Τρίτη 16 Απριλίου 2024

Μίλτος Σαχτούρης - Τα δώρα

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα

σήμερα οι άνθρωποι μ' αγαπούν
μια γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί

















Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό


Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής


youtube
Το κύριο πρόσωπο του ποιήματος εδώ είναι ο ποιητής. Μέσα από εικόνες της καθημερινής ζωής το ποίημα αναφέρεται με συμβολικό τρόπο στη σχέση του ποιητή με τους ανθρώπους. Προέρχεται από τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Σαχτούρη Παραλογαίς (1948).

Η παράθεση του υλικού είναι σκηνοθετημένη έτσι ώστε να μοιάζει με παραμύθι, "παραλογή", λέξη πολύσημη (δημοτικό τραγούδι - μπαλάντα με υπαινιγμό στο παράλογο) (Mario Vitti)

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Οι ενέργειες του ποιητή
Α΄ στροφική ενότητα:


Τα δώρα των ανθρώπων στον ποιητή
«Σήμερα φόρεσα ένα ζεστό κόκκινο αίμα» (υπερρεαλιστικό στοιχείο), σύμβολο ζωής πάλλουσας, ενέργειας, χαράς, πάθους και αισιοδοξίας. Αν και κανένα από τα χρώματα δε λειτουργεί μέσα στην ποίηση του Σαχτούρη ως μονοσήμαντα θετικό ή μονοσή­μαντα αρνητικό (Δ.Ν. Μαρωνίτης), η εικόνα μας παραπέμπει στη θετική διάθεση και τον ενθουσιασμό του ποιητή, καθώς δέχεται τις προσφορές – ειλικρινή και καθολική αποδοχή, συμπάθεια και αγάπη από τους ανθρώπους γύρω του.
Τα δώρα που προσφέρονται στον ποιητή είναι κατά σειρά:

ένα χαμόγελο από μια γυναίκα, ένα χαμόγελο που γεφυρώνει τις αποστάσεις, που πλουτίζει εκείνον που το δέχεται, χωρίς να φτωχαίνει εκείνον που το δίνει:
«Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου, τότε που μου χαμογελούσες» (Τάσος Λειβαδίτης)
Ένα κοχύλι από ένα κορίτσι.

Το κοχύλι αγαπημένο και επαναλαμβανόμενο μοτίβο στη ζωγραφική, αναγεννησιακή (Botticelli, J del Zucchi, P. Paul Rubens, Rebrand) και σύγχρονη (Mattisse, Βώκος, Γαλάνης, Μυταράς), στη λογοτεχνία και ειδικότερα στην ποίηση (Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Καββαδίας, Federico Garcia Lorca), παραπέμπει στην ομορφιά, την αθωότητα, τη γνήσια και αυθεντική επαφή με τη φύση, τον έρωτα, τη θηλυκή δεκτικότητα του ανοιγμένου όστρακου.
Ένα σφυρί από ένα παιδί,

δώρο απροσδόκητο, ξάφνιασμα, ανατροπή στο κλίμα της ευτυχίας και της αθωότητας των προηγούμενων προσφορών, ένα εργαλείο προορισμένο για πίεση, θραύση αντικειμένων, κάρφωμα, μέσο για να μεταβεί η αφήγηση από το λογικό στο υπερλογικό, στο εξωπραγματικό επίπεδο της ποιητικής πραγματικότητας.

Β΄ στροφική ενότητα: Η καθήλωση των περαστικών και οι αντιδράσεις τους

«Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών..»
Οι ενέργειες του ποιητή (δύο ρήματα σε χρόνο ενεστώτα)αιφνιδιάζουν, ανατρέπουν τις προσδοκίες του αναγνώστη, συνιστούν επιθετικές, βίαιες πράξεις, παραπέμπουν στη Σταύρωση του Χριστού, σε μια μαρτυρική και επώδυνη ακινητοποίηση-καθήλωση.

Το σκηνικό παραπέμπει σε πόλη (πεζοδρόμιο, πλακάκια).

