Σάββατο 2 Μαΐου 2020

Οδυσσέας Ελύτης — Επιλογές στίχων από την Ποίησή του. «Φως πάλι φως η ψυχή που μάχεται.»

και μουσική Ευανθίας Ρεμπούτσικα.

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΑ ΠΑΘΗ:
«Σε χώρα μακρινή και αναμάρτητη τώρα πορεύομαι.»
ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ:
«Θαυμάσια που τρέχει ο ουρανός, αν κρίνεις απ' τα σύννεφα.»
ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ:
«Όπως και να το κάνεις, ένα κομμάτι "πάντοτε" στον άνθρωπο θα υπάρχει.»
ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ:
«Κανείς δεν μπορεί να φαντασθεί τι άσμα περιέχει ο θόρυβος προτού μεταφραστεί σε κατάλευκο ατίθασο άτι.»
ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ:
«Ω δύσβατη, δύσβατη ζωή, από ποιο σοκάκι γίνεται κανείς να σε περάσει!»
ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ:
«Η κάθε γλώσσα να μιλεί την καλοσύνη της ημέρας // Ήμερα να χτυπάει στις φλέβες ο παλμός της γης.»
ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ:
«Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος // Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα // Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.»
ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ:
«Φεύγω με μια ματιά / Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται Όμορφος από την αρχή / στα μέτρα της καρδιάς.»
ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ:
«Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!»
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ:
«Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. / Μόνο που ’ναι πιο δύσκολο.»
ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, ΑΙΘΡΙΕΣ:
«Φως πάλι φως η ψυχή που μάχεται.»
ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, ΑΙΘΡΙΕΣ:
«Κι η αλήθεια η φούχτα του νερού Καθαρού πριν απ` τη δίψα Στο άπειρο.»
ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΩΝ ΓΥΑΚΙΝΘΩΝ:
«Πέντε χελιδόνια-πέντε λόγια που έχουν εσένα προορισμό.»
ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΕΠΟΧΗ:
«Ξέρεις την κόμη που έγραψε τον άνεμο; // Τις ματιές που παραλληλίσανε το χρόνο; // Τη σιωπή που ένιωσε τον εαυτό της;»
ΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ:
«Λάμπει μέσα μου εκείνο που αγνοώ, μα ωστόσο λάμπει. Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ Κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω. Λέω: κείνο το πράσινο κόρης οφθαλμού που πρωτο- Εισέρχεται στον Έρωτα και τ` άλλο το χρυσό, που όπου κι αν το τοποθετείς ιουλίζει.»

Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

Γιάννης Ρίτσος — Ἐπιτάφιος

– I –
Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχειᾶς αὐλῆς, ἀνθέ τῆς ἐρημιᾶς μου,

Πῶς κλεῖσαν τὰ ματάκια σου καὶ δέ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δέ σαλεύεις, δέ γρικᾶς τά ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου, ἐσύ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγε κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

Τώρα δέ μὲ παρηγορᾶς καὶ δέ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δέ μαντεύεις τὶς πληγές ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου, ἐσύ ποὺ μοὔφερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δέ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κ’ εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δέ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγώ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιά ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

– II –
Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρά τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιά νερό καὶ φῶς κι ἀνθό κι ἀστάχυ ;

Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινό τραγούδι.

Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.

Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.

Καὶ τώρα ποῦ θὰ κρατηθῶ, ποῦ θὰ σταθῶ, ποῦ θἄμπω,
που ἀπόμεινα ξερό δεντρί σὲ χιονισμένο κάμπο;

Γιέ μου, ἂν δέ σοὐναι βολετό νἀρθεῖς ξανά σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκά θὰ σὲ κρατήσω.

– III –
Μαλλιά σγουρά ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
– καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμμένο –

Μάτια γλαρά ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μήν τὰ θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο που ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατειά σὰν τὰ στρωτά φτερούγια τῆς τρυγόνας
ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,

Μπούτια γερά σὰν πέρδικες κλειστές στὰ παντελόνια
που οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,

Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτό μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;

– IV –
Γιέ μου, ποιά Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιά μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;

Πουρνό-πουρνό μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακρυά ὁ καμπανοκρούστης.

Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνά-πυκνά ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζί κι ἀηδόνι.

Καὶ γὼ ἡ φτωχειά κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλή κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνή ἡ ματιά μου ἐφίλα

Μιά-μιά τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θώρι
κι ἀγάλλομουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.

