Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Η τελευταία παρτίδα

Αλήθεια, πριν από πόσα χρόνια καθίσαμε σ’ αυτό το τραπέζι κι
    αρχίσαμε την τελευταία παρτίδα; 
Honoré Daumier (1863), The Chess Players
Έξω η μεγαλούπολη, οι σταθμοί γεμάτοι καπνούς, οι μετανάστες
    κλαίνε
οι πυροσβεστικές αντλίες είναι η κραυγή του μίσους που ανάβει τις
    μεγάλες πυρκαγιές
οι δρόμοι ανάστατοι σαν τις σκέψεις ενός μανιακού, τα παράθυρα
    ανοιχτά σαν παγίδες
και στην οδό Αγίας Θέκλας στέκει μια γερασμένη πόρνη με τα
φουστάνια σηκωμένα ψηλά, δείχνοντας την θλίψη της
    δημιουργίας
τα φανάρια θαμπά διηγούνται ιστορίες τρόμου που οι μέθυσοι
    προσπαθούν να τις σκεπάσουν με βαριά τραγούδια -
είμαστε αιχμάλωτοι μιας αλήθειας που χάθηκε κάπου εκεί στα
    παιδικά μας χρόνια
και ζήσαμε το απέραντο σε μικρές σκοτεινές κάμαρες και το
    τίποτα στις μεγάλες σελίδες της ιστορίας -
τί λες; δεν κάνουμε μια παρτίδα ακόμα; Ο κόσμος είναι μια
    περίπτωση εντελώς προσωπική.

Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ A», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 467

Προσέγγιση
Το ποίημα ανήκει στην τελευταία περίοδο της ποιητικής έκφρασης του Λειβαδίτη. Δημοσιεύτηκε το 1990, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του, όταν τα ποιήματα που βρέθηκαν στα συρτάρια του, συγκεντρώθηκαν και μετά από προσεκτική επιμέλεια δημοσιεύτηκαν από τις εκδόσεις Κέδρος με τον τίτλο: Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου.

Το ποίημα, όπως συμβαίνει σχεδόν με όλα τα ποιήματα της συλλογής, μας δίνει εικόνες της καθημερινής ζωής στην πόλη. Όχι, δεν αποτελεί διαμαρτυρία κατά της πολύπλοκης και πολύβουης αστικής ζωής. Βουβά υπαρξιακά ερωτήματα θέτει για την άναρχη ζωή στην πόλη μέσα από λίγες και χαρακτηριστικές εικόνες της. 
Το ποίημα έχει απολογιστικό χαρακτήρα, για όσα συμβαίνουν σε ένα πολύβουο και πολυπρόσωπο άστυ, διαμορφωμένο από τις δυναμικές και τις δράσεις των κατοίκων του. 
 Δεν έχει σημείο εκκίνησης. Είναι ξεχασμένο. Και το τέρμα τελείως άγνωστο. 
Συνεπώς ο ποιητικός χρόνος πλανάται απροσδιόριστος. Το μόνο σταθερό στο σκηνικό του είναι το τραπέζι και οι συνομιλητές ή συμπαίχτες. 
Πρωταγωνιστεί η ηχορύπανση της μεγαλούπολης, η αστική ρύπανση, που συνυφαίνεται όχι μόνον από τις κόρνες των μεταφορικών μέσων ή τις φωνές, τα γέλια και τα κλάματα των ανθρώπων της, αλλά και από την ίδια την συναισθηματική φόρτιση των αστών.

