Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018

Βασιλική Δεδούση — Το μυστικό συρτάρι

Louis-Charles Verwée (Belgian, d. 1882), “Mother’s Treasure”
«Εγώ θα φύγω τώρα» είπε 
«πρόσεχε να μην ανοίξει κανένας αδιάκριτος
    το μυστικό συρτάρι»
«κι αν τ’ ανοίξει τι θα γίνει;» 
«θα φύγουν τα Χριστούγεννα»
    «και συ πού πας;»
 δεν ήταν η ώρα για αγάπης περίπατο –
«πάω στο πανηγύρι να πάρω λίγο φως και πέντε
    νότες»
δεν έχει σκοτεινιάσει ακόμα, μα σώπασα κι έγινα 
- για πόση ώρα;-
    ο φύλακας των Χριστουγέννων
τελικά δεν έχει καμιά σημασία, όλο και κάποιος θα γιορτάζει…

Να γιατί λεν τους ποιητές στρυφνούς και ακατανόητους
                                         εκτός κι αν κάποιος τους αγαπάει για το 
φευγιό τους. 

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018

Κωστής Παλαμάς — Η φλογέρα του βασιλιά VIII
«Απάνου στα κρινόφυλλα χρυσογραμμένα λόγια
διαβάζονταν ολόλαμπρα: Χαίρε, Χαριτωμένη!»

Η ζωγραφιά επιστήμη του και η σκέψη του η Παρθένο.

Και τίποτε άλλο. Βουβαμός και ανηξεριά. Και πάντα
κατάχνια του έζωνε το νου, του σφράγιζε το στόμα,
και μοναχά στα χείλια του τρεμόφεγγε και σβούσε
και σάλευε νυχτοημέρα το δίλογο τραγούδι
σ’ όλους τους ήχους του ψαλμού: Χαίρε, Χαριτωμένη,

Κι άστραφτε κι από τη χαρά κι από την περηφάνια
του λόγου και δε χαιρόταν και καύκημα δεν του ήταν.
το πλαστουργό κοντύλι του που κράταε κυβερνώντας,

νύχτες και μέρες και γιορτές κι αργατινές, μιλούσε
με κεία τα δυο ιερόλογα: Χαίρε, Χαριτωμένη!

Κ’ ήρθε καιρός που ανήμπορος και το κοντύλι ακόμα
να περπατά στον πάπυρο, της Παναγιάς ζωγράφος,
μια μπόρεση του απόμεινε: γονατιστός να πέφτει
στην άγια εικόνα της Κυράς, όπου την ξάνοιγε, όπου
με το σιγομουρμούρισμα: Χαριτωμένη, Χαίρε!

Όλα του κόσμου ανόητα κι αλλότρια όλα του ήταν,
ώσπου ήρθε η ώρα η φοβερή κι η αφεύγατη με κεί-
να τα λόγια τα μοσκόβολα κι απάνου στα φτερά του.
πάει λυτρωμένη απ’ το κορμί μακάρια κι η ψυχή της.

Το λείψανό του ευωδίασε τη γη που τόνε πήρε
κι απάνου από το μνήμα του πλήθαινε ο μόσκος και ήρθε,
πλημμύρισε η μοσχοβολιά στο μοναστήρι και ήταν
τριγύρω σα μιαν άνοιξη, πλούσια κι αλόγιστη ήταν

Κ’ έναν καιρό κάποιον Απριλίου φανταχτερού και κάποιον
σπάταλον Μάη, στα νιάμερα, γίνηκε μέγα θάμα.

Στο μνήμα το μοσκόβολο ξεφύτρωσε άσπρος κρίνος.

Απάνου στα κρινόφυλλα χρυσογραμμένα λόγια
διαβάζονταν ολόλαμπρα: Χαίρε, Χαριτωμένη!

Κ’ ήτανε κάτι αφάνταστο και η μυρουδιά του κρίνου

Τρέχει, φωνάζει ο Γούμενος: - Σκάφτε, παιδιά μου, ανοίχτε
το μνήμα, Θάμα! Κύριε, μεγάλη η δύναμή Σου!

Τάχα κι από πού να ’ρχεται, τάχα και πού να πάει
τάχα και πού η χρυσοπηγή της χάρης που ανάβει
απ’ την Κυρά Αειπάρθενο; - Και σκάψανε κι ανοίξαν·
από το στόμα του νεκρού να ο κρίνος, φουντωμένος!

