Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2022

Mahmoud Darwish — Ταυτότητα / “ID Card” - محمود درويش

Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Αριθμός ταυτότητος: 50.000
Τα παιδιά μου είναι οχτώ
Το ένατο θα ΄ρθει μετά από το καλοκαίρι.
Θυμώνεις;
[…]
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Δουλεύω με τ΄ αδέλφια μου του μόχθου σ’ ένα νταμάρι
τα παιδιά μου είναι οκτώ
τραβάω από την πέτρα
τα ρούχα, το ψωμιί και τα βιβλία τους, αλλά
στην πόρτα σου δε ζητιανεύω.
Θυμώνεις;

[…]
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Όνομα δίχως τίτλο υπομονετικός
σ’ ένα τόπο που βράζει,
οι ρίζες μου
αγκυροβόλησαν
πριν απ΄ τη γέννηση του χρόνου
πριν απ΄των αιώνων το ξετύλιγμα
πριν από τις ελιές κι από τα κυπαρίσσια
και πριν φυτρώσει το χορτάρι.
Ο πατέρας μου
απ΄τη φαμίλια είναι τ’ αλετριού
ο παππούς μου
αγρότης δίχως αξίωμα,
το σπίτι μου καλύβα από καλάμια.
Όνομα είμαι δίχως τίτλο.

[…]
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Το χρώμα των μαλλιών μου είναι μαύρο
το χρώμα των ματιών μου καστανό.
Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μου:
«κουφίε» πάνω στο κεφάλι μου,
Σκληρή να ‘ναι σαν πέτρα η παλάμη μου
που γρατζουνάει όποιον την αγγίζει,
ό,τι αγαπάω για φαί
είναι το θυμάρι και το λάδι.
Η διεύθυνσή μου:
χωριό απόμακρο και ξεχασμένο
δίχως ονόματα οι δρόμοι του
κι όλοι οι άντρες του
στο νταμάρι και στο χωράφι.
Θυμώνεις;

[…]
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Λήστεψες τ’ αμπέλια των προγόνων μου
και τα χωράφια που τα δούλευα με όλα τα παιδιά μου.
Δεν άφησες στους απογόνους μου
παρά αυτές τις πέτρες.
Μήπως θα τις πάρει η Κυβέρνησή σας
όπως λένε;
Λοιπόν,
Γράψε στην αρχή της πρώτης σελίδας:
εγώ δεν μισώ τους ανθρώπους
κανέναν δεν κλέβω
μα αν πεινάσω
τρώω τη σάρκα του σφετεριστή μου.
Φυλάξου.
Από την πείνα μου φυλάξου
κι απ’ την οργή μου.

Επιμέλεια μετάφρασης: Καμάλ Καττάν

Εθνικός ποιητής χωρίς κράτος; Ναι, αυτός ήταν ο νεαρός Διονύσιος Σολωμός όταν έγραφε τον Υμνον εις την Ελευθερίαν, τότε που δεν υπήρχε κομμάτι της Ελλάδος που να μην ήταν κάτω από κάποιον πολύχρονον ζυγό. 
Κι αυτός είναι ο Μαχμούντ Νταρουίς (Mahmoud Darwish), ο μεγάλος Παλαιστίνιος ποιητής, για τον δικό του λαό που υποφέρει είτε από κατοχή, είτε από της μαζικής εξορίας τον καημό, είτε από τον εγκλωβισμό σε μια μικρή λωρίδα γής με τις επακόλουθες στερήσεις και με τη βία των βομβαρδισμών.
πηγή

Write down:
I am an Arab.
My ID card number is 50,000.
My children: eight
And the ninth is coming after the summer.
Are you angry?

XXX
Write down:
I am an Arab.
I work with my toiling comrades in a quarry.
My children are eight,
And out of the rocks
I draw their bread,
Clothing and writing paper.
I do not beg for charity at your door
Nor do I grovel
At your doorstep tiles.
Does that anger you?