Η τελευταία παρτίδα μπορεί να είναι μια τελευταία παρτίδα σκάκι, τάβλι ή κάτι παρόμοιο. Μπορεί να είναι και ο τελευταίος επίλογος μιας συζήτησης επί κοινωνικών θεμάτων γύρω από ένα τραπέζι. 
Μπορεί εξίσου καλά να είναι και η τελευταία παρτίδα ζωής, πριν από τον θάνατο. Μπορεί και όλα μαζί. 
Με εικόνες δυνατές, αλλά καθόλου δραματικές, αντίθετα τρομακτικά ρεαλιστικές που αγγίζουν τα όρια του νατουραλισμού κατατίθεται το σκηνικό της πόλης. 
Σταθμοί γεμάτοι καπνούς από τρένα που πηγαινοέρχονται, καθώς και από άλλα μεταφορικά μέσα που φτάνουν ως εκεί μεταφέροντας επιβάτες ή πράγματα. 
Ανάμεσά τους μετανάστες που κλαίνε. Αχ, ζωή με τα γυρίσματά σου. Δεν έχει σημασία αν είναι εσωτερικοί μετανάστες ή αν έρχονται από άλλες πατρίδες. 
Δεν παύει να είναι άνθρωποι που για κάποιους λόγους ανάγκης, κυρίως επιβίωσης, αλλά και πολιτικούς, ξεριζώθηκαν από τις εστίες τους και βρέθηκαν στο πουθενά χωρίς διότι στα απανωτά τους γιατί.
Η πόλη δεν έχει ησυχία. Παντού πλανάται μια τρέλα. 
Οι κόρνες της πυροσβεστικής σκεπάζουν με ήχους οδύνης την ήδη επιβαρυμένη ατμόσφαιρα. 
Η ηχορύπανση σε όλο της την δόξα βρίσκει τον κάθε άνθρωπο, τον εγκλωβίζει στην τρέλα της είτε αυτός βρίσκεται μέσα από κλειστά παράθυρα είτε απέξω. 
Στον δρόμο κάνει πιάτσα μια από εκείνες τις γυναίκες, που δεν φοβήθηκαν τον πληρωμένο έρωτα, παρά μόνον τον χρόνο. Αυτός ο ύπουλος συνοδοιπόρος, που πάντα «χτυπάει πισώπλατα», μετατρέπει τελικά τα κάλλη τους σε δυστυχία και θλίψη. 
Και το γνωρίζουν. Έτσι και η πόρνη της Αγίας Θέκλας γνωρίζει την φθορά της, αλλά πρέπει να κάνει την δουλειά της ως το τέλος, γιατί δεν μπορεί να ελπίζει, όπως και οι όμοιές της, σε κάποια σύνταξη. Σηκώνει λοιπόν τα φουστάνια της και διαλαλεί την «πραμάτεια» της, ελπίζοντας μέσα στον απέραντο θόρυβο να ακουστεί και η δική της φωνή.
Τα φανάρια με το θαμπό τους φως έχουν δει και ακούσει τόσα πολλά ζώντας στον δρόμο, που δεν πτοούνται ούτε από τα τραγούδια των μεθυσμένων, τα φορτωμένα με την πίκρα της σκληρής πραγματικότητας. 
 «Η αλήθεια χάθηκε ήδη από τα χρόνια μας της αθωότητας. Την παρτίδα της αλήθειας την έχουμε χάσει οριστικά. Με αποτέλεσμα, ενώ το ουσιώδες της ιστορίας μετατράπηκε σε τίποτα στις ένδοξες σελίδες της ιστορίας, να αντιλαμβανόμαστε πως το απέραντο κενό έχει ιστορική βαρύτητα».
Ας είναι όμως. Πάντοτε δεν έχουμε οι άνθρωποι το κουράγιο να αναμετρηθούμε με την πραγματικότητα, μας νικά με το φως της. Έτσι φτιάχνουμε ένα καταφύγιο, ο καθένας το προσωπικό του, να στεγάσουμε τα όνειρα, τα θέλω, τις επιθυμίες, τις ψευδαισθήσεις μας.

Ας συνεχίσουμε, λοιπόν, το παιχνίδι της ζωής, ας ξεκινήσουμε πάλι μια παρτίδα πόλης και ζωής και όπου φτάσει.

chryssablog

Τρίτη 17 Μαρτίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Ἐφηβεία

Εἶναι κάτι βράδια πού μόνον ἕνας στεναγμός μᾶς χωρίζει ἀπ’ τόν
Παράδεισο
Ivan Konstantinovich Aivazovsky Moonlit Night

κι ἄλλοτε ἀνατέλλει ἡ σελήνη ἀπ’ τό λόφο σά μιά μεγάλη εὐτυχία
περιπλανήσεις στή νύχτα κ’ οἱ γρίλιες ἀπ’ ὅπου μισοείδαμε τό
ἐσώρουχο μιᾶς γυναίκας πού κοιμόταν
κι ἄξαφνα στή στροφή τοῦ δρόμου ἡ θλίψη ἑνός φανοστάτη μᾶς
πλημμύριζε μέ δάκρυα.