Κι οὐδέ κακόβαλα στιγμή κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρός τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτές μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὤ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

– V –
Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλούζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερό τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργός θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρό περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιές ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.
 
youtube
– VI –
Μέρα Μαγιοῦ μοῦ μίσεψες, μέρα Μαγιοῦ σὲ χάνω,
ἄνοιξη, γιέ, που ἀγάπαγες κι ἀνέβαινες ἀπάνω

Στὸ λιακωτό καὶ κοίταζες καὶ δίχως νὰ χορταίνεις
ἄρμεγες μὲ τὰ μάτια σου τὸ φῶς τῆς οἰκουμένης

Καὶ μὲ τὸ δάχτυλο ἁπλωτό μοῦ τἄδειχνες ἕνα-ἕνα
τὰ ὅσα γλυκά, τὰ ὅσα καλά κι ἀχνά καὶ ροδισμένα

Καὶ μοὔδειχνες τὴ θάλασσα νὰ φέγγει πέρα, λάδι,
καὶ τὰ δεντρά καὶ τὰ βουνά στὸ γαλανό μαγνάδι

Καὶ τὰ μικρά καὶ τὰ φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αὐτές τὶς διαμαντόπετρες που ἵδρωνε δίπλα ἡ στάμνα.

Μά, γιόκα μου, κι ἂν μοὔδειχνες τ' ἀστέρια καὶ τὰ πλάτια,
τἄβλεπα ἐγὼ πιό λαμπερά στὰ θαλασσιά σου μάτια.

Καὶ μοῦ ἱστοροῦσες μὲ φωνὴ γλυκειά, ζεστή κι ἀντρίκια
τόσα ὅσα μήτε τοῦ γιαλοῦ δέ φτάνουν τὰ χαλίκια

Καὶ μοὔλεες, γιέ, πὼς ὅλ' αὐτά τὰ ὡραῖα θἆναι δικά μας,
καὶ τώρα ἐσβήστης κ' ἔσβησε τὸ φέγγος κ’ ἡ φωτιά μας.

youtube
– VII –
Εἴσουν καλός κ' εἴσουν γλυκός, κι εἶχες τίς χάρες ὅλες,
ὅλα τὰ χάδια τοῦ αγεριοῦ, τοῦ κήπου ὅλες τίς βιόλες.

Τό πόδι ἐλαφροπάτητο σάν τρυφερούλι ἐλάφι,
πάταγε τὸ κατώφλι μας κι ἔλαμπε σὰ χρυσάφι.

Πῶς θὰ γυρίσω μοναχή στὸ ἐμραδιακό καλύβι;
Ἔπεσε ἡ νύχτα στὴν αὐγή καὶ τὸ στρατί μοῦ κρύβει

Ὤχ, δὲν ἀκούστηκε ποτές καὶ δέ μπορεῖ νὰ γίνει
νὰ καίγουνται τὰ χείλια μου καὶ νἆμαι μπρός στὴν κρήνη,

Νἆμαι κοντά σου, ἀγόρι μου, καὶ νὰ σὲ κράζω ὠιμένα,
καὶ σύ μήτε νὰ νοιάζεσαι γιὰ τὴ φτωχούλα ἐμένα.

Κανείς μὴ γγίξει ἀπάνω του, παιδί μου εἶναι δικό μου.
Σιωπή∙ σιωπή∙ κουράστηκε, κοιμᾶται τὸ μωρό μου.

Ποιός μοῦ τὸ πῆρε; Ποιός μπορεῖ νὰ μοῦ τὸ πάρει ἐμένα;
Ἄσπρισαν τὰ χειλάκια του, τὰ μάτια του κλεισμένα.

Δόστε μου ἀϊτοί, νύχια, φτερά γιὰ νάν τους κυνηγήσω
καὶ τὴν καρδιά τους, μύγδαλο νάν τηνε ροκανίσω.

youtube

– VIII –
Ποῦ πέταξε τ' ἀγόρι μου; ποῦ πῆγε; ποῦ μ' ἀφήνει;
Χωρίς πουλάκι τὸ κλουβί, χωρίς νεράκι ἡ κρήνη.

Δέν ἔμενες, καρδοῦλα μου, στ' ἄσπρο μικρούλι σπίτι,
νὰ σ' ἔχω σάν ἀφέντη μου, νὰ σ' ἔχω σάν σπουργίτι,

Νὰ ταΐζω σε στὴ φοῦχτα μου σπυρί-σπυρἰ τὴ ζωή μου
καὶ μὲς στὸν ἴσκιο σου νὰ ζῶ, καμαρωτό δεντρί μου.

Καμμιᾶς κοπέλας θησαυρό δέ στάθηκες νὰ πάρεις –
ἔφευγες πάντα ἐμπρός λαμπρός καὶ πάντα καβαλλάρης.

Κ' εἴταν χαρά σου νὰ σκορπᾷς, καὶ δόξα σου νὰ παίρνουν –
ν' ἀνασηκώνεις ἀπ' τὴ γῆς τὰ ὅσα βογγοῦν καὶ γέρνουν.

Κι ὅλα τὰ πλούτια σου, γλυκέ, στὸν κόσμο ἐχάριζές τα –
κι ὅλα τὰ χάρισες, κ' ἐμέ μ' ἀφῆκες δίχως ζέστα.