Οι αποδέκτες των ενεργειών αυτών είναι περαστικοί, όχι οι άνθρωποι που πρόσφεραν τα δώρα τους στον ποιητή, είναι ανύποπτοι, βιαστικοί διαβάτες με γυμνά άσπρα ποδάρια. Ξυπόλητοι, κακοπαθημένοι μάλλον, παρά ανέμελοι και αντισυμβατικοί, έχουν άμεση σχέση με τη γη που πατούν, απόλυτα γειωμένοι στο υλικό επίπεδο.
Το υποκοριστικό «ποδάρια» απαντάται συχνά σε παροιμίες και λαϊκές παροιμιώδεις φράσεις:

«Όποιος δεν έχει μυαλό, έχει ποδάρια»,
«Έσπασε ο διάολος το ποδάρι του»,
«Ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια»,
«Το ψέμα έχει κοντά ποδάρια».

Πάντως η επιλογή του, αντί για το ουσιαστικό πόδια, και με τη λαϊκή του προέλευση του υποκοριστικού έχει να κάνει και με το μήκος των ποδιών των περαστικών (3 συλλαβές αντί για δύο!), άρα και με την ταχύτητα-βιασύνη της κίνησής τους, συνηθισμένη εικόνα για όσους τρέχουν καθημερινά να διεκπεραιώσουν υποθέσεις, «ήσσονος», κατά κανόνα, «σημασίας».

Οι αντιδράσεις των περαστικών
«είναι όλοι τους δακρυσμένοι»
(ο στίχος επαναλαμβάνεται αυτούσιος), δεν διαμαρτύρονται, δεν απομακρύνονται, παραμένουν ακινητοποιημένοι στις θέσεις τους, δεν τρομάζουν, δεν πονάνε, δεν πανικοβάλλονται, είναι συγκινημένοι, δέχονται ως ευεργεσία την «καθήλωσή» τους αυτή, αναγνωρίζοντας την προσφορά του ποιητή.

Η ακινητοποίησή τους στη γη τούς αναγκάζει να στρέψουν τα μάτια τους στον ουρανό – οθόνη, όπου ο ποιητής προβάλλει τα οράματά του- υπερρεαλιστικές εικόνες («ουράνιες ρεκλάμες και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια»)
Αποκομμένοι από τη γήινή τους υπόσταση, προσηλώνονται σε πνευματικές αναζητήσεις, ικανές να υπερκαλύψουν τις υλικές ανάγκες και τα καθημερινά προβλήματα του βίου.
Ο «ουρανός», «επαναλαμβανόμενο σταθερό της ποίησης του Μ. Σαχτούρη, εκφράζει τη βαθιά απογειωτική επιθυμία του ποιητή, που εκδηλώνεται στην όλη επαφή του με τα πράγματα, μια επαφή που συντελείται σχεδόν αποκλειστικά σε σχήμα κάθετο» (Κώστας Μπαλάσκας).

«Ο ουρανός εκπροσωπεί το χώρο των ιδεών του ποιητή, το χώρο της αγνότητας και της αθωότητας που αναζητά, τον πνευματικό χώρο στον οποίο κινείται ο ποιητής · εκπροσωπεί το χώρο που στρέφεται ο άνθρωπος, για να ανασάνει, να προσευχηθεί, να αναζητήσει βοήθεια, άρα συμβολίζει και την ελπίδα, το ιδανικό, τη λύτρωση · αν η γη μας παραπέμπει σε μια αντιπνευματική και απάνθρωπη πραγματικότητα, ο ουρανός αντιθετικά και συμβολικά αντιπροσωπεύει τη φυγή από αυτήν, την απόδραση στο χώρο της Ομορφιάς. Δεν πρόκειται μόνο για το ατομικό όραμα του Σαχτούρη, αλλά πρόκειται για ένα συλλογικό όραμα, έναν συλλογικό πόθο: αυτόν της ανάγκης για έναν φωτεινότερο κόσμο.»
Τα «τσουρέκια», πολυτελή αρτοπαρασκευάσματα, συμβολίζουν τα υλικά αγαθά, ενώ η παρουσία της ζητιάνας στον ουρανό παραπέμπει στη δικαίωση των βασανισμένων επί της γης και των ταπεινών.

