Παρασκευή 16 Αυγούστου 2024

Γιάννης Ρίτσος — Εδώ είναι το φως το αδελφικό (Καπνισμένο τσουκάλι)

Εδώ είναι ένα φως αδελφικό,
απλά τα χέρια και τα μάτια.
Εδώ δεν είναι να 'μαι εγώ πάνω από σένα,
ή εσύ πάνω από μένα.
Εδώ είναι να 'ναι ο καθένας μας
πάνω από τον εαυτό του.
Εδώ είναι ένα φως αδελφικό,
που τρέχει σαν ποτάμι
δίπλα στον μεγάλο τοίχο.
Αυτό το ποτάμι το ακούμε
ως και μέσα στον ύπνο μας.
Κι όταν κοιμόμαστε,
το 'να μας χέρι κρεμασμένο απ' όξω απ' την κουβέρτα,
βρέχεται μέσα σε τούτο το ποτάμι.

Τρίτη 6 Αυγούστου 2024

Nâzım Hikmet — Τραγούδι / Εγώ είμαι, εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας.


Εγώ είμαι, εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας.
Εδώ ή αλλού, χτυπάω όλες τις πόρτες
ω, μην τρομάζετε καθόλου που είμαι αθώρητη
κανένας μια μικρή νεκρή δεν μπορεί να δει.

Εδώ και δέκα χρόνια εδώ καθόμουνα
στη Χιροσίμα ο θάνατος με βρήκε
κι είμαι παιδί, τα εφτά δεν τα καλόκλεισα,
μα τα νεκρά παιδιά δε μεγαλώνουν.

Πήραν πρώτα φωτιά οι μακριές πλεξούδες μου
μου καήκανε τα χέρια και τα μάτια
όλη-όλη μια φουχτίτσα στάχτη απόμεινα
την πήρε ο άνεμος κι αυτή σ’ ένα ουρανό συγνεφιασμένο.

Ω, μη θαρρείτε πως ζητάω για μένα τίποτα,
κανείς εμένα δε μπορεί να με γλυκάνει
τι το παιδί που σαν κομμάτι εφημερίδα κάηκε
δε μπορεί πια τις καραμέλες σας να φάει.

Εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας, ακούστε με,
φιλέψτε με μονάχα την υπογραφή σας
έτσι που τα παιδάκια πια να μη σκοτώνονται
και να μπορούν να τρώνε καραμέλες.

Ναζίμ Χικμέτ (απόδοση Γιάννη Ρίτσου)

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2024

Μυρτιώτισσα — Σ’ αγαπώ. Μπρος στα πόδια σου εδώ / Με λαχτάρα σκορπώ / Τον πολύφυλλο ανθό / Της ζωής μου

Leonid Afremov- Rainy Wedding
Σ΄αγαπώ - δεν μπορώ
τίποτ' άλλο να πω
πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου εδώ
με λαχτάρα σκορπώ
τον πολύφυλλο ανθό
της ζωής μου.

Ώ μελίσσι μου, πιες
απ΄αυτόν τις γλυκές,
τις αγνές ευωδιές
της ψυχής μου!

Τα δυο χέρια μου - νά!
στα προσφέρω δετά,
για να γείρεις γλυκά
το κεφάλι,

κ΄η καρδιά μου σκιρτά
κι όλη ζήλεια ζητά
να σου γίνει ως αυτά
προσκεφάλι!

Και για στρώμα, καλέ,
πάρε όλην εμέ -
σβήσ΄τη φλόγα σε με
της φωτιάς σου,

ενώ δίπλα σου εγώ
τη ζωή θ΄αγροικώ
να κυλάει στο ρυθμό
της καρδιάς σου!..

Σ΄αγαπώ - τι μπορώ
ακριβέ, να σου πώ,
πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο;
"Κίτρινες φλόγες" Αθήνα, 1925

💖💖💖💖💖💖💖💖
Μυρτιώτισσα, η ποιήτρια της αγάπης:

Η Μυρτιώτισσα (λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Θεώνης Δρακοπούλου) γεννήθηκε το 1885 σε προάστιο της Κωνσταντινούπολης. Ο πατέρας της ήταν διπλωμάτης και έξι χρόνια μετά τη γέννηση της Θεώνης διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στην τουρκοκρατούμενη τότε Κρήτη, όπου μετακόμισε μαζί με την οικογένειά του. Μετά από παραμονή δυο χρόνων στο νησί, εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Αθήνα, όπου η Θεώνη φοίτησε στη Σχολή Χιλλ της Πλάκας.
περισσότερα εδώ

Κυριακή 4 Αυγούστου 2024

Νικηφόρος Βρεττάκος — Το άσβηστο φως της Αγάπης και της Ειρήνης

Το άσβηστο φως της Αγάπης και της Ειρήνης
«Την κατανόηση του ανθρώπινου δράματος, χωρίς όρια μέσα στον κόσμο, αυτό είναι που ονομάζω αγάπη.»
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε στις Κροκεές της Λακωνίας το 1912. Σε ηλικία δέκα επτά ετών έρχεται στην Αθήνα και ξεκινάει σπουδές στη Νομική Αθηνών, αλλά εγκαταλείπει γρήγορα λόγω οικονομικών δυσχερειών. Αρχίζει να δουλεύει σε οποιαδήποτε δουλειά για να επιβιώσει και παράλληλα γράφει.

