, και κοιτώντας πίσω μου να ψιθυρίσω με ραγισμένη φωνή: 
 Φτου ξελευθερία!

ΑΝΑΡΤΉΘΗΚΕ ΑΠΌ ΒΙΟΛΙΣΤΗΣ ΣΤΗ ΣΤΕΓΗ