Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Τάσος Λειβαδίτης - Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο
Τραγουδάω εσάς που πέσατε κάτω απ’ τις σφαίρες


Eastman Johnson Circa 1872 The Wounded Drummer Boy

(απόσπασμα)

[...] Τραγουδάω εσάς που πέσατε κάτω απ’ τις σφαίρες
και βουτηγμένοι στο αίμα σας σηκώνατε το χέρι και δείχνα-
τε στους άλλους να προχωρήσουν
κι αφού είχαν όλοι προσπεράσει πια κ’ είχατε μείνει καταμό-
ναχοι πεσμένοι στο δρόμο
ακούγοντας τη βουή και τα ντουφέκια του πλήθους που προ-
χωρούσε
σφίγγατε πάνω στο στήθος σας μια χούφτα χώμα απ’ την
αγαπημένη πατρίδα
και πεθαίνατε. Τραγουδάω εσάς.

Τραγουδάω όλους εσάς που αντισταθήκατε
τραγουδάω τους άσπρους, τους μαύρους, τους κίτρινους
τραγουδάω την ελπίδα που δεν έχει χρώμα
τραγουδάω το αίμα που σ’ όλα τα γεωγραφικά σημεία είναι
κόκκινο.

Με το λαρύγγι μου πεταμένο έξω φαρδύ, σαν προκυμαία
τραγουδάω την παγκόσμια αδερφοσύνη.

Μα απόψε, αδέρφια, δεν είμαι ποιητής.
Απόψε δε θέλω να ’μαι ποιητής.
Απόψε είμαι ο τυμπανιστής μιας απέραντης στρατιάς
με δύο δισεκατομμύρια μαχητές ακροβολισμένους
μές στη
νύχτα.


Και προχωράμε.

Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο, 
Αθήνα, Κέδρος, 1956


Παρατηρήσεις
Το ποίημα ανήκει στη μοντέρνα ποίηση.
- Οι στίχοι του ποιήματος είναι ελεύθεροι.
- Στο ποίημα δεν υπάρχει ομοιοκαταληξία.
- Το ποίημα δεν χωρίζεται σε στροφές με ίσο αριθμό στίχων και γενικότερα δεν ακολουθεί κάποιο συγκεκριμένο κανόνα ως προς τη διαμόρφωση των στροφών.

Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο είναι ο ίδιος ο ποιητής,
ο οποίος για λίγο -για απόψε- δεν είναι πια ποιητής, αλλά ο τυμπανιστής μιας παγκόσμιας στρατιάς που μάχεται για τον τερματισμό των πολέμων∙ που μάχεται για την επικράτηση μιας παγκόσμιας αδελφοσύνης.

Ο ποιητής γίνεται ο μπροστάρης όλων εκείνων των ανθρώπων που θυσίασαν τη ζωή τους στον πόλεμο για να υπερασπιστούν τους συνανθρώπους τους∙ γίνεται ο μπροστάρης όλων εκείνων των ανθρώπων, οι οποίοι όποιου χρώματος κι αν είναι, σ’ όποιο έθνος κι αν ανήκουν αντιστέκονται στη μανία του πολέμου και διεκδικούν το δικαίωμα στην ειρηνική και χωρίς εθνικές και φυλετικές διακρίσεις συνύπαρξη.
- Τραγουδάω εσάς που πέσατε κάτω απ’ τις σφαίρεςκαι βουτηγμένοι στο αίμα σας σηκώνατε το χέρι και δείχνα-τε στους άλλους να προχωρήσουν- σφίγγατε πάνω στο στήθος σας μια χούφτα χώμα απ’ τηναγαπημένη πατρίδακαι πεθαίνατε.
Το πρώτο ενικό πρόσωπο συνδέεται με το ιδιαίτερο χρέος που έχει ο ποιητής, ως λειτουργός της ποιητικής τέχνης, αλλά και ως άνθρωπος να αναδείξει μέσω του έργου του τις πανανθρώπινες εκείνες αξίες που θα θέσουν οριστικό τέρμα στον παραλογισμό του πολέμου και θα επιτρέψουν στους ανθρώπους να συνυπάρξουν σε μια ειρηνική κατάσταση∙ σε μια παγκόσμια αδερφοσύνη. Ο ίδιος, μάλιστα, αποποιείται προσωρινά το ρόλο του ποιητή μόνο και μόνο για να αντικρίσει τον εαυτό του ως τον τυμπανιστή μιας απέραντης παγκόσμιας στρατιάς, που δίνει την ιερή μάχη για την επικράτηση της ειρήνης.