Γιέ μου, δέν ξέρω ἂν πρέπει μου νὰ σκύβω, νὰ σπαράζω,
γιά πρέπει μου ὄρθια νὰ σταθῶ, νὰ σέ χιλιοδοξάζω.

Πότε τὶς χάρες σου, μιά-μιά, τὶς παίζω κομπολόι,
πότε ξανά, λυγμό-λυγμό, τὶς δένω μοιρολόι.

– IX –
Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα!

Κι, ἄχ, Θέ’ μου, Θέ’ μου, ἄν εἰσουν Θεός κι ἄν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.

Κι ἄν εἰσουν δίκαιος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

Γιέ μου, καλά μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορά που ὡρμήνευε, κάθε φορά που ἐμίλει:

Ἐ μ ε ῖ ς ταγίζουμε τὴ ζωή στὸ χέρι περιστέρι,
κ᾿ ἐ μ ε ῖ ς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δέν ἔχουμε στὸ χέρι –

Ἐ μ ε ῖ ς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοί κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.

Ἄχ, γιέ μου, πιά δέ μοὔμεινε καμμιά χαρά καὶ πίστη –
καὶ τὸ χλωμό καὶ τὸ στερνό καντήλι μας ἐσβήστη.

Καί, τώρα, ἐπά’ σὲ ποιά φωτιά τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;

– Χ – 
Ὅλα μοῦ τἄδειχνες ἐσύ, παιδί μου κι ἄρχοντά μου,
κι ὡς τἄβλεπες ὅὁα ἔφεγγαν σὰ νἄταν σ’ ὥρα γάμου.

Κι ὅλα κοντά μου τἄφερνες, γνέφια, πουλιά κι ἀστέρια,
ποὔλεγα κ’ ἔτσι νἄκανα θὰ τἄπιανα στὰ χέρια.

Καί, νάσου ἑνα ἀνοιξιάτικο ποὐρχόταν συγνεφάκι
στὰ γόνατά σου νὰ τριφτεῖ σὰν ἄσπρο προβατάκι.

Κ’ ἔτσι στητός μοῦ φαίνοσουν τοῦ κόσμου ὁλου πατέρας
καὶ πάλι τόσο ἀνάλαφρος σά φῶς καὶ σάν ἀγέρας.

Καὶ κεῖ ποὺ σὲ καμάρωνα, πλατάνι, παλληκάρι,
ἔτρεμα μή πνοή ἀγεριοῦ στὸν οὐρανό σὲ πάρει

Πάνου ἀπ’ τὶς στέγες τῶν σπιτιῶν, πάνου ἀπ’ τὰ δεντροκήπια
– χτύπος καρδιᾶς στῶν ἀστεριῶν τὰ πρῶτα καρδιοχτύπια –

Κεῖ πάνου που ἀχνοσβήνανε τοῦ σύθαμπου τὰ ρόδα
κι ἀνάμεσά τους βούλιαζε χρυσή τοῦ γήλιου ἡ ρόδα.

Κ’ ἔτσι πάει κ’ ἔλα ἡ ὄψη σου, μιά φῶς μιά σκιά καλέ μου,
μ’ ἴσκιωνε καὶ μὲ φώτιζε σά διάνεμα τοῦ ἀνέμου.

– ΧΙ –
Ἔτσι ἄχαρη με ὠμόρφαινες κ’ ἔτσι ἄμαθη – γιά κοίτα –
μές στὴ ματιά σου διάβαζα τῆς ζωῆς τὴν ἀλφαβῆτα.

Καὶ μάθαινα ἀπὸ τὴν ἀρχή πιό ὡραία τὰ μαθημένα
καὶ μέτραγα στὰ δάχτυλα καὶ τἄβρισκα ὅλα ἕνα.

Ἕνα κ’ ἡ γῆς καὶ ὁ οὐρανός, τὸ φῶς, τὸ χρῶμα, ἡ βιόλα
καὶ τοῦτο τὸ ἕνα εἰσουνα ἐσύ καὶ πάλι ἐσύ ‘σουν ὅλα!

Κ’ ἔψαχνα ποῦ τὰ γνώρισα, ποῦ τάιδα, ποῦ καὶ πότες;
κ’ ἔτσι σκυφτή ὁπως τάιζα ἑνα σούρουπο τὶς κόττες,

Ἔνιωθα πάνω μου βαθύς ὁ θόλος ν’ ἀνασαίνει
καὶ τ’ ἄστρα ὡς νὰ μὲ χτένιζαν μὲ σιντεφένιο χτένι...

Καὶ ξάφνου ἀνανοήθηκα τὸ τί ‘ταν ἡ ἀναγάλλια
ποὺ μ’ ἔπαιρνε καὶ μ’ ἔφερνε στὰ οὐράνια ἀγάλια-ἀγάλια.