Και σα ν’ αργοψιθύριζε το στόμα του και μέσα
στο μνήμα το τραγούδι του! -Χαίρε, Χαριτωμένη!-
Το πήραν ευλαβικά το λείψανο, το ψάχνουν
και βρίσκουν την κρινόριζα μέσ’ στην καρδιά του αγίου...
Και στην καρδιά καταμεσής, απίστευτα γραμμένη,
της Παναγιάς η ζωγραφιά. Χαριτωμένη, Χαίρε!

«Ανθολογία», εκλογή: Γ.Κ. Κατσίμπαλη και Ανδρέα Καραντώνη, χ.χ. σ.σ. 184-187

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

Οδοιπορικό στην Ποίηση — Γιάννης Ρίτσος «Η Κυρά των Αμπελιών»

Στο ποίημα παρουσιάζονται όλες οι γωνιές της Ελλάδας μαζί με την ιστορία τους.
Η Κυρά διασχίζει τον τόπο και τον χρόνο.
Είναι η Παναγία, η Μπουμπουλίνα, η Περσεφόνη, η Μάνα και η περήφανη Αγωνίστρια.


Κι έτσι στητή και δυνατή καταμεσής στον κόσμο
κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί
την άγια σπάθα
είσαι η ομορφιά κι η λεβεντιά κι είσαι η Ελλάδα.




Ο Γιάννης Ρίτσος Απαγγέλει την Κυρά των Αμπελιών
I, II, III, IV, V, VI, VII, VIII, IX, X, XI, XII, XIII, XIV, XV, XVI, XVII, XVIII, XIX, XX, XXI, XXII, XXIII, XXIV

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Η ανθρώπινη ευτυχία - «Τώρα αγωνίζομαι πλάι στα εκατομμύρια αδέρφια μου κ’ είμαι ευτυχισμένος.»

Σαν ήμουνα παιδί κοίταζα τ’ άστρα κ’ έκλαιγα
που δεν μπορούσα να φτάσω τον ουρανό.
Ύστερα αγάπησα τη δόξα.
Νύχτες έμενα άγρυπνος δαγκώνοντας τα χέρια μου
καθώς στεφτόμουνα ότι θάμενα για πάντα
ασήμαντος και ταπεινός.
Τώρα αγωνίζομαι πλάι στα εκατομμύρια αδέρφια μου
κ’ είμαι ευτυχισμένος.
Demonstrators hold images of Cuban revolutionary hero Ernesto 'Che' Guevara
during a protest in La Paz, Bolivia, in 2013. (AP Photo / Juan Karita)
 
Συλλογή: «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ»
ΣΤΊΧΟΙ ΓΡΑΜΜΈΝΟΙ ΣΕ ΠΑΚΕΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ - 1952
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 1ος, σελ. 154

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο
«Τώρα ζητάνε να πάψω να τραγουδάω.
Μα εγώ δεν είμαι πια ποιητής.
Εγώ τραγουδάω
όπως περπατάει ένα ποτάμι
όπως τινάζεται στον αέρα ένα βουνό.
Τραγουδάω όπως γεννιέται κανείς
όπως πεινάει
όπως κρυώνει.»

The Little Drummer Boy
Γράφτηκε όταν κατασχέθηκε το βιβλίο
 Αδέλφια
απόψε δεν είμαι πια ποιητής.
Μου απαγορεύουν να ‘μαι ποιητής.
Απόψε είμαι ένας παράξενος, ύποπτος τύπος, που γυρίζει
στους δρόμους
της απέραντης πολιτείας
μέσα στη νύχτα
παίζοντας ένα μεγάλο ταμπούρλο
τρομάζοντας τους νυχτοφύλακες που αποκοιμήθηκαν
κάνοντας να γαβγίζουν τα σκυλιά
παίζοντας για δυο δεκάρες στα καπηλειά βαριά λαϊκά τραγούδια
δυνατά
όλο πιο δυνατά
κάνοντας να τραντάζεται μες στο σκοτάδι και να τρέμει
ολάκερη η πολιτεία.