Στον καταληκτικό στίχο του ποιήματος ο Λειβαδίτης επιλέγει το α΄ πληθυντικό πρόσωπο προκειμένου να καταστήσει σαφές πως συγκαταλέγει συνειδητά τον εαυτό του σ’ αυτή την παγκόσμια στρατιά ανθρώπων κάθε φυλής και κάθε χρώματος που μάχεται για την ειρήνη. Ο ποιητής στον σημαντικό αυτό αγώνα δεν διεκδικεί κάποιον διακριτό ρόλο για τον εαυτό του, είναι κι εκείνος ένας από τους πολλούς, ένας από το συλλογικό «εμείς» των ανθρώπων που θέλουν να δουν τον τερματισμό του πολέμου.

Φράσεις του ποιήματος παραπέμπουν στην παγκόσμια αδελφοσύνη.
- και δείχνατε στους άλλους να προχωρήσουν- τραγουδάω τους άσπρους, τους μαύρους, τους κίτρινους- τραγουδάω την ελπίδα που δεν έχει χρώμα- τραγουδάω το αίμα που σ’ όλα τα γεωγραφικά σημεία είναι κόκκινο- Μα απόψε, αδέρφια, δεν είμαι ποιητής.- Απόψε είμαι ο τυμπανιστής μιας απέραντης στρατιάς με δύο δισεκατομμύρια μαχητές ακροβολισμένους μες στη νύχτα

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Παραμονή Χριστουγέννων

Prison Scene - Francisco de Goya
Παγωνιά
στον ουρανό ένα χρώμα βρώμικης φανέλλας
στεκόμαστε στη γραμμή
όρθιοι
κάποιος χνωτίζει τα νύχια του
κάποιος δαγκώνει τα δάχτυλά του
ένα παιδί με σπυριά δίπλα σου
δε μιλάει
κρυώνει
ένα χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κ' εκείνο κρυώνει
καθώς μας πλευρίζουν τα καμιόνια
μια μυρουδιά μπενζίνας
οι πόρτες που ξανακλείνουνε
ο λοχαγός έχει δυο μάτια από κατράμι
η φωνή του μες απ' τις μύτες του σηκωμένου γιακά
ένας - ένας
ακούει τ' όνομά του
και βγαίνει
αντίο, αντίο
το χώμα τρίζει κάτω απ' τις αρβύλες
κάποιος σηκώνει το χέρι του
τίποτ' άλλο
το παιδί με τα σπυριά προχωράει
στη θέση του μένουν δυο χνάρια από αρβύλες
που σε λίγο θα σβήσει η βροχή
ένα χέρι γλυστράει το ρολόι του στην παλάμη σου
δε θα μου χρειαστεί, λέει -- αντίο
το χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κρυώνει ακόμα.

Ξεκινάνε τα φορτηγά.

Είκοσι άνθρωποι κουβαριασμένοι μες σ' ένα αντίσκηνο
δε μπορείς να σαλέψεις ούτε τη γλώσσα σου
μα είναι πολλά τα χέρια να μοιράσεις την πίκρα σου
πολλές οι ανάσες να ξεχνάς τη βροχή.
Έχει αρκετή θέση
για να πεθάνεις.

Θα κουβαλήσουμε κι απόψε το σακκί της νύχτας
θα κολλήσουμε τ' αποτσίγαρο στη μύτη της αρβύλας μας
θ' ακουμπήσουμε την καρδιά μας σε μια διπλανή καρδιά
όπως το βράδυ ακουμπάνε οι κουβέρτες και τα όνειρά μας.