XXX
Write down:
I am an Arab,
A name without a title,
Patient in a country where everything
Lives on flared-up anger.
My roots…
Took firm hold before the birth of time,
Before the beginning of the ages,
Before the cypress and olives,
Before the growth of pastures.
My father…of the people of the plow,
Not of noble masters.
My grandfather, a peasant
Of no prominent lineage,
Taught me pride of self before reading of books.
My house is a watchman’s hut
Of sticks and reed.
Does my status satisfy you?
I am a name without a title

XXX
Write down:
I am an Arab.
Hair coal-black,
Eyes brown,
My distinguishing feature:
On my head a koufiyah topped by the igal,
And my palms, rough as stone,
Scratch anyone who touches them.
My address:
An unarmed village—forgotten—
Whose streets are nameless,
And all its men are in the field and quarry.
Are you angry?

XXX
Write down:
I am an Arab
Robbed of my ancestors’ vineyards
And of the land cultivated
By me and all my children.
Nothing is left for us and my grandchildren
Except these rocks…
Will your government take them too, as reported?
Therefore,
Write at the top of page one:
I do not hate people,
I do not assault anyone,
But… if I get hungry,
I eat the flesh of my usurper.
Beware… beware… of my hunger,
And of my anger.

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022

Νικηφόρος Βρεττάκος — Τα δεκατέσσερα παιδιά

«... Εν αρχη ην η αγάπη...» μελωδούσε γιομίζοντας
το γυμνό σου δωμάτιο μια παράξενη άρπα,
καθώς σ' έπαιρνε ο ύπνος και το χέρι σου, κρύο,
σαν κλωνί λεμονιάς σε νεκρό, αναπαύονταν
πάνω στο στήθος σου. Κι έβλεπες
πως άνοιγε τάχα μια πόρτα στον ύπνο σου.
Πως μπαίναν τα δεκατέσσερα παιδιά λυπημένα
και στεκόντουσαν γύρω σου. Τα μάτια τους θύμιζαν
σταγόνες σε τζάμια: «Έλεος! Έλεος! Έλεος!...»
Τινάζοντας τη βροχή και το χιόνι από πάνω τους,
τα ζύγιαζες με το βλέμμα σου σα να 'θελες να τους κόψεις
την ευτυχία στα μέτρα τους, ενώ η άρπα συνέχιζεν
απαλά μες στον ύπνο σου: «... Ό,τι θέλει κανείς
μπορεί να φτιάξει με την αγάπη. Ήλιους κι αστέρια,
ροδώνες και κλήματα...». Αλλά εσύ προτιμούσες
μποτίτσες φοδραρισμένες με μάλλινο,
πουκάμισα κλειστά στο λαιμό -
γιατί φυσάει πολύ στο Καλέντζι!
Έβλεπες πως ράβεις με τα δυο σου χέρια
έβλεπες πως ζυμώνεις με τα δυο σου χέρια
κι ονειρευόσουν πως μπαίνεις στην τάξη
με δεκατέσσερις φορεσιές,
με δεκατέσσερα χριστόψωμα στην αγκαλιά σου.

Αλλά ξύπναγες το πρωί κι άκουγες που έβρεχε.
Σε δίπλωνε σα μια λύπη τ' αδιάβροχο σου
κι ο δρόμος για το σχολειό γινόταν πιο δύσκολος.
Βάδιζες κι είχες σκυμμένο το πρόσωπο
σαν να 'ταν κάποιον απάνω σου και να σ' έκρινε
για τ' άδεια σου χέρια. Σαν να 'φταιγες μάλιστα,
σ' όλη τη διαδρομή σε μπάτσιζε το χιονόνερο.

Έμπαινες στο σχολειό κι όπως τ' αντίκριζες
μοιραζόταν σε δεκατέσσερα χαμόγελα το πρόσωπο σου.
Θυμόσουν πως η αγκάλη σου ήταν μισή
κι ανεβαίνοντας πάνω στην έδρα σου
άνοιγες τη λύπη σου και τα σκέπαζες,
όπως ο ουρανός σκεπάζει τη γη.

