Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016

Jorge Luis Borges - Ο Ερωτευμένος
The Lover (the admirer)

TANGO OF LOVE — Palette knife Oil Painting on Canvas by Leonid Afremov
Φεγγάρια, όργανα, σεντέφια, ρόδα, λάμπες
καθώς επίσης και του Ντύρερ οι γραμμές
οι εννιά αριθμοί, το μεταβλητό μηδέν,
όλα αυτά, πρέπει να προσποιηθώ ότι υπάρχουν.

Πρέπει να προσποιηθώ πως κάποτε υπήρξαν
η Ρώμη και η Περσέπολη κι ότι μια σκόνη
φτενή καταμέτρησε των επάλξεων τη μοίρα
που έσβησαν οι αδήριτοι αιώνες.

Πρέπει να επινοήσω την πυρά και τα όπλα
του έπους και τα απύθμενα πέλαγα
που ροκανίζουν τα θεμέλια της οικουμένης.

Πρέπει να υποκριθώ ότι υπάρχουν κι άλλοι. Ψέματα.
Μονάχα εσύ υπάρχεις. Η δυστυχία μου, εσύ
και η ευτυχία μου, απλή μαζί και ανεξάντλητη.

Ποιήματα, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, 
Εισαγωγή, Ανθολόγηση, Μετάφραση, Σημειώσεις: Δημήτρης Καλοκύρης, 
εκδόσεις Πατάκη

The Lover (the admirer)

Moons, ivories, instruments, roses,
lamps and the line of Dürer,
the nine figures and the variable zero,
I shall pretend that these things exist.

I shall pretend that in the past they were
Persepolis and Rome and that fine
sand measured the fate of the crenel
that the centuries of iron undid.

I shall pretend the arms and the pyre
of the epic and the heavy seas
that gnaw from the pillars of the Earth.

I shall pretend there are others. It’s a lie.
It’s only you. You, my misfortune
and my fortune, inexhaustible and pure.

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

Ὕμνοι — Μεγαλυνάρια


Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς, 
μακαρίζειν Σε τήν Θεοτόκον, 
τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον 
καί Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. 
Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ 
καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, 
τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, 
τήν ὄντως Θεοτόκον 
Σέ μεγαλύνομεν.

Τήν ὑψηλοτέραν τῶν οὐρανῶν 
καί καθαρωτέραν λαμπηδόνων ἡλιακῶν, 
τήν λυτρωσαμένην ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας, 
τήν Δέσποιναν τοῦ κόσμου 
ὕμνοις τιμήσωμεν.

Ἀπό τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν, 
ἀσθενεῖ τό σῶμα, ἀσθενεῖ μου καί ἡ ψυχή. 
Πρός Σέ καταφεύγω τήν Κεχαριτωμένην,
ἐλπίς ἀπηλπισμένων, 
Σύ μοι βοήθησον.

Δέσποινα καί Μήτηρ τοῦ Λυτρωτοῦ, 
δέξαι παρακλήσεις ἀναξίων Σῶν ἱκετῶν, 
ἵνα μεσιτεύσης πρός τόν ἐκ Σοῦ τεχθέντα, 
ὦ Δέσποινα τοῦ κόσμου 
γενοῦ μεσίτρια.

Ψάλλομεν προθύμως Σοί τήν ὠδήν, 
νῦν τῆ πανυμνήτῳ Θεοτόκῳ χαρμονικῶς. 
Μετά τοῦ Προδρόμου καί Πάντων τῶν Ἁγίων 
δυσώπει, Θεοτόκε, 
τοῦ οἰκτειρῆσαι ἡμᾶς.

Ἄλαλα τά χείλη τῶν ἀσεβῶν, 
τῶν μή προσκυνούντων τήν Εἰκόνα Σου τήν σεπτήν, 
τήν ἱστορηθεῖσαν ὑπό τοῦ Ἀποστόλου 
Λουκᾶ ἱερωτάτου, 
τήν Ὁδηγήτριαν.

Σάββατο 6 Αυγούστου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ Ι-VΙΙ. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία, όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από που βλέπει κανείς τον ουρανό. Εγώ τον έχω δει από καταμεσής της θάλασσας.