Ελάτε λοιπόν
όλοι μαζί
να φυσήξουμε αυτό το μικρό καρβουνάκι στη χόβολη της ελπίδας
τώρα που η λάμπα μας έσβησε
που νυστάζει η σκοπιά
και το στρατόπεδο φόρεσε την κουρελιασμένη χλαίνη
της ομίχλης.

Μας ήρθε μ' ένα χαμόγελο και μια τραμβαγέρικη πατατούκα.
Του κάναμε τόπο
άπλωσε μια λινάτσα, την έστρωσε καλά καλά
και μας κοίταξε.
Φυσούσε ένας αγέρας δυνατός απ' το Νοτιά
και το μούτρο του ήταν βλογιοκομένο σαν ψιχαλισμένος δρόμος.
Ύστερα βράδιασε και βγάζοντας τα χέρια από τις τσέπες
μας έδωσε κάτι φτηνές μέντες
πασαλειμένες χνούδια και καπνό.
Τον πήραν νύχτα ξαφνικά και τον σκοτώσαν στο προαύλιο
η πατατούκα του πεταμένη πάνω στο χώμα
μα δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του
μη του το πάρουν.

Μη με λες λοιπόν σύντροφο
έχω ένα σταχτί ουρανό μέσα μου
κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο
σφίγγω στα χέρια τ' άγνωστο όνομά μου
σαν το παιδάκι που αγκαλιάζει ένα ξύλινο πόδι
ακουμπισμένο σε μια γωνιά.

Μη με λες λοιπόν σύντροφο.
Την ώρα που οι συντρόφοι μας πεθαίνουνε τραγουδώντας
την ώρα που εσύ ακονίζεις στο μίσος τη σκληρή σου παλάμη
εγώ σε προδίνω
καθώς μέσα στη νύχτα κρυώνω και φοβάμαι τη λησμονιά.

Το ξέρω, ένας σύντροφος πρέπει να ζήσει μιαν άλλη ζωή
και να πεθάνει απλά
όπως κανείς τραβάει την κουβέρτα ως τα μάτια του
κι αποκοιμιέται.

Μα όταν εγώ κι αυτούς εδώ τους στίχους τους γράφω
μήπως μιλήσουν για μένα - όχι, μη με λες σύντροφο.
Είμαι ένα τσαλακωμένο χαρτί που κόλλησε στην αρβύλα σου
καθώς
προχωράς.

Η ασετυλίνη που σφυρίζει στη γωνιά
ένα σπασμένο παράθυρο φιμωμένο με σκοτάδι.
Η σκεπή του μαγειρείου μπάζει νερά.
Βουίζει μες στις χαραμάδες ο άνεμος.
-- Θωμά, πάρε τσιγάρο
και μη σκαλίζεις τα δόντια σου, Θωμά.
Μάταια ψάχνεις για ένα τριματάκι
απ' το παλιό παιδικό χριστόψωμο.
Βουίζουνε τα φλόγιστρα του πετρελαίου. Ο Θωμάς
σφίγγει στα γόνατά του μια πατάτα
και καθαρίζει ήσυχα ήσυχα. Τ' άλλο του χέρι είναι κομένο.

Κοιτάμε με την άκρη του ματιού το σκοπό που μπαίνει
μ' ένα φύσημα παγωμένου αέρα. Το σαγώνι του
θα τρέμει πίσω απ' το χακί κασκόλ.

Σηκώνεις το γιακά της χλαίνης σου. Χιονίζει.
Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο. Πιο μακριά
η σιωπή. Καλή νύχτα, καλά Χριστούγεννα.
Συλλογιέσαι τ' άστρα πίσω απ' την καταχνιά
σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν.
Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη
χώσε τα χέρια σου.
-- Καληνύχτα, Θωμά, καλά Χριστούγεννα.

Κ' η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι.