Γ΄ στροφική ενότητα: Ο ρόλος του ποιητή

Ο αφηγηματικός χαρακτήρας του ποιήματος διαφοροποιείται περνώντας από την πρωτοπρόσωπη στην τριτοπρόσωπη αφήγηση και το σύντομο διάλογο, μέσα από τον οποίο αποκαλύπτεται η ταυτότητα και ο ρόλος του ποιητή.
Καρφώνοντας τα πόδια των περαστικών, στοχεύει στην καρδιά τους, κίνηση - συμβολισμός της αντιπροσφοράς του ποιητή στους ανθρώπους.
Το δώρο του ποιητή είναι η ποίηση,
«μια άλλη ματιά κλεφτή στην απέναντι όχθη»(Κ. Δημουλά), ένας άλλος τρόπος να βλέπεις τα πράγματα με διαρκώς έκπληκτα μάτια, να ανακαλύπτεις τις κρυμμένες αξίες στα ελάχιστα, να αισθάνεσαι όσα κρύβονται πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων.
Ο ποιητής καταξιώνεται και λειτουργεί ως σύνδεσμος μεταξύ γης και ουρανού. Στόχος του να αφυπνίσει το συναίσθημα, να ευαισθητοποιήσει την ψυχή, να αποσπάσει τους ανθρώπους από τις καθημερινές βιοτικές μέριμνες, προβάλλοντάς τους ως πνευματικά όντα, που «διψούν για ουρανό».
«Η τέχνη» – άρα και η ποίηση – «είναι το διαμαντένιο κλειδί των μυστηρίων της ύπαρξης! Ένα μεταξωτό νήμα που ξηλώνει το παραπέτασμα που κρύβει την αλήθεια! Για ένα λεπτό ίσως, για ένα δευτερόλεπτο, και είναι αρκετό να συναισθανθείς την αιωνιότητα. Την ομορφιά που σώζει τον κόσμο.»
(Μάρω Βαμβουνάκη, σε συνέντευξη στον Γιώργο Κιούση, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 28 Ιουλίου 2013)

ta en oikw kai en dimw

Κυριακή 14 Απριλίου 2024

Bertolt Brecht - Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι / From A German War Primer

Ένα ποίημα του Μπέρτολντ Μπρεχτ που γράφτηκε το 1939. 
Θα μπορούσε όμως κάλλιστα να είχε γραφτεί στις μέρες μας. 
Η διαχρονικότητα του περιεχομένου είναι συγκλονιστική…
Αυτοί που βρίσκονται ψηλά
Θεωρούνε ταπεινό
Να μιλάς για το φαΐ
Ο λόγος; Έχουνε κι όλας φάει

Οι ταπεινοί αφήνουνε τον κόσμο
Χωρίς να ’χουνε δοκιμάσει κρέας της προκοπής

Πώς ν’ αναρωτηθούν πού ’θε έρχονται
Και πού πηγαίνουν
Είναι τα όμορφα δειλινά τόσο αποκαμωμένοι
Το βουνό και την πλατειά τη θάλασσα
Δεν τά’χουν ακόμα δει
Όταν σημαίνει η ώρα τους

Αν δεν νοιαστούν οι ταπεινοί
Γι’αυτό που είναι ταπεινό
Ποτέ δεν θα υψωθούν

Το ημερολόγιο
Δεν δείχνει ακόμα την ημέρα
Όλοι οι μήνες, όλες οι ημέρες
Είναι ανοιχτές
Κάποια απ’ αυτές θα σφραγιστεί
Μ’ έναν σταυρό

Οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί
Οι έμποροι φωνάζουν γι’αγορές
Οι άνεργοι πεινούσαν
Τώρα πεινάνε κι όσοι εργάζονται

Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι
Κηρύχνουν τη λιτότητα
Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσήματα
Ζητάνε θυσίες
Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους
Για τις μεγάλες εποχές που θα’ρθουν
Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο
Λες πως η τέχνη να κυβερνάς το λαό
Είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού

Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε
Πόλεμος και ειρήνη
Είναι δυο πράγματα ολότελα διαφορετικά
Όμως η ειρήνη τους και ο πόλεμός τους
Μοιάζουν όπως ο άνεμος κι η θύελλα
Ο πόλεμος γεννιέται απ’ την ειρήνη τους
καθώς ο γιος από την μάνα
έχει τα δικά της απαίσια χαρακτηριστικά
ο πόλεμός τους σκοτώνει
ό,τι άφησε όρθιο η ειρήνη τους