Landscape with the Fall of Icarus in the Musée des Beaux Arts
Ι
Μια μέρα τη ζωή που 'χασα την ξαναβρήκα στα μάτια ενός νέου μο-
σχαριού που με κοίταζε μ' αφοσίωση. Κατάλαβα πως δεν είχα γεν-
νηθεί στην τύχη. Βάλθηκα να σκαλίζω τις μέρες μου, να τις φέρνω
άνω κάτω, να ψάχνω. Ζητούσα να ψαύσω την ύλη των αισθημά-
των. Ν' αποκαταστήσω, από τις νύξεις που έβρισκα διάσπαρτες μέ-
σα στον κόσμο αυτόν, μιαν αθωότητα τόσο ισχυρή που να ξεπλένει
τα αίματα -το άδικο- και να εξαναγκάζει τους ανθρώπους να μου
αρέσουν.

Δύσκολο - αλλά πως να γίνει; Κάποτε νιώθω να 'μαι τόσοι πολλοί
που χάνομαι. Θέλω να πραγματοποιηθώ έστω και στο μάκρος μιας
ηλικίας που να ξεπερνά τη δική μου.

Αν η ψευτιά δεν υπάρχει τρόπος να καταβληθεί ούτε από το χρόνο,
τότε το παιχνίδι το έχασα.

II

Κατοίκησα μια χώρα που 'βγαινε από την άλλη, την πραγματική,
όπως τ' όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου. Την είπα κι αυτήν
Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί να τηνε βλέπω. Τόσο λίγη
έμοιαζε· τόσο άπιαστη.

Περνώντας ο καιρός όλο και τη δοκίμαζα: με κάτι ξαφνικούς σει-
σμούς, κάτι παλιές καθαρόαιμες θύελλες. Άλλαζα θέση στα πράγμα-
τα να τ' απαλλάξω από κάθε αξία. Μελετούσα τ' Ακοίμιστα και την
Ερημική ν' αξιωθώ να φκιάνω λόφους καστανούς, μοναστηράκια,
κρήνες. Ως κι ένα περιβόλι ολόκληρο έβγαλα γιομάτο εσπεριδοει-
δή που μύριζαν Ηράκλειτο κι Αρχίλοχο. Μα 'ταν η ευωδία τόση που
φοβήθηκα. Κι έπιασα σιγά σιγά να δένω λόγια σαν διαμαντικά να
την καλύψω τη χώρα που αγαπούσα. Μην και κανείς ιδεί το κάλλος.
'Ή κι υποψιαστεί πως ίσως δεν υπάρχει.

III
Λοιπόν τριγύριζα μέσα στη χώρα μου κι έβρισκα τόσο φυσική τη λι-
γοσύνη της, που 'λεγα πως, δε γίνεται, θα πρέπει να 'ναι από σκοπού
το ξύλινο τούτο τραπέζι με τις ντομάτες και τις ελιές μπρος στο πα-
ράθυρο. Για να μπορεί μια τέτοια αίσθηση βγαλμένη απ' το τετράγω-
νο του σανιδιού με τα λίγα ζωηρά κόκκινα και τα πολλά μαύρα να
βγαίνει κατευθείαν στην αγιογραφία. Και αυτή, αποδίδοντας τα ίσα,
να προεχτείνεται μ' ένα μακάριο φως πάνω απ' τη θάλασσα εωσότου
αποκαλυφθεί της λιγοσύνης το πραγματικό μεγαλείο.

Φοβούμαι να μιλάω μ' επιχειρήματα που μόνον η άνοιξη δικαιωμα-
τικά διαθέτει: όμως την παρθενία που πρεσβεύω έτσι την αντιλαμβά-
νομαι και μόνον έτσι τη φαντάζομαι να κρατάει τη μυστική της αρε-
τή: μεταβάλλοντας σε άχρηστα όλα τα μέσα που θα μπορούσαν να
επινοήσουν οι άνθρωποι για τη συντήρηση και την ανανέωσή της.

IV
Την άνοιξη δεν τη βρήκα τόσο στους αγρούς ή, έστω, σ' έναν Botti-
celli όσο σε μια μικρή Βαϊφόρο κόκκινη. Έτσι και μια μέρα, τη θά-
λασσα την ένιωσα κοιτάζοντας μια κεφαλή Διός.
Όταν ανακαλύψουμε τις μυστικές σχέσεις των εννοιών και τις περ-
πατήσουμε σε βάθος θα βγούμε σ' ένα άλλου είδους ξέφωτο που είναι
η Ποίηση. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία, όπως ένας είναι ο ουρα-
νός. Το ζήτημα είναι από που βλέπει κανείς τον ουρανό.