Το 1940 παίρνει μέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο και το 1941 εντάσσεται στην Εθνική Αντίσταση και το ΕΑΜ. Το 1948 γνωρίζεται με τον Άγγελο Σικελιανό με τον οποίο τους συνδέει βαθειά φιλία μέχρι το τέλος της ζωής του.
Το 1949 εξαιτίας της έκδοσης του έργου του «Δυο άνθρωποι μιλούν για την Ειρήνη του κόσμου» διεγράφη από το ΚΚΕ.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας αυτοεξορίζεται στην Ευρώπη και όταν με τη μεταπολίτευση ξαναγύρισε, εγκαταστάθηκε μόνιμα στη γενέθλια γη.

Πέρασε μια ζωή πλούσια σε δοκιμασίες και αγώνες αλλά πλούσια και σε δημιουργία και ποίηση. Ο ίδιος γράφει:
«Η ζωή υπήρξε δεσμοφύλακας και εγώ κρατούμενος, που ό,τι έγραψε στο πουκάμισό του, σε ώρες που έκλεβε, ποτέ σε μέρες ολόκληρες»
Τιμήθηκε με δυο κρατικά βραβεία(1941 και 1946) και με το βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ το 1987 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Προτάθηκε επίσης τέσσερις φορές υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ στην ποίηση.
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος ύμνησε το φως, τον ήλιο, την αγάπη, την ειρήνη πολλές φορές στα ποιήματά του. Έγινε ειρηνιστής μέσα σε μια ανθρωπότητα βασανισμένη από πολέμους και αλληλοσπαραγμούς.
Ο Μιχάλης Σταθόπουλος αναφέρει στην εκφώνησή του κατά την αγόρευση του Νικηφόρου Βρεττάκου σε επίτιμο διδάκτορα του τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών: «Τον γνωρίσαμε προσηλωμένον στην ειρήνη και στα δικαιώματα του ανθρώπου, να κάνει πράξη αυτό που έλεγε, ο,τι αποστολή του ποιητή είναι να γίνεται απόστολος της ειρήνης»

Τον Αύγουστο του 1991 «κατέβηκε» στη γη των αιώνων αφήνοντας σε όλους εμάς παρακαταθήκη το έργο του, «το φως του ήλιου και της αγάπης» αστραφτερό, επίμονο και αβασίλευτο να συγκλίνει και να καθοδηγεί για πάντα ολόκληρη την ανθρωπότητα.

«Έχω αφήσει την καρδιά μου στη γη
να χτυπάει μονάχη της. (Αυτό είναι άλλωστε
η ποίηση) Να μπορούν να την έχουν
στις σάκκες τους τα παιδιά, να την μετακινούνε
οι ταξιδιώτες. Κ’ οι πικραμένοι
που ξέμειναν από ήλιο, ν’ ακούν
το φλοίσβο του μέσα της»

Ειρήνη είναι όταν
Σας χωρίζει ένα αδιόρατο χάσμα απ’ τον κόσμο.
Σας διέφυγαν πράγματα. Δεν τάχετε όλα
καλά λογαριάσει, δεν τάχετε δει,
ακούσει όσο πρέπει. Γι’ αυτό και σας φαίνεται
τόσο παράξενο, που κλείνω, ανοίγω
το παράθυρο κι άλλο δεν σας λέω:
«Ειρήνη!»

Ειρήνη, λοιπόν,
είναι ο,τι συνέλαβα μες απ’ την έκφραση
και μες απ’ την κίνηση της ζωής. Και Ειρήνη
είναι κάτι βαθύτερο απ’ αυτό που εννοούμε
όταν δεν γίνεται κάποτε πόλεμος.

Ειρήνη είναι όταν τ’ ανθρώπου η ψυχή
γίνεται έξω στο σύμπαν ήλιος. Κι ο ήλιος
ψυχή μες στον άνθρωπο.