Ώρα 8 και 20 ακριβώς.
Το μάθημα αρχίζει κανονικά.
Εσύ πάνω απ' την έδρα κι απ' αντίκρυ σου ο Χριστός,
απαλός και γλυκύς μες στο κάδρο του,
δίνετε τα χέρια πάνω από τα κεφάλια τους
να τους κάμετε μια σκέπη από ζεστασιά,
γιατί σας ήρθανε και σήμερα μουσκεμένα
κι η λύπη περπατάει μες στα μάτια τους,
όπως ο σπουργίτης πάνω στο φράχτη.

Το καλαμπόκι δεν ψώμωσε το περσινό καλοκαίρι
κι ακούς το ψωμάκι που κλαίει μες στις μπόλιες τους.
Ώρα 10 και 20'. Το μάθημα συνεχίζεται.
Οι σπουργίτες σου χτυπούν τα φτερά τους.
Το μολύβι πεθαίνει ανάμεσα στα κοκαλιασμένα τους δάχτυλα.
Η καρδιά σου είναι τώρα μια στάμνα σπασμένη.
Τα λόγια σου βγαίνουν αργά, σα μια βρύση που στέρεψε:
«Ο μέγας Αλέξανδρος... Ο μέγας Αλέξανδρος...
Ο μέγας Αλέξανδρος...».

Τα δάχτυλα σου είναι πέντε. Τα μέτρησες δέκα φορές.
Τα δάχτυλα σου είναι πέντε. Μετράς το ένα χέρι σου
- τ' άλλο σου βρίσκεται τυλιγμένο σε συννεφιά-
τα δάχτυλα σου είναι πέντε. Σηκώνεις το πρόσωπο,
κοιτάζεις τη στέγη, κάνεις πως σκέφτεσαι,
σκύβεις πάλι στην έδρα, ξεφυλλίζεις τον Αίσωπο,
κατεβαίνεις και γράφεις στο μαυροπίνακα,
κοιτάζεις τον ουρανό απ' το παράθυρο,
γυρίζεις το κεφάλι σου αλλού,
δεν μπορείς άλλο παρά να κλάψεις.
Παίρνεις το μαθητολόγιο στα χέρια σου,
κάτι ψάχνεις να βρεις, το σηκώνεις διαβάζοντας
και σκεπάζεις το πρόσωπο σου.

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2021

Τάκης Βαρβιτσιώτης — Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους

Μικραίνουν οι άνθρωποι
Χάνουν το πρόσωπό τους
............
Ίσως είναι κι αυτός ένας τρόπος
Να θυμηθούνε πάλι την ομορφιά
Να ξαναφτιάξουν έναν κόσμο καλύτερο
Από την αρχή
Στον Γιάννη Ρίτσο
5
Ύστερα από τόσα εκατομμύρια πτώματα
Από τόσες ανοιχτές πληγές
Πριν από την έκλυση της φοβερής αστραπής
Η μαυρίλα καταπίνει τον ήλιο
Τα μάτια συστέλλονται
Μικραίνουν οι άνθρωποι
Χάνουν το πρόσωπό τους
Φορούν για παράσημα τη ντροπή
Και την καταφρόνια
Ίσως είναι κι αυτός ένας τρόπος
Να θυμηθούνε πάλι την ομορφιά
Να ξαναφτιάξουν έναν κόσμο καλύτερο
Από την αρχή

Από τη συλλογή «Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους»,1986

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2021

Adeste Fideles / Oh Come All Ye Faithful /Ελάτε πιστοί

Adeste Fideles laeti triumphantes,
Venite, venite in Bethlehem.
Natum videte, Regem Angelorum;

Refrain

Venite adoremus,
venite adoremus,
venite adoremus
Dominum!

Deum de Deo, lumen de lumine,
gestant puellae viscera.
Deum verum, genitum non factum; 

(refrain)

Cantet nunc io chorus Angelorum
cantet nunc aula caelestium:
Gloria in excelsis Deo!

Ergo qui natus, die hodierna,
Jesu, tibi sit gloria.