Εγώ τον έχω δει από καταμεσής της θάλασσας.

V

Θέλω να 'μαι ειλικρινής όσο και το λευκό πουκάμισο που φορώ· και
ίσιος, παράλληλος με τις γραμμές πόχουν τα ξοχόσπιτα κι οι περι-
στεριώνες, που δεν είναι καθόλου ίσιες κι ίσως γι' αυτό στέκουνε το-
σο σίγουρα μες στην παλάμη του Θεού.

Τείνω μ' όλους μου τους πόρους προς ένα -πώς να το πω;- περι-
στρεφόμενο, εκθαμβωτικό ευ. Από το πως δαγκώνω μέσα στο φρούτο
έως το πως κοιτάζω απ' το παράθυρο αισθάνομαι να σχηματίζεται μια
ολόκληρη αλφαβήτα, που πασχίζω να βάλω σ' ενέργεια με την πρόθε-
ση ν' αρμόσω λέξεις ή φράσεις, και την απώτερη φιλοδοξία, ίαμβους
και τετράμετρα. Που σημαίνει: να συλλάβω και να πω έναν άλλο, δεύ-
τερο κόσμο, που φτάνει πάντα πρώτος μέσα μου. Μπορώ μάλιστα να
φέρω μάρτυρες ένα σωρό ασήμαντα πράγματα: βότσαλα που τα ρίγω-
σαν οι τρικυμίες, ρυάκια μ' ένα κάτι παρήγορο στο κατρακυλητό τους,
μυριστικά χορτάρια, λαγωνικά της αγιοσύνης μας. Μια ολάκερη φι-
λολογία, οι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι, οι κατοπινοί χρονογράφοι
και υμνωδοί· μια τέχνη, ο Πολύγνωτος, ο Πανσέληνος: όλοι τους βρί-
σκονται μεταγλωττισμένοι και στενογραφημένοι μέσα εκεί από το
λείο, το χλοερό, το δριμύ και το εκστατικό, που η μόνη γνήσια και
αυθεντική τους παραπομπή ενυπάρχει στην ψυχή του ανθρώπου.

Αυτή την ψυχή τη λέω αθωότητα. Κι αυτή τη χίμαιρα, δικαίωμά μου.

VI
Ω ναι, μια σκέψη για να 'ναι πραγματικά υγιής -άσχετο σε τι αναφέ-
ρεται- πρέπει ν' αντέχει στο ύπαιθρο. Και όχι μόνον. Πρέπει την
ίδια στιγμή στην ευαισθησία μας να 'ναι καλοκαίρι.

Λίγο, δυο - τρεις βαθμούς πιο χαμηλά, τετέλεσται: το γιασεμί σωπαί-
νει, ο ουρανός γίνεται θόρυβος.

VII
Χείλι πικρό που σ' έχω δεύτερη ψυχή μου, χαμογέλασε!


Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ (1985)

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2016

Ὕμνοι — Χρυσοπλοκώτατε πύργε, καὶ δωδεκάτειχε πόλις ...

Παναγία Πυροβοληθείσα – Ιερά Μονή Βατοπεδίου
Χρυσοπλοκώτατε πύργε,
καὶ δωδεκάτειχε πόλις,
ἠλιοστάλακτε θρόνε,
καθέδρα τοῦ Βασιλέως,
ἀκατανόητον θαῦμα,
πῶς γαλουχες τὸν Δεσπότην;

Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

Alfred Tennyson — Η Δεσποσύνη του Σαλότ - The Lady of Shalott

Ο μύθος του βασιλιά Αρθούρου στους Προραφαηλίτες ζωγράφους
The Lady of Shalott William Maw Egley (1858) Sheffield City Art Galleries

Μέρος Ι

Στου ποταμού κάθε πλευρά
απλώνονται αγροί με σιτηρά,
που ντύνουνε τον κάμπο ως τον ορίζοντα
κι ο δρόμος μέσ’ απ’ τον αγρό τραβά
για το πολύπυργο το Καμελότ
κι ο κόσμος πάνω-κάτω τριγυρνά,
τα κρίνα που ανθίζουνε κοιτά
γύρω από μια νήσο, κάτω εκειδά,
τη νήσο του Σαλότ.

