Τρίτη 10 Μαρτίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Η γυναίκα με τα μπλε


Κι όπως άρχισε σε λίγο να βραδιάζει, δεν έμεινε στον κόσμο
Παρά η θλίψη, η νύχτα, η ερημιά κι αυτή η ανάγκη να τα βγά-
λουμε πέρα στη σκοτεινή ζωή μας.
English Girl In Blue Artwork By Chaim Soutine
Μια γυναίκα στάθηκε στην είσοδο του καφενείου. Δεν περίμενε
κανέναν. Κανένας δεν την περίμενε. Γιατί στάθηκε εκεί; Ποια
ήταν;  Ίσως μια παλιά τραγουδίστρια, Ή μια γυναίκα
άλλων καιρών που έχασε το δρόμο της. Κανείς δεν έμαθε. Μιας
κάποιας ηλικίας.
Κι όπως άρχισε σε λίγο να βραδιάζει, δεν έμεινε στον κόσμο
Παρά η θλίψη, η νύχτα, η ερημιά κι αυτή η ανάγκη να τα βγά-
λουμε πέρα στη σκοτεινή ζωή μας.

Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Β», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 479

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Ερωτήματα / «Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει...»

«Οι φωταγωγημένοι δρόμοι των μεγαλουπόλεων τρομάζουν τους
διαβάτες, αλλά προετοιμάζουν τους ποιητές... »

"Lost Childhood," by Hadjira Bayou
Οι φωταγωγημένοι δρόμοι των μεγαλουπόλεων τρομάζουν τους
διαβάτες, αλλά προετοιμάζουν τους ποιητές και τα σκυλιά στέ-
κονται στις γωνιές ανατριχιασμένα σα να είδαν άξαφνα κάτι πιο
πέρα - το ωραίο μυστικό μου όμως είναι ότι δε γνώρισα ποτέ
την Ιουδήθ, κι ω ύπνε, ξεφύλλισε το βιβλίο σου με τις μαγικές
εικόνες, γιατί ποτέ δε ζήσαμε κι η παιδικότητα ήταν ένα άλυτο
αίνιγμα που φόβιζε τους μεγάλους
, κι αν αγαπήσαμε, αγαπήσαμε
πράγματα που τρεμόσβηναν στο βάθος και χάνονταν γρήγορα,
όπως οι έρωτες των αρρώστων που θα είναι σύντομοι μα ο Θεός
τους ευλόγησε να φαίνονται αιώνιοι
κι οι κήποι μάς βάζουν ερω-
τήματα αναπάντητα με ρόδα ή γιασεμιά κι ω χίλιοι σπασμένοι
καθρέφτες της σελήνης κι η θάλασσα τρελή τρελή, που προσπαθεί
να τους συναρμολογήσει.

Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει...


Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Α»1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 453

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

Τάκης Καρβέλης — Η μικρή μας ερινύα
«Τώρα ταξινομούμε τα όνειρα/κι εμπορεύομαστε τα αισθήματα/με ληξιπρόθεσμα γραμμάτια ευτυχίας.»

Αν το σκεφτείς,
όλοι μας έχουμε βαθιά κρυμμένο
κι έναν Ορέστη που καραδοκεί να μας σκοτώσει
για εγκλήματα υπαρκτά ή και ανύπαρκτα. 
Orestes Pursued by the FuriesWilliam-Adolphe Bouguereau, Date: c.1862
Δεν είναι ανάγκη να 'χουμε γίνει μητροκτόνοι
ή να 'χουμε πατέρα σκοτωμένο απ' τη μητέρα μας.
Για μας αρκεί η προδοσία του εαυτού μας
αρκεί που ανεπαισθήτως στραγγαλίσαμε
τη λατρευτή μικρή μας ερινύα
τη συνείδηση.
Κάποτε υψώναμε ψηλά του ιδανικού τα λάβαρα.
Τώρα ταξινομούμε τα όνειρα
κι εμπορεύομαστε τα αισθήματα
με ληξιπρόθεσμα γραμμάτια ευτυχίας.