Patris aeterni Verbum caro factum;

En grege relicto, Humiles ad cunas,
vocati pastores approperant.
Et nos ovanti gradu festinemus;

Aeterni Parentis splendorem aeternum,
velatum sub carne videbimus.
Deum infantem, pannis involutum;

Pro nobis egenum et foeno cubantem,
piis foveamus amplexibus.
Sic nos anamtem quis non redamaret?

Stella duce, Magi, Christum adorantes,
aurum, thus, et myrrham dant munera.
Jesu infanti corda praebeamus;

"Oh Come All Ye Faithful" 

1. O come, all ye faithful, joyful and triumphant!
O come ye, o come ye, to Bethlehem.
Come and behold Him, born the King of angels;

Refrain

O come, let us adore Him,
O come, let us adore Him,
O come, let us adore Him,
Christ the Lord!

2. God of God, Light of Light,
Lo! He abhors not the Virgin’s womb.
Very God, begotten not created; (refrain)

3. Sing, choirs of angels, sing in exultation!
Sing, all ye citizens of heaven above:
Glory to God, glory in the highest!

4. Yea, Lord, we greet Thee, born this happy morning,
Jesu, to Thee be glory given.
Word of the Father, now in flesh appearing;

5. See how the shepherds, summoned to His cradle,
leaving their flocks, draw nigh to gaze.
We too will thither bend our hearts’ oblations;

6. There shall we see Him, His eternal Father’s
everlasting brightness now veiled under flesh.
God shall we find there, a Babe in infant clothing;

7. Child, for us sinners, poor and in the manger,
we would embrace Thee, with love and awe.
Who would not love Thee, loving us so dearly?

8. Lo! Star-led chieftains, Magi, Christ adoring,
offer Him frankincense, gold, and myrrh.
We to the Christ-child, bring our hearts oblations;

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2021

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης — Ο Καλογιάννος*

Ιωάννῃ Βαλαωρίτῃ
τω γλυκυτάτω μου υιώ

Μη με ρωτάς πούθ’ έρχομαι, μη με ρωτάς πού τρέχω·
πατρίδα εγώ δεν έχω
παρά του βάτου τ’ άγριο, τ’ αγκαθερό κλαρί·
με δέρνει τ’ ανεμόβροχο, είμαι φτωχό πουλί.
Ο λόγγος το παλάτι μου, και βιο μου είν’ η χαρά·
πετώ, κορνιάζω ξέγνοιαστος οσό ’χω τα φτερά.
Λίγη δροσούλα τ’ ουρανού τ’ ακούραστο λαρύγγι
μου το ξεφρύγει, όταν διψώ, και ζω μ’ ένα μυρμήγκι.
Ξυπνώ το γλυκοχάραμα· του ήλιου την αχτίδα
φορώ μαλαμοκέντητη βασιλική χλαμύδα
κι αρχίζω το τραγούδι μου. Στα σύγνεφ’ ανεμίζει
περήφανος σταυραϊτός, τον κόσμο φοβερίζει,
κι εγώ τον βλέπω και γελώ… Δεν του φθονώ την τύχη,
ούτε με σκιάζει τ’ άσπλαχνο, το φοβερό του νύχι,
γιατί δεν καταδέχεται μ’ εμένα να χορτάσει
θεριό που προς τη δόξα του βρίσκει στενήν την πλάση.
Το κράζουν αυτοκράτορα… του φόρεσαν κορόνα,
μας το ’πλασαν δικέφαλο… του γράφουν την εικόνα…
Στη μια τη φούχτα να κρατεί χρυσή τού δίνουν σφαίρα,
στην άλλη του γυμνό σπαθί… κι επήρε ο νους του αγέρα!