Όταν αυτοί που είναι ψηλά
Μιλάνε για ειρήνη
Ο απλός λαός ξέρει
Πως έρχεται ο πόλεμος
Όταν αυτοί που είναι ψηλά
Καταριούνται τον πόλεμο
Διαταγές για επιστράτευση
Έχουν υπογραφεί

Στον τοίχο με κιμωλία γραμμένο
Θέλουνε πόλεμο
Αυτός που το΄χε γράψει
Έπεσε κι όλας

Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε
Να ο δρόμος για τη δόξα
Αυτοί που είναι χαμηλά λένε
Να ο δρόμος για το μνήμα

Τούτος ο πόλεμος που έρχεται
Δεν είναι ο πρώτος
Πριν απ’ αυτόν γίνανε κι άλλοι πόλεμοι
Όταν ετέλειωσε ο τελευταίος
Υπήρχαν νικητές και νικημένοι
Στους νικημένους ο φτωχός λαός
Πέθαινε απ’ την πείνα
Στους νικητές ο φτωχός λαός
Πέθαινε το ίδιο

Σαν θα’ρθει η ώρα της πορείας
Πολλοί δεν ξέρουν
Πως επικεφαλής βαδίζει ο εχθρός τους
Η φωνή που διαταγές τους δίνει
Είναι του εχθρού τους η φωνή
Εκείνος που για τον εχθρό μιλάει
Είναι ο ίδιος τους ο εχθρός

Νύχτα
Τ’ανδρόγυνα ξαπλώνουν στο κρεβάτι τους
Οι νέες γυναίκες θα γεννήσουν ορφανά

Στρατηγέ το τανκς σου
Είναι δυνατό μηχάνημα
Θερίζει δάση ολόκληρα
Κι εκατοντάδες άνδρες αφανίζει
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα
-χρειάζεται οδηγό

Στρατηγέ το βομβαρδιστικό
Είναι πολυδύναμο
Πετάει πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο
Κι απ’ τον ελέφαντα σηκώνει βάρος πιο πολύ
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα
-χρειάζεται πιλότο

Στρατηγέ ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ
Ξέρει να πετάει
Ξέρει και να σκοτώνει
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα
-ξέρει να σκέφτεται

 
Μπέρτολντ Μπρεχτ - «Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου»
(Ποιήματα του Σβέντμποργκ, 1939)

Πηγή: solon
Αντικλείδι, http://antikleidi.com

--------------------------------

AMONGST THE HIGHLY PLACED
It is considered low to talk about food.
The fact is: they have
Already eaten.

The lowly must leave this earth
Without having tasted
Any good meat.

For wondering where they come from and
Where they are going
The fine evenings find them
Too exhausted.

They have not yet seen
The mountains and the great sea
When their time is already up.
If the lowly do not
Think about what's low
They will never rise.

THE BREAD OF THE HUNGRY HAS
ALL BEEN EATEN
Meat has become unknown. Useless
The pouring out of the people's sweat.
The laurel groves have been
Lopped down.
From the chimneys of the arms factories
Rises smoke.

THE HOUSE-PAINTER SPEAKS OF
GREAT TIMES TO COME
The forests still grow.
The fields still bear
The cities still stand.
The people still breathe.

ON THE CALENDAR THE DAY IS NOT
YET SHOWN
Every month, every day
Lies open still. One of those days
Is going to be marked with a cross.

THE WORKERS CRY OUT FOR BREAD
The merchants cry out for markets.
The unemployed were hungry. The employed
Are hungry now.
The hands that lay folded are busy again.
They are making shells.

THOSE WHO TAKE THE MEAT FROM THE TABLE
Teach contentment.
Those for whom the contribution is destined
Demand sacrifice.
Those who eat their fill speak to the hungry
Of wonderful times to come.
Those who lead the country into the abyss
Call ruling too difficult
For ordinary men.

WHEN THE LEADERS SPEAK OF PEACE
The common folk know
That war is coming.
When the leaders curse war
The mobilization order is already written out.