«… Ο δρόμος της ανόδου, μού είχε αποκαλυφτεί. Σήμερα μπορώ να το υποστηρίζω με απόλυτη βεβαιότητα. Ένας είναι ο δρόμος ανόδου στη γη. Αυτός που οδηγεί προς τον άνθρωπο. Το υψηλότερο σημείο του κόσμου, είναι κείνο που μπορεί να διακρίνει κανείς τον άνθρωπο σαν υπέρτατη έννοια και το πρόβλημά του σαν το μέγιστο πρόβλημα. Από το πλησίασμα λοιπόν του ανθρώπου, από το πλησίασμα του προσώπου σου πάνω στο πρόσωπο του άλλου ανθρώπου, από το βύθισμα των δικών σου χαρακτηριστικών μέσα στα δικά του χαρακτηριστικά, από την αποκάλυψη που σού δίνει η βαθύτερη παρατήρηση, αρχίζει η αγάπη. Την κατανόηση λοιπόν του ανθρώπινου δράματος, χωρίς όρια μέσα στον κόσμο, αυτό είναι που ονομάζω αγάπη.

» Ονομάζω αγάπη την κατανόηση της ιερότητας που έχει αποχτήσει ο άνθρωπος στην πάλη του με τη φύση και με τον ίδιο τον άνθρωπο. Αγάπη ονομάζω την ανάγκη να περιπτυχθείς τον άνθρωπο, όχι σαν μονάδα, αλλά σαν είδος, στο σύνολό του. Αγάπη εννοώ την κατανόηση του ανθρώπινου προβλήματος σ’ όλες τις υποθέσεις που προβάλλουν με αξιώσεις για τη λύση αυτού του προβλήματος. Αγάπη εννοώ την ανάγκη να σώσεις. Αγαπάς από τη στιγμή που η σωτηρία του ανθρώπου, γίνεται η οργανικότερη ανάγκη της ύπαρξης σου.
Αυτός αγαπάει, που ακούει, πιο ευδιάκριτα από τον άνεμο του μεσονυχτιού, το θρήνο των μαζών, όσο κι αν οι τελευταίες αυτές βρίσκονται μεθοδικά σκεπασμένες από την επίφαση του πολιτισμού του αιώνα μας.
»Αγαπώντας κανείς έχει κιόλας κερδίσει την ατομική του δικαίωση. Αγαπώντας κανείς, έχει πάρει κιόλας μια θέση απέναντι στον πόλεμο. Έχει πάρει κιόλας μια θέση απέναντι στην τυραννία. Έχει πάρει κιόλας μια θέση απέναντι στην ανισότητα.

» Έχει αποκριθεί στη μεγάλη κραυγή που ανεβαίνει από παντού. Στην κραυγή που είναι ένα μέρος από το σώμα του ανθρώπου και που υπάρχει παντού.

«Σώσε με! Εγώ είμαι! Είμαι τα χέρια σας! Είμαι η καρδιά σας! Είμαι το πρόσωπό σας! Είμαι τα ίδια σας τα πλευρά που ζητούν να τα αποσπάσουν! Κινδυνεύετε! Σώστε με!…»

»Αυτό το αίσθημα της αγάπης, είναι σαν ένα κλίμα αθανασίας μέσα στον άνθρωπο. Περισσότερο από τη μουσική, από την ποίηση κι από την επιστήμη, νομίζεις πως ενώνει τα τέσσερα σημεία του σύμπαντος μέσα σου. Αγάπη σημαίνει πληρότητα. Μια πληρότητα που ξεχυλίζει την ιερότητά της και πολλές φορές αναβλύζει σε δάκρυα. Με τα δάκρυα λοιπόν αυτά που αναβλύζουν τα μάτια μας για την τύχη του κόσμου, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να παραβληθεί κι αυτή ακόμα η πρώτη ανατολή των αστεριών στο στερέωμα. Ανατέλλουν κι αυτά από ένα βάθος μεγάλο και καθαρό. Ανατέλλουν και φωτίζουν την ελπίδα του κόσμου. Η συνείδηση είναι το βάθος του ανθρώπου. Η αγάπη είναι το πλάτος του.»**

*  (Ημερολογιακή καταγραφή 13/6/1962 «Ενώπιος ενωπίω»)
** Απόσπασμα από το έργο του «Δυο άνθρωποι μιλούν για την Ειρήνη του κόσμου»

Επιμέλεια: Ελένη Μ. Ματαράγκα

Κυριακή 21 Ιουλίου 2024

Νίκος Γκάτσος — Αμοργός, Πόσο πολύ σε αγάπησα


Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι
Mαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.



Χρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί βασανισμένη καρδιά μου
Με το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα
Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς
Μίαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω
Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.