Το πρώτο του φθινόπωρου που φαίνεται λουλούδι
είν’ η ξανθή μου η κυκλαμιά. Εγώ με το τραγούδι
την ανακράζω από ψηλά κι εκείνη στη φωνή μου
γοργά προβαίνει ολόχαρη. Πιστόν προξενητή μου
το πρωτοβρόχι δέχεται στο φτωχικό κρεβάτι
και δείχνεται στο φίλο της εντροπαλή, δροσάτη…
Δεν σε ζηλεύω σταυραϊτέ! Του πριναριού μου η μάζα
αξίζει την κορόνα σου και τα χρυσά τσαπράζα.
Δεν ανεβαίνω σαν εσέ και σαν εσέ δεν πέφτω
στην αρπαγή, στο σκοτωμό, κι άλλο ποτέ δεν κλέφτω
παρά με το τραγούδι μου καμιά καρδιά καμένη.
Εσέ σε βάφουν αίματα, εμέ η δροσιά με πλένει.
Ζω με τα φύλλα τα χλωρά, με τ’ άνθη θα πεθάνω,
κι αφήνω χωρίς κλάματα τον κόσμο αυτόν τον πλάνο.

Μια μόνη αγιάτρευτη πληγή έχω βαθιά κρυμμένη
στην άκακή μου την καρδιά, και κάποτε πικραίνει,
διαβάτη, αυτή μου τη χαρά…
Είχ’ αγαπήσει μια φορά
στο πρώτο το ταξίδι μου μια καλογιαννοπούλα,
γκόλφι του λόγγου ατίμητο, και σαν εμέ φτωχούλα.
Σ’ ένα κλαρί παράμερο, μακρά από κάθε μάτι,
εγώ κι εκείνη εστήσαμε το νυφικό κρεβάτι,
και με τραγούδια αδιάκοπα και με τον έρωτά μας
κρυφά κρυφά αναθρέψαμε, διαβάτη, τα παιδιά μας.
Μια νύχτα που την έσφιγγα γλυκά με τα φτερά μου
κι ένιωθα μου λαχτάριζε στη φλογερή αγκαλιά μου,
ακούω που τρέμει το κλαρί και βλέπω έναν αστρίτη
που κοίταζε να καταπιεί το φτωχικό μας σπίτι.
Τα μάτια που μου κάρφωσε στην όψη το θερίο,
η γλώσσα του η διχαλωτή, το χνότο του το κρύο,
διαβάτη, με μαρμάρωσαν… εσβήστηκα… δεν είδα
τη φοβερή μας τη σφαγή… Στην πρώτην την αχτίδα
του ήλιου, που μ’ επύρωσε, ξυπνώ στη γη ριμένο…
Μου λείπαν όλα τα παιδιά… βαρύ, κουλουριασμένο
το σερπετό εκοιμότουνε μες στη φωλιά χορτάτο
κι η μάνα ετοιμοθάνατη, που σπάραζε στο βάτο,
είχε τη σάρκα ολάνοιχτη… Ορμώ, την αγκαλιάζω·
του κάκου σκούζω, δέρνομαι, του κάκου τηνε κράζω…
Κι εκεί που της εμάλαζα τα ξεσχισμένα στήθη,
διαβάτη μου, το αίμα της στην τραχηλιά μου εχύθη.
Κι από τα τότε μὄμεινε μες στην καρδιά η πικράδα
και στο λαιμό παντοτινά γραμμένη η κοκκινάδα…

Αλλά… δε θέλω κλάματα· μακρά από μένα ο πόνος.
Βασιλικό παλάτι μου είναι τ’ αράμνου ο κλώνος
και βιο μου είν’ η χαρά.
Θέλω να ζήσω ξέγνοιαστος οσό ’χω τα φτερά.
[1878]

*
κοκκινολαίμης

[Επιστολή που συνοδεύει την πρώτη δημοσίευση, Εστία, Γ' 151 (Νοέμβρ. 1878), 751-752]