Κ’ εἶδα τὸ πότε καὶ τὸ ποῦ, τὶς φωτοσκιές τοῦ δάσου:
στὴν πόρτα ἐστέκοσουν ἐσύ καὶ μ’ ἔβλεπε ἡ ματιά σου!

Τώρα τὰ μάτια σου ἔκλεισαν καὶ γώ κλείστηκα ἀπ’ ἔξω
κι οὔτε ἔχω πέτρα νὰ σταθῶ καὶ δρόμο πιὰ νὰ τρέξω.

– ΧΙΙ –
Γιέ μου, ἄν πονᾶς τὴν ὀρφανή ποὺ στέκει ἐξω ἀπ’ τὴ θύρα,
ἄνοιξε τὰ ματάκια σου καὶ μιά στιγμούλα τήρα

Τούτη τὴ γριά τὴν ἄμοιρη, τὴ γριά τὴ διακονιάρα
π’ οὐδε ἄνθρωπος κι οὐδέ θεός τῆς ρίχνει μιά δεκάρα

Καὶ κάθεται καὶ μύρεται στὴ ματωμένη ρούγα
μὲ ξεγδαρμένη τὴν καρδιά, σπασμένη τὴ φτερούγα.

Γιέ μου, ὁλα κάνανε φτερά κι ὅλα μ’ ἀφῆκαν πίσω
δέν ἐχω μάτι γιὰ νὰ ἰδῶ, στόμα γιὰ νὰ μιλήσω,

Μόνο βαθιά κι ἀπόμακρα κάτι σὰ βουή διαβαίνει
κι ἀκούω τὴν ἴδια μου φωνή καὶ φαίνεταί μου ξένη,

Ξένη φωνή, πικρή φωνή – τί λέει καὶ ξαναλέει; –
καὶ κλαίω γιὰ σέ καὶ κλαίω γι’ αὐτή ποὺ τὴν ἀκούω νὰ κλαίει

Καὶ χαίρουμαι νὰν τὴν γροικῶ γιὰ ν’ ἀνεβαίνει νάμα
πιὸ δυνατό ἀπ’τὴ ρίζα μου καὶ πιὸ στριγγό τὸ κλάμα.

Καὶ πάλι ἡ ἔρμη ντρέπουμαι, γιόκα μου, ἐσύ νὰ λείπεις
κι ἀκόμα ἐγώ νἀχω φωνή – ξόμπλι φτηνό της λύπης.

– ΧΙΙΙ –
Γιέ μου, τὸ στόμα σου καρδιά, τὸ φρύδι χελιδόνι,
τὸ μάτι δρόσο καὶ φωτιά, τανάλια τὸ σαγόνι.

Σάν τὸ λιοντάρι δυνατός, κ’ ἤρεμος σάν πιτσούνι
κ’ ἡ ἀνάσα σου ὡς τ’ ἀποσπερνό του κοπαδιοῦ κουδούνι.

Μα ὡς κάτι νὰ σὲ φώναζε μὲς στὴ χρυσήν ἑσπέρα,
πάντα σου ἀγνάντευες ψηλά καὶ πάντα πάρα πέρα,

Σάν κάποιος φίλος μπιστικός νὰ σφύρε νὰ σ’ ἐκάλει
γιὰ μιὰ κρυφήν ἀντάμωση σ’ ἀνέγνωρο ἀκρογιάλι...

Κ’ ἔστηνα ἡ ἔρημη τ’ αὐτί νὰ ἰδῶ, νὰ καταλάβω
τί σ’ ἤθελαν καὶ τί ’θελες, σὲ ποιόνα ἐστριβες κάβο.

Κ’ ἔψαχνα μὲ τὰ μάτια μου νὰ ἰδῶ ποῦ πάει ἡ ματιά σου
κι ὡς νἄνιωθες που ἀμίλητη σοῦ ’κραζα «γιέ μου, στάσου!»

Γύρναγες, μ’ ἀχνογέλαγες κ’ ἔλεγες «δῶ εἰμαι μάνα...»
κι ἀκούγονταν ἀπόμακρα τοῦ ἑσπερινοῦ ἡ καμπάνα.

Κ’ ἔπινα μὲ τὸ σάλιο μου μιᾶς τρυφεράδας γέψη
ποὺ εγώ δέ μάντευα καὶ σύ τἄχες ὅλα μαντέψει!

– ΧΙV –
... Ἄχ, γιέ μου, γιέ μου, γιόκα μου, δέ δύναμαι ἄλλο ἡ ἔρμη,
χτυποῦν, χτυποῦν τὰ δόντια μου σά νὰ μὲ πιάνει θέρμη

Καὶ θέλω νὰ κουκουλωθῶ πιὸ πάνου ἀπ’ τὸ κεφάλι
κι οὔτε ἥλιο πιά νὰ ματαιδῶ, καὶ νά, πετιέμαι πάλι

Νὰ πῶ, νὰ πῶ τὶς χάρες σου, νὰν τὶς ξαναστήσω
σὰ νἄταν, γιέ μου, μπορετό νὰ σὲ γυρίσω πίσω.