Κανείς δε μᾶς περίμενε όταν γυρίσαμε.

Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Β», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 492

Κυριακή 15 Μαρτίου 2020

Γιάννης Ρίτσος — Βουρκωμένες μέρες

Η σύλληψη, η εξορία και η παραπομπή σε δίκη του Μενέλαου προκαλούν έντονες αντιδράσεις ιδιαιτέρως μεταξύ του πνευματικού κόσμου της χώρας. Επιστολές, ανακοινώσεις, επισκέψεις, διαμαρτυρίες σε υπουργούς από μέλη της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Και ο συνεξόριστός του στη Μακρόνησο Γιάννης Ρίτσος δημοσιεύει στην «ΑΥΓΗ» τον Απρίλιο του 1955 το ποίημα-αφιέρωμα:

Thomas Cole Painting, 1836
Αλήθεια, Μενέλαε, πολύ βουρκωμένες οι μέρες μας.
Συννεφιάζει στα μάτια των παιδιών που κοιτάζουν
το λιόγερμα
συννεφιάζει στα μάτια των μανάδων που μπαλώνουν
στο κατώφλι τις κάλτσες μας και τα χρόνια μας
συννεφιάζει στο τραπέζι που λείπει ο ήλιος του ψωμιού
συννεφιάζει στα τζάμια των σπιτιών που βλέπουν
στα συρματοπλέγματα.
Ο ουρανός είναι κομμένος σε μικρά τετράγωνα
απ΄ τα σταυρωτά κάγκελα,
ψάχνω στη συννεφιά και στη νύχτα να βρω το σπίτι σου,
αδελφέ μου,
Μυρτούλα, λέω, Μυρτούλα,
Μυρτούλα που είσαι σαν μπουκετάκι φως στη νύχτα
της λύπης,
Μυρτούλα που είσαι δυο σειρές μυρτιές στις όχτες
της καρδιά του,
Μυρτούλα, ο πατερούλης με την πίκρα σου
φτιάχνει χιλιάδες μπουκετάκια γιασεμιά
χιλιάδες μπουκετάκια περασμένα στις πευκοβελόνες
της έγνοιας του.
Τα αφήνει σιωπηλά στα φτωχόσπιτα
Τ’ αφήνει στις λαϊκές ταβέρνες, στα μπαρμπέρικα με
τους πικρούς συνοικιακούς καθρέφτες
Τ’ αφήνει στο τραπέζι του άνεργου πλάι στο σταχτοδοχείο
με τ΄ αποτσίγαρα του μόχθου του
Τ’ αφήνει στο παγκάκι του μπαλωματή, στα πανέρια
των πλανόδιων μικροπωλητών
Τ’ αφήνει μπρος στο κόνισμα της ειρήνης πλάι σ΄ ένα
κλουβί καναρίνια
Πάνω στα λιγνά γόνατα της φτώχειας
Μπροστά στη μητρόπολη της Δημοκρατίας.
Χιλιάδες μπουκετάκια γιασεμιά, σ΄ όλα τα σκαλοπάτια
της νύχτας
-είναι τα χνάρια του για να τον βρεις, Μυρτούλα.
Προχτές καθόταν μονάχος στην πέτρα.
Μαδούσε τις μαργαρίτες των άστρων και φώναζε:
Καληνύχτα ζωή, καληνύχτα. Δεν τον άκουσες’
Βουρκωμένες μέρες, βουρκωμένες νύχτες, βουρκωμένες
καρδιές.
Μαύρα τα σπίτια, μαύρα, κατάμαυρα
μισόκλειστες οι πόρτες των μεγάρων.
Σε κάθε γωνιά μια λόγχη οργής. Που είσαι, αδελφέ μας;
Ανάβω το λαδοφάναρο της καρδιάς μου και ψάχνω
Φωτίζω μια-μια τις ταμπέλες των δρόμων και τις πόρτες:
οδός Αβύσσου, οδός Αβύσσου, αριθμός μηδέν.
Όχι, δεν είναι εδώ το σπίτι του αδελφού μας,