THOSE AT THE TOP SAY: PEACE
AND WAR
Are of different substance.
But their peace and their war
Are like wind and storm.
War grows from their peace
Like son from his mother
He bears
Her frightful features.
Their war kills
Whatever their peace
Has left over.

ON THE WALL WAS CHALKED:
They want war.
The man who wrote it
Has already fallen.

THOSE AT THE TOP SAY:
This way to glory.
Those down below say:
This way to the grave.

THE WAR WHICH IS COMING
Is not the first one. There were
Other wars before it.
When the last one came to an end
There were conquerors and conquered.
Among the conquered the common people
Starved. Among the conquerors
The common people starved too.

THOSE AT THE TOP SAY COMRADESHIP
Reigns in the army.
The truth of this is seen
In the cookhouse.
In their hearts should be
The selfsame courage. But
On their plates
Are two kinds of rations.

WHEN IT COMES TO MARCHING MANY DO NOT
KNOW
That their enemy is marching at their head.
The voice which gives them their orders
Is their enemy's voice and
The man who speaks of the enemy
Is the enemy himself.

IT IS NIGHT
The married couples
Lie in their beds. The young women
Will bear orphans.

GENERAL, YOUR TANK IS A POWERFUL VEHICLE
It smashes down forests and crushes a hundred men.
But it has one defect:
It needs a driver.

General, your bomber is powerful.
It flies faster than a storm and carries more than an elephant.
But it has one defect:
It needs a mechanic.

General, man is very useful.
He can fly and he can kill.
But he has one defect:
He can think.

Bertolt Brecht

Τετάρτη 10 Απριλίου 2024

William Shakespeare - Όταν τα βλέφαρά μου κλείνουν (SONNET 43)


Όταν τα βλέφαρά μου κλείνουν, βλέπω καλύτερα
γιατί τα μάτια μου θωρούν αδιάφορα απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ.
Μα όταν κοιμάμαι, στα όνειρα κοιτάζουν μόνο εσένα
και με το μυστικό φως τους φέγγουν μες το σκοτάδι.

Μα εσύ, που η σκιά σου κάνει τους ίσκιους φωτερούς,
τι χάρμα οφθαλμών θα ‘πλαθε η θωριά του ίσκιου σου
στην ηλιόλουστη μέρα με τους λαμπρούς σου φωτισμούς
αφού έτσι φέγγει ο ίσκιος σου σε όμματα τυφλά;


Τι ευλογία θα ‘ταν ο γλυκασμός των ματιών σου
αν σ’ έβλεπαν στο ζωντανό φως της μέρας
αφού ο αχνός ίσκιος σου είναι ωραίος στη νεκρή νύχτα,

σε βαθύ ύπνο, κλειστά μάτια και ζοφερή λάμψη;

Όλες οι μέρες είναι νύχτες ώσπου να σ’ αντικρίσω
κι οι νύχτες μου γίνονται λαμπρές άμα σ’ ονειρευτώ.

Ουίλιαμ Σαίξπηρ

William Shakespeare

SONNET 43

When most I wink, then do mine eyes best see,
For all the day they view things unrespected;
But when I sleep, in dreams they look on thee,
And darkly bright are bright in dark directed;
Then thou, whose shadow shadows doth make bright,
How would thy shadow's form form happy show
To the clear day with thy much clearer light,
When to unseeing eyes thy shade shines so?
How would, I say, mine eyes be blessed made
By looking on thee in the living day,
When in dead night thy fair imperfect shade
Through heavy sleep on sightless eyes doth stay?
All days are nights to see till I see thee,
And nights bright days when dreams do show thee me.

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2024

Νίκος Γκάτσος — Μια Παναγιά

Μια Παναγιά
μιαν αγάπη μου έχω κλείσει
σ’ ερημοκλήσι αλαργινό
κάθε βραδιά
της καρδιάς την πόρτα ανοίγω
κοιτάζω λίγο και προσκυνώ.
Πότε θα ‘ρθει, πότε θα ‘ρθει
το καλοκαίρι
πότε τ’ αστέρι θ’ αναστηθεί
να σου φορέσω στα μαλλιά
χρυσό στεφάνι
σαν πυροφάνι σ’ ακρογιαλιά.

