Παρασκευή, 29 Μαΐου 2020

Νικηφόρος Βρεττάκος — Τό μεσουράνημα τῆς φωτιᾶς

Καλοκαῖρι! Μὴν πίστεψες πὼς δὲ συλλογιέμαι!
Ἡ σκέψη μου εἶναι ἀγάπη κι’ ἡ ἀγάπη μου σκέψη.


Ὡς κι’ ὁ πόνος μου ἔγινεν ὠμορφιά! Ὅλα μέσα μου
Μεταμορφώθηκαν σὲ ἄστρα! Μυστηριακή θεία δύναμη
Ποὺ ἀναθρώσκει ἀπ’ τὰ βάθη μου ἀντανακλᾶ καὶ στολίζει
Μὲ τὴν ἐξαίσια της λάμψη τὸ μηδὲν καὶ τὴ νύχτα!

Μὴ ρωτῆστε ποῦ πέφτουν τὰ ποτάμια τῆς Γῆς
Τὶ στηρίζουν οἱ κορφὲς τῶν βουνῶν
Τὶ κρύβει ἀπὸ πάνω μας ἡ μεγάλη φωτιά!
Δὲν ὑπάρχει ἄλλο τίποτε!

Τραγουδῶ σὰν πουλὶ στ’ ἀκρινότερο δέντρο τοῦ κόσμου:
Ἀγαπῶ, 
ἄρα ὑπάρχω.
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1ος τόμος, 1981

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2020

Γεώργιος Δροσίνης — Το ψωμί

Καλόδεχτο τὸ φόρτωμα, ποὺ θάρθη ἀπὸ τὸ μύλο,
πρωτόσταλτο, πρωτάλεστο, πρώτη χαρὰ τῆς σκάφης.

Ζυμώνουν τ’ ἀνασκουμπωτὰ τῆς πρωτονύφης χέρια
καὶ πλάθουν τὰ πρωτόπλαστα ψωμιὰ μὲ τὶς παλάμες
μὲς στὴν καλοπελεκητὴ πινακωτή, προικιό της.
Τὸ φοῦρνο καίει, τεχνίτισσα στὸ φοῦρνο, ἡ γριὰ κυρούλα
ξανανιωμένη, ἀφήνοντας τὴ συντροφιὰ τῆς ρόκας.

Ὦ βραδινὸ συμμάζεμα στὸ σπιτικὸ κατώφλι,
καρτέρεμα ἀνυπόμονο τοῦ πυρωμένου φούρνου!
Κι ὦ μέθυσμα, ἀπ’ τὴ μυρωδιὰ πρώτου ψωμιοῦ, ποὺ ἀχνίζει
κομμένο ἀπὸ τὸ γέροντα παπποῦ χωρὶς μαχαίρι
καὶ μοιρασμένο στὰ παιδιά, στὶς νύφες καὶ στ’ ἀγγόνια.

Καὶ σύ, θυσία τῶν ταπεινῶν στὴ θεία τὴν καλοσύνη,
σημαδεμένο ἀνάμεσα μὲ τοῦ σταυροῦ τὴ βούλα,
καλοπλασμένο πρόσφορο, τῆς ἐκκλησιᾶς μεράδι,
ποὺ θὰ κοπῆς τὴν Κυριακὴ μὲς στ’ ἀργυρὸ ἀρτοφόρι
καὶ στ’ ἅγιο δισκοπότηρο μὲ τὸ κρασὶ θὰ σμίξης!

Κωνσταντίνος Καβάφης — Ελεγεία των Λουλουδιών

Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν
Κι’ απ’ όλα τα λουλούδια του κάμπου φαίνεται
η νεότης πιο ωραία. Aλλά μαραίνεται
γρήγορα, και σαν πάει δεν ξαναγένεται·
η πασχαλι[αίς] με της δροσιάς τα δάκρυα την ραντίζουν.