το σπίτι του αδελφού μας είναι αλλού –που ψάχνεις;
Μοσκοβολάει η νύχτα γιασεμί κ’ ελπίδα –είναι τα χνάρια
σου, Μενέλαε.
Στέκω, βάζω τ’ αυτί στον τοίχο του σκοταδιού, αφουγκρά-
ζομαι,
ακούω τις ανάσες των άστρων –είναι η φωνή του αδελφού
μας:
Παππού Θεέ, κι άλλη βολά σε περικάλεσα στο Βερτεκόπι –
δε θυμάσαι;
Είναι καιρός που με βλέπεις δίχως ρούχα, δίχως Σέικα
δίχως ψωμί και δεν με συμπονάς.
Ο Δροσιάδης, το γειτονάκι μου, έχει ίσαμε δέκα φορεσιές,
έχει κι ένα ψηλό-ψηλό μπαλκόνι να μας φτύνει σαν περνάμε.
Παππού, ως και στα σαλιγκάρια έδωκες στο καθένα το σπι-
τάκι του,
ως και στις χελώνες έδωκες στην κάθε μια
την παραγκίτσα της,
μια και δεν μπορείς να δώκεις κάτι και σε μένανε
γιατί δεν με κάνεις σαλιγκάρι ή χελωνόπουλο;
Μα, όχι, παππού, δεν χρειάζεται.
Το άγριο κατσικάκι ο αδελφός μας σκαρφαλώνει τα βράχια
της οργής σου.
Πηδάει ένα-ένα τα γκρεμνά της πληγής του
και πάει μπροστά μαζί με τ΄ αδέλφια του
ν΄ ακουμπήσει το πυρωμένο του μέτωπο στο δροσερόν ώμο
της αυγής.
Μενέλαε, σε βλέπουμε τα βράδια ν΄ ανεβαίνεις το βουνό
με τ΄ αγκάθια
κουτσαίνοντας απ΄ το βαρύ φορτίο ενός φεγγαριού στοργής
που κουβαλάς στους λιγνούς ώμους σου
και πλάι σου η Μυρτούλα μ΄ένα ξύλινο καραβάκι
χαμόγελο
και πλάι σου η Σέικα με μαλλιά από λουλουδάκια γαζίας
και παρακεί τα λουστράκια με τα κασελάκια τους γεμάτα
μικρά ουράνια τόξα
να βάψουν τα πέδιλα της άνοιξης και τα φορέματα
των λουλουδιών
και στα ζερβά της Μυρτούλας, το Γυφτάκι ντυμένο
την Κυριακή της προσευχής σου
και στα δεξιά σου το Τουρκάκι με δυο σταυρούς απορία
στο λιόγερμα των ματιών σου
κι η μάνα σου μ΄ ένα ποτήρι θάλασσα αλατισμένη απ’
τα δάκρυα όλων των μανάδων
και πίσω σου οι λασπάδες με βουνά κεραμίδια στη ράχη
τους για τις καινούργιες στέγες των φτωχών
στέγες κατάστιχτες απ΄ τις κουτσουλιές των περιστεριών
και των άστρων
οι λασπάδες σου με μεγάλα στρογγυλά σταμνιά για το νερό,
το λάδι, το κρασί της παγκόσμιας αγάπης.
Τι κόσμος, Μενέλαε, κοντά σου,
μητέρες και παιδιά και πολιτείες και αιώνες
ταϊσμένοι απ΄ το ράμφος της πένας σου
θρεμμένοι από τον κόκκινο άρτο της καρδιάς σου
και τα γκαρσόνια της Αιδηψού με τις άσπρες πετσέτες
στραβά στον ώμο τους
να ξεσκονίζουν απ΄ τη γύρη των πεύκων τα πράσινα τραπεζάκια
μιας ακροθαλασσιάς από λιακάδα λευτεριάς κι ευτυχία.
Κόσμος και κόσμος κι ο Λουκάς ο «Πανοραματοποιός»
-α, εδώ ο μαγικός φακός της τέχνης σου, Μενέλαε-
ΕΔΩ, κύριοι, βλέπετε τις πυρκαίες και τους καπνούς μιας