Μια Παναγιά
μιαν αγάπη μου έχω κλείσει
σ’ ερημοκλήσι αλαργινό
κάθε βραδιά
της καρδιάς την πόρτα ανοίγω
δακρύζω λίγο και προσκυνώ.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2024

Χαλίλ Γκιμπράν — Η ψυχή μου μού μίλησε / Kahlil Gibran — My soul counseled me

Η ψυχή μου μού μίλησε και μου δίδαξε ν’ αγαπώ εκείνους που οι άνθρωποι μισούν και να είμαι φίλος μ’ εκείνους που οι άνθρωποι περιφρονούν.

Η ψυχή μου μού φανέρωσε ότι ή αγάπη εκδηλώνεται όχι μονάχα στο πρόσωπο που αγαπά, άλλα και στο πρόσωπο που αγαπιέται.

Πριν ή ψυχή μου μού μιλήσει, ή αγάπη ήταν στην καρδιά μου σα μια λεπτή κλωστή πιασμένη από δυο πασσάλους.

Άλλα τώρα ή αγάπη έγινε ένας φωτεινός κύκλος πού αρχή του είναι το τέλος του, και το τέλος του ή αρχή του. Περιβάλλει καθετί πού υπάρχει κι απλώνεται σιγά σιγά για ν’ αγκαλιάσει όλα όσα θα υπάρξουν.

Η ψυχή μου με συμβούλεψε και μ’ έμαθε να διακρίνω την κρυμμένη ομορφιά του δέρματος, του παραστήματος και του χρώματος. Με δίδαξε να στοχάζομαι εκείνο πού οι άνθρωποι ονομάζουν άσχημο μέχρι ν’ ανακαλύψω την αληθινή του γοητεία κι ομορφιά.

Πριν ή ψυχή μου με διδάξει, έβλεπα την ομορφιά σαν ένα τρεμάμενο πυρσό ανάμεσα σε στήλες καπνού. Τώρα πού ό καπνός έχει διαλυθεί, δε βλέπω τίποτε άλλο από τη φλόγα.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου δίδαξε ν’ ακούω τις φωνές πού ή γλώσσα, ό λάρυγγας και τα χείλη δεν μπορούν να προφέρουν.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν άκουγα παρά θόρυβο και θρήνους. Αλλά τώρα πρόθυμα παραστέκομαι στη Σιωπή κι αφουγκράζομαι τις χορωδίες της που τραγουδούν τους ύμνους των εποχών και τα τραγούδια του σύμπαντος που αναγγέλλουν τα μυστικά του Αόρατου.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μ’ έμαθε να πίνω το κρασί που δεν μπορεί να βγει από το ποτήρι και δεν μπορεί να χυθεί από κούπες πού τα χέρια μπορούν να σηκώσουν ή τα χείλη ν’ αγγίξουν.

Πριν η ψυχή μου μου μιλήσει, ή δίψα μου ήταν σα μια σβησμένη σπίθα κρυμμένη κάτω από τη στάχτη πού μπορεί να σβήσει με μια γουλιά νερό.

Αλλά τώρα η λαχτάρα μου έγινε ή κούπα μου, το αίσθημα της αγάπης το κρασί μου, κι η μοναξιά μου ή μέθη μου κι ωστόσο σ αυτή την άσβεστη δίψα υπάρχει αιώνια χαρά.

Η ψυχή μου μου μίλησε και με δίδαξε ν’ αγγίζω εκείνο πού δεν έχει ακόμα ενσαρκωθεί’ ή ψυχή μου μου αποκάλυψε πώς ότι αγγίζουμε, είναι μέρος της επιθυμίας μας.

’Αλλά τώρα τα δάχτυλά μου απλώθηκαν μέσα στην καταχνιά πού διαπέρνα αυτό πού είναι ορατό μέσα στο σύμπαν κι ανακατεύεται με το ’Αόρατο.

Η ψυχή μου μ’ έμαθε να εισπνέω το άρωμα πού δε βγαίνει από τη μυρτιά ή το θυμίαμα. Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, λαχταρούσα την ευωδιά τού αρώματος στους κήπους, στα δοχεία ή στα θυμιατήρια.