Γιατι ὅσο ἐδῶ εἰσουν, γιόκα μου, θάμπος βαθύ μ’ ἐκράτει
κ’ ἡ σιγαλιά μὲ κλείδωνε σὲ μαγικό παλάτι.

Καὶ μόνο τὰ δυό μάτια μου σὲ παῖρναν τὸ κατόπι
σὰ δυό πιστά, πικρά σκυλιά ποὺ τἄσκιαξαν οἱ ἀνθρῶποι.

Καὶ σύναζα ὅλα σου βουβά, σάν τὰ πουλιὰ μιά κλώσσα –
καὶ τώρα πού μοῦ μίσεψές μοῦ λύθηκεν ἡ γλῶσσα

Καὶ λέω καὶ λέω, ἀγόρι μου, δίχως νὰ ξαποστάσω,
σά νὰ κρατῶ ἑνα θησαυρό καὶ τρέμω μήν τὸ χάσω,

Καὶ ν’ ἀποθέσω θέλω τον στὰ γόνατα τῆς πλάσης
πιό πλούσια νὰ γενεῖ ἡ ζωή καὶ σύ νὰ μήν περάσεις!

– XV –
Στὸ παραθύρι στέκοσουν κ' οἱ δυνατές σου οἱ πλάτες
φράζαν ἀκέρια τὴν μπασιά, τή θάλασσα, τίς στράτες.

Κι ὁ ἴσκιος σου σάν ἀρχάγγελος πλημμύριζε τὸ σπίτι
καὶ κεῖ στ' αὐτί σου σπίθιζε ἡ γαζία τοῦ ἀποσπερίτη.

Κ' εἴταν τὸ παραθύρι μας ἡ θύρα ὁλου τοῦ κόσμου
κ' ἔβγαζε στόν παράδεισο ποὺ τ' ἄστρα ἀνθίζαν, φῶς μου!

Κι ὡς στέκοσουν καὶ κοίταζες τὸ λιόγερμα ν' ἀνάβει,
σάν τιμονιέρης φάνταζες κ' ἡ κάμαρα καράβι.

Καὶ μές στὸ χλιό καὶ γαλανό το απόβραδο – ἔγια λέσα! –
με ἀρμένιζες στὴ σιγαλιά τοῦ γαλαξία μέσα.

... Καὶ τὸ καράβι βούλιαξε κι ἔσπασε τὸ τιμόνι
καὶ στοῦ πελάγου τὸ βυθό πλανιέμαι τώρα μόνη.

Κι ἀκόμα μήτε νὰ πνιγῶ, μήτε ν’ ἀνέβω πάνω –
κάνω ἀπὸ κάπου νὰ πιαστῶ καὶ φύκι μόνο πιάνω

Τὸ φύκι σπάει κι ὁ ὠκεανός μὲ σέρνει στὰ νερά του
κι οὔδε γνωρίζω τώρα ποιό τὸ πάνου ποιό τὸ κάτου.

– XVI –  Τί ἔκανες, γιέ μου, ἐσὺ κακό; Γιὰ τοὺς δικούς σου κόπους
τὴν πλερωμή σου ζήτησες ἀπ’ ἄδικους ἀνθρώπους.

Λίγο ψωμάκι ζήτησες καὶ σοὔδωκαν μαχαίρι,
τὸν ἵδρωτά σου ζήτησες καὶ σοὔκοψαν τὸ χέρι.

Δέν εἴσουν ζήτουλας ἐσύ νὰ πᾷς παρακαλιῶντας,
μὲ τὴ γερή σου τὴν καρδιά πῆγες ὀρθοπατῶντας

Καὶ χύμηξαν ἀπάνου σου τὰ σμουλωχτά κοράκια
καὶ σοὔπιαν τὸ αἷμα, γιόκα μου, σοῦ κλείσαν τὰ χειλάκια

Τώρα οἱ παλάμες σου οἱ ἀχνές, μονάκριβέ μου κρίνε,
σὰ δυό πουλάκια ἀνήμπορα καὶ λυπημένα μοῦ εἶναι,

Ποὺ τὰ φτερά τους δίπλωσαν καὶ πιά δέ φτερουγᾶνε
καὶ τὰ κρατάω στὰ χέρια μου καὶ δέ μοῦ κελαϊδᾶνε.

Ὤ, γιέ μου, αὐτοί ποὺ σ’ ἔσφαξαν σφαγμένα νὰ τὰ βροῦνε
τὰ τέκνα τους καὶ τοὺς γονιούς καὶ στὸ αἷμα νὰ πνιγοῦνε.

