Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης - Της εξοχής

Τα πιο ωραία που ζήσαμε τώρα μας παιδεύουν με τις αναμνήσεις
   και προσπαθούμε να τα ξεχάσουμε
οι κάμαρες γέμισαν άχρηστα έπιπλα, δαντέλες από άλλους 
   καιρούς, επιστολές που δε στάλθηκαν
το βράδυ η σελήνη με παίρνει απ’ το χέρι και γυρίζουμε στο παλιό 
   οικοτροφείο,
από κάποιο παράθυρο ακούγονται οι βαριές λέξεις ενός ζευγαριού 
   που είχε κάποτε αγαπηθεί με πάθος.
Όλα τελειώνουν και μόνο το φθινόπωρο παραμένει αιώνια νέο σαν 
   τα πιο λυπημένα ποιήματα.
Είμαι μόνος. Η εξοχή ευωδιάζει. Ακούγεται το τραίνο που έρχεται 
   κι ακουμπάω το κεφάλι μου στις ράγες.

Κάποτε θα ξανασυναντηθούμε.

Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ A», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 461

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020

Νικηφόρος Βρεττάκος — Και φεύγοντας έρχεσαι

«Τώρα το ξέρεις:
τα βουνά δε μπορούνε
να μας χωρίσουν.

Και φεύγοντας έρχεσαι.
Και φεύγοντας έρχομαι.
Δεν υπάρχει άλλος χώρος
έξω απ' το χώρο μας.

Κι ο άνεμος είναι
η αφή των χεριών μας.
Καθώς ταξιδεύουμε,
εσύ στο βορρά, εγώ προς το νότο,
κοιτώντας τον ήλιο,
ο καθένας μας έχει
τον άλλο στο πλάι του»...

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

Μάνος Λοΐζος — Ο μέρμηγκας

Ένας μέρμηγκας κουφός με πήρε απ το χέρι
Είμαι λέει ο πιο σοφός σ’ ολόκληρο τ’ ασκέρι

Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια
χειροκροτάνε μ’ ενθουσιασμό
εν δυο προσκυνάμε,
εν δυο πολεμάμε,
εν δυο δεν πεινάμε



Τα βολεύεις μια χαρά σπουδαίο μου μυρμήγκι
όμως πρόσεχε καλά τ’ ωραίο σου λαρύγγι

Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια
χειροκροτάνε μ’ ενθουσιασμό
εν δυο προσκυνάμε,
εν δυο πολεμάμε,
εν δυο μα πεινάμε

Πριν προλάβω να του πω το σύστημα ν’ αλλάξει
πλάκωσε όλο το χωριό το μέρμηγκα να χάψει

Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια
χειροκροτάνε μ’ ενθουσιασμό
εν δυο προσκυνάμε,
εν δυο μα πεινάμε,
εν δυο θα σε φάμε!

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2020

Νίκος Γκάτσος — Μάνα μου Ελλάς (Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα)

Δεν έχω σπίτι πίσω για να ‘ρθω
ούτε κρεβάτι για να κοιμηθώ
δεν έχω δρόμο ούτε γειτονιά
να περπατήσω μια Πρωτομαγιά.
Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια
και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς
που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τότε που στη μοίρα μου μιλούσα
είχες ντυθεί τα αρχαία σου τα λούσα
και στο παζάρι με πήρες γύφτισσα μαϊμού
Ελλάδα Ελλάδα μάνα του καημού.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι
εσύ κοιτάς τα αρχαία σου τα κάλλη
και στις αρένες του κόσμου μάνα μου Ελλάς
το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς.

youtube

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2020

Τζιβαέρι

Aχ, η ξενιτιά το χαίρεται, τζιβαέρι μου,
το μοσχολούλουδό μου

σιγανά, σιγανά, σιγανά και ταπεινά.
Aχ, εγώ ήμουνα που το ’στειλα, τζιβαέρι μου,
με θέλημα δικό μου

σιγανά, σιγανά, σιγανά πατώ στη γη.

Αχ, πανάθεμά σε ξενιτιά, τζιβαέρι μου,
εσέν’ και το καλό σου

σιγανά, σιγανά, σιγανά και ταπεινά.

Αχ, που πήρες το παιδάκι μου, τζιβαέρι μου,
και το ’κανες δικό σου

σιγανά, σιγανά, σιγανά πατώ στη γη.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

Samuel Beckett — Άτιτλα / Untitled - «Αγαπημένη στιγμή σε βλέπω / μέσα σ’ αυτό το παραπέτασμα της ομίχλης που χάνεται... »

Ο δικός μου τόπος βρίσκεται πάνω στη ρέουσα άμμο
ανάμεσα απ’ τα βότσαλα και τους αμμόλοφους
η καλοκαιρινή βροχή βρέχει τη ζωή μου
και η ταλαιπωρημένη μου ζωή
τρέπεται σε φυγή
μία στην αρχή της και μία στο τέλος της.

Η γαλήνη μου βρίσκεται εκεί-
στην υποχωρούσα ομίχλη
όταν ίσως παύσω να περπατώ
αυτά τα μακριά ασταθή κατώφλια
και ζήσω μέσα στο χώρο μιας πόρτας
που ανοίγει και κλείνει (…)


Είμαι αυτή η ροή της άμμου που γλιστράει
ανάμεσα στο βότσαλο και στον αμμόλοφο
η καλοκαιρινή βροχή πέφτει πάνω στη ζωή μου
πάνω σ’ εμένα η ζωή μου που μου ξεφεύγει με
καταδιώκει
και θα σβήσει τη μέρα που άρχισε...


Αγαπημένη στιγμή σε βλέπω
μέσα σ’ αυτό το παραπέτασμα της ομίχλης που χάνεται
όπου δε θα ‘χω παρά να πατήσω σ’ αυτά τα μακριά
κινούμενα κατώφλια
και θα ζήσω
όσο ν’ ανοιγοκλείσει μια πόρτα.

-----------------
My way is in the sand flowing
between the shingle and the dune
the summer rain rains on my life,
on me my life harrying fleeing
to its beginning to its end

My peace is there in the receding mist
when I may cease from treading these long shifting thresholds
and live the space of a door
that opens and shuts

je suis ce cour de sable qui glisse
entre le galet et le dune
le pluie d'etre pleur sur ma vie
sur moi ma vie qui me fuit me poursuit
et finira le jour de son commencement

cher instant je te vois
dan ce rideau de brume qui recule
ou je n'aurai plus a fouler ces long seuils mouvants
et vivrai le temps d'une porte
qui s'ouvre et se referme