Δεν εντρέπομαι να ομολογήσω, φίλτατε Παύλε, ότι και ως γέρων ραψωδός παράξενος και ως απλούς θνητός έχω κι εγώ τας αδυναμίας και τας ιδιοτροπίας μου. Μεταξύ τούτων υπάρχει και η απέραντος συμπάθειά μου προς έν των κοινοτέρων και των ταπεινοτέρων φθινοπωρινών πτηνών μας, τον λάλον, τον αγαθόν Καλογιάννον.
Αγνοώ πόθεν προήλθε το όνομά του ή αν απανταχού της Ελλάδος ούτω πως ονομάζεται η εριθανής ή πυραλίς των αρχαίων, η motacilla grisea του Λινναίου, ο pettirosso των Ιταλών και ο rouge-gorge των Γάλλων. Και το μεν δημοτικόν ελληνικόν όνομα μαρτυρεί πιθανώς περί της αγαθότητος του ήθους και της φυσικής αυτού τάσεως προς την οικειότητα, το δε αρχαίον, καθώς το ιταλικόν και το γαλλικόν, πηγάζει εκ της ωραίας ερυθροειδούς κηλίδος, ήν γαυριών επιδείκνυται επί του τραχήλου.
Πολλαχού της Εσπερίας Ευρώπης τα χαριέστατα ταύτα πτηνά εμφανίζονται κατά το έαρ, αλλ’ εν Ελλάδι μόνον μετά τας πρώτας βροχάς του φθινοπώρου έρχονται και δίδουν ζωήν εις τα νεκρά μας δάση. Φθάνουν δε ταυτοχρόνως τόσον πολλά και τόσον εκθύμως, ευθύς μετά την άφιξίν των, επιδίδονται εις το προσφιλές κελάδημά των, ώστε μένει τις εκστατικός ενώπιον τοιαύτης συμφωνίας.
Ο Καλογιάννος είναι το πρωινότερον των πτηνών μας, δίδει εις τον γεωργόν το σύνθημα των εργατικών εργασιών και τον ανακουφίζει διά του άσματός του, όταν παρά τον κορμόν σκιερού δένδρου αναπαύεται εκ του πολλού κόπου. Το λάλημά του είναι μεν βραχύ, αλλά γλυκύτατον, και το επαναλαμβάνει αδιακόπως, χωρίς να ταράττεται διόλου εκ της παρουσίας των ανθρώπων, μεθ’ ών αρέσκεται να συζή, και εις τας κατοικίας των οποίων αφόβως εισέρχεται και ζητεί την τροφήν του, όταν η χιών, καλύπτουσα το έδαφος, κρύπτη τα έντομα, δι’ ών συντηρείται. Εγώ δε είδον αυτόν ενίοτε καθήμενον αταράχως επί των κεράτων των αροτήρων βοών και ψάλλοντα χωρίς να φοβήται διόλου ούτε την βουκέντραν ούτε τον σάλαγον του ζευγηλάτου.
Ο μέγας φίλος και προστάτης των μικρών και αδυνάτων πτηνών Michelet ισχυρίζεται ότι ο Καλογιάννος είναι φύσει ζηλότυπος, και διηγείται ότι εκείνος, όστις επί πολλά έτη έζη ελεύθερος εν τω γραφείω του, επετέθη μανιωδώς κατά μιας αηδόνος, ήν είχεν αποκτήσει και προς την οποίαν απένεμεν εξαιρετικάς περιποιήσεις. Πολλάκις δε τον παρηνώχλει καθήμενος επί των δακτύλων ή επί της κεφαλής, όταν κατελάμβανεν ότι ο κύριός του, βεβυθισμένος εις την μελέτην, παρημέλει τον γηραιόν φίλον του.
Και όμως τον Καλογιάννον περιφρονούν οι ποιηταί. Δεν τον καταδέχονται, είναι φτωχό πουλί, είναι χωριάτης. Δεν έχει τους ερωτικούς ρεμβασμούς της αηδόνος· εξυπνά πάρα πολύ πρωί, είναι χυδαίος, πάντοτε εύθυμος, πάντοτε καλοκαρδισμένος, δεν μελαγχολεί ποτέ, ενί λόγω, είναι λαός.
Αλλ’ εγώ τον ηγάπησα εκ νεαράς μου ηλικίας και όταν κατά την έναρξιν του φθινοπώρου συναντώμαι μετά του πρώτου Καλογιάννου και της πρώτης κυκλαμιάς (διότι το άνθος και το πτηνόν συγχρόνως εμφανίζονται), η καρδία μου σκιρτά, ως αν αίφνης έβλεπον παλαιούς φίλους επανερχομένους εκ μακράς αποδημίας.
Απέναντι των παραθύρων του εν Μαδουρή εξοχικού μου οίκου εγείρεται παμμεγέθης ελαία, ήτις είναι αληθής αγορά του λαού των Καλογιάννων. Εκεί συνέρχονται, ιδίως όταν επίκειται χειμών ή τρικυμία, και συναναστρέφονται μετ’ εμού και με ευφραίνουν διά των κελαδημάτων των. Χίλιες φορές μού διεσκέδασαν τα μαύρα νέφη της φαντασίας! Χίλιες φορές με παρηγόρησαν και μου εγλύκαναν τα κρυφά φαρμάκια της ψυχής!
Χρεωστώ εις αυτούς τόσην ευγνωμοσύνην!
Τίποτε λοιπόν παράδοξον, αν συνέλαβα την ιδέαν να πληρώσω τας φιλοφροσύνας των δι’ ολίγων στροφών, δι’ ενός ταπεινού ειδυλλίου, αφού μάλιστα δεν εμπρέπουν εις ημάς πλέον άσματα πολεμικά και διθύραμβοι.
Σος πάντοτε