Γιατί λοιπόν θέλετε να μιλήσει ένας ποιητής;
Αν ήμουν ανθρακωρύχος θάσκαβα οχτώ ώρες τη γη
ανεβάζοντας σαν ένα βρέφος ψηλά στον ήλιο
το κάρβουνο.
Αν ήμουν αχθοφόρος θα κουβάλαγα στην πλάτη μου το μπετόν
βοηθώντας να χτιστεί αυτός ο κόσμος που ζούμε.
Είμαι ποιητής
και αποστολή μου έχω να τραγουδάω τον λαό μου.
Το τραγούδι μου είναι ένα κούτσουρο χοντρό
που πάνω του βράζουν το τσουκάλι τους οι αγωγιάτες
είναι ένα κουρέλι μάλλινο
για να τυλίξει ο οδοκαθαριστής τα κρυοπαγημένα πόδια του
το τραγούδι μου κουβαλάει νερό στους διψασμένους εργάτες
   των δρόμων
μοιράζει γράμματα από το μέλλον στους ισοβίτες του Ιτζεδίν.


Δεν είμαι κι εγώ παρά ένα μικρό ψηφίο
μες στην παγκόσμια λέξη:
Λευτεριά.

Εμείς δεκαπέντε χρόνια τώρα πεινάμε
δεκαπέντε χρόνια κρυώνουμε
δεκαπέντε χρόνια μας σκοτώνουν και δεκαπέντε χρόνια ελπίζουμε.
Δεκαπέντε χρόνια τραγουδήσαμε και ζήσαμε.
Πούναι, λοιπόν, τα δικά σας τραγούδια;

Όποιος δεν τραγουδάει
πεθαίνει.

Χρόνια γεμάτα γεγονότα
γεμάτα σκοτωμένους, ανατιναγμένα τρένα, πανικό
γεμάτα πυρκαγιές, σημαίες, καταδότες και τραγούδια.
Χρόνια ταρακουνημένα απ’ τα μπρούτζινα χέρια του λαού.

Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια έμαθα κ’ εγώ να υπάρχω.
Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια έμαθα να σφυράω και να προχωρώ.

Ήταν σκληρά τα χρόνια κ’ έπρεπε να μάθω να πεθαίνω
και να μισώ.

Και με το ίδιο στόμα, αγαπημένη μου, που σε φιλάω τρυφερά
Θα μπόραγα να δαγκώσω τον λαιμό εκείνου του φασίστα
πούριχνε μπόμπες στις πλατείες καθώς παίζαν ανύποπτα τα
   παιδιά.

Τώρα ζητάνε να πάψω να τραγουδάω.
Μα εγώ δεν είμαι πια ποιητής.
Εγώ τραγουδάω
όπως περπατάει ένα ποτάμι
όπως τινάζεται στον αέρα ένα βουνό.
Τραγουδάω όπως γεννιέται κανείς
όπως πεινάει
όπως κρυώνει.

Τραγουδάω όπως ένας άλλος πεθαίνει.

Τραγουδάω εσάς αδέλφια μου
εσάς, που χτίζετε τις μεγαλουπόλεις,
που καμπυλώνετε σαν ουράνια τόξα τις γέφυρες
εσάς, που ρίχνετε το βάρος της καρδιάς σας πάνω στα κομπρεσέρ
τραγουδάω εσάς μικρά μου αγόρια,
που ξεπαγιάζετε πουλώντας σπίρτα στους δρόμους του χειμώνα
εσάς, που αγοράζετε τα χαλασμένα λαχανικά απ’ τις αγορές
εσάς, που φοράτε εφημερίδες κάτω απ’ τα τριμμένα σας σακάκια
εσάς που πουλάτε τις κουβέρτες σας για ν’ αγοράσετε το φέρετρο
   του παιδιού σας
τραγουδάω εσάς, που πεινάτε
εσάς, που δεν πεινάτε πια γιατί πεθάνατε απ’ την πείνα.
Τραγουδάω εσάς, που ξεκινάτε κάθε αυγή
κουβαλώντας κάτω απ’ το τρύπιο σας πουκάμισο ένα κομμάτι
   ψωμί
κι ολάκερη την ισότητα του κόσμου.

Σας τραγουδάω, αδέρφια μου
ανεβασμένος απόψε σε μια ντάνα σακιά κάτω στο λιμάνι
δείχνοντας τα σάπια δόντια μου
στα ξένα καράβια.

Θυμάμαι το ‘36
κάθε βράδυ μόλις κατάφερνε ο πατέρας να φέρει ένα καρβέλι
   ψωμί.
   Άχνιζαν στο τραπέζι λίγες βραστές πατάτες.
Μα καθώς άρχιζε να μας μιλάει για την Ισπανία που πολεμούσε
τ’ άδειο τραπέζι γέμιζε μονομιάς σημαίες, οδοφράγματα,
   τραγούδια
νιώθαμε να χορταίνουμε.
Η μάνα ακούμπαγε το μπάλωμα στα γόνατα
κι άκουγε σιωπηλή.