Νίκος Γκάτσος
Αμοργός

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

Νίκος Καρούζος — Σχέδιο για το μέλλον του ουρανού

Ουρανέ ολόκληρε ανοίγει το άνθος
της φωνής μου ψηλά
έφυγαν όλα τα πουλιά, μου τον χειμώνα
δεν προσμένω σ’ αυτούς τους τόπους ελευθερώνω
αγγίζοντας έρημος το γερασμένο τοίχο της βροχής
κι όπως έρχεται απ’ την αύριο
με το φάσμα του τρόμου διασταυρώνομαι πάλι.
Λεν είναι, πια η Άνοιξη
δεν είναι καλοκαίρι μα εγώ
ας ανοίξω το βήμα κ’ εδώ λησμονημένος
να δείξω την αιωνιότητα.

Έχω άλλωστε τα φτερά ταξιδεύω
πάνω απ’ τα γλυκύτερα
βάσανα του καλοκαιριού την ομορφιά του έαρος.

Ακούω τους ήχους των τύμπανων σου Μελλοντικέ
όμως λυτρώσου από μας
πίσω δεν πάει ο καιρός μονάχα σέβεται
το κορμί με τ’ άνθη του
ιδού λοιπόν γιατί το συντρίβει.

Λησμόνησε μας.

Ακούω τη χαρά σου πολιτεία του Θεού υπάρχεις
αλήθεια και δρόμος αργυρόχρωμα
κλαδιά κάτω απ’ τη σελήνη
η μυρωμένη η πορτοκαλιά το ρόδι
ευτυχισμένο λάλημα του πετεινού.

Όταν λαλεί ο πετεινός πώς σχίζει την καρδιά μου
τι ερημιά διαλαλεί στο σάπιο μεσημέρι.

Από χειμώνα σε αισθάνομαι πολιτεία του έρωτα
ο ήλιος ανατέλλει και τους πεθαμένους ίσκιους
ένα φως πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας
σε λάμψεις τη μουσική μου.

Μεγάλη η νύχτα κ’ η ποίηση
τόσο χαμηλή για τους αναγκασμένους.

Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στο κορμί μου.
Πού είναι τα χρόνια των υακίνθων…

Ο ήλιος σου μάτωνε τα γόνατα κ’ οι άνθρωποι
φαίνονταν ευεξήγητοι
σαν τα φυτά τη βροχή τον ουρανό!

Και τώρα να η μοίρα σου
στην πόλη μέσα τη φρικτή
μ’ ενάντιο σπίτι εναντίον άνεμο.

Έρημος τώρα ο βράχος της αγάπης —
μη με λησμονήσεις
πάνω του στα βραδινά πετρώματα
με το φεγγάρι καθαρό πουκάμισο.

Μη με λησμονήσεις βαθύτατε αέρα.
Τη νύχτ’ αναστενάζουμε.

Γλυκύτατη σελήνη φωτίζει τα πεύκα μου
έχει περάσει πια το μεσονύχτι
κ’ εγώ στρέφομαι στην πικρή κλίνη
είμ’ ένας έρημος με δάφνες ένας μοναχικός
που χάθηκε στους κρυστάλλινους μακρινούς ήχους.

Της καρδιάς μου τα πικρά και μαύρα φύλλα
πνοή που να ‘βγει απ’ τον ευλογημένο εντός μου
δεν τα κίνησε. Τώρα σε δίνες
έχω χαθεί κάποτε υπήρξα.
ο άγγελος των ορατών όπως αγάπησε βαθιά.

Σε ακούω Εκτυφλωτικέ —
πώς έρχεται η φωνή σου απ’ τον ύπαιθρο
ήχοι μου ταπεινοί πλαγιαύλων
υπάρχω κι ακούω το ελεγείο.

Εγώ τότε τραγουδούσα:
Έρωτα με κατοίκησες πολύ
φύγε απ αυτό το σπίτι.

Δεν έχει ούτ’ ένα παράθυρο να βγει.
στα δέντρα η ερημιά μου
σκόνες μονάχα και σύνεργα της ψυχής.

Οι άγιες εικόνες δεν υπάρχουν
έρωτα μη σημαίνεις-πια.

Πρέπει ν’ αρχίσω απ’ τη λησμονιά.

Μη δείχνεις — είμαι ο ανώφελος το ξέρω
σώμα για θάνατο και θάνατο
που ελπίζει σ’ ένα φύλλο δέντρου.

Η φωνή μου λυγίζει.

Αλλά δεν παραδίδομαι αντίκρυ
σ’ αυτή τη δύση τρομαγμένος
εγώ με όλο το αίμα μου
έτσι όπως πόνεσα στους δρόμους ατελείωτα
με τόσο σπαραγμό στα σύνορα μου.

Ο ουρανός είναι στον βαθυκύανο χειμώνα.

Το φως φωνάζει με τον κεραυνό.

Να με σώσουν τα όνειρα ή να με συντρίψουν
— ένα τ’ ονομάζω.