Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά
με ξόβεργες, με σκιάχτρα, με κλουβιά,
να περιμένεις στις διαβάσεις των αποδημητικών
μερόνυχτα, να ρίχνεις τουφεκιές.
Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2022
Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022
Μενέλαος Λουντέμης — Το αληθινό μας ρούχο
Το πιο πολύτιμο ρούχο μας.
Το πιο επίσημο ρούχο μας.
Το πιο εμφανίσιμο ρούχο μας.
Η χλαμύδα μας.
Το φράκο μας.
Το νυχτικό μας.
Το μόνο σωστό μας.
Το μόνο πιστό μας.
Το μόνο αιώνιο ρούχο μας
είναι το πετσί μας.
Και δεν ντρέπομαι αν είναι μαύρο,
άσπρο
ή μελαψό.
Ντρέπομαι για κείνους που το χωρίζουν
σε μαύρο,
άσπρο
και μελαψό.
Το πιο επίσημο ρούχο μας.
Το πιο εμφανίσιμο ρούχο μας.
Η χλαμύδα μας.
Το φράκο μας.
Το νυχτικό μας.
Το μόνο σωστό μας.
Το μόνο πιστό μας.
Το μόνο αιώνιο ρούχο μας
είναι το πετσί μας.
Και δεν ντρέπομαι αν είναι μαύρο,
άσπρο
ή μελαψό.
Ντρέπομαι για κείνους που το χωρίζουν
σε μαύρο,
άσπρο
και μελαψό.
Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2022
Μανόλης Αναγνωστάκη — Κάτω ἀπ' τίς ῥάγες
Κάτω ἀπ' τὶς ῥάγες τοῦ τραίνου
Κάτω ἀπὸ τὶς γραμμὲς τοῦ βιβλίου
Κάτω ἀπὸ τὰ βήματα τῶν στρατιωτῶν
Ὅταν ὅλα περάσουν - πάντα σὲ περιμένω.
Πέρασαν ἀπὸ τότε πολλὰ τραῖνα
Κι ἄλλα πολλὰ βιβλία θὰ διαβαστοῦν
Κι ἄλλοι στρατιῶτες τὸ ἴδιο θὰ πεθάνουν.
Κάτω ἄπὸ τὸ κάθε τι ποὺ σοῦ σκεπάζει τὴ ζωὴ
Ὅταν ὅλα περάσουν –
Σὲ περιμένω.
Κάτω ἀπὸ τὶς γραμμὲς τοῦ βιβλίου
Κάτω ἀπὸ τὰ βήματα τῶν στρατιωτῶν
Ὅταν ὅλα περάσουν - πάντα σὲ περιμένω.
Πέρασαν ἀπὸ τότε πολλὰ τραῖνα
Κι ἄλλα πολλὰ βιβλία θὰ διαβαστοῦν
Κι ἄλλοι στρατιῶτες τὸ ἴδιο θὰ πεθάνουν.
Κάτω ἄπὸ τὸ κάθε τι ποὺ σοῦ σκεπάζει τὴ ζωὴ
Ὅταν ὅλα περάσουν –
Σὲ περιμένω.
Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2022
Βασιλική Δεδούση — Το τραγούδι της μάνας
Ζωντανό προσκεφάλι η καρδιά μου
να βρίσκουν τα παιδιά αναπαμό.
Η λαχτάρα, παραστάτης της ζωής μου,
μόνιμη ευπρόσδεκτη σύνοικος
και στο στόμα μου πάντα ευχές-προσευχές.
να βρίσκουν τα παιδιά αναπαμό.
Η λαχτάρα, παραστάτης της ζωής μου,
μόνιμη ευπρόσδεκτη σύνοικος
και στο στόμα μου πάντα ευχές-προσευχές.
| Mother and Children in an Interior by Bernard Pothast |
—Φεύγεις παιδί μου;
Στο Καλό…
Με Καλό…
Καλό δρόμο και η πορεία σου Ευθεία…
—Ήρθες παιδί μου;
Καρδιάς καλωσόρισμα
και το βλέμμα αστείρευτων λόγων πηγή.
Σαν τη δική μου αγάπη, καμιά!
Σαν της μάνας τη χαρά και τον πόνο κανένας!
Αγαπάει πριν να δει.
Πάνω απ´ τη νάκα, πάνω απ’ το λίκνο,
πλάθει πορεία ουρανόδρομη ονείρων!
«Κοιτάξτε το! Δεν είναι πανέμορφο;
Είν’ το παιδί μου!
Έκανε λάθη; Έσφαλλε;
Κανείς να μην πει ότι τόθελε.