Από το ποιητικό βιβλίο, «Κατάθεση», 1966 

«Στην Κατάθεση κυριαρχεί ο προβληματισμός. Προβληματισμός, που έχει ως αντικείμενο το καθημαγμένο πρόσωπο της μεταπολεμικής, της μετεμφύλιας ζωής. Τα κείμενα της Κατάθεσης αποπνέουν κοινωνική ασφυξία κι ο ποιητής φαίνεται σαν να μην ξέρει από πού να πιασθεί. Το νόημα της δικής του ζωής έχει χαθεί κάπου εκεί στα χρόνια της Αντίστασης»

Τα ποιήματα της Κατάθεσης εκφράζουν και συναισθήματα ενοχής για την αποστασιοποίηση από τα ωραία ιδανικά των εφηβικών και των πρώτων νεανικών χρόνων. Εκφράζουν επίσης και μια απέχθεια του ποιητή προς εκείνους που τα απεμπόλησαν.

περισσότερα εδώ

Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

Γιάννης Δάλλας — Τ' αστέρια

Εγώ δεν φοβάμαι τ’ αστέρια
είπ’ ο Λουκάς
Skipping with StarsBy Diane Ursin
να έν’ αστέρι που τ’ αγκάλιασα
χωρίς να καώ
ώρες το κοίταζα μες στα μάτια
και δεν τυφλώθηκα
μου άνοιξε τότε τα φυλλοκάρδια
και μπαίνοντας
είδα πλατείες και γαλάζιες στοές
και στο βάθος τους
προτομές από σπάνιους λίθους
και κρύσταλλα
Που οι δικές μας σκέφτηκα Που
εκεί κάτω
από πρόστυχα μέταλλα αστέρι μου
και χαλκεία
τ’ αστέρι γέλασε με τη σκέψη μου
κι ύστερα
άναψε μια λυχνία πολλών μεγαβάτ
ή τι λέω
έγινε κομήτης και με προβόδησε
ως εδώ
εδώ που τόσοι φίλοι ακροβολισμένοι
συνέχιζαν
ακόμη συνέχιζαν τη χαμένη μάχη
πετροβολώντας
τα δικά τους αδέσποτα αστέρια
και εκείνα
σφυρίζαν γύρω τους σαν εξωγήινοι
ή αστρίτες.

Ο Γιάννης Δάλλας, ως δοκιμιογράφος, κριτικός και εκδότης εξέδωσε αρκετά δοκίμια και φιλολογικές μελέτες, μερικές και σε αυτοτελείς εκδόσεις, με ιδιαίτερη έμφαση τη σπουδή της ποίησης και της ποιητικής του Κάλβου, του Σολωμού και του Καβάφη, και από τον 20όν αιώνα, εκπροσώπων της γενιάς του ’10 (του Θεοτόκη, του Βάρναλη και του Σικελιανού), της γενιάς του ’20 (του Καρυωτάκη, του Φιλύρα και του Άγρα) και των μοντερνιστών της γενιάς του ’30 (του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου και των υπερρεαλιστών Εμπειρίκου και Εγγονόπουλου) και ιδιαίτερα της πρώτης και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, με αυτοτελή και εδώ βιβλία, π.χ. για τον Σαχτούρη και τον Αναγνωστάκη.
Και τέλος ως μεταφραστής των λυρικών έργων των αρχαϊκών χρόνων (Τα Δημώδη και τα Αττικά συμποτικά, οι Ελεγειακοί, οι Ιαμβογράφοι, οι Μελικοί και οι Χορικολυρικοί) και ακόμη των επιγραμμάτων της αλεξανδρινής εποχής (του Καλλίμαχου, του Ρουφίνου, του Πλάτωνος).
Οι τελευταίες σχετικές εκδόσεις του είναι Ο ελληνιστικός μικρόκοσμος(Ηριδανός, 2009), οι Συνεκδοχές (2010) και το Ψαλτήριον του Δαυίδ, μεταφρασθέν υπό Α. Κάλβου (Ίκαρος, 2011).

