Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2024

Τάσος Λειβαδίτης — Το τραίνο των 12


Καμιά φορά το σφύριγμα ενός τραίνου μες στη νύχτα έχει κάτι απ’ 
        την αιώνια αναχώρηση -
ω μη μιλάτε - ίσως να μην ξημερώσει πια.

από τη συλλογή «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος Γ' , σελ. 530

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2024

Βαγγέλης Αλεξόπουλος — Η κούνια

είναι που περιμένω την πανσέληνο 
ν’ αρπάξω την κούνια 
που κρέμεται από εκεί πάνω...
 
Όταν ρωτάς το πώς και το γιατί 
και η απάντησή μου πρέπει να είναι 
ερμαφρόδιτη 
κάνω πως δεν ακούω την ερώτηση, 
είναι που περιμένω την πανσέληνο 
ν’ αρπάξω την κούνια 
που κρέμεται από εκεί πάνω 
να σε καθίσω και 
κουνώντας σε απαλά 
ν’ αρχίσω πάλι τα γνωστά παραμύθια 

Συλλογή: «Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη Σελήνη με αλεξίπτωτο 
στην πόλη», εκδ. Οδός Πανός, 2018»
πηγή

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

Μίλτος Σαχτούρης — Οι εχθροί της Άνοιξης

Ἔρχεται φέτος κουρασμένη
ἡ Ἄνοιξη
(νά) κουβαλάει τόσα χρόνια
τὰ λουλούδια πάνω της.
            Σκοτεινοὶ ἄνθρωποι
            στὶς γωνιὲς τὴν παραμονεύουν
γιὰ νὰ τὴν τσακίσουν.

Αὐτὴ ὅμως
μὲ κρότο
ἀνάβει ἕνα-ἕνα
τὰ λουλούδια της
στὰ μάτια τοὺς τὰ ρίχνει
(γιά) νὰ τοὺς στραβώσει.

Ποιήματα (1945-1971), Ἐκδόσεις Κέδρος, 2000.

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024

Τάσος Λειβαδίτης — Χρονοδιάγραμμα

Συχνά, θυμάμαι, οι μεγάλοι, όταν ήμουν παιδί, μιλούσαν για το
μέλλον μου. Αυτό γινόταν συνήθως στο τραπέζι. Αλλά εγώ ούτε 
τους πρόσεχα, ακούγοντας ένα πουλί έξω στο δέντρο.
   Ίσως γι'  αυτό το μέλλον μου άργησε τόσο πολύ: ήταν τόσο ανα-
ρίθμητα τα πουλιά και τα δέντρα.

Από τη συλλογή «Εγχειρίδιο Ευθανασίας», 1979
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος Γ' , σελ. 22

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

Τάσος Λειβαδίτης — από τη Συλλογή «Καντάτα»

William McTaggart - Spring
αυτός με την Παλόμα

Πες μου, α, πες μου, λοιπόν, πού πήγε όλη εκείνη η άνοιξη,
τα χωρατά των σπουργιτιών, σγουρά γέλια των θάμνων,
οι παπαρούνες σα γλυκά κόκκινα στόματα, ρυάκια μου
   ασυλλόγιστα, πού πάτε;
Σαν ένας γρύλλος που ξεχάστηκε στη μέρα το ξύλινο
   μαγγανοπήγαδο μακριά,
πλάι στο πηγάδι ο παππούς παίζοντας την κιθάρα του,
«μακριά, σαν θα φύγω, μάνα, στην ξενιτιά»,
ένα κλωνί βασιλικός μες στα χοντρά ρουθούνια του
να ευωδιάζουν τα πλεμόνια του απ’ τις στερνές ομορφιές της γης,
πουλιά πετούσαν στα κλαδιά, σαν να πηγαίνανε χαρούμενα
   μηνύματα
από κόσμο σε κόσμο. Απρόοπτα, ξαφνιασμένα πρωινά και μεγάλα,
   μακρόσυρτα σούρουπα
με τ’ άστρα να τρέμουν μακριά σαν ανοιξιάτικα μουσκεμένα
   βλέφαρα,
έκθαμβες ώρες, βαριές απ’ όλο το γιγάντιο Αόριστο
που έφτανε ως τον πόνο. Αίσθηση αβέβαιη όλων των μυστικών
   της ζωής
που διαπερνούσαν σαν ρίγη, πέρα, κει κάτου, κει κάτου, μακριά,
τους βραδινούς ορίζοντες.