Να μην το μαλώσει κανένας,
γιατί είν’ το παιδί μου
Πρόκοψε; Καμαρώστε το! Είναι παιδί μου!»
Απ’ το δικό του το στόμα μια λέξη μονάχα μου είν’ αρκετή:
Μάνα!
Τέσσερα γράμματα όλος μου ο κόσμος
—Μάνα…
—Τι είναι καμάρι μου; Τι έχεις παιδί μου;
Τι σου συμβαίνει ψυχή μου;
Καλά, μη μου πεις.
Ξέρω!
Σε πλήγωσαν; Πλήγωσες;
Σε πρόδωσαν; Πρόδωσες;
Σ’ αδίκησαν; Κάποιον αδίκησες;
Εγώ είμαι εδώ.
Η αγκαλιά μου λιμάνι γαλήνιο κι απάνεμο,
έλα να ξαποστάσεις.
Το δικό μου το χάδι ελευθερίας αίσθηση.
Η ανάσα μου άρωμα ανοιξιάτικης αύρας
Αν μπορούσα, δίχτυ αγάπης πυκνό,
αδιαπέραστο κι άφθαρτο θα 'πλεκα
και μπροστά στα παιδιά μου θα το 'στηνα,
προστασία –όσο ζω κι αφού φύγω-
απ’ του κακού τους ανέμους,
απ’ το φθόνο του κόσμου κι απ´ τ´ άδικο.
Στημόνι, οι Ελπίδες,
Υφάδι, της Αγάπης τα Όνειρα
και οι σκέψεις, σαϊτιές επιδέξιες.
Θεέ μου,
μέσα στο στέρνο μου
της ουράνιας φλόγας τη ζέστα πιθώνοντας,
μ´ έκαμες Μάνα της Καρδιάς και όχι του εστίχτου.
Δεν γεννώ, έτσι απλά·
δια βίου τα μωρά μου ανατρέφω.
Με το είναι μου όλο –όσο ζω κι αφού φύγω-
τους ανεκτίμητους καρπούς μου φροντίζω.
Στο Καλό…
Με Καλό…
Καλό δρόμο και η πορεία σου Ευθεία…
—Ήρθες παιδί μου;
Καρδιάς καλωσόρισμα
και το βλέμμα αστείρευτων λόγων πηγή.
Σαν τη δική μου αγάπη, καμιά!
Σαν της μάνας τη χαρά και τον πόνο κανένας!
Αγαπάει πριν να δει.
Πάνω απ´ τη νάκα, πάνω απ’ το λίκνο,
πλάθει πορεία ουρανόδρομη ονείρων!
«Κοιτάξτε το! Δεν είναι πανέμορφο;
Είν’ το παιδί μου!
Έκανε λάθη; Έσφαλλε;
Κανείς να μην πει ότι τόθελε.
Να μην το μαλώσει κανένας,
γιατί είν’ το παιδί μου
Πρόκοψε; Καμαρώστε το! Είναι παιδί μου!»
Απ’ το δικό του το στόμα μια λέξη μονάχα μου είν’ αρκετή:
Μάνα!
Τέσσερα γράμματα όλος μου ο κόσμος
—Μάνα…
—Τι είναι καμάρι μου; Τι έχεις παιδί μου;
Τι σου συμβαίνει ψυχή μου;
Καλά, μη μου πεις.
Ξέρω!
Σε πλήγωσαν; Πλήγωσες;
Σε πρόδωσαν; Πρόδωσες;
Σ’ αδίκησαν; Κάποιον αδίκησες;
Εγώ είμαι εδώ.
Η αγκαλιά μου λιμάνι γαλήνιο κι απάνεμο,
έλα να ξαποστάσεις.
Το δικό μου το χάδι ελευθερίας αίσθηση.
Η ανάσα μου άρωμα ανοιξιάτικης αύρας
Αν μπορούσα, δίχτυ αγάπης πυκνό,
αδιαπέραστο κι άφθαρτο θα 'πλεκα
και μπροστά στα παιδιά μου θα το 'στηνα,
προστασία –όσο ζω κι αφού φύγω-
απ’ του κακού τους ανέμους,
απ’ το φθόνο του κόσμου κι απ´ τ´ άδικο.
Στημόνι, οι Ελπίδες,
Υφάδι, της Αγάπης τα Όνειρα
και οι σκέψεις, σαϊτιές επιδέξιες.
Θεέ μου,
μέσα στο στέρνο μου
της ουράνιας φλόγας τη ζέστα πιθώνοντας,
μ´ έκαμες Μάνα της Καρδιάς και όχι του εστίχτου.