Είχε γεννηθεί το 1924 στη Φιλιππιάδα της Πρέβεζας. Σπούδασε κλασική φιλολογία στην Αθήνα.
Υπηρέτησε στη μέση και στην ανώτατη εκπαίδευση. Καθηγητής της Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.
Βραβεύτηκε κατ’ επανάληψη με Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία:
Το 1987, το Α΄ Βραβείο κριτικής-δοκιμίου:
Γιάννης Δάλλας «Ο ελληνισμός και η θεολογία του Καβάφη».
Το 1999 του απονέμεται το κρατικό «Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας» για το σύνολο του έργου του. Επίσης έχει βραβευτεί με το Βραβείο δοκιμίου Ιδρύματος Π. Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών (2009) για το βιβλίο του "Σολωμός και Κάλβος".
Μετέχει στα πρώτα «Καβάφεια» της Αλεξάνδρειας, και προσκαλείται για διαλέξεις και παρουσίαση του έργου του σε Πανεπιστήμια εκτός Ελλάδας, όπου λειτουργούν Τμήματα Μεταβυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών (Μιλάνο, Κατάνια, Βενετία, Στρασβούργο, Βουδαπέστη, Μόσχα, Τυφλίδα, κλπ.)
Η ποίησή του μεταφράστηκε αποσπασματικά σε ξένες γλώσσες (Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ρωσικά, Ιταλικά, Αλβανικά) και πληρέστερα ετοιμάζονται για έκδοση προσεχώς οι δύο τελευταίες συλλογές του στα Ισπανικά από την Isabel Garcia Gálvez και εκτενής επιλογή του ποιητικού έργου του στα Ιταλικά από τον Massimo Cazzulo.
...............
περισσότερα εδώ

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

Ελένη Βακαλό — Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος

Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά
A family is discovered dead from starvation after waiting fo Wellcome
Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο 

δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε 

που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει 
να 
τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω, 
να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει

Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας...

Ερωτήσεις:
1. Ο τίτλος δίνει και το θέμα του ποιήματος. Αφού μελετήσετε τις διαδοχικές φάσεις, από τις οποίες περνά ο «μικρός άνθρωπος» ώσπου να γίνει κακός, να απαντήσετε στις ερωτήσεις:

α) Γιατί στην αρχή ο άνθρωπος του ποιήματος χαρακτηρίζεται «μικρός» και «καλός»;
Ο άνθρωπος του ποιήματος χαρακτηρίζεται μικρός, διότι εκπροσωπεί το είδος των φιλήσυχων και αμέτοχων πολιτών που δεν έχουν ούτε το ψυχικό σθένος να στηρίξουν έμπρακτα το αγαθό και το κοινό καλό, μα ούτε και την πνευματική εκείνη διαύγεια που θα τους επέτρεπε να αντιληφθούν πως με την παθητική τους στάση επιτρέπουν απλώς στους ισχυρούς και στους έχοντες να καταδυναστεύουν τον λαό. 

Χαρακτηρίζεται μικρός, διότι είναι ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος που η μόνη του έγνοια είναι πώς θα φροντίσει ώστε η δική του μετρημένη ζωή να παραμείνει αδιασάλευτη χωρίς δυσκολίες και αντιπαραθέσεις. 
Δεν είναι ένας άνθρωπος που θα τολμούσε ποτέ να εναντιωθεί στους κρατούντες και σε όποιον άλλον έθιγε τα συμφέροντα του απλού λαού, αφού η δική του επιθυμία είναι να μην εκθέτει τον εαυτό του σε ενδεχόμενους κινδύνους και αναστατώσεις. 
Έτσι, ενώ ένας μεγάλος άνθρωπος θα έδινε αγώνες για να προσφέρει κάτι ουσιαστικό στο υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, ο μικρός άνθρωπος προσπαθεί να αποφεύγει οποιαδήποτε ένταση και οποιαδήποτε έκφραση απόψεων που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν την εντύπωση πως δεν είναι πλήρως υποταγμένος στη θέληση των αρχόντων.
Χαρακτηρίζεται, επίσης, καλός, εφόσον ως αμέτοχος και αδρανής δίνει ακριβώς αυτή την εντύπωση. 
Στην πραγματικότητα, βέβαια, η ποιότητα αυτή του αποδίδεται ειρωνικά, αφού το να εκλαμβάνεσαι ως καλός μόνο και μόνο επειδή απέχεις από οποιαδήποτε δράση και μένεις περιχαρακωμένος στην ατομική σου ζωή και στα προσωπικά σου ζητήματα, δεν συνιστά ουσιαστική ένδειξη καλοσύνης. 
Καλός είναι ο άνθρωπος που υπηρετεί με πράξεις και με συνέπεια το καλό και το αγαθό∙ καλός δεν είναι ο άνθρωπος που απλώς δεν έχει κάνει τίποτε το κακό, αφού εν γένει αποφεύγει να δρα.