Τώρα όμως μπορώ να οσφρανθώ το θυμίαμα πού δε βγαίνει για προσφορά ή για Θυσία. Και γεμίζω την καρδιά μου με την ευωδιά εκείνη πού δεν πέτα με τα φτερά της παιχνιδιάρας αύρας μέσα στο διάστημα.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μ’ έμαθε να λέω, «είμαι έτοιμος» όταν με πλησιάζουν το Άγνωστο κι ό Κίνδυνος.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν απαντούσα σ’ άλλη φωνή έκτος από τη φωνή τη γνωστή πού με καλούσε, και δεν περπατούσα παρά το εύκολο και ίσιο ‘μονοπάτι.

Τώρα το Άγνωστο έγινε άλογο που μπορώ ν’ ανεβώ για να φτάσω στο Άγνωστο’ κι ό καμπίσιος δρόμος έγινε σκάλα πού την ανεβαίνω για να φτάσω στην κορυφή.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Μη μετράς το Χρόνο λέγοντας, Υπήρξε το χθες και θα υπάρξει το αύριο!»

Μα πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, φανταζόμουν το Παρελθόν σα μια εποχή πού ποτέ δεν ξαναγύριζε και το Μέλλον σα μια εποχή πού ποτέ δεν μπορούσα να τη φτάσω.

Τώρα καταλαβαίνω ότι ή τωρινή στιγμή περιέχει όλο το χρόνο, και μέσα σ’ αυτήν υπάρχουν όλα όσα μπορεί να ελπίζει κανένας, να κάνει και ν’ αντιληφθεί.

Η ψυχή μου μου μίλησε και με πρότρεψε να μην περιορίζω το διάστημα λέγοντας, «’Εδώ, εκεί και πέρα».

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, ένιωθα ότι όπου κι αν βρισκόμουν ήμουν μακριά από κάθε άλλο μέρος.

Τώρα καταλαβαίνω ότι όπου κι αν βρίσκομαι, το μέρος αυτό περιέχει όλα τα μέρη’ κι ή απόσταση πού περπατώ αγκαλιάζει όλες τις αποστάσεις.

Η ψυχή μου με δίδαξε και με συμβούλεψε να μένω ξύπνιος όταν οι άλλοι κοιμούνται. Και να παραδίνομαι στον ύπνο όταν οι άλλοι βρίσκονται σε δράση.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν έβλεπα τα όνειρα τους στον ύπνο μου, ούτε κείνοι παρατηρούσαν τ’ όραμα μου.

Τώρα ποτέ δεν ταξιδεύω μέσα στο καράβι των ονείρων μου έκτος αν με παρατηρούν, κι εκείνοι ποτέ δεν πετούν στον ουρανό του δράματός τους έκτος αν εγώ χαίρομαι την Ελευθερία τους.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Να μη χαίρεσαι. με τον έπαινο και να μη θλίβεσαι με την κατηγορία».

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, αμφέβαλα για την αξία του έργου μου.

Τώρα καταλαβαίνω ότι τα δέντρα ανθίζουν την άνοιξη και καρπίζουν το καλοκαίρι χωρίς ν’ αναζητούν τον έπαινο και ρίχνουν τα φύλλα τους το φθινόπωρο και γυμνώνονται το χειμώνα χωρίς να φοβούνται την κατηγορία.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου έδειξε ότι δεν είμαι μεγαλύτερος από έναν πυγμαίο, ούτε μικρότερος από ένα γίγαντα.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, έβλεπα τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες, τον αδύνατο, πού τον λυπόμουν και τον δυνατό, πού τον ακολουθούσα ή πού του αντιστεκόμουνα παλικαρίσια.

Αλλά τώρα έμαθα ότι είμαι όπως είναι κι οι δύο αυτοί, κι αποτελούμαι από τα ίδια στοιχεία. Ή προέλευσή μου είναι ή δική τους προέλευση, ή συνείδησή μου είναι ή δική τους συνείδηση, ή ευχαρίστησή μου είναι ή δική τους ευχαρίστηση, και το προσκύνημά μου, το δικό τους προσκύνημα.

