Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Απόψε κοιμηθήκαμε στην αγκαλιά της άνοιξης ακουμπώντας το κεφάλι στην
καρδιά της. Ακούγαμε στον ύπνο μας τις ανάσες των πουλιών και την
καρδιά μας.
Spring time by Pol Ledent
Το πρωί που ξυπνήσαμε, είδαμε τον ουρανό να περπατάει στην κάμαρά μας σα γαλανό πουλί με χρυσά μάτια που τσίμπαγε τα ψίχουλα των σκιών που ‘χαν μείνει από χθες βράδυ στο πάτωμα. Μια στιγμή να νιφτούμε και φτάσαμε. […]
"Δίχως την ευχή σου Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ Μεγάλωσα
πολύ Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί"
Μου λείπει το ψωμί της μάνας μου Ο καφές της μάνας μου Το
άγγιγμά της Φουσκώνουν μέσα μου οι παιδικές μου αναμνήσεις Μέρα
τη μέρα Πρέπει να δώσω αξία στη ζωή μου Την ώρα του θανάτου
μου Πρέπει να αξίζω τα δάκρυα της μάνας μου Και αν έρθω πίσω
κάποια μέρα
Βάλε με σα μαντήλι στα βλέφαρά σου Τα κόκαλά μου σκέπασε με χλόη Που την αγίασαν τα βήματά σου Δέσε μας μαζί Με μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά σου Με μια κλωστή που κρέμεται από το φόρεμά σου Μπορεί να γίνω αθάνατος Μπορεί να γίνω Θεός Εάν αγγίξω τα βάθη της καρδιάς σου Αν καταφέρω και γυρίσω Κάνε με ξύλα να ανάψεις τη φωτιά σου Σκοινί για να απλώνεις τα ρούχα σου στην ταράτσα του σπιτιού σου Δίχως την ευχή σου Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ Μεγάλωσα πολύ Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί Για να βρω με τα χελιδόνια Το δρόμο πίσω Στην άδεια σου αγκαλιά.
Dearly I yearn for my mother’s bread, My mother’s coffee, Mother’s
brushing touch. Childhood is raised in me, Day upon day in
me. And I so cherish life Because if I died My mother’s
tears would shame me.
Set me, if I return one day, As a shawl on your eyelashes, let your hand Spread grass out over my bones, Christened by your immaculate footsteps As on holy land. Fasten us with a lock of hair, With thread strung from the back of your dress. I could grow into godhood Commend my spirit into godhood If I but touch your heart’s deep breadth.
Set me, if ever I return, In your oven as fuel to help you cook, On your roof as a clothesline stretched in your hands. Weak without your daily prayers, I can no longer stand.
I am old Give me back the stars of childhood That I may chart the homeward quest Back with the migrant birds, Back to your awaiting nest.
“Την ώρα αυτή που τα μωρά ξυπνάνε πάνω στου στήθους τη ζεστή φωλιά πού να ‘ναι κι ο δικός μου γιος;
πού να ‘ναι; Στης θάλασσας μέσα την αγκαλιά με δίχως
νανουρίσματα κοιμάται…
Κοιμάται ο γιος μου μη μου τον ξυπνάτε κύματα, πιο βαθιά μη μου τον
πάτε της άρμης σας πικρά είναι τα φιλιά.
Ποιο άλλο μικρό
δέχτηκε τέτοια χάδια; Πίνει για γάλα τον πικρόν αφρό του κύματος
φοράει τα τυλιγάδια τριγύρω στο λαιμό τον τρυφερό. Πού είδατε
αλλού τέτοιο ακριβό γιορντάνι; Νάνι του, νάνι, νάνι- νάνι- νάνι Σωπάτε,
νάνι, το παιδί μου κάνει Κι έχει για κούνια, τώρα το νερό.
Και
για πνιγμούς, για τραγικά ναυάγια μέσα στις νύχτες του όλο
ιστορεί.” Για της νεράιδας- θάλασσας τα μάγια Που παίρνει όποιον
τις νύχτες τη θωρεί - Αποκοιμούνται στο μαστό τα βρέφη - Μένανε,
η άρμη το παιδί μου τρέφει με το μικρό του δαχτυλάκι γνέφει της
τρικυμίας ν’ αρχίσουν οι χοροί.
Μ’ απόψε, η θάλασσα είναι σαν
το λάδι - πλατειά, θαρρείς, που απλώθηκε στρωμνή – μαυρίζει,
αίμα πνιγμένου, το σκοτάδι. Παιδί μου, ακούς της μάνας τη φωνή; Πού
απόψε, αυτή σου σιγοτραγουδάει: “Μαζί θα κοιμηθούμε, πλάι πλάι νάνι,
κανένας μη μου το ξυπνάει γιατί η καρδούλα του ίσως να πονεί.”