Οκτώβριος 1878
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2021

Μάρκος Αυγέρης — Πλήρης παρουσίαση του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» του Τάσου Λειβαδίτη

Μια πλήρη παρουσίαση του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου»* έκανε ο Μάρκος Αυγέρης λίγο μετά την έκδοσή του, στις 13 Οκτωβρίου 1953 στην εφημερίδα «Αυγή» (Η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη).
Τάσος Λειβαδίτης — Φυσάει Στα Σταυροδρόμια Του Κόσμου

Το δεύτερο, το φετινό ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» είναι μια κραυγή ελπίδας και προσδοκίας, που ανεβαίνει μέσα από τους σημερινούς θανάτους, κραυγή νικήτρα που βγαίνει μέσα από τους σημερινούς τάφους των ηρώων και των μαρτύρων. Μέσα από την εκρηκτική ορμή του τραγουδιού και την ταραγμένη του ατμόσφαιρα ξεχωρίζει ένα θέμα: Μας παρουσιάζει μια πατριωτική γιορτή, όπου ένας λαός τραγικός βυθισμένος στη δυστυχία, παρακολουθεί την επίσημη κωμωδία των ισχυρών με τη φαμφαρόνικη ρητορεία τους. Όταν το αιμοστάλαχτο ηλιοβασίλεμα αρχίζει να πέφτει απάνω σ’ αυτούς τους μεγαλόσχημους ανθρωποφάγους, οι νεκροί των πολέμων, των καταστροφών, των σφαγμένων από τους δολοφόνους, των τουφεκισμένων από τα εκτελεστικά αποσπάσματα, σηκώνονται όλοι μαζί, προχωρούν από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα σε μία δική τους εφιαλτική παράτα, γεμίζουν τους δρόμους της γης, τους εργάτες και τους οικοδόμους του κόσμου και σα μια τεράστια πλημμύρα σαρώνουν όλη αυτή τη γιορταστική αγυρτεία και τα κυνικά της μεγάφωνα. Μια νέα ανθρωπότητα προχωρεί για να δημιουργήσει έναν καινούριο κόσμο ειρήνης και ευτυχίας.

Το τραγούδι ξεκινάει μ’ ένα σύμβολο, που έρχεται και ξανάρχεται σα μουσικό μοτίβο, «φυσάει». Φυσάει ο σεισμικός άνεμος, ο άνεμος της συμφοράς, φορτωμένος καταστροφή και πόλεμο, μα και ο άνεμος της οργής κι η υπόσχεση του μελλούμενου. Κι ακολουθούν εικόνες αθλιότητας, ασκήμιας, πείνας, εικόνες της καθημερινής ζωής των φτωχών και των στερημένων κι εικόνες από την επίδειξη του πλούτου και την αδιάντροπη πατριδοκαπηλεία των χορτασμένων αφεντάδων.