β) Ποια είναι η αιτία των μεταλλαγών του;
Η αλλαγή που παρατηρείται στον μικρό και καλό άνθρωπο της ιστορίας προκύπτει όταν συναντά στο δρόμο του έναν χτυπημένο άνθρωπο. 
Το θέαμα αυτό του προκαλεί στην αρχή, όπως είναι λογικό, μεγάλη συγκίνηση, όμως η συγκίνηση αυτή γρήγορα μεταλλάσσεται σε φόβο, κι ο φόβος τον οδηγεί σε μια συμπεριφορά -φαινομενικά- τελείως απρόσμενη. Η κύρια αιτία, επομένως, της μεταλλαγής του ανθρώπου του ποιήματος είναι ο φόβος.

γ) Ποιες είναι οι δικαιολογίες που επικαλείται κάθε φορά και ποιον εξυπηρετούν;

Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε


Το θέαμα του χτυπημένου ξυπνά στον «μικρό και καλό» άνθρωπο του ποιήματος το αίσθημα του φόβου, αφού θεωρεί ίσως πως στην ίδια θέση θα μπορούσε εύκολα να βρεθεί κι ο ίδιος. Φοβάται τη βία, που θα μπορούσε να έχει υποστεί κι αυτός, φοβάται, όμως και την όποια συσχέτιση με τον χτυπημένο άνθρωπο.

Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να
τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,
να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει


Ενώ, λογικά, η πρώτη του κίνηση θα έπρεπε να είναι το να βρεθεί κοντά στον πληγωμένο συνάνθρωπό του, εντούτοις εκείνος το σκέφτεται «καλύτερα» και δεν προχωρά σ’ αυτή την αυτονόητη ενέργεια. 
Ο «φιλήσυχος» άνθρωπος του ποιήματος δεν θέλει να μπλέξει πλησιάζοντας τον χτυπημένο, αφού, πιθανώς, θεωρεί πως από τη στιγμή που θα βρεθεί κοντά του, θα είναι σαν να παίρνει το μέρος του σε ό,τι κι αν έχει συμβεί. 
Θα είναι, δηλαδή, σαν να παίρνει θέση. 
Δεν αντιλαμβάνεται την πράξη του αυτή ως πράξη φιλανθρωπίας, όπως θα έπρεπε, αλλά ως πηγή πιθανών προβλημάτων. Βρίσκει, μάλιστα, ως εύκολη δικαιολογία το γεγονός ότι όλο και κάποιος άλλος άνθρωπος θα δει τον χτυπημένο και θα του συμπαρασταθεί∙ τόσοι άνθρωποι περνούν από εκεί, οπότε, ακόμη κι αν εκείνος προσπεράσει, ο χτυπημένος δεν...
.............
η συνέχεια εδώ

Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Απογευματινό τσάι

«Απ’ όλα μπορείς να σωθείς
εκτός απ’ τη νοσταλγία σου για κάτι πολύ μακρινό
που δεν το θυμάσαι.»
Lady at the Tea Table by Mary Stevenson Cassatt
Άλλα γιατί με κατηγορούν για σκοτεινές προθέσεις. Ίσως
γιατί στέκομαι πάντα κάτω από μια μαρκίζα, αλλά δε βλέπουν
ότι μια ζωή δεν αρκεί
όταν αρχίζει να βρέχει. Κι αλήθεια τι θα συμβεί αύριο; Τι συνέβη
χτες; Πράξεις χωρίς καμιά σημασία
που κάνουν ακόμα πιο βαθύ το μυστήριο κι οι νεκροί μας φεύγοντας
άφησαν στην είσοδο αυτή την ακαθόριστη ελπίδα
που κάνει πιο αβέβαιο τον κόσμο. Όλα τόσο θολά, σαν μια
συνομιλία σ' έναν πολυθόρυβο δρόμο
«μα δεν ακούς, λοιπόν — δεν ακούς;» «ν' ακούσω τι;»
μια θλίψη παράξενη σαν κάποιος που έμαθε το μυστικό σου ν'
απομακρύνεται αδιάφορος
κι άλλοτε είδα ανθρώπους πάνω στις έρημες αποβάθρες
να χειρονομούν απεγνωσμένα — ποιόν ειδοποιούσαν; Τι ήθελαν να
πουν;

Απ’ όλα μπορείς να σωθείς
εκτός απ’ τη νοσταλγία σου για κάτι πολύ μακρινό
που δεν το θυμάσαι.

Έτσι, παρ' όλο που το σπίτι ήταν άδειο, κανείς δεν ερχόταν,
«αλήθεια, πόσος καιρός πέρασε», σκεφτόμουν
και θα πεθάνουμε ολομόναχοι — κι εκείνο το μικρό καράβι που
μας χάρισαν σε κάποια παιδικά γενέθλια
μας πήγε μακριά. (Πότε γυρίσαμε χωρίς να το καταλάβουμε!)
Τώρα περιπλανιέμαι σε βράδια που δε θα ξανάρθουν ποτέ ή μένω
κλεισμένος στην κάμαρα μου —
μόνο, για το Θεό, μην τραβήξετε την κουρτίνα
είναι ανατριχιαστικό!

«Μια μέρα θα ξαναγυρίσουμε, είχε πει ο Φίλιππος, αλλά θα 'ναι
αργά» και σκέφτηκα τα φαντάσματα
που εμφανίζονται όταν όλα έχουν τελειώσει (κι ίσως για να
κρύψουν ακριβώς αυτό).
Άλλα τώρα χειμώνιασε, ας κατεβούμε στην κήπο κι ας θάψουμε
τα παλιά χειρόγραφα.
Και κάποτε θα τρομάξεις
όταν καταλάβεις ποιος είσαι.

Κι οι εραστές υστέρα από μια νύχτα απερίγραπτη ξυπνάνε σ' ένα
φτωχό πρωινό του Νοέμβρη
ενώ η βρύση στο νιπτήρα στάζει αργά σαν υπόμνηση της μονότονης
διαδοχής των ήμερων.
Και πεθαίνουμε στερημένοι σ' έναν παράδεισο από λέξεις.

Κι άξαφνα
έρχεται η στιγμή που πρέπει να επιστρέψεις, βράδιασε,
στη σάλα έχουν ανάψει τα φώτα — στάθηκα στο διάδρομο,
είχα ένα σπουδαίο άλλοθι, αλλά το ξεχνούσα την κρίσιμη στιγμή —
με κατηγορούσαν ότι συναντούσα, λέει, κρυφά τις σκιές τού παλιού
σχολείου
ναι, δεν το αρνούμαι, όμως χυνόταν μόνο το δικό μου αίμα
κι υστέρα τα θλιβερά απογεύματα στέκομαι συνήθως έξω από
κάποιο ορφανοτροφείο
κι απορούσα μάλιστα που στα άσυλα μοιράζουν πάντα τόσο νωρίς
το δείπνο, ίσως γιατί το σούρουπο είναι μια δύσκολη ώρα
και καλύτερα να 'χει κανείς αλλού το νου του. Έξαλλου, εγώ έχω
το άπειρο, τι να τις κάνω τις γνωριμίες.