Καὶ στὸ αἷμα τους τὴ φοῦστα μου κόκκινη νὰν τὴ βάψω,
καὶ νὰ χορέψω... Ἄχ, γιόκα μου, δέν πάει μου νὰ σὲ κλάψω.

– XVII –
Βασίλεψες, ἀστέρι μου, βασίλεψε ὅλη ἡ πλάση,
κι ὁ ἥλιος, κουβάρι ὁλόμαυρο, τὸ φέγγος του ἔχει μάσει.

Κόσμος περνᾶ καὶ μὲ σκουντᾶ, στρατός καὶ μὲ πατάει
κ' ἐμέ τὸ μάτι οὐδέ γυρνᾶ κι οὐδέ σὲ παρατάει.

Καὶ δές, μ' ἀνασηκώνουνε... χιλιάδες γιούς ξανοίγω,
μά, γιόκα μου, ἀπ' τὸ πλάγι σου δέ δύνουμαι νὰ φύγω.

Ὅμοια ὡς ἐσένα μοῦ μιλᾶν καὶ μὲ παρηγορᾶνε
καὶ τὴν τραγιάσκα σου ἔχουνε, τὰ ροῦχα σου φορᾶνε.

Τὴν ἄχνα ἀπ' τὴν ἀνάσα σου νοιώθω στὸ μάγουλό μου,
ἄχ, κ' ἕνα φῶς, μεγάλο φῶς, στὸ βάθος πλέει τοῦ δρόμου.

Τὰ μάτια μου σκουπίζει τα μιά φωτεινή παλάμη,
ἄχ, κ’ ἡ λαλιά σου, γιόκα μου, στὸ σπλάχνο μου ἔχει δράμει.

Καὶ νά ποὺ ἀνασηκώθηκα, τὸ πόδι στέκει ἀκόμα –
φῶς ἱλαρό, λεβέντη μου, μ' ἀνέβασε ἀπ' τὸ χῶμα.

Τώρα οἱ σημαῖες σὲ ντύσανε. Παιδί μου, ἐσύ, κοιμήσου,
καὶ γώ τραβάω στ' ἀδέρφια σου καὶ παίρνω τὴ φωνή σου.

– XVIΙI –
Τὰ ποὔλεγες κι οὐτ’ ἤθελα πιστέψω καὶ γροικήσω
κι ἀπόπαιρνά σε, μάτια μου, χωρίς νὰ σὲ γνωρίσω,

Τὰ ποὺ δὲ μοὔπαν οἱ καιροί κι ὄλου τοῦ κόσμου οἱ γλῶσσες,
μοῦ τἄπε μόνο ἡ μιά στιγμή, ξεχωριστή στὶς τόσες.

Ποὖσαι, καλέ μου, νὰ χαρεῖς καὶ νὰ σταθεῖς κοντά μου;
Ἄκου, τὰ λόγια σου λαλῶ καὶ πλάτυνε ἡ καρδιά μου

Κι ὅλο τὸν κόσμο, σὰν κ’ ἐσέ, δύνεται νὰ σφαλίσει
καὶ γέρεψε καὶ δύνεται νὰ πλάσει, νὰ γκρεμίσει.

Δέν εἶναι ξόδι τοῦτο δῶ, πιότερο γάμος μοιάζει,
δάκρυ καὶ γέλιο, ἀγάπη, ὀργή, τὸ κάθε μάτι στάζει.

Γιόκα μου τὸ φρυδάκι σου τί σούφρωσες, γιὰ πέ μου,
μήπως κακοκαρδίστηκες ποὺ φεύγω σου, καλέ μου;

Πουλί μου, χίλιες δυό ζωές μὲ σένανε μὲ δένουν,
κι ὅσοι ἀγαπιοῦνται καὶ νεκροί ποτέ τους δέν πεθαίνουν.

Κι ἂν δέ λυγάω σὲ προσευχή, τὰ χέρια κι ἄν δέν πλέκω,
γιέ μου, τὸ ξέρεις, πιο ἀπὸ πρίν τώρα κοντά σου στέκω.

– XIX –
Νἆχα τ'ἀθάνατο νερό, ψυχή καινούρια νἆχα
νὰ σοὔδινα, νὰ ξύπναγες γιὰ μιά στιγμή μονάχα,

Νὰ δεῖς, νὰ πεῖς, νὰ τὸ χαρεῖς ἀκέριο τ'ὄνειρό σου
νὰ στέκεται ὁλοζώντανο κοντά σου, στὸ πλευρό σου.

Βροντᾶνε στράτες κι ἀγορές, μπαλκόνια καὶ σοκάκια
καὶ σοῦ μαδᾶνε οἱ κορασιές λουλούδια στὰ μαλάκια.