Ιτιές λευκαίνουν, λεύκες φρικιούν,
αύρες ανάλαφρες σκιάζουν και ριγούν
μέσ’ από τον αέναο τον ρουν
του ποταμού που τα νερά του αργοκυλούν
πλάι στο νησί κατά το Καμελότ.
Τέσσερις τοίχοι σκυθρωποί, τέσσερις πύργοι σκυθρωποί,
δεσπόζουν σε μια περιοχή λουλουδιαστή,
και το πνιγμένο στη σιωπή νησί
έχει αγκαλιά τη Δεσποσύνη του Σαλότ.

Στην ακροποταμιά, με πέπλο τις ιτιές,
σέρνουν τις φορτηγίδες που γλιστρούν βαριές
άλογα αργοκίνητα – κι οι φελούκες ταπεινές
με τις φτερούγες τις μεταξωτές
ξαφρίζουν το νερό, γοργοπετούν κατά το Καμελότ:
Μα ποιός την είδε χέρι να κινεί;
Ή στο παράθυρο στητή;
Ή μήπως είν’ γνωστή σ’ όλη την περιοχή,
η Δεσποσύνη του Σαλότ;

Μονάχα κάτι θεριστές οπού θερίζουνε σκυφτοί
μες στον αθέρα των σταχυών απ’ την αυγή,
ακούν ένα τραγούδι που χαρούμενα αντηχεί
από του ποταμού τη φιδωτή ροή
κατά το πυργωμένο Καμελότ:
Και με το φεγγαρόφωτο, αποκαμωμένος πια
να υψώνει θυμωνιές σε αιθέρια υψίπεδα,
ακούει ο θεριστής, και λέει ψιθυριστά:
«Είν’ η νεράιδα, η Δεσποσύνη του Σαλότ.»


Μέρος ΙΙ
Να την που υφαίνει νύχτα-μέρα με τον αργαλειό
με χαρωπά χρώματα δίχτυ μαγικό.
Μια μέρα ακούει μήνυμα ψιθυριστό,
κατάρα, λέει, την ακολουθεί αν μείνει εδώ
να βλέπει από ψηλά το Καμελότ.
Ποιά να ‘ναι η κατάρα, δε γνωρίζει,
κι έτσι το πλέξιμό της συνεχίζει.
Άλλο δεν έχει να φροντίζει
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Κι απ’ τον καθρέφτη που σ’ αυτήν μπροστά
κρέμεται όλη τη χρονιά, με μία δρασκελιά
του κόσμου βγαίνουν τα φαντάσματα.
Βλέπει εκεί μπροστά τη δημοσιά
που φιδοσέρνεται κατά το Καμελότ:
Εκεί, του ποταμού οι δίνες στροβιλίζονται.
Εκεί οι κακότροποι χωριάτες συνωστίζονται,
κι εκεί οι άλικες φούστες των πωλητριών λικνίζονται,
όπως περνούν μπροστά από το Σαλότ.

Καμιά φορά ένα σμάρι δεσποινάρια όλο ξενιασιά,
ένας ηγούμενος μ’ ανάλαφρη περπατησιά,
καμιά φορά ένα βοσκόπουλο μ’ ολόσγουρα μαλλιά,
ή μακρυμάλλης γόνος ευγενών με ρούχα βυσσινιά,
τραβούν κατά το πυργωμένο Καμελότ.
Και μερικές φορές μέσ’ από τον καθρέφτη τον γλαυκό
οι ιππότες φτάνουν έφιπποι δυο-δυο:
Δεν έχει εκείν’ ιππότη αφοσιωμένο, αληθινό,
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Μ’ ακόμη μες το δίχτυ της είναι σαγηνεμένη
τα καθρεφτίσματα τα μαγικά να υφαίνει,
γιατί συχνά στης νύχτας τη σιωπή συνέβη να διαβαίνει
μια νεκρική πομπή, με φώτα και λοφία στολισμένη
και να τραβά με μουσικές κατά το Καμελότ.
Ή πάλι, όταν το φεγγάρι ήταν ψηλά,
κι ήρθαν δυο νιοί και νιόπαντροι εραστές σιμά –
είπε «δεν τα μπορώ πια τα φαντάσματα»
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Μέρος ΙΙΙ

Απ’ τη μαρκίζα του μπουντουάρ της σα σαϊτα,
ήρθε καβάλα εκείνος μέσ’ απ’ τα δεμάτια,
ο ήλιος εκθαμβωτικός ανάμεσ’ απ’ τα φύλλα,
ήρθε και φλόγισε την μπρούτζινη περικνημίδα
του θαρραλέου Σερ Λανσελότ,
ιππότη με τον κόκκινο σταυρό γονατιστού
για πάντα μπρος σε μια Κυρά με την ασπίδα του,
που άστραφτε καταμεσής του κίτρινου αγρού
πλάι στ’ απόμακρο Σαλότ.