Μάνα, πού είσαι, μάνα
Έζησες όλες σου τις μέρες με δάκρυα
έζησες όλα τα βράδια σου με μια κούπα φασκόμηλα και μια φέτα
   ψωμί.
Ήμουν μεγάλος, άντρας πια, κ’ έκλαψα σαν μικρό παιδί
σαν έμαθα πως είχες κάποτε κρυφά ζητιανέψει
για μας, μάνα,
μάνα
ο άνεμος σάρωνε το στρατόπεδο
πεθαίναμε απ’ την πείνα και την παγωνιά
μα εγώ εύρισκα λίγο απάγκιο γιατί μούστελνες την έγνοια σου.

Τώρα έφυγες, μάνα, δίχως να σε δω.
Πέθανες την ώρα που έτρωγα με τα μάτια τον ορίζοντα
πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
να βρω κατά που πέφτει το σπίτι μας
να βρω μια μικρή σπίθα απ’ το μεγάλο τζάκι της στοργής σου.

Μα απόψε, συχώρα με, σε νιώθω, μάνα, και σένα πολύ μακριά.
Απόψε νιώθω σαν να μην είμαι πια δικό σου παιδί.
Είναι τα εκατομμύρια αδέρφια μου κι ο αγώνας μας
που σαν μια γόνιμη φαρδιά κοιλιά
με γέννησαν σ’ αυτό το σταυροδρόμι που φυσάει.

Και το τραγούδι μου γεννήθηκε μες απ’ τα αίματα
όπως γεννιέται μια σημαία.

Νύχτα.
Μια νύχτα ακόμα στις χιλιάδες νύχτες.
Ερημιά.

Πόσοι άνθρωποι απόψε αυτή την ώρα
κλαίνε ολομόναχοι
ζητιανεύουν
κοιμούνται κάτω απ’ τις εκκλησιές
πόσοι αγκαλιάζονται παράφορα μες στο σκοτάδι.
Πόσοι άνθρωποι απόψε αυτή την ώρα
καίγονται από μεγάλα όνειρα
κρυώνουν από λησμονιά
πόσους απόψε θάβουν στα στρατιωτικά νεκροταφεία.

Πόσοι απόψε ξεκινάν περήφανοι
πόσοι γυρίζουν νικημένοι
πόσοι χωρίζονται για πάντα χωρίς να ξαναϊδωθούν ποτέ
πόσοι αγρυπνάνε πλάι σε νεκρούς ενώ απ’ τα’ ανοιχτό παράθυρο
   ακούγεται να βουίζει ο κόσμος
πόσοι φωνάζουν απελπισμένα, πόσοι σωπαίνουν πιο απελπισμένα
οι φάροι αναβοσβήνουνε μακριά
κυλάνε ουρλιάζοντας τα τρένα μες στη νύχτα
κυλάει ο χρόνος
οι πολιτείες κοιμούνται τυλιγμένες στην καταχνιά.
Πόσοι άνθρωποι απόψε σέρνονται στο σκοτάδι
μεταφέρουν πυρομαχικά
ανατινάζουν τις γέφυρες
βάζουν μεγάλες φωτιές
προδίνουν
πόσοι άνθρωποι απόψε αυτήν την ώρα
πεθαίνουν μες στη νύχτα σιωπηλά -
ζωή ζωή
σ’ ακούμε να σε ποδοπατάνε μες στη νύχτα
σ’ ακούμε μέσα στο σκοτάδι να φωνάζεις βοήθεια
α, ζωή, στη μια γωνιά σε ντουφεκίζουν
και στην άλλη σηκώνεσαι ξανά και τραγουδάς
μ’ ακόμα πιο δυνατή τη φωνή σου…

