Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2023

Νικηφόρος Βρεττάκος — Το παιδί με τα σπίρτα

Το παιδί της μεγάλωσε. Έκλεισε σήμερα 
τα έξη του χρόνια. Το χτένισε όμορφα. 
Δε θάχει πια ανάγκη. Περνά και το βλέπει. 
Στη γωνιά της πλατείας στέκει σαν άντρας. 
Απ’ τα πέντε κουτιά τα σπίρτα έχει κιόλας 
πουλήσει τα τέσσερα. – Παίζει ο χειμώνας 
στα δέκα του δάχτυλα. Έγινε νύχτα. 
Κοιτάζει η μητέρα του δεξιά της, ζερβά της, 
         απάνω και κάτω. Σκοτάδι:
 
«Ας μπορούσεν ανάβοντας το παιδί μου ένα σπίρτο 
                 να φωτίσει τον κόσμο.»

Συλλογή "Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΣΚΕΠΑΣΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ"

Νικηφόρος Βρεττάκος — Το αναγνωστικό «Ήλιος και ζωή»

Ήρθες προχτές και μου αντάλλαξες
το παρόν με το μέλλον. Κατάκλυσες
με φως τα τετράδια μου. Τόσος πολύς
ουρανός που περίσσεψε, τι να τον κάνω;
Λογαριάζω να γράψω λοιπόν το Αναγνωστικό της χαράς.
Το «Ήλιος και ζωή» για τ’ αγράμματα παιδιά του αιώνα μου.
                                                                                       Ένα
βιβλίο – βουνό, να γυρίζουν
στον ήλιο τη μέρα ανάμεσα στ’ άστρα
τη νύχτα οι σελίδες του.

Από τη συλλογή "ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ"

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

Νικηφόρος Βρεττάκος — Η τιμή

Ο ουρανός και η γης με τίμησαν με τον πόνο.
Το έμαθα αργότερα, όταν κατάλαβα
πως το καλύτερο φως γίνεται απ’ το σκοτάδι·
μετά που ξεχείλισε μέσα μου η ποίηση
κι αρχίσαν ν’ ανάβουνε κεριά από χρόνο.
Από τη συλλογή Απογευματινό ηλιοτρόπιο (1976)
Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2023

Μενέλαος Λουντέμης – Η ψυχή μου έμεινε εξορία

«Απόψε είχαμε πλημμύρα…»
( Από γράμμα τους)

Ακούστε εσείς.
Εσείς που κοιμηθήκατε κι απόψε στα ζεστά,
σβήνοντας με μια κίνηση το φως.
Σαν τους θεούς που παίζουν τη «Δημιουργία»
(«Γεννηθήτω φως» — και εγένετο). Ακούστε με!

Τούτη την άναρθρη νύχτα που σωπαίνουν οι λύκοι –
γιατί ουρλιάζουν οι άνθρωποι. Ακούστε με.
Εσείς που κοιμάστε αγκαλιά με τα όνειρα.
Εσείς που σας φιλά στο στόμα η Ζωή.
Που σας χαϊδεύει με το μετάξι της. Εσείς.
Ακούστε με!
Λίγες μόνο ώρες απ’ τη στεριά,
και χίλια χρόνια μακριά απ’ την Οικουμένη,
παλεύει ένα ολομόναχο νησί
- πέτρινος αφαλός στο χάος της θάλασσας -,
στο ασίγαστο Αιγαίο, που σηκώθηκε ορθό.

Και χύθηκε πάνω στα γκρεμνά του.
Απόψε έφτασε εκεί ο Κατακλυσμός,
Ξεκολλημένος απ’ τις αλυσίδες της Μυθολογίας.
Κι έσπασε τους μύλους του νησιού.
Και χόρεψε στην πέτρινη ράχη του
Τον πυρρίχιο της λύσσας.

Απόψε βρέχει μαχαίρια η βροχή,
Και σκίζουν τις κοιλιές των τσαντιριών τους.
Ο βοριάς δείχνει ολόισα το νησί.
Και τα κύματα αδειάζουν τις άγριες δεξαμενές τους
Ίσα πάνω του.
Και σκάβουν, σκάβουν την πλαγιά.
( Κι ο κόσμος εγέμισε ρυτίδες…)

Α, τι κυλούν τις νύχτες οι κατεβασιές!
Τι παίρνουν, και τι φέρνουν, και τι κυνηγούν!
Τι μπόγους, τι σοδειές και τι υπάρχοντα!
Τι αίματα, τι δέματα και τι φυλαχτά…
Το γράμμα της μανούλας... που βράχηκε.
Και δε θα διαβάζεται πια.
( Κι ήταν τόσο λίγη η ορθογραφία της…)

Κι όλα αυτά γιατί; Μα γιατί;
Γιατί η ματιά τους είναι απλή και φεγγερή.
Γιατί ζεσταίνει τις πληγές του κόσμου.
Γιατί η μιλιά τους είν’ γλυκιά και ταπεινή.
Σαν την « επί του όρους» ο μ ι λ ί α.

Απόψε πάλι δε θα κοιμηθώ.
Απόψε πάλι θα βραχώ με τους βρεγμένους.
Και θα βογκήξω με τους άρρωστους.
Γιατί η ψυχή μου έμεινε εκεί..
Γιατί ο Γολγοθάς που με κάρφωσε
μου’ δωσε το σταυρό του μαζί μου…

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2023

Άλκης Αλκαίος - Νότης Μαυρουδής — Πρωινό Τσιγάρο

Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό
στη γειτονιά μας καπνίζει ένα φουγάρο 
κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο 
και σαν καφέ πικρό και σαν καφέ πικρό 
Άδειοι οι δρόμοι δε φάνηκε ψυχή 
και το φεγγάρι μόλις χάθηκε στη Δύση 
και 'γω σε γυρεύω σαν μοιραία λύση 
και σαν Ανατολή και σαν Ανατολή 

Βγήκε ο ήλιος το ράδιο διαπασών 
μ' ένα χασάπικο που κλαίει για κάποιον Τάσο 
κι εγώ σε ποντάρω κι ύστερα πάω πάσο 
σ' ένα καρέ τυφλών σ' ένα καρέ τυφλών

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2022

Νικηφόρος Βρεττάκος — Τα τρύπια χέρια

«Εγώ δε έχω να σου δώσω τίποτα» είπες.
«Τίποτα, είναι τρύπια τα χέρια μου»
Ενώ
τον ουρανό που ήταν πάνω μου εσύ μου τον έφερνες.
Κ’ η πολιτεία ήταν όμορφη εκείνο το βράδυ.
Κι όλα είχαν όψη τρυφερή και ήρεμη. Κ’ η βροχή
σαν ένα διάφανο έπεφτε φως’ αραιή, απαλή,
σα καλοσύνη σε λουλούδια. Βαθιά στην καρδιά μου
σιγοψιχάλιζε ένα φως σαν στριμμένο μετάξι.
Μα περπατούσαμε σιγά στο δρόμο, γιατί εσύ,
κρατούσες κάτι σαν γρανίτη ή βαρύ φως. Γιατ’ είχες
εσύ τα χέρια σου γιομάτα. Τόσο, που
μόλις εσήκωνες το βάρος. Μόλις που μπορούσες
να ορίζεις το βήμα σου.
Γιατ’ είχες τα χέρια σου
φορτωμένα με πέτρες κομμένες απ’ το
λατομείο του ήλιου.
Απ’ αύριο
θ’ αρχίζω να χτίζω.