Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020

Νικηφόρος Βρεττάκος — Το νερό και η ευχαριστία

Ήπια και πότισα δάση και γέμισα στέρνες.
Το νερό σου περίσσεψε-
Τα ποτάμια του σύμπαντος,
δεν έχουνε κοίτες.
Βυθίζονται.
Τρέχουνε μες από σένα.
Αν μπορούσες να υπάρχεις
έναν αιώνα μετά,
τότε θά 'βλεπες πώς
το φιλί που σου ακούμπησα πάνω στο μέτωπο
έγινε άστρο.

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2020

Νίκος Γκάτσος — Αν θυμηθείς το όνειρο μου

Στην αγκαλιά μου κι απόψε σαν άστρο κοιμήσου 
δεν απομένει στον κόσμο ελπίδα καμιά 
τώρα που η νύχτα κεντά με φιλιά το κορμί σου 
μέτρα τον πόνο κι άσε με μόνο στην ερημιά
Dimitra Milan
Αν θυμηθείς τ' όνειρό μου 
σε περιμένω να 'ρθεις 
μ' ένα τραγούδι του δρόμου 
να 'ρθεις όνειρό μου 
το καλοκαίρι που λάμπει τ' αστέρι 
με φως να ντυθείς

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2020

Νίκος Γκάτσος — Μυρτιά (Myrtia)

Είχα μια θάλασσα στο νου
κι ένα περβόλι, περιβόλι τ' ουρανού.
Την ώρα π' άνοιγα πανιά
για την απάνω γειτονιά.
Girl at the Window - Dali Reproduction by Susanne Fisher
Στα παραθύρια τα πλατιά
χαμογελούσε μια μυρτιά.
Κουράστηκα να περπατώ
και τη ρωτώ και τη ρωτώ.

Πες μου, μυρτιά, να σε χαρώ,
Πού θα βρω χώμα, θα βρω χώμα και νερό,
να ξαναχτίσω μια φωλιά
για της αγάπης τα πουλιά;

Στα παραθύρια τα πλατιά
είδα και δάκρυσε η μυρτιά.
Την ώρα π' άνοιγα πανιά
για την απάνω γειτονιά.

youtube

Τρίτη 11 Αυγούστου 2020

Ντῖνος Χριστιανόπουλος — Τὸ Κορμί καί τό Σαράκι

ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Edvard Munch - Melancholy (1894)

Τὸ Κορμὶ καὶ τὸ Σαράκι


μπατιρημένο κουρεῖο
Σάββατο βράδυ
χωρὶς δουλειὰ
μπατιρημένο κορμὶ
Σάββατο βράδυ
χωρὶς ἔρωτα

τὸ φιλὶ
ἑνώνει πιὸ πολὺ
ἀπ᾿ τὸ κορμὶ
γι᾿ αὐτὸ τὸ ἀποφεύγουν
οἱ πιὸ πολλοὶ

τὸ γατί μου
δὲ χορταίνει μόνο μὲ χάδια
θέλει καὶ φαΐ
τὸ κορμί μου
δὲ χορταίνει μόνο μὲ φαΐ
θέλει καὶ χάδια

ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἀφηρημένα οὐσιαστικὰ
πειράζει νὰ ἐξαιρέσουμε τὴ μοναξιά;

ἀφαίρεσε τὴ νύχτα ἀπ᾿ τὰ μάτια σου –
πῶς νὰ παλέψω μόνος με τοὺς δυό σας;

ἡ νύχτα εἶναι παγερὴ
καὶ μ᾿ ἔχεις στήσει
μὲ γέλασες
μὲ γέρασες

μὴν καταργεῖτε τὴν ὑπογεγραμμένη
ἰδίως κάτω ἀπὸ τὸ ὠμέγα
εἶναι κρῖμα νὰ ἐκλείψει
ἡ πιὸ μικρὴ ἀσέλγεια
τοῦ ἀλφαβήτου μας

κάθε φορὰ ποὺ νομίζω πὼς σ᾿ ἔχω στὸ χέρι
βλέπω πόσο ὁ ἔρωτας εἶναι ἀχειροποίητος

ἔλαιον θέλω καὶ οὐ θυσίαν
κι ἐμεῖς ποὺ θυσιαστήκαμε;
κι ἐμεῖς ποὺ δὲ λαδώσαμε;