Αστράψανε τα στολισμένα χαλινάρια,
όπως εκείνα τα γιομάτα άστρα κλωνάρια
που βλέπουμε κρεμάμενα στο χρυσαφένιο Γαλαξία.
Σήμαναν στα ηνία κουδουνάκια όλο ευθυμία
έτσι που κατηφόριζε προς Καμελότ.
Κι απ’ τον οικόσημα γεμάτον τελαμώνα
κρεμόταν ασημένια σάλπιγγα που έβγαζε κορώνα.
Κάλπαζε κι ηχούσε η πανοπλία σαν καμπάνα,
πλάι στ’ απόμακρο Σαλότ.

Η μέρα καταγάλανη, διόλου συννεφιασμένη,
η σέλα έλαμπε πετράδια φορτωμένη,
η περικεφαλαία με το φτερό πυρακτωμένη
σαν φλόγα στα ουράνια υψωμένη,
έτσι που κατηφόριζε προς Καμελότ.
Όπως συχνά μες στην πορφύρα της νυκτός
κάτω από δέσμη αστεριών λαμπρός
μετεωρίτης με αγανό, αφήνοντας ουρά από φως,
κινείται πάνω απ’ το γαλήνιο Σαλότ.

Το πλατύ καθάριο μέτωπό του στη λιακάδα γυάλιζε –
πάνω σε οπλές στιλπνές το άτι του βημάτιζε,
κάτ’ απ’ το κράνος του ένας χείμαρρος ξεχείλιζε:
οι κατάμαυροι βόστρυχοί του όπως κάλπαζε,
όπως κάλπαζε κατά το Καμελότ.
Από την όχθη κι απ’ τον ποταμό
αντανακλούσε μες στο κρυσταλλένιο κάτοπτρο,
«Τραλά λαρά», πλάι στον ποταμό
τραγούδαγ’ ο Σερ Λάνσελοτ.

Παράτησε το δίχτυ, παρατά τον αργαλειό,
έκανε τρία βήματα μες στο δωμάτιο,
είδε το που άνθιζε το νούφαρο,
είδε την περικεφαλαία με το φτερό,
κοίταξε κάτωθι το Καμελότ.
Το δίχτυ ανέμισε διάπλατα στον αγέρα –
ράγισε ο καθρέφτης πέρα ως πέρα –
βγάζει κραυγή «Έπεσε πάνω μου η κατάρα»
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Μέρος ΙV

Του λεβάντε η μάνητα που σύριζε,
τα χλωμά κίτρινα δέντρα λύγιζε.
Το φαρδύ ρέμα στις όχθες του κλαυθμήριζε,
μολύβι ο ουρανός χείμαρρους άδειαζε
πάνω στο πυργωμένο Καμελότ.
Κατέβηκε, βρήκε μια βάρκα λικνιστή,
κάτω από μιαν ιτιά να ‘χει αφεθεί,
και στην πλώρη γύρω γράφει τούτη τη γραφή:
Η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Κάτω στου ποταμού τη σκοτεινή έκταση
σαν κάποιο θαρραλέο μάντη σ’ έκσταση,
που βλέπει τη δική του οικτρή κατάσταση –
παγερή, ανέκφραστη
κοίταξε το Κάμελοτ.
Και στης μέρας το τελείωμα
έλυσε το σχοινί, και ξάπλωσε κατάχαμα.
Την πήρε το μεγάλο ρέμα πέρα μακριά,
τη Δεσποσύνη του Σαλότ.

Κείτονταν, ντυμένη το λευκό χιονάτο φόρεμά της
που ανέμιζε ανάλαφρα δεξιά κι αριστερά της.
Πέφταν’ απαλά τα φύλλα πάνωθέ της.
Καταμεσής της τύρβης της νυχτιάτικης
έπλεε προς το Καμελότ.
Κι όπως έσχιζε η πλώρη τα νερά με ελιγμούς
ανάμεσα από λόφους με ιτιές κι αγρούς,
το τελευταίο να τραγουδά τραγούδι της ν’ ακούς,
τη Δεσποσύνη του Σαλότ.