Μέσα από τα κοντράστα του τραγουδιού, το φως και το σκοτάδι, ακούγεται η βουή του κόσμου, του αγώνα από τις αντιμαχόμενες δυνάμεις, η θανάσιμη πάλη της ελευθερίας, με την αρχαία ανθρώπινη δουλεία, ακούγεται το αλαλητό της δυστυχίας των λαών και η οργή της ξεσηκωμένης δικαιοσύνης. Εικόνες αποκαλυπτικές εκφράζουν κοινωνικές καταστάσεις κι είναι φορτωμένες με πολιτικές έννοιες, συνδυασμός τους είναι γεμάτος τόλμη και φαντασία, το άσπρο και το μαύρο, η αγάπη και το μίσος, ο δραματικό σαρκασμός και η οργή κι ο λυρικός ενθουσιασμός γενικεύουν και πλαταίνουν αδιάκοπα το θέμα και τη σημασία του, κι όλα αυτά μέσα σε μια έκφραση ρεαλιστική, όπου η λαγαράδα, η πλαστικότητα, κι η αλήθεια της ζωής σφραγίζουν την κάθε λεπτομέρεια. Τίποτε δεν είναι θελημένο και προσχεδιασμένο, τίποτα ξεζητημένο και πλαστό, όλα φέρνουν τη σφραγίδα του γνήσιου, του αυθεντικού και του εμπνευσμένου και πάλλονται από αληθινό πάθος.

Τα σύμβολα του τραγουδιού, όπως αρχίζει, ο αέρας, η παγωνιά, θυμίζουν τους «Δώδεκα« του Μπλοκ. Και στα προηγούμενα ποιήματά του και πιο πολύ στο πρώτο φαίνεται η εντύπωση, που έκαμε στον ποιητή το ποίημα του Μπλοκ και τα σύμβολά του. Επίσης, πολύ γόνιμη στάθηκε για τις ιδέες του τελευταίου του έργου η επίδραση της τραγωδίας του Ιρβιν Σόου «Να θάψουμε του νεκρούς». Μα οι επιδράσεις αυτές μένουν ολότελα εξωτερικές, περιορίζονται μόνο στα σύμβολα και δε βάζουν τον ποιητή από τους δικούς του εκφραστικούς τρόπους κι από τη δική του ποιητική περιοχή. Μέσα στην περιοχή αυτή όλα είναι νέα, όλες οι εξωτερικές επιδράσεις είναι αφομοιωμένες, τα ποιήματά του είναι μια δική του σύνθεση ζωής, απροσάρμοστη και αμίμητη.

Το τελευταίο ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη, μ’ όλο που παρουσιάζει τα ίδια με το προηγούμενο χαρακτηριστικά, μορφικά είναι πιο δεμένο, εσωτερικά πιο μεστό σ’ έννοιες και παραστατικούς συνδυασμούς, πιο πλούσιο σε εικόνες, η εκτέλεση πιο σταθερή και σχετικά με το προηγούμενο στέκεται ένα σκαλί ψηλότερα. Ο ποιητής ανεβαίνει, είναι φανερό πως βρίσκεται στην ευτυχισμένη του ώρα, στον οργασμό του, γεμάτος ψυχική ευφορία και δύναμη. Υπόσχεται πολλά και μεγάλα.

Μάρκος Αυγέρης

*
Το 1953 ο Τάσος Λειβαδίτης δημοσιεύει το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» για το οποίο του απονεμήθηκε το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία. Το βιβλίο αργότερα κατασχέθηκε, με αιτία το φιλειρηνικό του περιεχόμενο. Το 1955, ο ποιητής θα δικαστεί για το συγκεκριμένο βιβλίο και η δίκη θα αποκτήσει πανελλήνιο ενδιαφέρον. Στο εδώλιο, ο ποιητής με αξιοπρέπεια, με ανθρωπιά και συναίσθηση της πνευματικής ευθύνης διατυπώνει το σκοπό της τέχνης, πείθει το ακροατήριο και τους δικαστές και αθωώνεται.