Γιὰ τὸ αἷμα ποὔβαψε τὴ γῆς ἀντριεύτηκαν τὰ πλήθια,
– δάσα οἱ γροθιές, πέλαα οἱ κραυγές, βουνά οἱ καρδιές, τὰ στήθεια –

Ἔσμιξε ἡ μπλούζα τὸ χακί, φαντάρος τὸν ἐργάτη
κι ἀστράφτουν ὅλοι μιά καρδιά – βουλή, σφυγμός καὶ μάτι.

Ὤ, τί ὄμορφα σάν σμίγουνε, σάν ἀγαπιοῦνται οἱ ἀνθρῶποι,
φεγγοβολᾶνε οἱ οὐρανοί, μοσκοβολᾶνε οἱ τόποι,

Κι ὅπως περνᾶν, λεβέντηδες, γεροί κι ἀδελφωμένοι,
λέω καὶ θὰ καταχτήσουνε τὴ γῆς, τὴν οἰκουμένη.

Κ’ οἱ λύκοι ἀποτραβήχτηκαν καὶ κρύφθηκαν στὴν τρούπα
– μαμούνια ποὺ τὰ σάρωσε βαρειά τοῦ ἐργάτη ἡ σκοῦπα –

Ὤ, ποὖσαι, γιόκα μου, νὰ δεῖς, πουλί, ν’ ἀναγαλλιάσεις,
καί, πρὶν κινήσεις μοναχό, τὸν κόσμο ν’ ἀγκαλιάσεις.

– XX –
Γλυκέ μου, ἐσὺ δέ χάθηκες, μέσα στὶς φλέβες μου εἶσαι.
Γιέ μου, στὶς φλέβες ὁλουνῶν, ἔμπα βαθιά καὶ ζῆσε.

Δές, πλάγι μας περνοῦν πολλοί, περνοῦν καβαλλαραίοι –
ὅλοι στητοί καὶ δυνατοί καὶ σὰν κ’ ἐσένα ὡραῖοι.

Ἀνάμεσά τους, γιόκα μου, θωρῶ σε ἀναστημένο –
τὸ θώρι σου στὸ θώρι τους μυριοζωγραφισμένο.

Καὶ γώ ἡ φτωχή καὶ γώ ἡ λιγνή, μεγάλη μέσα σ’ ὅλους,
μὲ τὰ μεγάλα νύχια μου κόβω τὴ γῆ σὲ σβώλους

Καὶ τοὺς πετάω κατάμουτρα στοὺς λύκους καὶ στ’ ἀγρίμια
ποὺ μοὔκαναν τῆς ὄψης σου τὸ κρούσταλλο συντρίμμια.

Κι ἀκολουθᾶς καὶ σύ νεκρός, κι ὁ κόμπος τοῦ λυγμοῦ μας
δένεται κόμπος τοῦ σκοινιοῦ γιὰ τὸ λαιμό τοῦ ὀχτροῦ μας.

Κι ὡς τὄθελες (ὡς τὄλεγες τὰ βράδια μὲ τὸ λύχνο)
ἀσκώνω τὸ σκεβρό κορμί καὶ τὴ γροθιά μου δείχνω.

Κι ἀντίς τ’ ἄφταιγα στήθειά μου νὰ γδέρνω, δές, βαδίζω
καὶ πίσω ἀπὸ τὰ δάκρυα μου τὸν ἥλιο ἀντικρύζω.

Γιέ μου, στ’ ἀδέλφια σου τραβῶ καὶ σμίγω τὴν ὀργή μου,
σοὺ πῆρα τὸ ντουφέκι σου – κοιμήσου, ἐσύ, πουλί μου.
 
poetry

Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

Οδυσσέας Ελύτης — Η πρώτη αλήθεια είναι ο θάνατος. Απομένει να μάθουμε ποια είναι η τελευταία.

Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη άλλα που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε να ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται. Η ατελεύτητη φορά προς το φως το Φυσικό, που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον, που είναι ο Θεός.
Η αίσθηση του «γυρισμού των πραγμάτων» μου είναι οικεία, ίδια καθώς το κύμα της Ποίησης που έλεγα πριν ότι τ’ αφήνω να χτυπά μακριά στην πρώτη μου νεότητα και να ξαναγυρίζει εκεί που περιμένω λιγοστεμένος κάθε φορά και περισσότερο, αλλ’ ορθός – καθώς το θέλησα.

Ένας αμετανόητα ερωτευμένος· που πηγαίνω πάντα νωρίτερα στο σημείο το κρυφό της συνάντησης, με την ίδια λαχτάρα, το ίδιο σφίξιμο στο λαιμό, το ίδιο βημάτισμα επάνω – κάτω και περιμένω… Τι; Ίσως αυτό, θα έλεγα, που αν δεν ανέβει να γίνει δάκρυο, πήζει στο στήθος και βαραίνει και ο κόσμος όλος άξαφνα φαίνεται τόσο γλυκός και τόσο πικρός μαζί. Κάποτε είναι μια κοπέλα· κάποτε, πάλι, δυο – τρεις στίχοι· πολλές φορές, άπλα και μόνον το καλοκαίρι.