πολιτείας που καίγεται και λιώνει και τελειώνει
πάιντος, πάιντος, πάιντος,
κι ΕΔΩ αδέλφια, βλέπετε τη νέα πολιτεία,
ανθρώπους που σφίγγουν τα χέρια και φιλιούνται,
βουνά σιδεροδοκούς, βουνά καρπούς, βουνά στάχυα,
ζευγαράκια στα πάρκα, η Μυρτούλα μ’ ένα καινούργιο
λουλουδιστό φόρεμα,
πέτρινη γούρνα στη μέση της αυλής που πίνουν το νεράκι
τ΄ ουρανού τα σπουργίτια κι οι κότες.
Τούτα τ΄ ανθισμένα δέντρα που βλέπετε στον ορίζοντα
είναι οι καπνοί των συντροφικών τραίνων –τ΄ αεροπλάνα
δικά μας, -έμπα,
περιστέρια, περιστέρια, περιστέρια στις ψηλές καμινάδες,
πλατιά παράθυρα σαν ανοιχτά βιβλία με φαρδύστενους
στίχους,
τραβήξου πιο κει, θα βάψεις τα πόδια σου στο μούστο
της χαράς.
ΕΔΩ οι εργάτες σηκώνουν στη ράχη τους τον ειρηνικό
μόχθο
σαν ένα ακορντεόν ξεχειλισμένο από εύθυμα τραγούδια σε
μια εκδρομή Σαββατοκύριακου στον πευκώνα.
ΕΔΩ ο Κρίστα μ’ ολοκαίνουργια παπούτσια και με φρέσκα
μύγδαλα στις τσέπες του παντελονιού του
ΕΔΩ ο μεγάλος μας φίλος μ΄ έναν Απρίλη γαρύφαλλα κάτου
απ’ το ματωμένο του πουκάμισο
και τα ποτάμια ζεμένα για το αγώι μας σαν άλογα.
ΕΔΩ οι σημαίες, τα τύμπανα κ’ οι σάλπιγγες.
ΕΔΩ ο Νερούντα, ο Φαντεέφ, ο Χικμέτ, ο Αραγκόν,
ο Ερεμπούργκ κάτου απ΄ τις λεύκες της βεβαιότητας
κουβεντιάζοντας μεγάλα τριαντάφυλλα λόγια
πελώρια όνειρα ορείχαλκο
πολυώροφα ποιήματα από μπετόν, σίδερο και ήλιο
ποίηματα λαϊκές πολυκατοικίες και πανεπιστήμια
και αστεροσκοπεία
ΕΔΩ, αδέλφια, βλέπετε
ΕΔΩ ανατέλλει το ψωμί
ΕΔΩ ο ανατέλλει ο άνθρωπος
εδώ ποτέ δε συννεφιάζει
εδώ δεν είναι πάιντος
είναι η αρχή του κόσμου
αρχή, αρχή, αρχή
ΕΔΩ δεν είναι το παλιό «Πανόραμα»
είναι η Ζωή.
Εδώ τα πλοία αράζουν
εδώ ο αδελφός μας Μενέλαος Λουντέμης
σεργιανάει στην προκυμαία της αξιοπρέπειας
κουβαλώντας περήφανα στους ώμους του
το φορτίο του ήλιου και την ευθύνη του
χαρούμενος
χαρούμενος
χαρούμενος
γιατί εδώ τελειώνουν τα συρματοπλέγματα
γιατί εδώ δεν είναι ένταλμα συλλήψεων
γιατί εδώ δεν διώκονται οι ποιητές που καρπίζουν τη γη
κ’ ανθίζουν τον αέρα.
ΕΔΩ η στοργή του λαού στεγάζει τους ποιητές του.
Εδώ είναι το σπίτι του Μενέλαου.
Όχι οδός Αβύσσου, αριθμός Μηδέν.
Οδός Ανθρώπου, αριθμός Ένα.
Δεν χρειάζεται να χτυπήσεις.
Η πόρτα ανοιχτή. Μπορείς να μπεις.
Μ΄ αναμμένο το φανάρι της καρδιάς μου μες στη νύχτα
φωτίζω την πόρτα σου, Μενέλαε. Σε βρήκα.
Περάστε, αδέλφια. Το σπίτι του όλους μας χωράει.
Εδώ μένει ένας άνθρωπος που καίγεται απ’ τον ήλιο
της καρδιάς του και φωτίζει.
Απρίλης 1955
poihshkaipoihtes

Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Η Μουσική

«... στο βάθος η μουσική δεν είναι πάθος ή όνειρο,
νοσταλγία ή ρεμβασμός,
    αλλά μια άλλη δικαιοσύνη.»
Hermann Kern (1838-1912) — The Violin Player
Καμιά φορά τα βράδια, ιδιαίτερα όταν βρέχει, ο νους μου τα-
ξιδεύει - πιο συχνά στα παιδικά μου χρόνια. Και τότε ξεπροβάλλει
ο καθηγητής του βιολιού. Φορούσε μια ξεθωριασμένη ρεντιγκότα
και μια περούκα μαδημένη - γελούσαμε μαζί του. Αλλά όταν
μετά το μάθημα έμπαινε η μητέρα μου στην κάμαρα (για χάρη της
ίσως) έπαιζε κάτι διαφορετικό - μια μελωδία ήρεμη και σοβαρή
που μας έκανε να σοβαρευόμαστε κι εμείς άξαφνα, σαν να μαντεύ-
αμε αόριστα ότι στο βάθος η μουσική δεν είναι πάθος ή όνειρο,
νοσταλγία ή ρεμβασμός,
      αλλά μια άλλη δικαιοσύνη.

Συλλογή: «ΒΙΟΛΕΤΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ 
ΕΝΟΤΗΤΑ: ΣΚΙΕΣ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΝΑ ΦΩΤΑ», 1985
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 286

Τρίτη 10 Μαρτίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Η γυναίκα με τα μπλε


Κι όπως άρχισε σε λίγο να βραδιάζει, δεν έμεινε στον κόσμο
Παρά η θλίψη, η νύχτα, η ερημιά κι αυτή η ανάγκη να τα βγά-
λουμε πέρα στη σκοτεινή ζωή μας.
English Girl In Blue Artwork By Chaim Soutine
Μια γυναίκα στάθηκε στην είσοδο του καφενείου. Δεν περίμενε
κανέναν. Κανένας δεν την περίμενε. Γιατί στάθηκε εκεί; Ποια
ήταν;  Ίσως μια παλιά τραγουδίστρια, Ή μια γυναίκα
άλλων καιρών που έχασε το δρόμο της. Κανείς δεν έμαθε. Μιας
κάποιας ηλικίας.
Κι όπως άρχισε σε λίγο να βραδιάζει, δεν έμεινε στον κόσμο
Παρά η θλίψη, η νύχτα, η ερημιά κι αυτή η ανάγκη να τα βγά-
λουμε πέρα στη σκοτεινή ζωή μας.

Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Β», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 479

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Ερωτήματα / «Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει...»

«Οι φωταγωγημένοι δρόμοι των μεγαλουπόλεων τρομάζουν τους
διαβάτες, αλλά προετοιμάζουν τους ποιητές... »

"Lost Childhood," by Hadjira Bayou
Οι φωταγωγημένοι δρόμοι των μεγαλουπόλεων τρομάζουν τους
διαβάτες, αλλά προετοιμάζουν τους ποιητές και τα σκυλιά στέ-
κονται στις γωνιές ανατριχιασμένα σα να είδαν άξαφνα κάτι πιο
πέρα - το ωραίο μυστικό μου όμως είναι ότι δε γνώρισα ποτέ
την Ιουδήθ, κι ω ύπνε, ξεφύλλισε το βιβλίο σου με τις μαγικές
εικόνες, γιατί ποτέ δε ζήσαμε κι η παιδικότητα ήταν ένα άλυτο
αίνιγμα που φόβιζε τους μεγάλους
, κι αν αγαπήσαμε, αγαπήσαμε
πράγματα που τρεμόσβηναν στο βάθος και χάνονταν γρήγορα,
όπως οι έρωτες των αρρώστων που θα είναι σύντομοι μα ο Θεός
τους ευλόγησε να φαίνονται αιώνιοι
κι οι κήποι μάς βάζουν ερω-
τήματα αναπάντητα με ρόδα ή γιασεμιά κι ω χίλιοι σπασμένοι
καθρέφτες της σελήνης κι η θάλασσα τρελή τρελή, που προσπαθεί
να τους συναρμολογήσει.

Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει...


Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Α»1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 453