Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Όταν τα βλέφαρά μου κλείνουν, βλέπω καλύτερα
γιατί τα μάτια μου θωρούν αδιάφορα απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Μα όταν
κοιμάμαι, στα όνειρα κοιτάζουν μόνο εσένα
και με το μυστικό φως τους φέγγουν μες το σκοτάδι. Μα εσύ, που η σκιά σου κάνει τους ίσκιους φωτερούς, τι χάρμα οφθαλμών
θα ‘πλαθε η θωριά του ίσκιου σου
στην ηλιόλουστη μέρα με τους λαμπρούς σου φωτισμούς
αφού έτσι φέγγει ο ίσκιος σου σε όμματα τυφλά; Τι ευλογία θα ‘ταν ο γλυκασμός των ματιών σου
αν σ’ έβλεπαν στο ζωντανό φως της μέρας
αφού ο αχνός ίσκιος σου είναι ωραίος στη νεκρή νύχτα, σε βαθύ ύπνο, κλειστά μάτια και ζοφερή λάμψη; Όλες οι μέρες είναι νύχτες ώσπου να σ’ αντικρίσω
κι οι νύχτες μου γίνονται λαμπρές άμα σ’ ονειρευτώ.
Ουίλιαμ Σαίξπηρ
William Shakespeare
SONNET 43
When most I wink, then do mine eyes best see, For all the day they view things unrespected; But when I sleep, in dreams they look on thee, And darkly bright are bright in dark directed; Then thou, whose shadow shadows doth make bright, How would thy shadow's form form happy show To the clear day with thy much clearer light, When to unseeing eyes thy shade shines so? How would, I say, mine eyes be blessed made By looking on thee in the living day, When in dead night thy fair imperfect shade Through heavy sleep on sightless eyes doth stay? All days are nights to see till I see thee, And nights bright days when dreams do show thee me.
Η ψυχή μου μού μίλησε και μου δίδαξε ν’ αγαπώ εκείνους που οι άνθρωποι μισούν και να είμαι φίλος μ’ εκείνους που οι άνθρωποι περιφρονούν.
Η ψυχή μου μού φανέρωσε ότι ή αγάπη εκδηλώνεται όχι μονάχα στο πρόσωπο που αγαπά, άλλα και στο πρόσωπο που αγαπιέται.
Πριν ή ψυχή μου μού μιλήσει, ή αγάπη ήταν στην καρδιά μου σα μια λεπτή κλωστή πιασμένη από δυο πασσάλους.
Άλλα τώρα ή αγάπη έγινε ένας φωτεινός κύκλος πού αρχή του είναι το τέλος του, και το τέλος του ή αρχή του. Περιβάλλει καθετί πού υπάρχει κι απλώνεται σιγά σιγά για ν’ αγκαλιάσει όλα όσα θα υπάρξουν.
Η ψυχή μου με συμβούλεψε και μ’ έμαθε να διακρίνω την κρυμμένη ομορφιά του δέρματος, του παραστήματος και του χρώματος. Με δίδαξε να στοχάζομαι εκείνο πού οι άνθρωποι ονομάζουν άσχημο μέχρι ν’ ανακαλύψω την αληθινή του γοητεία κι ομορφιά.
Πριν ή ψυχή μου με διδάξει, έβλεπα την ομορφιά σαν ένα τρεμάμενο πυρσό ανάμεσα σε στήλες καπνού. Τώρα πού ό καπνός έχει διαλυθεί, δε βλέπω τίποτε άλλο από τη φλόγα.
Η ψυχή μου μου μίλησε και μου δίδαξε ν’ ακούω τις φωνές πού ή γλώσσα, ό λάρυγγας και τα χείλη δεν μπορούν να προφέρουν.
Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν άκουγα παρά θόρυβο και θρήνους. Αλλά τώρα πρόθυμα παραστέκομαι στη Σιωπή κι αφουγκράζομαι τις χορωδίες της που τραγουδούν τους ύμνους των εποχών και τα τραγούδια του σύμπαντος που αναγγέλλουν τα μυστικά του Αόρατου.
Η ψυχή μου μου μίλησε και μ’ έμαθε να πίνω το κρασί που δεν μπορεί να βγει από το ποτήρι και δεν μπορεί να χυθεί από κούπες πού τα χέρια μπορούν να σηκώσουν ή τα χείλη ν’ αγγίξουν.
Πριν η ψυχή μου μου μιλήσει, ή δίψα μου ήταν σα μια σβησμένη σπίθα κρυμμένη κάτω από τη στάχτη πού μπορεί να σβήσει με μια γουλιά νερό.