Τα πιο ανεπαίσθητα σημάδια, τα πιο αόρατα- ο τρόπος που γέρνει λίγο πιο λοξά ένα πουλί, που φωνάζει λίγο πιο δυνατά ο γιαουρτάς το δειλινό στον κατηφορικό δρόμο, που μπαίνει απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο αναπάντεχα μια μυρωδιά καμένου χόρτου (που βρέθηκε; από που να ‘ρχεται;) -, παίρνουν ολάκερη τη σημασία τους, λες κι έχουν αποστολή τους μοναδική να με πείσουν ότι, οπού να ‘ναι, σήμανε ο ερχομός της αγαπημένης.
Να γιατί γράφω. Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο Θάνατος. 
Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη άλλα που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε να ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται. Η ατελεύτητη φορά προς το φως το Φυσικό, που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον, που είναι ο Θεός.

Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός – που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους και «φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου».

Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει· να γιατί πρέπει να γράφουμε. Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε: τον κόσμο της φθοράς, που έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο Θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση.

Δευτέρα 27 Απριλίου 2020

Ντίνος Χριστιανόπουλος — Ἡ θάλασσα

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Paintings Of Swimmers By Samantha French
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.

(1962)

Ντίνος Χριστιανόπουλος — Όταν σε περιµένω

Όταν σε περιµένω και δεν έρχεσαι, 
γίνοµαι ένα µε τους τσακισµένους.
George Laurence Nelson American, 1887-1978 Workers Waiting
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.

Παρασκευή 24 Απριλίου 2020

Γιάννης Ρίτσος — Οι Γερόντοι / «σφίγγοντας μες στο φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή, εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν απ’ τ’ αστροπελέκι.»

Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε το παρακάτω ποίημα από τα βιώματα της εξορίας. Μελοποιήθηκε το 1976 από τον Θάνο Μικρούτσικο στο δίσκο «Καντάτα για τη Μακρόνησο» και ερμηνεύθηκε από τη Μαρία Δημητριάδη.
Στο βίντεο μπορείτε να δείτε κάποιες από τις φωτογραφίες του ποιητή στην εξορία καθώς και στιγμιότυπα από τη ζωή των εξορίστων.
15 σκίτσα του Γιάννη Ρίτσου από την εξορία
Κάθε τόσο μας έρχονται καινούριες καραβιές γερόντοι
απ το Μοριά, απ’ τη Ρούμελη
Και πιο πάνω απ
τα Τρίκαλα και τη Μακεδονία
Λιγνοί γερόντοι χοντροκόκκαλοι μ’ άσπρα μουστάκια και φλοκάτες
Μυρίζουν σβουνιά και χωράφι
Μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου
Στα τσουλούφια τους κρέμονται οι σκιές των πλατανόφυλλων

Μιλάνε λίγο δεν μιλάνε καθόλου ωστόσο πότε πότε το βλέπεις
Πούχουν συμπεθεριάσει με τα ελάτια
Μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ το χώμα
Και τηράνε πίσω απ τους ώμους μας
Όταν γαλανίζει το βράδυ τις τέντες
Κι ο αγέρας μπλέκει τα μουστάκια του στο θυμάρι
Όταν ο ουρανός κατεβαίνει απ
τα βράχια
Δρασκελώντας τη θύμηση με τις προκαδούρες των άστρων
κι ο θάνατος κόβει βόλτες αμίλητος έξω απ
το συρματόπλεγμα,
τότες τους βλέπουμε που συνάζονται τρεις-τρεις, πέντε-πέντε,
σα στα παλιά τα χρόνια στις μπαρουταποθήκες του Μεσολογγιού

Και τότες πια δεν ξέρεις- έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο της βραδιάς
αξούριστοι, άλαλοι,
δεν ξέρεις πια, σαν ανάβουν τα τσακμάκια τους,
αν είναι ν’ ανάψουν το τσιγάρο τους
ή αν είναι ν’ ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη.

Τούτοι οι γερόντοι δε μιλάνε.
Τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί.
Ετούτοι χώσαν την καρδιά τους στο βουνό
σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι.

Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη,
ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη,
κι ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά τους
που δε σηκώνει τ’ άδικο
Και τώρα κάθονται εδώ στη Μακρόνησο
στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα,
σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας,
με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα. Δε μιλάνε.

Κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά της Αθήνας,
κοιτάνε τον ποταμό του Ιορδάνη,
σφίγγοντας μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τους,
σφίγγοντας μες στα μάτια τους τα σκάγια των άστρων,
σφίγγοντας μες στο φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή,
εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν απ’ τ’ αστροπελέκι.