ἔχτισα τὸν παράδεισό μου
μὲ τὰ ὑλικὰ τῆς κόλασής σου

θυσίασα τὸν ὕπνο μου κυρία
γιὰ νὰ διαβάσω τὰ ποιήματά σας
κι ἐκεῖνα μ᾿ ἀποκοίμησαν

Θανάση γιατί ἔκοψες τὸ ἄλφα ἀπὸ μπροστά;
γιὰ ἕνα γράμμα χάνεις τὴν ἀθανασία

τὰ πρόβατα ἀπήργησαν
ζητοῦν καλύτερες συνθῆκες σφαγῆς

«ὅταν πεθάνω, νὰ μὲ θάψτε στὸ χωριό» –
θέλουν νὰ τιμήσουν μὲ τὸ πτῶμα τους
τὴν πατρίδα ποὺ ἀρνήθηκαν μὲ τὸ σῶμα τους

ὡραῖα ἑρμηνεύεις τὰ τραγούδια
ἂς δοῦμε πῶς τὰ καταφέρνεις καὶ στὰ παρατράγουδα

καὶ τί δὲν κάνατε γιὰ νὰ μὲ θάψετε
ὅμως ξεχάσατε πὼς ἤμουν σπόρος

μιὰ γυναῖκα στὸ δρόμο
μαλώνει τὸ παιδάκι της
«δε θὰ πᾶμε στὸ σπίτι;
θὰ σὲ κρεμάσω ἀνάποδα»
γύρισα κι εἶδα τὸ μικρό:
ἤτανε κιόλας κρεμασμένο

ἡ νύχτα μὲ ὁδήγησε σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δρόμους;
ἢ αὐτοὶ οἱ δρόμοι μὲ ὁδήγησαν στὴ νύχτα;

γιὰ τὸ πέτσινο σακάκι σου
ποὺ σὲ κάνει τόσο ὡραῖο
ἔχασε τὴ ζωή του ἕνα ζῷο
καὶ κοντεύω νὰ τὴ χάσω κι ἐγώ

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020

Μανόλης Αναγνωστάκης — 🎵 Δρόμοι παλιοί 🎵 (Old streets) 🎵 The Doors — People Are Strange

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου κι εγώ

Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ
κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε με γνώριζε

youtube
Old streets, which I loved and hated endlessly,
let me walk under the shadows of the houses,
the nights of coming back, unavoidable, and the city, dead.

My insignificant presence, I discover [it] in every corner.
Let me meet you someday, lost specter of my Desire, me too

Walking, forgotten and rebellious
holding a trembling spark in my damp palms.

And I kept on walking in the night without recognizing anyone
And no one, either, and no one, either, recognizing me, recognizing me.

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

Νικηφόρος Βρεττάκος — Προσευχή

Κύριε, πού στέλνεις τὴ βροχὴ στοὺς σπόρους
καὶ τὸν ἥλιο στὴ μήτρα τῆς μητέρας,
πού ἀποκρίνεσαι στο βέλασμα τοῦ ἀρνιοῦ
μὲ τὸ οὐράνιο τόξο πάνω ἀπὸ τὴ χλόη,
πού ἀπὸ ψηλὰ εὐλογεῖς, μέρα καὶ νύχτα,
τῶν ἔναστρων ἀχτῶν τὴν ἀνανέωση
τὸ φῶς καὶ τὴν ἀνάπτυξη μυριάδων
διάφορων λουλουδιῶν – ἂς μὴν ἀκούσεις
ποτὲ τὸ βέλασμά μου!... Ὅμως, Κύριέ μου,
τὴ δύση αὐτὴ μπορεῖς νὰ μοῦ στερήσεις
μ’ ὅποια σου δυστυχία;… Τὰ δάκρυα τοῦτα
ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τά βάθη πιὸ γαλάζια
κι ἀπ’ τὶς πηγὲς τῆς Ἄνοιξης, μπορεῖς,
Κύριε, νὰ τὰ ἐμποδίσεις;
Κοίταξέ με,
πῶς ἐπιμένω πίσω ἀπ’ τὶς τροχιὲς
τῶν τελευταίων πλασμάτων σου! Εἶναι μάταιο
νὰ μὲ κουράζεις πιότερο!..
Ἄφησέ με
μὲ ἥσυχη ἀναπνοὴ κάτω ἀπ’ τὸ κλῆμα
τῶν ἄστρων σου νὰ κλάψω… Δὲ μπορῶ

Κύριέ μου, νὰ μισήσω! Ἀγάπησέ με!

Από το "ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠ’ ΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜA"