Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
«Θαυμάσια που τρέχει ο ουρανός, αν κρίνεις απ' τα σύννεφα.»
ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ:
«Όπως και να το κάνεις, ένα κομμάτι "πάντοτε" στον άνθρωπο θα
υπάρχει.»
ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ:
«Κανείς δεν μπορεί να φαντασθεί τι άσμα περιέχει ο θόρυβος προτού
μεταφραστεί σε κατάλευκο ατίθασο άτι.»
ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ:
«Ω δύσβατη, δύσβατη ζωή, από ποιο σοκάκι γίνεται κανείς να σε
περάσει!»
ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ:
«Η κάθε γλώσσα να μιλεί την καλοσύνη της ημέρας // Ήμερα να χτυπάει
στις φλέβες ο παλμός της γης.»
ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ:
«Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος // Ό,τι αγαπώ γεννιέται
αδιάκοπα // Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.»
ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ:
«Φεύγω με μια ματιά / Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται Όμορφος
από την αρχή / στα μέτρα της καρδιάς.»
ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ:
«Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!»
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ:
«Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. / Μόνο που ’ναι πιο
δύσκολο.»
ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, ΑΙΘΡΙΕΣ:
«Φως πάλι φως η ψυχή που μάχεται.»
ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, ΑΙΘΡΙΕΣ:
«Κι η αλήθεια η φούχτα του νερού Καθαρού πριν απ` τη δίψα Στο
άπειρο.»
ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΩΝ ΓΥΑΚΙΝΘΩΝ:
«Πέντε χελιδόνια-πέντε λόγια που έχουν εσένα προορισμό.»
ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΕΠΟΧΗ:
«Ξέρεις την κόμη που έγραψε τον άνεμο; // Τις ματιές που
παραλληλίσανε το χρόνο; // Τη σιωπή που ένιωσε τον εαυτό της;»
ΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ:
«Λάμπει μέσα μου εκείνο που αγνοώ, μα ωστόσο λάμπει. Αχ ομορφιά κι αν
δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ Κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω. Λέω:
κείνο το πράσινο κόρης οφθαλμού που πρωτο- Εισέρχεται στον Έρωτα και τ`
άλλο το χρυσό, που όπου κι αν το τοποθετείς ιουλίζει.»
Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη άλλα που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε να ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται. Η ατελεύτητη φορά προς το φως το Φυσικό, που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον, που είναι ο Θεός.
Η αίσθηση του «γυρισμού των πραγμάτων» μου είναι οικεία, ίδια καθώς το κύμα της Ποίησης που έλεγα πριν ότι τ’ αφήνω να χτυπά μακριά στην πρώτη μου νεότητα και να ξαναγυρίζει εκεί που περιμένω λιγοστεμένος κάθε φορά και περισσότερο, αλλ’ ορθός – καθώς το θέλησα.
Ένας αμετανόητα ερωτευμένος· που πηγαίνω πάντα νωρίτερα στο σημείο το κρυφό της συνάντησης, με την ίδια λαχτάρα, το ίδιο σφίξιμο στο λαιμό, το ίδιο βημάτισμα επάνω – κάτω και περιμένω… Τι; Ίσως αυτό, θα έλεγα, που αν δεν ανέβει να γίνει δάκρυο, πήζει στο στήθος και βαραίνει και ο κόσμος όλος άξαφνα φαίνεται τόσο γλυκός και τόσο πικρός μαζί. Κάποτε είναι μια κοπέλα· κάποτε, πάλι, δυο – τρεις στίχοι· πολλές φορές, άπλα και μόνον το καλοκαίρι.
Τα πιο ανεπαίσθητα σημάδια, τα πιο αόρατα- ο τρόπος που γέρνει λίγο πιο λοξά ένα πουλί, που φωνάζει λίγο πιο δυνατά ο γιαουρτάς το δειλινό στον κατηφορικό δρόμο, που μπαίνει απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο αναπάντεχα μια μυρωδιά καμένου χόρτου (που βρέθηκε; από που να ‘ρχεται;) -, παίρνουν ολάκερη τη σημασία τους, λες κι έχουν αποστολή τους μοναδική να με πείσουν ότι, οπού να ‘ναι, σήμανε ο ερχομός της αγαπημένης.
Να γιατί γράφω. Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο Θάνατος.
Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη άλλα που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε να ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται. Η ατελεύτητη φορά προς το φως το Φυσικό, που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον, που είναι ο Θεός.
Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός – που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους και «φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου».
Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει· να γιατί πρέπει να γράφουμε. Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε: τον κόσμο της φθοράς, που έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο Θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση.
Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε το παρακάτω ποίημα από τα βιώματα της εξορίας.
Μελοποιήθηκε το 1976 από τον Θάνο Μικρούτσικο στο δίσκο
«Καντάτα για τη Μακρόνησο» και ερμηνεύθηκε από τη Μαρία
Δημητριάδη.
Στο βίντεο μπορείτε να δείτε κάποιες από τις φωτογραφίες του ποιητή
στην εξορία καθώς και στιγμιότυπα από τη ζωή των εξορίστων.
Κάθε τόσο μας έρχονται καινούριες καραβιές γερόντοι απ το Μοριά, απ’ τη Ρούμελη Και πιο πάνω απ’ τα Τρίκαλα και τη Μακεδονία
Λιγνοί γερόντοι χοντροκόκκαλοι μ’ άσπρα μουστάκια και
φλοκάτες Μυρίζουν σβουνιά και χωράφι Μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου Στα τσουλούφια τους κρέμονται οι σκιές των πλατανόφυλλων
Μιλάνε λίγο δεν μιλάνε καθόλου ωστόσο πότε πότε το βλέπεις Πούχουν συμπεθεριάσει με τα ελάτια Μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ το χώμα Και τηράνε πίσω απ τους ώμους μας Όταν γαλανίζει το βράδυ τις τέντες Κι ο αγέρας μπλέκει τα μουστάκια του στο θυμάρι Όταν ο ουρανός κατεβαίνει απ’ τα βράχια
Δρασκελώντας τη θύμηση με τις προκαδούρες των άστρων κι ο θάνατος κόβει βόλτες αμίλητος έξω απ’ το συρματόπλεγμα,
τότες τους βλέπουμε που συνάζονται τρεις-τρεις, πέντε-πέντε, σα στα παλιά τα χρόνια στις μπαρουταποθήκες του Μεσολογγιού
Και τότες πια δεν ξέρεις- έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο της
βραδιάς αξούριστοι, άλαλοι, δεν ξέρεις πια, σαν ανάβουν τα τσακμάκια τους, αν είναι ν’ ανάψουν το τσιγάρο τους ή αν είναι ν’ ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη.
Τούτοι οι γερόντοι δε μιλάνε. Τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί. Ετούτοι χώσαν την καρδιά τους στο βουνό σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι.
Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη, ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη, κι ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά τους που δε σηκώνει τ’ άδικο Και τώρα κάθονται εδώ στη Μακρόνησο στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα, σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας, με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα. Δε μιλάνε.
Κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά της Αθήνας, κοιτάνε τον ποταμό του Ιορδάνη, σφίγγοντας μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τους, σφίγγοντας μες στα μάτια τους τα σκάγια των άστρων, σφίγγοντας μες στο φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή, εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν απ’ τ’ αστροπελέκι.