Olga Darchuk Basket With Flowers
Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά τα ίδια μάτια δεν τα κυττάζουνε.
Και άλλα χέρια σ’ άλλα στήθεια τα βάζουνε.
Έρχοντ’ οι ίδιοι μήνες, πλην ξένοι μοιάζουνε·
τα πρόσωπα αλλάξαν και δεν τ’ αναγνωρίζουν.

Όσα λουλούδια υπάρχουν,το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά με την χαρά μας πάντα δεν μένουνε.
Aυτά οπού ευφραίνουν, αυτά πικραίνουνε·
κ’ επάνω εις τους τάφους, που κλαίμε, βγαίνουνε,
καθώς τους γελαστούς μας τους κάμπους χρωματίζουν.

Πάλ’ ήλθε καλοκαίρι κ’ οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Aλλ’ απ’ το παραθύρι δύσκολα φθάνεται.
Και το υαλί μικραίνει-μικραίνει, χάνεται.
Το πονεμένο μάτι θολώνει, πιάνεται.
Βαρυά τα κουρασμένα πόδια, δεν μας στηρίζουν.

Για μας δεν είναι φέτος που οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Λησμονημένου Aυγούστου κρίνοι μάς στέφουνε,
τ’ αλλοτεινά μας χρόνια γοργά επιστρέφουνε,
σκιαίς αγαπημέναις γλυκά μάς γνέφουνε
και την φτωχή μας την καρδιά γλυκά αποκοιμίζουν.

Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2020

Ιωάννης Πολέμης — «Ω! πόσο ωραίο είναι το φως»!

Είπεν Εκείνος, που ζωή και φως αιώνιον είναι.
Healing the man born blind by Jesus Christ
Vasily Surikov
 — «Στην Κολυμβήθρα του Σιλωάμ σύρε, τυφλέ, και πλύνε 
τ΄ άφωτα μάτια σου». Και να, πριν καν προφτάση ακόμα
να πλύνη από την όψη του το λασπωμένο χώμα,
ζωής ποτάμι ανάβρυσε, φωτός πλημμύρα εχύθη
στη διψασμένη του ψυχή, στα σκοτεινά του στήθη
κι έκραξ΄ ολόχαρος, ψηλά σηκώνοντας τα χέρια:

 — «Ω! πόσο ωραίο είναι το φως! Πώς αγκαλιάζει ακέρια
την πλάση! Πώς χωρίζονται τα χρώματα μπροστά του!

Αυτή είν΄ η γη, που ξέφευγε τα βήματά μου κάτου;
Αυτοί είν΄ οι κάμποι, τα βουνά, τα δέντρα; Αυτή είν' η μέρα,

Που μες στη νύχτα τη βαθιά την άκουγα; ω μητέρα,
εσύ ΄σαι, που μ΄ εγέννησες και μ΄ έκανες να νιώσω

πόσο γλυκιά θάν' η ζωή για όσους τη βλέπουν, πόσο
πικρή γι΄ αυτούς, που την ακούν βαθιά φυλακισμένοι

στα κάτεργα της σκοτεινιάς, ξένοι στον κόσμο, ξένοι,
πίσω απ΄ αδιάβατο βουνό με δίχως μονοπάτια!
Ω μάτια, που με βλέπετε και που σας βλέπω, ω μάτια,
Θρόνοι, που κάθεται η ψυχή στα δυο σας μοιρασμένη
κι αναγαλλιάζει λαμπερή κι αθανασία προσμένει

ω μάτια, που με τη ζωή με δένετε με τόσα,
με τόσα νήματα χρυσά, μ΄ όσες ματιές, ποια γλώσσα

μας λέει όσα μας λέτε σεις δίχως φωνή και λέξη;
ποιο στόμα, ροδοστέφανα χαμόγελα κι αν πλέξη,

μας δείχνει τη χαρά, όσο σεις σε μια σας λάμψη μόνο;
ποιος στεναγμός και ποια κραυγή θα δείξουν τόσον πόνο
όσο ένα δάκρυ σας βουβό; ποιο βελουδένιο χέρι
ξέρει τα χάδια της ψυχής, που μια ματιά σας ξέρει;

