Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2021

Alda Merini — Μονάχα ενός αγγέλου το χέρι / Solo un mano d’angelo

Μονάχα ενός αγγέλου το χέρι
ανέγγιχτο το ίδιο, από καθαρή αγάπη,
θα μπορούσε
της παλάμης του να μου προσφέρει την κοιλότητα,
για να ξεχυθεί εκεί ο δικός μου ο θρήνος.
Του ζωντανού του άνδρα η παλάμη
παραείναι μπλεγμένη μες στα νήματα
του σήμερα και του χτες,
παραείναι γεμάτη από ζωή κι από ζωής χυμούς!
Ποτέ δε θα μπορέσει του ανθρώπου το χέρι να καθαρθεί
για χάρη του σιγαλού θρήνου του αδερφού!
Κι έτσι, μονάχα ενός λευκού αγγέλου η παλάμη
θρεμμένο απ’ τις ρίζες της μακρινές του αιώνιου κι απείρου
θα μπορούσε, γαλήνιο, να λαγαρίσει του ανθρώπου τις εξομολογήσεις
δίχως στο βάθος του να τρέμει – απέχθειας σφοδρής σημάδι.

Μετάφραση από τα ιταλικά: Θεοδόσης Κοντάκης


Solo un mano d’angelo
intatta di sé, del suo amore per sé,
potrebbe
offrirmi la concavità del suo palmo
perché vi riversi il mio pianto.
La mano dell’uomo vivente
è troppo impigliata nei fili dell’oggi e dell’ieri,
è troppo ricolma di vita e di plasma di vita!
Non potrà mai la mano dell’uomo mondarsi
per il tranquillo pianto del proprio fratello!
E dunque, soltanto una mano di angelo bianco
dalle lontane radici nutrite d’eterno e d’immenso
potrebbe filtrare serena le confessioni dell’uomo
senza vibrarne sul fondo in un cenno di viva ripulsa.

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2020

Κωστής Παλαμάς — Χριστούγεννα

Α΄

Τί φως και χρώμα κι εμορφιά να σκόρπιζε τ’ αστέρι
οπού στην κούνια του Χριστού τους Μάγους έχει φέρει!
Ποιός άγγελος το διάλεξε για τέτοιο ταχυδρόμο!
Τ’ άλλα τ’ αστέρια θα ’βλεπαν το φωτεινό του δρόμο,
κι από τη ζήλια θα ’τρεμαν… Αστέρι, σε ποιά χώρα
του απεράντου σ’ ουρανού να λαμπυρίζεις τώρα;
Η παντοδύναμη Φθορά μην έσβησε το φως σου;
Ή μήπως είσ’ αθάνατο κι εσύ σαν το Χριστό σου;
Δεν κατεβαίν’ η λάμψη σου κι εδώ στα χώματά μας;
Για όλα τ’ άστρ’ αλίμονο! δεν είναι η ματιά μας…
Και μόνον όταν τα λαμπρά Χριστούγεννά μας θά μπουν,
θαρρώ πως οι ακτίνες σου μες στην ψυχή μου λάμπουν.

Τί φως και χρώμα κι εμορφιά να σκόρπιζε τ’ αστέρι,
οπού στην κούνια του Θεού τους Μάγους έχει φέρει!

Β΄

Αχ, αχ, Χριστουγεννιάτικο της φαμελιάς τραπέζι
που ταίρι ταίρ’ η όρεξη με την αγάπη παίζει!
Τα ποτηράκια ηχούν γλυκά, λαμποκοπούν τα πιάτα,
γύρω φαιδρά γεράματα και προκομμένα νιάτα!
Κούρκος στη μέση ολόζεστος μοσχοβολά, ροδίζει,
και τρέχει ολούθε το κρασί και κελαδεί κι αφρίζει.
Και να θωρείς αγνάντια σου δυο αδελφές, κοπέλες
με κουβεντούλες άσωστες γλυκιές γλυκιές, δυο τρέλες,
ή να σου λέει αγνάντια σου για το ξανθό παιδί σου
δυο χρόνων γυναικούλα σου, ο έρως της ζωής σου.
και να σ’ αρχίζει ακούραστη ο πάππος φλυαρία,
των Χριστουγέννων μια γνωστή πανάρχαια ιστορία…

Αχ, αχ, Χριστουγεννιάτικο της φαμελιάς τραπέζι
που ταίρι ταίρ’ η όρεξη με την αγάπη παίζει!
Γ΄

Να ’μουν του στάβλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι,
την ώρα π’ άνοιξ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι!
Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,
το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του,
να λάμψω από τη λάμψη του κι εγώ σα διαμαντάκι,
κι από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι,
να μοσχοβοληθώ κι εγώ από την ευωδία
που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία,
να ιδώ την Αειπάρθενο, να ιδώ το πρόσωπό της
πώς εκοκκίνισε, καθώς πρωτόειδε το μικρό της,
όταν λευκό, πανεύοσμο το προσωπάκι εκείνο,
της θύμισ’ έτσι άθελα του Γαβριήλ τον κρίνο…

Να ’μουν του στάβλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι,
την ώρα π’ άνοιξ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι!

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2020

Νικηφόρος Βρεττάκος — Ἐρωταπόκριση

Ἡ ὀμορφιά δέν εἶναι σιωπή.
Γι’ αὐτό κ’ ἡ φωνή μου
δέν εἶναι μονόλογος.
Pomegranate Blooms Floral Painting
Τῆς ροδιᾶς τό λουλούδι,
παραδείγματος χάρη,
εἶναι ἕνα ἀριστούργημα
πού
τό ἀπαγγέλλει ἡ μέρα.

Βλέπω, ἀκούω
φῶτα φωνῶν.

Γι’ αὐτό καί μέ βλέπετε
περπατώντας (ἀκόμη
καί μέσα στήν ἔρημο)
συχνά, νά ὑποκλίνομαι.

Από τη συλλογή «Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ», 1990

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2020

Νικηφόρος Βρεττάκος — Πρόσωπο μὲ Πρόσωπο

«Κάθε ποὺ ἀγκαλιάζω ἕναν 
ἄνθρωπο, Κύριε, θαρρῶ
πὼς κρεμιέμαι ἀπὸ τὸ λαιμό σου.»

Βλεπόμαστε πρόσωπο μὲ πρόσωπο,
Κύριε· τόσο εἶσαι κοντά μου.
Ὅταν ἀνοίγω τὸ παράθυρο ὅποια
ὥρα κι ἂν εἶναι, βλεπόμαστε.
Ἔχω τὰ μάτια μου κι ἔχεις κι ἐσὺ
ὅλου τοῦ γύρω μας κόσμου
τὰ μάτια. Τὰ λουλούδια μὲ βλέπουν.
Κάθε ποὺ ἀγκαλιάζω ἕναν
ἄνθρωπο, Κύριε, θαρρῶ
πὼς κρεμιέμαι ἀπὸ τὸ λαιμό σου.

Συλλογὴ «Ἡλιακὸς Λύχνος», 1984

ανάλυση του ποιήματος στη Βασιλεία των Ουρανών

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Νυχτερινή ευωδία

«Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη - ω ανθισμένη 
ματαιότητα του κόσμου...»
Μερικές φορές η ερημιά γίνεται ανυπόφορη, παίρνεις τότε εναν
   αριθμό τηλεφώνου
έστω για ν΄ακούσεις μια φωνή, ζητάς ένα όνομα, «λάθος» σου    
   απαντάνε
όλα ήταν λάθος, κ' οι δρόμοι που πήραμε και τα λόγια που είπαμε
και τα χέρια που κρατήσαμε... Παιδί κρυβόμουν πίσω απ΄τον
   κομό, εκεί ήταν το άπειρο, αλλά δε χωρούσε παρά μόνο εμένα - 
γιαυτό σας λέω μη ζητάμε περισσότερα κι αργότερα, άντρας πια,    
   καθόμουν πίσω απ' τα τζάμια και κοίταζα τα φώτα της πόλης
έτσι γνώρισα το αναπότρεπτο των χωρισμών - τι θ΄απομείνει
   λοιπόν
τι θ΄απομείνει από τόσες προσδοκίες, τόσους στεναγμούς;
ένα όνομα και δυό χρονολογίες χαραγμένες στην πέτρα που
   ο καιρός θα τις σβήνει σιγά σιγά.
Όλοι φεύγουμε, χωρίς να μάθει τίποτα ο ένας για τον άλλον.
   Γιατί; Τι φταίει;
Ή μήπως όλα γίνονται για κάποιον λόγο μυστηριώδη: ένα άλυτο 
   αίνιγμα ίσως, η μια τιμωρία;

Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη - ω ανθισμένη
ματαιότητα του κόσμου...

Συλλογή: «Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ.427

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

Νικηφόρος Βρεττάκος — Ἀναβίωση

Τόσοι ἄνεμοι, Θέε μου, καί δέν ἔσβησε
ἀκόμη τῆς καρδιᾶς μου τό φῶς.
Jean-François Millet (1814-1875), The Gust of Wind (1871-73)
Προκλητικό καί ἀμετάπειστο, ἐπιμένει.
Εἶναι τό αἷμα μου· κ’ εἶναι ἡ ἀγάπη μου
σ’ αὺτή τή ζωή, πού ἀνανεώνει διαρκῶς
τό διαρκῶς καιόμενο αἷμα μου.

Απο το "ΗΛΙΑΚΟΣ ΛΥΧΝΟΣ", 1984