Αν αυτοί αμαρτάνουν, είμαι κι εγώ αμαρτωλός. Αν πράττουν καλά, καμαρώνω για την καλή τους πράξη. Αν ανυψώνονται, ανυψώνομαι κι εγώ μαζί, αν μένουν αδρανείς, συμμετέχω κι εγώ στην αδράνεια τους.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Το φανάρι πού κουβαλάς δεν είναι δικό σου, και το τραγούδι πού τραγουδάς δε γεννήθηκε μέσα στην καρδιά σου, γιατί κι αν κουβαλάς το φως, δεν είσαι εσύ το φως, κι αν είσαι το λαγούτο με τις τεντωμένες χορδές, δεν είσαι εσύ ό παίχτης του οργάνου.

Η ψυχή μου μου μίλησε, σαν αδερφός μου, και μου Έμαθε πολλά. Κι ή ψυχή σου μίλησε σε σένα και σ’ έμαθε το ίδιο πολλά. Γιατί εσύ κι εγώ είμαστε ένα, και δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα μας, εκτός ότι. εγώ βιάζομαι να φανερώσω αυτά που είναι μέσα στον εσωτερικό μου κόσμο, ενώ εσύ φυλάς σα μυστικό αυτό που βρίσκεται εντός σου. Αλλά στη μυστικότητά σου αυτή υπάρχει αρετή.



My soul spoke to me and counseled me to love all that others hate,
And to befriend those whom others defame.

My soul counseled me and revealed unto me that love dignifies not alone the one who loves, but also the beloved.

Unto that day love was for me a thread of cobweb between two flowers, close to one another;
But now it has become a halo with neither beginning nor end,
Encircling all that has been, and waxing eternally to embrace all that shall be.


Παρασκευή 15 Μαρτίου 2024

Ἄγγελος Σικελιανός — Γιατὶ βαθιά μου δόξασα

Edward Moran – Life Saving Patrol [c.1893]
Γιατὶ βαθιά μου δόξασα καὶ πίστεψα τὴ γῆ
καὶ στὴ φυγὴ δὲν ἅπλωσα τὰ μυστικὰ φτερά μου,
μὰ ὁλάκερον ἐρίζωσα τὸ νοῦ μου στὴ σιγή,
νὰ ποὺ καὶ πάλι ἀναπηδᾶ στὴ δίψα μου ἡ πηγή,
πηγὴ ζωῆς, χορευτικὴ πηγή, πηγὴ χαρά μου...

Γιατὶ ποτὲ δὲ λόγιασα τὸ πότε καὶ τὸ πῶς,
μὰ ἐβύθισα τὴ σκέψη μου μέσα στὴν πάσαν ὥρα,
σὰ μέσα της νὰ κρύβονταν ὁ ἀμέτρητος σκοπός,
νὰ τώρα πού, ἡ καλοκαιριὰ τριγύρα μου εἴτε μπόρα,
λάμπ᾿ ἡ στιγμὴ ὁλοστρόγγυλη στὸ νοῦ μου σὰν ὀπώρα,
βρέχει ἀπ᾿ τὰ βάθη τ᾿ οὐρανοῦ καὶ μέσα μου ὁ καρπός!...

Γιατὶ δὲν εἶπα: «ἐδῶ ἡ ζωὴ ἀρχίζει, ἐδῶ τελειώνει...»
μὰ «ἂν εἶν᾿ ἡ μέρα βροχερή, σέρνει πιὸ πλούσιο φῶς...
μὰ κι ὁ σεισμὸς βαθύτερη τὴ χτίση θεμελιώνει,
τὶ ὁ ζωντανὸς παλμὸς τῆς γῆς ποὺ πλάθει εἶναι κρυφός...»
νὰ πού, ὅ,τι στάθη ἐφήμερο, σὰ σύγνεφο ἀναλιώνει,
νὰ ποὺ ὁ μέγας Θάνατος μοῦ γίνηκε ἀδερφός!...

(ἀπὸ τὸν Λυρικὸ Βίο, B´, Ἴκαρος 1966)


O Σικελιανός στο δοξαστικό αυτό ποίημα βιώνει ένα μυστικό συναίσθημα χαράς και αλληλεγγύης. 
Η συναισθηματική του αυτή διάθεση ενδυναμώνει την υψηλή ποιητική του πνοή και τον συμφιλιώνει ακόμα και με τον ακαταμάχητο εχθρό του ανθρώπου, το θάνατο
Το ποίημα δημοσιεύτηκε το 1938.