Δεν γεννώ, έτσι απλά·
δια βίου τα μωρά μου ανατρέφω.
Με το είναι μου όλο –όσο ζω κι αφού φύγω-
τους ανεκτίμητους καρπούς μου φροντίζω.
(απόσπασμα από το έργο Προμηθεύς Πυρφόρος)
πρώτη ανάρτησηΤρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022
Kωστής Παλαμάς — Φεβρουάριος
Απ' το παράθυρο στα βάθη μακριά,
Ο κάμπος ξεχωρίζει,
Και φαίνεται η αποκριά
Μέσα στο δρόμ' όλη βοή που τριγυρίζει
Είν' ο καιρός όπου τρελή γιορτάζ' η χώρα,
Και σιέται η μυγδαλιά με κάλλη ανθοφόρα.
Ο κάμπος ξεχωρίζει,
Και φαίνεται η αποκριά
Μέσα στο δρόμ' όλη βοή που τριγυρίζει
Είν' ο καιρός όπου τρελή γιορτάζ' η χώρα,
Και σιέται η μυγδαλιά με κάλλη ανθοφόρα.
Φτωχός ο κάμπος μας, μα όχι και γυμνός,
Αφού είν' ασπροντυμένος.
Μοιάζει με νιο που αχαμνός
Κι απ' την αρρώστια κάτασπρος ειν' ο καημένος.
Στο δρόμο άμαξες, μεθύσι, προσωπίδες,
Και ρίχνει ο ουρανός βροχής ρανίδες.
Τι τάχα να είσαι θλιβερή, ψιλή βροχή,
Που αργά κι αγάλι 'γαλι
Μας έρχεσαι την εποχή
Που τα νυφιάτικα η μυγδαλιά έχει βάλει;
Η φύσις κλαίει τη χειμωνιά που την παγώνει,
Ή κλαίει από χαρά στο Μάρτη που σιμώνει;
Σ' εκείνο το παράθυρο μπροστά κρατεί
Η μάννα το παιδί της,
Πότε του δείχνει τη γιορτή,
Πότε την εξοχή με τη λευκή στολή της.
Αποκριάς χαρά φωτίζει τ' αγγελούδι,
Κι η μάννα είν' έμορφη, σα μυγδαλιάς λουλούδι.
Ρίχνει τα μάτια της και βλέπει τα βουνά
Μ' ολόχιονο φουστάνι,
Και με το νου της αρχινά
Και χίλιους μύριους στοχασμούς άθελα κάνει,
Λιγάκι θλιβερούς σα νέφη του Φλεβάρη,
Μα πάντα καθαρούς, σαν του χιονιού τη χάρη.
Γιατ' είναι μάνα με μυαλό και με καρδιά,
Και είναι η ζωή της
Λουλούδι με τριπλή ευωδιά
Που της σκορπά ο Θεός, ο κόσμος, το παιδί της.
Την ενθυμίζ' η χειμωνιά κι η αγριάδα
Ότι κοντεύει του Μαρτιού να ρθει η λιακάδα.
Και νιώθει σαν γλυκιά μαρτιάτικη αυγή
Στα βάθη της ψυχής της,
Κι ακολουθά η συλλογή:
- Παρόμοια κι ο δυστυχής όπου η πίστις
Και τ' ουρανού η ελπίς φωλιάζει στην καρδιά του,
Νιώθει μια δύναμη γλυκιά στη συμφορά του.
Ενώ μας δέρνουνε του κόσμου τα δεινά,
Βάλσαμο η πίστη χύνει.
Κι ενώ είναι χιόνι στα βουνά,
Για ιδές η μυγδαλιά τον κάμπο πώς τον ντύνει!
Μ' απ' το παιδί μου μακριά πίκρες και πόνοι,
Και το Θεό η χαρά να του θυμίζει μόνη.
Σε τέτοιους στοχασμούς ο νους της καταντά,
Και άλλα συλλογιέται.
Μα το παιδάκι της κοντά
Στην τρέλα της αποκριάς βουτιέται.
Ξεχνά τα τόσα του παιχνίδια, και το κρύο,
Κι έχει παράπονο, και πόθους χίλιους δύο.
Μεσ' την καρδούλα του, αγάπες του χρυσές,
Σωριάζονται ωραίες
Και πλουμισμένες φορεσιές
Και μάσκες και σπαθιά και περικεφαλαίες.
Κυρίες το κοιτούν, τις ρίχνει ζαχαράτα,
Κανείς την έμορφη δεν ξέρει μασκαράτα...