Αλλά τώρα η λαχτάρα μου έγινε ή κούπα μου, το αίσθημα της αγάπης το κρασί μου, κι η μοναξιά μου ή μέθη μου κι ωστόσο σ αυτή την άσβεστη δίψα υπάρχει αιώνια χαρά.
Η ψυχή μου μου μίλησε και με δίδαξε ν’ αγγίζω εκείνο πού δεν έχει ακόμα ενσαρκωθεί’ ή ψυχή μου μου αποκάλυψε πώς ότι αγγίζουμε, είναι μέρος της επιθυμίας μας.
’Αλλά τώρα τα δάχτυλά μου απλώθηκαν μέσα στην καταχνιά πού διαπέρνα αυτό πού είναι ορατό μέσα στο σύμπαν κι ανακατεύεται με το ’Αόρατο.
Η ψυχή μου μ’ έμαθε να εισπνέω το άρωμα πού δε βγαίνει από τη μυρτιά ή το θυμίαμα. Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, λαχταρούσα την ευωδιά τού αρώματος στους κήπους, στα δοχεία ή στα θυμιατήρια.
Τώρα όμως μπορώ να οσφρανθώ το θυμίαμα πού δε βγαίνει για προσφορά ή για Θυσία. Και γεμίζω την καρδιά μου με την ευωδιά εκείνη πού δεν πέτα με τα φτερά της παιχνιδιάρας αύρας μέσα στο διάστημα.
Η ψυχή μου μου μίλησε και μ’ έμαθε να λέω, «είμαι έτοιμος» όταν με πλησιάζουν το Άγνωστο κι ό Κίνδυνος.
Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν απαντούσα σ’ άλλη φωνή έκτος από τη φωνή τη γνωστή πού με καλούσε, και δεν περπατούσα παρά το εύκολο και ίσιο ‘μονοπάτι.
Τώρα το Άγνωστο έγινε άλογο που μπορώ ν’ ανεβώ για να φτάσω στο Άγνωστο’ κι ό καμπίσιος δρόμος έγινε σκάλα πού την ανεβαίνω για να φτάσω στην κορυφή.
Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Μη μετράς το Χρόνο λέγοντας, Υπήρξε το χθες και θα υπάρξει το αύριο!»
Μα πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, φανταζόμουν το Παρελθόν σα μια εποχή πού ποτέ δεν ξαναγύριζε και το Μέλλον σα μια εποχή πού ποτέ δεν μπορούσα να τη φτάσω.
Τώρα καταλαβαίνω ότι ή τωρινή στιγμή περιέχει όλο το χρόνο, και μέσα σ’ αυτήν υπάρχουν όλα όσα μπορεί να ελπίζει κανένας, να κάνει και ν’ αντιληφθεί.
Η ψυχή μου μου μίλησε και με πρότρεψε να μην περιορίζω το διάστημα λέγοντας, «’Εδώ, εκεί και πέρα».
Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, ένιωθα ότι όπου κι αν βρισκόμουν ήμουν μακριά από κάθε άλλο μέρος.
Τώρα καταλαβαίνω ότι όπου κι αν βρίσκομαι, το μέρος αυτό περιέχει όλα τα μέρη’ κι ή απόσταση πού περπατώ αγκαλιάζει όλες τις αποστάσεις.
Η ψυχή μου με δίδαξε και με συμβούλεψε να μένω ξύπνιος όταν οι άλλοι κοιμούνται. Και να παραδίνομαι στον ύπνο όταν οι άλλοι βρίσκονται σε δράση.
Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν έβλεπα τα όνειρα τους στον ύπνο μου, ούτε κείνοι παρατηρούσαν τ’ όραμα μου.
Τώρα ποτέ δεν ταξιδεύω μέσα στο καράβι των ονείρων μου έκτος αν με παρατηρούν, κι εκείνοι ποτέ δεν πετούν στον ουρανό του δράματός τους έκτος αν εγώ χαίρομαι την Ελευθερία τους.
Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Να μη χαίρεσαι. με τον έπαινο και να μη θλίβεσαι με την κατηγορία».
Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, αμφέβαλα για την αξία του έργου μου.
Τώρα καταλαβαίνω ότι τα δέντρα ανθίζουν την άνοιξη και καρπίζουν το καλοκαίρι χωρίς ν’ αναζητούν τον έπαινο και ρίχνουν τα φύλλα τους το φθινόπωρο και γυμνώνονται το χειμώνα χωρίς να φοβούνται την κατηγορία.
Η ψυχή μου μου μίλησε και μου έδειξε ότι δεν είμαι μεγαλύτερος από έναν πυγμαίο, ούτε μικρότερος από ένα γίγαντα.
Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, έβλεπα τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες, τον αδύνατο, πού τον λυπόμουν και τον δυνατό, πού τον ακολουθούσα ή πού του αντιστεκόμουνα παλικαρίσια.
Αλλά τώρα έμαθα ότι είμαι όπως είναι κι οι δύο αυτοί, κι αποτελούμαι από τα ίδια στοιχεία. Ή προέλευσή μου είναι ή δική τους προέλευση, ή συνείδησή μου είναι ή δική τους συνείδηση, ή ευχαρίστησή μου είναι ή δική τους ευχαρίστηση, και το προσκύνημά μου, το δικό τους προσκύνημα.
Αν αυτοί αμαρτάνουν, είμαι κι εγώ αμαρτωλός. Αν πράττουν καλά, καμαρώνω για την καλή τους πράξη. Αν ανυψώνονται, ανυψώνομαι κι εγώ μαζί, αν μένουν αδρανείς, συμμετέχω κι εγώ στην αδράνεια τους.
Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Το φανάρι πού κουβαλάς δεν είναι δικό σου, και το τραγούδι πού τραγουδάς δε γεννήθηκε μέσα στην καρδιά σου, γιατί κι αν κουβαλάς το φως, δεν είσαι εσύ το φως, κι αν είσαι το λαγούτο με τις τεντωμένες χορδές, δεν είσαι εσύ ό παίχτης του οργάνου.
Η ψυχή μου μου μίλησε, σαν αδερφός μου, και μου Έμαθε πολλά. Κι ή ψυχή σου μίλησε σε σένα και σ’ έμαθε το ίδιο πολλά. Γιατί εσύ κι εγώ είμαστε ένα, και δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα μας, εκτός ότι. εγώ βιάζομαι να φανερώσω αυτά που είναι μέσα στον εσωτερικό μου κόσμο, ενώ εσύ φυλάς σα μυστικό αυτό που βρίσκεται εντός σου. Αλλά στη μυστικότητά σου αυτή υπάρχει αρετή.
My soul spoke to me and counseled me to love all that others hate, And to befriend those whom others defame.
My soul counseled me and revealed unto me that love dignifies not alone the one who loves, but also the beloved.
Unto that day love was for me a thread of cobweb between two flowers, close to one another; But now it has become a halo with neither beginning nor end, Encircling all that has been, and waxing eternally to embrace all that shall be.
O Σικελιανός στο δοξαστικό αυτό ποίημα βιώνει ένα μυστικό συναίσθημα χαράς και αλληλεγγύης.
Η συναισθηματική του αυτή διάθεση ενδυναμώνει την υψηλή ποιητική του πνοή και τον συμφιλιώνει ακόμα και με τον ακαταμάχητο εχθρό του ανθρώπου, το θάνατο.
Αυτό το κομμάτι μοιάζει μ’ ένα βίντεο-κλιπ με σκηνές που αλλάζουν με
ταχύτητα και σταματούν απότομα. Σ’ αυτό συνηγορούν και οι μουσικές εικόνες
(ο χορός, τα δοξάρια, τραγούδησε, τα τζιτζίκια)
Τι βλέπουμε; Πολλά πράγματα μαζί.
* Τη μοναξιά του ποιητή σε μια κατάσταση στην οποία η πλειοψηφία
υιοθετεί ακραίες στάσεις και απόψεις καθώς περνούν τα χρόνια…λιγότερες φωνές
* Τη δυσκολία να ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα Όπως τη νύχτα…μες στο σκοτάδι
* Την όμορφη αισθησιακή γυναίκα που όμως μοιάζει με απατηλή
εικόνα ξέρεις…γύμνια και βγαίνει από τη θάλασσα όπως η Αφροδίτη βγαίνει απ’ το κύμα
δροσερό κλωνάρι
* επαναλαμβάνεται η ιδέα του αγάλματος ο δωρικός χιτώνας…στο σκοτάδι
* Τους νέους που πολεμούν και πεθαίνουν κι αυτούς που αφήσαν την παλαίστρα…οι άσπρες λήκυθοι
* τον εμφύλιο πόλεμο που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη
* την αγάπη και τον θάνατο Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη… μιλώ για την αγάπη σκοτεινή
κοπέλα
* και στο τέλος την «κάθαρση» ο τύραννος μέσα απ’ τον άνθρωπο έχει φύγει όποιος ποτέ του δεν
αγάπησε θ’ αγαπήσει στο φως και στη συνέχεια όλα εξαφανίζονται
απότομα πώς σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια. fryktories