Τραγουδάω και ξανατραγουδάω εσάς αδέρφια
εσάς που ανατινάζατε τα γερμανικά τανκς με μια μπουκάλα μόνο
   γεμάτη απ’ το θυμό σας.
Τραγουδάω εσάς που περπατήσατε τα 8.000 μίλια της υποχώρησης
αφήνοντας πάνω στο χιόνι της Κίνας τους νεκρούς σας σαν μεγάλα
   σημάδια
για να σας δείχνουνε το δρόμο απ’ όπου θα ‘πρεπε να ξαναγυρίσετε.
Τραγουδάω εσάς που ξαναγυρίσατε.
Τραγουδάω εσάς που πολεμάγατε από πάτωμα σε πάτωμα
και χάνατε στο ισόγειο τόνα χέρι σας, μ’ από τα κεραμίδια
   πυροβολούσατε με τα’ άλλο
σώζοντας το Στάλινγκραντ και την ανθρώπινη ελπίδα.
Τραγουδάω εσάς, μικρά μου αγόρια, που με τα παιδικά σας
   σπίρτα
ανάψατε αυτή την πυρκαγιά που ζέστανε τον κόσμο.
Τραγουδάω εσάς που βασανιστήκατε
εσάς που σας ζητούσαν να πείτε ένα όνομα
κι εσείς απαντούσατε πάντοτε: Λευτεριά.

και βουτηγμένοι στο αίμα σας σηκώνατε το χέρι και δείχνατε
   στους άλλους να προχωρήσουν
κι αφού είχαν όλοι προσπεράσει πια κ’ είχατε μείνει καταμόναχοι
   πεσμένοι στο δρόμο
ακούγοντας τη βουή και τα ντουφέκια του πλήθους που
   προχωρούσε
σφίγγατε πάνω στο στήθος σας μια χούφτα χώμα απ’ την
   αγαπημένη πατρίδα
και πεθαίνατε. Τραγουδάω εσάς.

Τραγουδάω όλους εσάς που αντισταθήκατε
τραγουδάω τους άσπρους, τους μαύρους, τους κίτρινους
τραγουδάω την ελπίδα που δεν έχει χρώμα
τραγουδάω το αίμα που σ’ όλα τα γεωγραφικά σημεία είναι κόκκινο.
Με το λαρύγγι μου πεταγμένο έξω φαρδύ, σαν προκυμαία
τραγουδάω την παγκόσμια αδερφοσύνη.

Μα απόψε, αδέρφια, δεν είμαι πια ποιητής.
Απόψε δε θέλω νάμαι ποιητής.
Απόψε είμαι ο τυμπανιστής μιας απέραντης στρατιάς
με δύο δισεκατομμύρια μαχητές ακροβολισμένους μες στη νύχτα.

Και προχωράμε.


Συλλογή: «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ»
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 1ος, σελ. 189 - 196

Σάββατο 16 Ιουνίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Κριτική της ποίησης

Ανεβείτε με τα πριονοπέδιλα πάνω στους στύλους του τηλέγραφου
και τραγουδήστε και ξανατραγουδήστε
και κουνώντας σαν ένα τσαλακωμένο κασκέτο την καρδιά σας
χαιρετίστε
το μέλλον.
Pieter AertsenMarket Scene, 1569
Ε! τι καθόσαστε λοιπόν ποιητές
Βγείτε στους δρόμους, καβαλήστε στα λεωφορεία, ανεβείτε
   στις αμαξοστοιχίες
να δείτε καθώς θ’ απαγγέλετε τα τραγούδια σας
ν’ ανθίζει μες στην καρβουνόσκονη σαν έν’ άσπρο τριαντάφυλλο
το γέλιο των μηχανοδηγών.
Πηγαίνετε στη λαϊκή αγορά
ανάμεσα στις φωνές και τη μυρουδιά των λαχανικών.
Είναι εκεί μια αντρογυναίκα με ξυλοπάπουτσα
που αν χαμογελάσει με τους στίχους σας
σημαίνει πως κάτι φτιάξατε στη ζωή σας.
Γιατί αυτή η αντρογυναίκα με το πλατύ, βλογιοκομμένο πρόσωπo
έχει τρία παιδιά σκοτωμένα
και δεν τόχει σκοπό να γελάσει με μυξάρικους στίχους.
Ανεβείτε με τα πριονοπέδιλα πάνω στους στύλους του τηλέγραφου
και τραγουδήστε και ξανατραγουδήστε
και κουνώντας σαν ένα τσαλακωμένο κασκέτο την καρδιά σας
χαιρετίστε
το μέλλον.
Συλλογή: «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ»
ΣΤΊΧΟΙ ΓΡΑΜΜΈΝΟΙ ΣΕ ΠΑΚΕΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ - 1952
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 1ος, σελ. 153 - 154