Ακόμα στο παράθυρο μπροστά κρατεί
Η μάννα το παιδί της.
Ξεχνιέτ' εκείνο στη γιορτή,
Κι αυτή στην εξοχή με τη λευκή στολή της.
Αποκριάς χαρά φωτίζει τ' αγγελούδι,
Κι η μάνα είν' έμορφη σα μυγδαλιάς λουλούδι.
Αφού είν' ασπροντυμένος.
Μοιάζει με νιο που αχαμνός
Κι απ' την αρρώστια κάτασπρος ειν' ο καημένος.
Στο δρόμο άμαξες, μεθύσι, προσωπίδες,
Και ρίχνει ο ουρανός βροχής ρανίδες.
Τι τάχα να είσαι θλιβερή, ψιλή βροχή,
Που αργά κι αγάλι 'γαλι
Μας έρχεσαι την εποχή
Που τα νυφιάτικα η μυγδαλιά έχει βάλει;
Η φύσις κλαίει τη χειμωνιά που την παγώνει,
Ή κλαίει από χαρά στο Μάρτη που σιμώνει;
Σ' εκείνο το παράθυρο μπροστά κρατεί
Η μάννα το παιδί της,
Πότε του δείχνει τη γιορτή,
Πότε την εξοχή με τη λευκή στολή της.
Αποκριάς χαρά φωτίζει τ' αγγελούδι,
Κι η μάννα είν' έμορφη, σα μυγδαλιάς λουλούδι.
Ρίχνει τα μάτια της και βλέπει τα βουνά
Μ' ολόχιονο φουστάνι,
Και με το νου της αρχινά
Και χίλιους μύριους στοχασμούς άθελα κάνει,
Λιγάκι θλιβερούς σα νέφη του Φλεβάρη,
Μα πάντα καθαρούς, σαν του χιονιού τη χάρη.
Γιατ' είναι μάνα με μυαλό και με καρδιά,
Και είναι η ζωή της
Λουλούδι με τριπλή ευωδιά
Που της σκορπά ο Θεός, ο κόσμος, το παιδί της.
Την ενθυμίζ' η χειμωνιά κι η αγριάδα
Ότι κοντεύει του Μαρτιού να ρθει η λιακάδα.
Και νιώθει σαν γλυκιά μαρτιάτικη αυγή
Στα βάθη της ψυχής της,
Κι ακολουθά η συλλογή:
- Παρόμοια κι ο δυστυχής όπου η πίστις
Και τ' ουρανού η ελπίς φωλιάζει στην καρδιά του,
Νιώθει μια δύναμη γλυκιά στη συμφορά του.
Ενώ μας δέρνουνε του κόσμου τα δεινά,
Βάλσαμο η πίστη χύνει.
Κι ενώ είναι χιόνι στα βουνά,
Για ιδές η μυγδαλιά τον κάμπο πώς τον ντύνει!
Μ' απ' το παιδί μου μακριά πίκρες και πόνοι,
Και το Θεό η χαρά να του θυμίζει μόνη.
Σε τέτοιους στοχασμούς ο νους της καταντά,
Και άλλα συλλογιέται.
Μα το παιδάκι της κοντά
Στην τρέλα της αποκριάς βουτιέται.
Ξεχνά τα τόσα του παιχνίδια, και το κρύο,
Κι έχει παράπονο, και πόθους χίλιους δύο.
Μεσ' την καρδούλα του, αγάπες του χρυσές,
Σωριάζονται ωραίες
Και πλουμισμένες φορεσιές
Και μάσκες και σπαθιά και περικεφαλαίες.
Κυρίες το κοιτούν, τις ρίχνει ζαχαράτα,
Κανείς την έμορφη δεν ξέρει μασκαράτα...
Ακόμα στο παράθυρο μπροστά κρατεί
Η μάννα το παιδί της.
Ξεχνιέτ' εκείνο στη γιορτή,
Κι αυτή στην εξοχή με τη λευκή στολή της.
Αποκριάς χαρά φωτίζει τ' αγγελούδι,
Κι η μάνα είν' έμορφη σα μυγδαλιάς λουλούδι.
Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022
Μίλτος Σαχτούρης — Ορυχείο
Σου γράψω γεμάτη τρόμο μέσα από μιά στοά
νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλίθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ' όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ' αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πηρούνια και τα
μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μ ά ν α
Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
χαρούμενα
νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλίθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ' όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ' αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πηρούνια και τα
μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μ ά ν α
Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
χαρούμενα
Να με θυμάσαι
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)