Ω μάτια, που φωτίσατε τ΄ άβουλα βήματά μου,
ω μάτια, εσείς, που φέρνετε τα χέρια μου με τάξη,
όπου η ψυχή μου ορέγεται κι ο νους όπου προστάξη!
ω μάτια, που με βλέπετε κι ω μάτια που σας είδα,
ζωή κι αγάπη και χαρά και απαντοχή κι ελπίδα 

όλα είν' ωραία και ποθητά κι είν' όλα αγαπημένα,
όλα είν' ωραία μαζί με σας, χωρίς εσάς κανένα!...»

Τέτοια ο τυφλός, ο πριν τυφλός, βαδίζοντας ελάλει
ως τη στιγμή, που απήντησε το Ναζωραίο και πάλι.

Κι είπεν Εκείνος, που ζωή και φως αιώνιον είναι:
 — «Εγώ σου χάρισα το φως, τυφλέ, σκέψου και κρίνε 
ποιος είμαι». Κι είπε ο τυφλός: «Και θέλει σκέψη τάχα;
ποιος άλλος κυβερνάει το φως, παρά ο Θεός μονάχα

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2020

Νίκος Καρούζος — «Το έαρ με θύει κ’ εφέτος»

Μέσα στην άνοιξη ο Λυκαβητός
άσπρα φώτα του Άι Γιώργη
εδώ που σχίστηκε με μια γαλάζια τύχη ο ουρανός —
Μουρατίδου Φωτεινή
και το μικρό κόκκινο φως απάνω απ’ τα δέντρα
εδώ που σχίστηκε με μια γαλάζια τύχη ο ουρανός
ερωτευμένους θα φορώ η Άνοιξη φωνάζει
σα να σχίστηκε/ ο ουρανός απ’ τα γαλάζια χέρια των πηγών
και δείχνει ένα λίγο του Παραδείσου.

Μαρία δύσβατη των αγγέλων καμπύλη
και καρποί κρημνιζόμενοι
σε αναπνέω γυμνή με το πουκάμισο
και τη μαύρη γραβάτα μου ασθμαίνεις
όταν ο αέρας αιφνίδια μεταστάς
αφήνει τα ζεστά σου πόδια σε διάρκεια για μένα.

Κορίτσι του καημού της Αττικής
ουράνια βραδινά πάνω στα χείλη
ανάμεσά μας η ευθεία του θανάτου
τα πεύκα και τ’ αθάνατα σπιθίζουν —
φαρδιά φύλλα.
Έαρ η εποχή των εξουσιών/ τη μοίρα διανύει κ’ εφέτος
αυτή την αρωματική δροσιά που συγχωνεύει
λουλούδια με τα’ αστέρια ως μέσα στις χαρούμενες νύχτες.
Είναι φλόγα και με θυσιάζει/ λάμψη Χριστού
και τα ορμητικά μάτια των κορασίδων
όπως ανοίγουν μοναχές τα στήθη.

Στους σπινθήρες των άστρων ολόσωμος εγώ
η ψυχή μου πατούσε το χώμα
κι άρχισε ένα τραγούδι
που με βύθιζε μητέρα στην καρδιά σου.
“Κλαίνε τα πουλιά γι’ αέρα
Και τα δέντρα για νερό…”

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2020

Γιάννης Ρίτσος — Άνοιξη

Απόψε κοιμηθήκαμε στην αγκαλιά της άνοιξης
ακουμπώντας το κεφάλι στην καρδιά της.
Ακούγαμε στον ύπνο μας τις ανάσες των πουλιών και την καρδιά μας.

Spring time by Pol Ledent
Το πρωί που ξυπνήσαμε, είδαμε τον ουρανό να περπατάει στην
κάμαρά μας σα γαλανό πουλί με χρυσά μάτια που τσίμπαγε
τα ψίχουλα των σκιών που ‘χαν μείνει από χθες βράδυ στο πάτωμα.
Μια στιγμή να νιφτούμε και φτάσαμε. […]