Μια θρηνωδία άκουσε να άδεται σεπτά,
τη μια στεντόρεια, την άλλη σιγανά,
ωσότου πάγωσε το αίμα της σιγά-σιγά,
σκοτείνιασαν τα μάτια της τελειωτικά,
στραμμένα προς το Καμελότ.
Γιατί προτού τη φέρει η φουσκονεριά
σιμά στο πρώτο σπιτικό στην ακροποταμιά,
με το τραγούδι της στα χείλη ξεψυχά
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Κάτω απ’ τον πύργο και το μπαλκόνι,
ξυστά στον τοίχο που κήπους ζώνει,
μορφή που αχνολάμπει, εκείνη αργοκυλά,
με του θανάτου τη χλομάδα και κάστρα γύρω της ψηλά,
σιωπηλά κατά το Καμελότ.
Ήρθαν στην όχθη η αρχόντισσα κι ο κύριός της,
ο απλός χωριάτης κι ο ιππότης,
και στην πλώρη διάβασαν τ’ όνομα το δικό της,
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Ποιά είν’ αυτή; και τι συμβαίνει εδώ;
Κι ευθύς στο κοντινό παλάτι το κατάφωτο
χαλάει το γλέντι το βασιλικό –
και φοβισμένοι κάνουν το σταυρό,
οι ιππότες όλοι τους στο Καμελότ:
Μ’ ανοίγει λίγο δρόμο ο Λανσελότ,
και λέει, «ωραία θωριά –
ελεήμων ο Θεός της χάρισε ομορφιά,
της Δεσποσύνης του Σαλότ».

Πηγή: Alfred Tennyson (2003:37-49) 12 ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εκδόσεις Διώνη, Αθήνα – σε μετάφραση Παντελή Ανδρικόπουλου
Enjoying "The Lady of Shalott" by Alfred Tennyson


Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ ( The Lady of Shallot) του Τέννυσον στα έργα των Προραφαηλιτών ζωγράφων

Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ (The Lady of Shallot) είναι μία μπαλάντα της Βικτωριανής αγγλικής εποχής που συνέθεσε ο Άγγλος ποιητής Άλφρεντ Τέννυσον (1809-1892). Η ιστορία του ποιήματος, όπως και άλλα ποιήματα του Τέννυσον (π.χ. «ο Σερ Λάνσελοτ και η Βασίλισσα Γκουινέβερ», «Γκάλαχαντ» κ. ά.), βασίζεται στους αγγλικούς μεσαιωνικούς μύθους για το βασιλιά Αρθούρο που ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί στους Άγγλους ρομαντικούς καλλιτέχνες του 19ου αιώνα.
Ο Τέννυσον έγραψε δύο παραλλαγές της μπαλάντας Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ ( The Lady of Shallot), το 1833 και το 1842.

Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ βασίζεται κυρίως στο μύθο του ανεκπλήρωτου έρωτα της Ελέιν (Elaine), αρχόντισσας του Astolat, με τον ιππότη Λάνσελοτ. Φαίνεται ότι ο Τέννυσον εμπνεύστηκε από την ιστορία της Elaine of Astolat του κύκλου των μύθων του Αρθούρου για να γράψει τη μπαλάντα του Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ.
Ο Τέννυσον έγραψε και το αφηγηματικό ποίημα με τον τίτλο Λάνσελοτ και Ελέιν, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στην ποιητική του συλλογή τα "Ειδύλλια του Βασιλιά". Η ιστορία του ποιήματος έχει πολλά κοινά σημεία με την ιστορία της μπαλάντας του Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ

Η Αρχόντισσα του Σαλλότ ζει απομονωμένη στο κάστρο της που βρίσκεται σ' ένα νησί (το όνομα του νησιού είναι Σαλλότ) στο ποταμό που ρέει έως το Κάμελοτ. Οι αγρότες που κατοικούν στο νησί, τη γνωρίζουν ελάχιστα, γιατί είναι καταδικασμένη από μία μυστηριώδη κατάρα να ζει κλεισμένη στο δωμάτιό της και δεν μπορεί να συναναστραφεί ανθώπους. Έγκλειστη, λοιπόν, στον πύργο της στερείται από τη δυνατότητα να ζήσει την πραγματική ζωή και περνά τον καιρό της υφαίνοντας διάφορες σκηνές της καθημερινότητες και τις εικόνες όσων περνούν έξω από τον πύργο τους για να πάνε στο Κάμελοτ.
Οι εικόνες των ανθρώπων που περνούν έξω από τον πύργο της καθρεφτίζονται μέσα στο μαγικό της καθρέφτη. Έτσι, δυστυχισμένη στην απομόνωση της μοναξιάς της βλέπει μόνο τις "εικόνες-σκιες" της ζωής των άλλων. Ζει, επομένως, με τις σκιες ενός κόσμου, που δεν μπορεί να γνωρίσει πραγματικά και να αγγίξει.
Όταν κάποια στιγμή δει την εικόνα του ιππότη Λάνσελοτ, ο μαγικός της καθρέφτης σπάζει. Αυτή, τότε, προφανώς ερωτευμένη μαζί του, αποφασίζει να βγει από τον πύργο και να πλεύσει με μία βάρκα στο ποτάμι για να φθάσει στο Κάμελοτ, κυνηγώντας την εικόνα μιας σκιας....
Προτού όμως προλάβει να φθάσει στο παλάτι του Κάμελοτ για να συναντήσει τον Λάνσελοτ, πεθαίνει στη βάρκα της...
Το ποίημα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές στους Προραφαηλίτες ζωγράφους της Βικτωριανής περιόδου, οι οποίοι συμμερίζονταν το ενδιαφέρον και την αγάπη του Τέννυσον για τον αγγλικό μεσαίωνα και τους μύθους του Αρθούρου. Για αυτό, έχουμε αρκετές απεικονίσεις σκηνών που απεικονίζουν την αρχόντισσα του Σαλλότ αλλά και την αρχόντισσα Ελέιν, την ηρωίδα μεσαιωνικών μύθων της εποχής του Αρθούρου, από την ιστορία της οποίας εμπνεύστηκε ο Τέννυσον τη μπαλάντα Η αρχόντισσα του Σαλλότ.
Η Elaine και η Lady of Shallot, οι οποίες πολλές φορές ταυτίζονται, ήταν αγαπημένες γυναικείες «εικόνες» που προβάλλονταν από το μεσαίωνα στη Βικτωριανή Εποχή της Αγγλίας.
Ο αγαπημένος μου ζωγράφος John William Waterhouse απεικόνισε τρία επεισόδια από τη μπαλάντα του Τέννυσον Η αρχόντισσα του Σαλλότ.
Ο πιο γνωστός πίνακάς του παρουσιάζει τη Lady of Shallot καθισμένη στο υφαντό της με τις μαγικές εικόνες να πλέει (με τη βάρκα) στο ποτάμι για το Κάμελοτ, λίγο πριν το τραγικό της τέλος. Η αρχόντισσα δεν είναι πια η σκοτεινή "μάγισσα" του πύργου, αλλά μία αδύναμη κοπέλα που ντυμένη με λευκό φόρεμα φαίνεται έχει εγκαταλειφθεί στη μοίρα της. Τα τρία κεριά χωρίς φλόγα στη βάρκα προφανώς συμβολίζουν το τέλος της ζωής της...

J.W. Waterhouse, Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ
στη βάρκα. 1888. Tate Gallery. London.

Οι δύο παρακάτω πίνακες απεικονίζουν τη στιγμή που η Αρχόντισσα βλέπει την εικόνα του Λάνσελοτ να περνά έξω από τον πύργο της και να πηγαίνει προς το Κάμελοτ.... Ο καθρέφτης της σπάζει... και έτσι χάνει το μόνο τρόπο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο...τώρα πρέπει να βγει η ίδια από την απομόνωσή της και να σπάσει την κατάρα..

J. W. Waterhouse, H Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ
(κοιτάζοντας τον Λάνσελοτ). Σπουδή. 1894. Falmath Art Gallery. Cornwal (Κορνουάλη).
J. W. Waterhouse, H Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ
(κοιτάζοντας τον Λάνσελοτ). 1895. Leeds Art Gallery.

Οι δύο παραπάνω πίνακες αντιστοιχούν
στους παρακάτω στίχους της μπαλάντας.