Μακρόνησος 1950

Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956)

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο
«Τώρα ζητάνε να πάψω να τραγουδάω.
Μα εγώ δεν είμαι πια ποιητής.
Εγώ τραγουδάω
όπως περπατάει ένα ποτάμι
όπως τινάζεται στον αέρα ένα βουνό.
Τραγουδάω όπως γεννιέται κανείς
όπως πεινάει
όπως κρυώνει.»

The Little Drummer Boy
Γράφτηκε όταν κατασχέθηκε το βιβλίο
 Αδέλφια
απόψε δεν είμαι πια ποιητής.
Μου απαγορεύουν να ‘μαι ποιητής.
Απόψε είμαι ένας παράξενος, ύποπτος τύπος, που γυρίζει
στους δρόμους
της απέραντης πολιτείας
μέσα στη νύχτα
παίζοντας ένα μεγάλο ταμπούρλο
τρομάζοντας τους νυχτοφύλακες που αποκοιμήθηκαν
κάνοντας να γαβγίζουν τα σκυλιά
παίζοντας για δυο δεκάρες στα καπηλειά βαριά λαϊκά τραγούδια
δυνατά
όλο πιο δυνατά
κάνοντας να τραντάζεται μες στο σκοτάδι και να τρέμει
ολάκερη η πολιτεία.

Γιατί λοιπόν θέλετε να μιλήσει ένας ποιητής;
Αν ήμουν ανθρακωρύχος θάσκαβα οχτώ ώρες τη γη
ανεβάζοντας σαν ένα βρέφος ψηλά στον ήλιο
το κάρβουνο.
Αν ήμουν αχθοφόρος θα κουβάλαγα στην πλάτη μου το μπετόν
βοηθώντας να χτιστεί αυτός ο κόσμος που ζούμε.
Είμαι ποιητής
και αποστολή μου έχω να τραγουδάω τον λαό μου.
Το τραγούδι μου είναι ένα κούτσουρο χοντρό
που πάνω του βράζουν το τσουκάλι τους οι αγωγιάτες
είναι ένα κουρέλι μάλλινο
για να τυλίξει ο οδοκαθαριστής τα κρυοπαγημένα πόδια του
το τραγούδι μου κουβαλάει νερό στους διψασμένους εργάτες
   των δρόμων
μοιράζει γράμματα από το μέλλον στους ισοβίτες του Ιτζεδίν.


Δεν είμαι κι εγώ παρά ένα μικρό ψηφίο
μες στην παγκόσμια λέξη:
Λευτεριά.

Εμείς δεκαπέντε χρόνια τώρα πεινάμε
δεκαπέντε χρόνια κρυώνουμε
δεκαπέντε χρόνια μας σκοτώνουν και δεκαπέντε χρόνια ελπίζουμε.
Δεκαπέντε χρόνια τραγουδήσαμε και ζήσαμε.
Πούναι, λοιπόν, τα δικά σας τραγούδια;

Όποιος δεν τραγουδάει
πεθαίνει.

Χρόνια γεμάτα γεγονότα
γεμάτα σκοτωμένους, ανατιναγμένα τρένα, πανικό
γεμάτα πυρκαγιές, σημαίες, καταδότες και τραγούδια.
Χρόνια ταρακουνημένα απ’ τα μπρούτζινα χέρια του λαού.

Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια έμαθα κ’ εγώ να υπάρχω.
Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια έμαθα να σφυράω και να προχωρώ.

Ήταν σκληρά τα χρόνια κ’ έπρεπε να μάθω να πεθαίνω
και να μισώ.

Και με το ίδιο στόμα, αγαπημένη μου, που σε φιλάω τρυφερά
Θα μπόραγα να δαγκώσω τον λαιμό εκείνου του φασίστα
πούριχνε μπόμπες στις πλατείες καθώς παίζαν ανύποπτα τα
   παιδιά.

Τώρα ζητάνε να πάψω να τραγουδάω.
Μα εγώ δεν είμαι πια ποιητής.
Εγώ τραγουδάω
όπως περπατάει ένα ποτάμι
όπως τινάζεται στον αέρα ένα βουνό.
Τραγουδάω όπως γεννιέται κανείς
όπως πεινάει
όπως κρυώνει.