Γι’ αυτό κιόλας μ' αρέσει να χαιρετώ τα πλοία που φεύγουν για τον
Άγιο Δομίνικο
ή έφτιαχνα πύργους με παμπάλαιες εφημερίδες που 'γραφαν για
μια χαμένη εξέγερση — ποιος τη θυμάται;
κι αυτό το μυστικό που περίμενα χρόνια: κάποιος, λέει, θα με
πλησίαζε και θα μου το ‘λεγε ξαφνικά —
έτσι δεν πρόσεξα τίποτ' άλλο στον κόσμο. Κι εσύ, καλέ μου φίλε,
μόλις πεθάνω
θα σου γράψω με ειλικρίνεια, θα σου πω για τον άνθρωπο που μ'
έφτυσε
για το κονιάκ που μου λείπει, για τα πουλιά το πρωί που με
ξαναγυρίζουν στο σπίτι τού παππού.

Κ’ η Τερέζα
κάθε φορά που πίναμε τσάι και μου επέστρεφε το φλιτζάνι, το χέρι
της ήταν ωχρό
απ’ το μακρύ ταξίδι — που είχε πάει και πότε θα γυρίσουν οι νεκροί
«δε σέβεστε λοιπόν ούτε το άπειρο;» τραύλισα, γι' αυτό ετοιμάζω
τις αποσκευές μου
αλλά δεν απομακρύνομαι — αφού για να γνωρίσεις τον κόσμο αρκεί
εν' ανεξήγητο όνειρο.
Τότε το εκκρεμές άρχισε να χτυπάει κι ακούστηκε η ώρα του
αναπότρεπτου
έτρεξα να τους προλάβω στη σκάλα, «κανείς δεν πέθανε, τους
λέω, μα όλοι είναι σιωπηλοί μάρτυρες γι' αύριο»
ενώ την ίδια στιγμή «κάπως έτσι θα 'ναι η τιμωρία», σκεφτόμουν
— όπως και τα παιδικά μας χρόνια την ώρα του θανάτου μας
θα 'ναι εκεί και θα μας περιμένουν.

Και συχνά τις νύχτες ανέβηκα στις γέφυρες των σταθμών
και κοίταξα τα φωτισμένα τραίνα να χάνονται πέρα στο πουθενά.
Ώ εποχή μου, όλα ειπώθηκαν
και μόνο το φθινόπωρο συνεχίζει το αιώνιο παράπονο του.

Ώσπου σιγά-σιγά το παρελθόν γίνεται όλο και περισσότερο αίνιγμα
και το φως της μέρας δεν έχει επιείκεια γι' αυτούς που ενδίδουν
κι υστέρα είναι κι εκείνο το επικίνδυνο άστρο μιας αναγνώρισης
που άργησε
οι φίλοι που πέθαναν, οι άλλοι που χάθηκαν κυνηγώντας κάτι
άπιαστο
λέξεις συμπόνιας που κάνουν τον κόσμο ακόμα πιο τρωτό
κι αυτή η αίσθηση ότι όλα όσα ζήσαμε ήταν λάθος κι ότι από αύριο
ίσως αρχίσει η αληθινή μας ζωή.
Ποιόν θέλουμε να ξεγελάσουμε ή ποιος μας εμπαίζει;

Και καμία φορά τη νύχτα μια κραυγή που ζητάει βοήθεια
ακούγεται απ’ το παρελθόν — ακριβώς γιατί ποτέ δεν το ζήσαμε
ή μας βασανίζουν αναμνήσεις από γεγονότα που δε συνέβησαν
ποτέ — αλλά ποιος είναι βέβαιος για το τι συνέβη;
εξάλλου η κάμαρα μου μοιάζει με όλες τις κάμαρες της γης, θέλω
να πω πόσο στο βάθος είμαστε άδικοι ή ξένοι.

Ώ, που έζησα μια ζωή συγκεχυμένη, ακαθόριστη σαν ένα όνειρο
που το ξεχνάς το πρωί και μετά το ξαναθυμάσαι, μέχρι που
δεν ξέρεις αν ήταν όνειρο ή το ίδιο το πεπρωμένο. Και είδα τ'
ανοιχτά παράθυρα σα μεγάλα βιβλία της ερημιάς
όπου διάβασα το ποτέ και το τίποτα. Κι έπρεπε εγώ απ’ αυτό
το ποτέ και το τίποτα
να φτιάξω μια ποίηση για πάντα.

Συλλογή: «ΜΙΚΡΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΟΝΕΙΡΑ - 3», 1987
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 366-370