Η Καντάτα είναι ένα συνθετικό ποίημα με θεατρική, θα λέγαμε, σύνθεση. Ο ίδιος ο ποιητής δίνει στην αρχή το σκηνικό και τα πρόσωπα. 

Σκηνικό: Συνοικιακός δρόμος σύγχρονης πόλης. Αρχίζει να βραδιάζει. 
Πρόσωπα: Ποιητής. Ο άνθρωπος με το κασκέτο. 
Διάφοροι περαστικοί. Αυτός που σφύριζε την Παλόμα.... Χορός από γυναίκες και άνδρες (οι γυναίκες μαζεμένες σε μια εξώπορτα· οι άντρες αριστερά, πλάι στη σκαλωσιά μιας οικοδομής).

Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2024

Ναζὶμ Χικμέτ — Νανούρισμα στο γιο μου

William Rothenstein (1872 – 1945)
Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Στον ύπνο σου έρχεται μια θάλασσα απέραντη. Βουνά
τα κύματά της, φουσκώνουν αφρισμένα, λυσσομανάνε...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Στον ύπνο σου έρχεται ένα καράβι, κι εσύ στη γέφυρα
του καπετάνιου. Στα δεξιά σου, το κύμα που χτυπιέται,
και στα ζερβά σου... Για δες το που σε πολεμάει...
Μα μη σε νοιάζει, γιε μου, μη φοβάσαι! Οι μηχανές δουλεύουνε
σαν την καρδιά σου. Το σκαρί γερό και το τιμόνι στα χέρια σου...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Πελώρια αέρινη γέφυρα δένει τα περιγιάλια.
Στ' αστραφτερό δοκάρι της εσύ αγναντεύεις.
Κοίτα κάτω, μη ζαλιστείς. Κοίτα πάνω,
το κεφάλι σου λες κι ακουμπάει στον ουρανό...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Τι πολλά βιβλία είν' αυτά; Όλα τα έχεις διαβάσει;
Ρυτίδες στο μέτωπό σου, τα μαλλιά σου κατάλευκα.
Τα μάτια σου είναι τα μόνα στη γη που έχουν καταλάβει.
Το πρόσωπό σου όμορφο σαν την αιωνιότητα.
Μην αμφιβάλλεις, μη φοβάσαι μη και δεν βρήκες ό,τι έψαχνες.
Διάβαζε πολεμώντας, διάβαζε αυτό που διαβάζεις
χωρίς να το ξεχωρίζεις από τη μάχη...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Άκου· φωνές ακούς. Κοίτα τι όμορφα χρώματα που βλέπεις...
Τα χέρια σου χαϊδεύουν το μάρμαρο, και να, του δίνουν το πιο σταθερό,
το πιο ζωντανό σχήμα...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Άφοβος σαν θαλασσινός, μάστορας δημιουργός,
φιλόσοφος γνώστης και καλλιτέχνης τολμηρός· έτσι να γίνεις...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...

Ν. Χικμέτ «Το ερωτευμένο σύννεφο»
μτφρ. Έρα Σαββαΐδου, Ύψιλον


ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ
Νανούρισμα στο γιο μου


O πατέρας-ποιητής παραστέκεται στο άρρωστο παιδί του και υπαγορεύει στη μητέρα το παρακάτω ασυνήθιστο νανούρισμα.
Ο γιος μου κρυολόγησε. Καίει στον πυρετό, ύπνος δεν τον παίρνει. Τα μάτια του βγάζουνε φωτιές.

Κι η μάνα του: «Να νανουρίσω το μωρό μου», λέει. «Τι να του τραγουδήσω; «Νάνι νάνι το παιδί μου» ή το "Ας κοιμηθεί να μεγαλώσει κι ύστερα πασάς να γένει";»
Μα ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η μάνα του γιου μου έτσι θα 'θελα να τον νανουρίσει

πρώτη ανάρτηση: hamomilaki