She left the web, she left the loom,
She made three paces thro' the room,
She saw the water-lily bloom,
She saw the helmet and the plume,
She look'd down to Camelot.
Out flew the web and floated wide;
The mirror crack'd from side to side;
"The curse is come upon me," cried The Lady of Shalott.
excerpt - Tennyson, 1842

Η τρίτη σκηνή απεικονίζει την Αρχόντισσα του Σαλλότ
μπροστά στον αργαλειό της....
J. W. Waterhouse, H Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ.
1916. Art Gallery of Ontario.

Η σκηνή του πίνακα αντιστοιχεί στους παρακάτω στίχους της μπαλάντας.

There she weaves by night and day
A magic web with colours gay.
She has heard a whisper say,
A curse is on her if she stay
To look down to Camelot.
She knows not what the curse may be,
And so she weaveth steadily,
And little other care hath she,
The Lady of Shalott.

Φυσικά και άλλοι Προραφαηλίτες ζωγράφοι
απεικόνισαν την Αρχόντισσα του Σαλλότ.
W. Hunt, Η Αρχόντισσα του Σαλλότ. 1886-1906.
Wadsworth Atheneum. Hartford-Connecticut.

A. Hughes, Η Αρχόντισσα του Σαλλότ. 1872-73.
Iδιωτική Συλλογή.

John Atkinson Jagrimshaw, Ελέιν. 1874.
Ιδιωτική Συλλογή.

John Atkinson Jagrimshaw, Η αρχόντισσα του Σαλλότ. 1878.
Ιδιωτική Συλλογή.




Sophie Anderson, Ελέιν. 1870. Liverpool Museums.

Αγνώστου, Η Ελέιν στη βάρκα. Πριν το 1887.

Lancelot Speed, Η Ελέιν του Astolat. 1919.
Ιδιωτική Συλλογή.

Για τη μπαλάντα και την υπόθεσή της βλέπε:

  • www.sparknotes.com/poetry/tennyson/section2.rhtml
  • www.victorianweb.org/authors/tennyson/los1.html
  • charon.sfsu.edu/tennyson/poems/index.shtml (ποιήματα του Τέννυσον)
  • www.tate.org.uk/servlet/ViewWork?cgroupid=999999961&workid=15984&searchid=9755
  • www.johnwilliamwaterhouse.com/pictures/lady-shalott-1916
  • www.jwwaterhouse.com/view.cfm?recordid=27
  • fag.looksystems.net/Collection/1923.15
  • www.johnwilliamwaterhouse.com/pictures/lady-of-shalott-study-1894/
  • www.thewadsworth.org/nggallery/page-1574/page-3/
  • www.victorianweb.org/painting/hughes/paintings/7.html
  • www.liverpoolmuseums.org.uk/walker/collections/19c/anderson-elaine.aspx

Για τις πραγματικά πολυάριθμες απεικονίσεις της Αρχόντισσας του Σαλλότ ή της Ελέιν, βλέπε:
  • www.angelfire.com/me2/camelot/shalottArt6.html
  • www.victorianweb.org/authors/tennyson/loslist.html
  • www.victorianweb.org/painting/subjects/shalott1.html

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

Alfred Tennyson — Η Δεσποσύνη του Σαλότ (I) - ❝The Lady of Shalott❞

John ATkinson Grimshaw, The Lady of Shalott

Κάτω στου ποταμού τη σκοτεινή έκταση
σαν κάποιο θαρραλέο μάντη σ' έκσταση,
- που βλέπει τη δική του οικτρή κατάσταση-
παγερή, ανέκφραστη
κοίταξε το Καμελότ.
Και στης μέρας το τελείωμα
έλυσε το σχοινί, και ξάπλωσε κατάχαμα·
την πήρε το μεγάλο ρέμα πέρα μακριά,
τη Δεσποσύνη του Σαλότ.

Απόδοση: Παντελής Ανδρικόπουλος
Άλφρεντ Τέννυσον, 12 ποιήματα, Διώνη Ποίηση, 2003
The Lady of Shalott by John William Waterhouse c 1888

And down the river's dim expanse
Like some bold seer in a trance
Seeing all his own mischance
With a glassy countenance
Did she look to Camelot.
And at the closing of the day
She loosed the chain and down she lay
The broad stream bore her far away
Tha Lady of Shalott.

Enjoying The Lady of Shalott by Alfred Tennyson