Τραγουδάω όπως ένας άλλος πεθαίνει.

Τραγουδάω εσάς αδέλφια μου
εσάς, που χτίζετε τις μεγαλουπόλεις,
που καμπυλώνετε σαν ουράνια τόξα τις γέφυρες
εσάς, που ρίχνετε το βάρος της καρδιάς σας πάνω στα κομπρεσέρ
τραγουδάω εσάς μικρά μου αγόρια,
που ξεπαγιάζετε πουλώντας σπίρτα στους δρόμους του χειμώνα
εσάς, που αγοράζετε τα χαλασμένα λαχανικά απ’ τις αγορές
εσάς, που φοράτε εφημερίδες κάτω απ’ τα τριμμένα σας σακάκια
εσάς που πουλάτε τις κουβέρτες σας για ν’ αγοράσετε το φέρετρο
   του παιδιού σας
τραγουδάω εσάς, που πεινάτε
εσάς, που δεν πεινάτε πια γιατί πεθάνατε απ’ την πείνα.
Τραγουδάω εσάς, που ξεκινάτε κάθε αυγή
κουβαλώντας κάτω απ’ το τρύπιο σας πουκάμισο ένα κομμάτι
   ψωμί
κι ολάκερη την ισότητα του κόσμου.

Σας τραγουδάω, αδέρφια μου
ανεβασμένος απόψε σε μια ντάνα σακιά κάτω στο λιμάνι
δείχνοντας τα σάπια δόντια μου
στα ξένα καράβια.

Θυμάμαι το ‘36
κάθε βράδυ μόλις κατάφερνε ο πατέρας να φέρει ένα καρβέλι
   ψωμί.
   Άχνιζαν στο τραπέζι λίγες βραστές πατάτες.
Μα καθώς άρχιζε να μας μιλάει για την Ισπανία που πολεμούσε
τ’ άδειο τραπέζι γέμιζε μονομιάς σημαίες, οδοφράγματα,
   τραγούδια
νιώθαμε να χορταίνουμε.
Η μάνα ακούμπαγε το μπάλωμα στα γόνατα
κι άκουγε σιωπηλή.

Μάνα, πού είσαι, μάνα
Έζησες όλες σου τις μέρες με δάκρυα
έζησες όλα τα βράδια σου με μια κούπα φασκόμηλα και μια φέτα
   ψωμί.
Ήμουν μεγάλος, άντρας πια, κ’ έκλαψα σαν μικρό παιδί
σαν έμαθα πως είχες κάποτε κρυφά ζητιανέψει
για μας, μάνα,
μάνα
ο άνεμος σάρωνε το στρατόπεδο
πεθαίναμε απ’ την πείνα και την παγωνιά
μα εγώ εύρισκα λίγο απάγκιο γιατί μούστελνες την έγνοια σου.

Τώρα έφυγες, μάνα, δίχως να σε δω.
Πέθανες την ώρα που έτρωγα με τα μάτια τον ορίζοντα
πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
να βρω κατά που πέφτει το σπίτι μας
να βρω μια μικρή σπίθα απ’ το μεγάλο τζάκι της στοργής σου.

Μα απόψε, συχώρα με, σε νιώθω, μάνα, και σένα πολύ μακριά.
Απόψε νιώθω σαν να μην είμαι πια δικό σου παιδί.
Είναι τα εκατομμύρια αδέρφια μου κι ο αγώνας μας
που σαν μια γόνιμη φαρδιά κοιλιά
με γέννησαν σ’ αυτό το σταυροδρόμι που φυσάει.

Και το τραγούδι μου γεννήθηκε μες απ’ τα αίματα
όπως γεννιέται μια σημαία.

Νύχτα.
Μια νύχτα ακόμα στις χιλιάδες νύχτες.
Ερημιά.

Πόσοι άνθρωποι απόψε αυτή την ώρα
κλαίνε ολομόναχοι
ζητιανεύουν
κοιμούνται κάτω απ’ τις εκκλησιές
πόσοι αγκαλιάζονται παράφορα μες στο σκοτάδι.
Πόσοι άνθρωποι απόψε αυτή την ώρα
καίγονται από μεγάλα όνειρα
κρυώνουν από λησμονιά
πόσους απόψε θάβουν στα στρατιωτικά νεκροταφεία.

Πόσοι απόψε ξεκινάν περήφανοι
πόσοι γυρίζουν νικημένοι
πόσοι χωρίζονται για πάντα χωρίς να ξαναϊδωθούν ποτέ
πόσοι αγρυπνάνε πλάι σε νεκρούς ενώ απ’ τα’ ανοιχτό παράθυρο
   ακούγεται να βουίζει ο κόσμος
πόσοι φωνάζουν απελπισμένα, πόσοι σωπαίνουν πιο απελπισμένα
οι φάροι αναβοσβήνουνε μακριά
κυλάνε ουρλιάζοντας τα τρένα μες στη νύχτα
κυλάει ο χρόνος
οι πολιτείες κοιμούνται τυλιγμένες στην καταχνιά.
Πόσοι άνθρωποι απόψε σέρνονται στο σκοτάδι
μεταφέρουν πυρομαχικά
ανατινάζουν τις γέφυρες
βάζουν μεγάλες φωτιές
προδίνουν
πόσοι άνθρωποι απόψε αυτήν την ώρα
πεθαίνουν μες στη νύχτα σιωπηλά -
ζωή ζωή
σ’ ακούμε να σε ποδοπατάνε μες στη νύχτα
σ’ ακούμε μέσα στο σκοτάδι να φωνάζεις βοήθεια
α, ζωή, στη μια γωνιά σε ντουφεκίζουν
και στην άλλη σηκώνεσαι ξανά και τραγουδάς
μ’ ακόμα πιο δυνατή τη φωνή σου…

Τραγουδάω και ξανατραγουδάω εσάς αδέρφια
εσάς που ανατινάζατε τα γερμανικά τανκς με μια μπουκάλα μόνο
   γεμάτη απ’ το θυμό σας.
Τραγουδάω εσάς που περπατήσατε τα 8.000 μίλια της υποχώρησης
αφήνοντας πάνω στο χιόνι της Κίνας τους νεκρούς σας σαν μεγάλα
   σημάδια
για να σας δείχνουνε το δρόμο απ’ όπου θα ‘πρεπε να ξαναγυρίσετε.
Τραγουδάω εσάς που ξαναγυρίσατε.
Τραγουδάω εσάς που πολεμάγατε από πάτωμα σε πάτωμα
και χάνατε στο ισόγειο τόνα χέρι σας, μ’ από τα κεραμίδια
   πυροβολούσατε με τα’ άλλο
σώζοντας το Στάλινγκραντ και την ανθρώπινη ελπίδα.
Τραγουδάω εσάς, μικρά μου αγόρια, που με τα παιδικά σας
   σπίρτα
ανάψατε αυτή την πυρκαγιά που ζέστανε τον κόσμο.
Τραγουδάω εσάς που βασανιστήκατε
εσάς που σας ζητούσαν να πείτε ένα όνομα
κι εσείς απαντούσατε πάντοτε: Λευτεριά.

και βουτηγμένοι στο αίμα σας σηκώνατε το χέρι και δείχνατε
   στους άλλους να προχωρήσουν
κι αφού είχαν όλοι προσπεράσει πια κ’ είχατε μείνει καταμόναχοι
   πεσμένοι στο δρόμο
ακούγοντας τη βουή και τα ντουφέκια του πλήθους που
   προχωρούσε
σφίγγατε πάνω στο στήθος σας μια χούφτα χώμα απ’ την
   αγαπημένη πατρίδα
και πεθαίνατε. Τραγουδάω εσάς.

Τραγουδάω όλους εσάς που αντισταθήκατε
τραγουδάω τους άσπρους, τους μαύρους, τους κίτρινους
τραγουδάω την ελπίδα που δεν έχει χρώμα
τραγουδάω το αίμα που σ’ όλα τα γεωγραφικά σημεία είναι κόκκινο.
Με το λαρύγγι μου πεταγμένο έξω φαρδύ, σαν προκυμαία
τραγουδάω την παγκόσμια αδερφοσύνη.

Μα απόψε, αδέρφια, δεν είμαι πια ποιητής.
Απόψε δε θέλω νάμαι ποιητής.
Απόψε είμαι ο τυμπανιστής μιας απέραντης στρατιάς
με δύο δισεκατομμύρια μαχητές ακροβολισμένους μες στη νύχτα.

Και προχωράμε.


Συλλογή: «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ»
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 1ος, σελ. 189 - 196

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Τάσος Λειβαδίτης — Εργογραφία


1952, Μάχη στην άκρη της νύχτας
1952, Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας
1956, Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο
1958, Οι γυναίκες με τ' αλογίσια μάτια
1960, Καντάτα
1963, 25η ραψωδία της Οδύσσειας
1966, Οι τελευταίοι
1974, Σκοτεινή πράξη
1975, Οι τρεις
1975, Ο διάβολος με το κηροπήγιο
1977, Βιολί για μονόχειρα
1978, Ανακάλυψη
1978, Ποιήματα (1958-1963)
1979, Εγχειρίδιο ευθανασίας
1983, Ο τυφλός με το λύχνο
1985, Βιολέτες για μια εποχή
ΑΡΓΟΠΟΡΗΜΕΝΕΣ ΑΜΟΙΒΕΣ
1987, Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα
1990, Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου (Εκδόθηκε μετά το θάνατο του ποιητή)

Τα Τετράδια της Αμπάς

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο

(απόσπασμα του έργου του)
 
Αδερφέ μου, σκοπέ
αδερφέ μου, σκοπέ
σ' ακούω να περπατάς πάνω στο χιόνι
σ' ακούω να περπατάς πάνω στο χιόνι
σ' ακούω που βήχεις μες στην παγωνιά
σε γνωρίζω, αδερφέ μου
και με γνωρίζεις.
Στοιχηματίζω ότι έχεις μια κοριτσίστικη φωτογραφία στην
τσέπη σου.
Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στο στήθος σου πως έχεις μια
καρδιά.
Θυμάσαι;
Είχες κάποτε ένα τετράδιο ζωγραφισμένο χελιδόνια
είχα κάποτε ονειρευτεί να περπατήσουμε κοντά - κοντά
στο κούτελό σου ένα μικρό σημάδι απ' την σφεντόνα μου
στο μαντήλι μου φυλάω διπλωμένα τα δάκρυά σου
στην άκρη της αυλής μας έχουν ξεμείνει τα σκολιανά
παπούτσια σου
στον τοίχο του παλιού σπιτιού φέγγουν ακόμα
με κιμωλία γραμμένα τα παιδικά μας όνειρα.
Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τις σκάλες των
υπουργείων
το βράδυ σταματάει στη γωνιά
κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ' το καρότσι του πατέρα μου
κοιτάζονται μια στιγμή και χαμογελάνε
την ώρα που εσύ γεμίζεις τ' όπλο σου
κ' ετοιμάζεσαι να με σκοτώσεις.
Βασίλεψαν τα πρωινά σου μάτια πίσω από ένα κράνος
άλλαξες τα παιδικά σου χέρια μ' ένα σκληρό ντουφέκι
πεινάμε κ' οι δυο για ένα χαμόγελο
και μια μπουκιά ήσυχο ύπνο.
Ακούω τώρα τις αρβύλες σου στο χιόνι
σε λίγο θα πας να κοιμηθείς
καληνύχτα, λυπημένε αδερφέ μου
αν τύχει να δεις ένα μεγάλο αστέρι είναι που θα
σε συλλογίζομαι
καθώς θ' ακουμπήσεις τ' όπλα σου στη γωνιά θα ξαναγίνεις
ένα σπουργίτι.
Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου.
Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο.
Δεν θα' θελα να το λαβώσεις.