αλλά μια μέρα δεν άντεξα, «εμένα με
γνωρίζετε;» τους λέω,
«όχι» μου
λένε— έτσι πήρα την εκδίκησή μου, και δε στερήθηκα ποτέ τους μακρινούς ήχους
ή μη ρωτάτε τι μπορεί να συμβαίνει με τους
τρελούς —τι άλλο απ' το να διασκεδάζουν ένα παιδί, που δεν ήθελε να
μεγαλώσει,
κι αφού οι ονειροκρίτες είναι περασμένης
μόδας, μεταναστεύω κι εγώ στην άλλη άκρη της ομπρέλας μου, καθ' ότι αλκοολικός
και διότι άρχισε να βρέχει σε παλιούς μακρινούς καιρούς κι απ' το παράθυρο
έρχεται η μυρωδιά των κυπαρισσιών σαν μια μουσική που μαντεύεις το τέλος της— ενώ η γριά μου εξηγούσε την ανάσταση του Κυρίου, «φοβόταν μήπως αλλιώς τον
λησμονήσουν» έλεγε,
όσο για μένα, προτιμώ να κρεμάσω ένα ρολόι
στο γιλέκο μου, παρά να κρεμαστώ εγώ —θα ήταν τότε σαν να εξηγούσα πολλά
πράγματα,
ακριβώς όπως ένας άνθρωπος, ίσως, μπορεί να
παίξει και μ' ένα χέρι βιολί, όταν με τ' άλλο πρέπει να κρατήσει τη ζωή του—
ήμουν τόσο εξουθενωμένος που στους
διαβατικούς καθρέπτες που κοιτάχτηκα δεν είδα παρά την ανείπωτη λέξη,
και μην έχοντας τίποτα καλύτερο κάθομαι και
θησαυρίζω, (εν αγνοία τους, βέβαια, αφού μου είχανε πάντα γυρισμένες τις
πλάτες)
αλλά
δεν ξοδεύω και αρκούμαι στο μακρινό σφύριγμα του τρένου, που ανορθώνει, σαν
άνθρωπο, το σκυλί και ρίχνει κατιτί μες στο κουτί του ζητιάνου—
γιατί το ξέρω ότι ματαιοπονώ, κι οι σελίδες
που γράφω θολώνουν κιόλας από κάμαρα σε κάμαρα και στο φως της λάμπας το βράδυ
θα έχουν μια άλλη σημασία και το πρωί θα πρέπει να ξαναντυθείς, μόνο και μόνο
για να πονέσεις,
αντίο, λοιπόν, καλή μου εγκαρτέρηση, εγώ
πάω ν' ασχοληθώ με τους τρελούς μου
ή μάλλον θα
πω για τα παπούτσια τους, τόσο αφρόντιστα σαν να τους τα φόρεσε ένα χέρι που
ήξερε περισσότερα
κι ίσως, αν σφύριζα πιο αμέριμνα, όλα να 'χαν πάει καλά
ή αν δεν ήμουν τόσο επιρρεπής, όπως αυτός ο
γελοίος σταθμάρχης που πληρώνεται για να μη μ' αφήνει να ταξιδέψω ή σαν τον
ποιητή που του αρκεί λίγος ύπνος για να ξαναγίνει αθώος.
Το "Βιολί για μονόχειρα" εκδόθηκε το 1977
και το 1979 βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης.
«Θαυμάσια που τρέχει ο ουρανός, αν κρίνεις απ' τα σύννεφα.»
ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ:
«Όπως και να το κάνεις, ένα κομμάτι "πάντοτε" στον άνθρωπο θα
υπάρχει.»
ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ:
«Κανείς δεν μπορεί να φαντασθεί τι άσμα περιέχει ο θόρυβος προτού
μεταφραστεί σε κατάλευκο ατίθασο άτι.»
ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ:
«Ω δύσβατη, δύσβατη ζωή, από ποιο σοκάκι γίνεται κανείς να σε
περάσει!»
ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ:
«Η κάθε γλώσσα να μιλεί την καλοσύνη της ημέρας // Ήμερα να χτυπάει
στις φλέβες ο παλμός της γης.»
ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ:
«Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος // Ό,τι αγαπώ γεννιέται
αδιάκοπα // Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.»
ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ:
«Φεύγω με μια ματιά / Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται Όμορφος
από την αρχή / στα μέτρα της καρδιάς.»
ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ:
«Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!»
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ:
«Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. / Μόνο που ’ναι πιο
δύσκολο.»
ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, ΑΙΘΡΙΕΣ:
«Φως πάλι φως η ψυχή που μάχεται.»
ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, ΑΙΘΡΙΕΣ:
«Κι η αλήθεια η φούχτα του νερού Καθαρού πριν απ` τη δίψα Στο
άπειρο.»
ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΩΝ ΓΥΑΚΙΝΘΩΝ:
«Πέντε χελιδόνια-πέντε λόγια που έχουν εσένα προορισμό.»
ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΕΠΟΧΗ:
«Ξέρεις την κόμη που έγραψε τον άνεμο; // Τις ματιές που
παραλληλίσανε το χρόνο; // Τη σιωπή που ένιωσε τον εαυτό της;»
ΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ:
«Λάμπει μέσα μου εκείνο που αγνοώ, μα ωστόσο λάμπει. Αχ ομορφιά κι αν
δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ Κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω. Λέω:
κείνο το πράσινο κόρης οφθαλμού που πρωτο- Εισέρχεται στον Έρωτα και τ`
άλλο το χρυσό, που όπου κι αν το τοποθετείς ιουλίζει.»