Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Απογευματινό τσάι

«Απ’ όλα μπορείς να σωθείς
εκτός απ’ τη νοσταλγία σου για κάτι πολύ μακρινό
που δεν το θυμάσαι.»
Lady at the Tea Table by Mary Stevenson Cassatt
Άλλα γιατί με κατηγορούν για σκοτεινές προθέσεις. Ίσως
γιατί στέκομαι πάντα κάτω από μια μαρκίζα, αλλά δε βλέπουν
ότι μια ζωή δεν αρκεί
όταν αρχίζει να βρέχει. Κι αλήθεια τι θα συμβεί αύριο; Τι συνέβη
χτες; Πράξεις χωρίς καμιά σημασία
που κάνουν ακόμα πιο βαθύ το μυστήριο κι οι νεκροί μας φεύγοντας
άφησαν στην είσοδο αυτή την ακαθόριστη ελπίδα
που κάνει πιο αβέβαιο τον κόσμο. Όλα τόσο θολά, σαν μια
συνομιλία σ' έναν πολυθόρυβο δρόμο
«μα δεν ακούς, λοιπόν — δεν ακούς;» «ν' ακούσω τι;»
μια θλίψη παράξενη σαν κάποιος που έμαθε το μυστικό σου ν'
απομακρύνεται αδιάφορος
κι άλλοτε είδα ανθρώπους πάνω στις έρημες αποβάθρες
να χειρονομούν απεγνωσμένα — ποιόν ειδοποιούσαν; Τι ήθελαν να
πουν;

Απ’ όλα μπορείς να σωθείς
εκτός απ’ τη νοσταλγία σου για κάτι πολύ μακρινό
που δεν το θυμάσαι.

Έτσι, παρ' όλο που το σπίτι ήταν άδειο, κανείς δεν ερχόταν,
«αλήθεια, πόσος καιρός πέρασε», σκεφτόμουν
και θα πεθάνουμε ολομόναχοι — κι εκείνο το μικρό καράβι που
μας χάρισαν σε κάποια παιδικά γενέθλια
μας πήγε μακριά. (Πότε γυρίσαμε χωρίς να το καταλάβουμε!)
Τώρα περιπλανιέμαι σε βράδια που δε θα ξανάρθουν ποτέ ή μένω
κλεισμένος στην κάμαρα μου —
μόνο, για το Θεό, μην τραβήξετε την κουρτίνα
είναι ανατριχιαστικό!

«Μια μέρα θα ξαναγυρίσουμε, είχε πει ο Φίλιππος, αλλά θα 'ναι
αργά» και σκέφτηκα τα φαντάσματα
που εμφανίζονται όταν όλα έχουν τελειώσει (κι ίσως για να
κρύψουν ακριβώς αυτό).
Άλλα τώρα χειμώνιασε, ας κατεβούμε στην κήπο κι ας θάψουμε
τα παλιά χειρόγραφα.
Και κάποτε θα τρομάξεις
όταν καταλάβεις ποιος είσαι.

Κι οι εραστές υστέρα από μια νύχτα απερίγραπτη ξυπνάνε σ' ένα
φτωχό πρωινό του Νοέμβρη
ενώ η βρύση στο νιπτήρα στάζει αργά σαν υπόμνηση της μονότονης
διαδοχής των ήμερων.
Και πεθαίνουμε στερημένοι σ' έναν παράδεισο από λέξεις.

Κι άξαφνα
έρχεται η στιγμή που πρέπει να επιστρέψεις, βράδιασε,
στη σάλα έχουν ανάψει τα φώτα — στάθηκα στο διάδρομο,
είχα ένα σπουδαίο άλλοθι, αλλά το ξεχνούσα την κρίσιμη στιγμή —
με κατηγορούσαν ότι συναντούσα, λέει, κρυφά τις σκιές τού παλιού
σχολείου
ναι, δεν το αρνούμαι, όμως χυνόταν μόνο το δικό μου αίμα
κι υστέρα τα θλιβερά απογεύματα στέκομαι συνήθως έξω από
κάποιο ορφανοτροφείο
κι απορούσα μάλιστα που στα άσυλα μοιράζουν πάντα τόσο νωρίς
το δείπνο, ίσως γιατί το σούρουπο είναι μια δύσκολη ώρα
και καλύτερα να 'χει κανείς αλλού το νου του. Έξαλλου, εγώ έχω
το άπειρο, τι να τις κάνω τις γνωριμίες.

Γι’ αυτό κιόλας μ' αρέσει να χαιρετώ τα πλοία που φεύγουν για τον
Άγιο Δομίνικο
ή έφτιαχνα πύργους με παμπάλαιες εφημερίδες που 'γραφαν για
μια χαμένη εξέγερση — ποιος τη θυμάται;
κι αυτό το μυστικό που περίμενα χρόνια: κάποιος, λέει, θα με
πλησίαζε και θα μου το ‘λεγε ξαφνικά —
έτσι δεν πρόσεξα τίποτ' άλλο στον κόσμο. Κι εσύ, καλέ μου φίλε,
μόλις πεθάνω
θα σου γράψω με ειλικρίνεια, θα σου πω για τον άνθρωπο που μ'
έφτυσε
για το κονιάκ που μου λείπει, για τα πουλιά το πρωί που με
ξαναγυρίζουν στο σπίτι τού παππού.

Κ’ η Τερέζα
κάθε φορά που πίναμε τσάι και μου επέστρεφε το φλιτζάνι, το χέρι
της ήταν ωχρό
απ’ το μακρύ ταξίδι — που είχε πάει και πότε θα γυρίσουν οι νεκροί
«δε σέβεστε λοιπόν ούτε το άπειρο;» τραύλισα, γι' αυτό ετοιμάζω
τις αποσκευές μου
αλλά δεν απομακρύνομαι — αφού για να γνωρίσεις τον κόσμο αρκεί
εν' ανεξήγητο όνειρο.
Τότε το εκκρεμές άρχισε να χτυπάει κι ακούστηκε η ώρα του
αναπότρεπτου
έτρεξα να τους προλάβω στη σκάλα, «κανείς δεν πέθανε, τους
λέω, μα όλοι είναι σιωπηλοί μάρτυρες γι' αύριο»
ενώ την ίδια στιγμή «κάπως έτσι θα 'ναι η τιμωρία», σκεφτόμουν
— όπως και τα παιδικά μας χρόνια την ώρα του θανάτου μας
θα 'ναι εκεί και θα μας περιμένουν.

Και συχνά τις νύχτες ανέβηκα στις γέφυρες των σταθμών
και κοίταξα τα φωτισμένα τραίνα να χάνονται πέρα στο πουθενά.
Ώ εποχή μου, όλα ειπώθηκαν
και μόνο το φθινόπωρο συνεχίζει το αιώνιο παράπονο του.

Ώσπου σιγά-σιγά το παρελθόν γίνεται όλο και περισσότερο αίνιγμα
και το φως της μέρας δεν έχει επιείκεια γι' αυτούς που ενδίδουν
κι υστέρα είναι κι εκείνο το επικίνδυνο άστρο μιας αναγνώρισης
που άργησε
οι φίλοι που πέθαναν, οι άλλοι που χάθηκαν κυνηγώντας κάτι
άπιαστο
λέξεις συμπόνιας που κάνουν τον κόσμο ακόμα πιο τρωτό
κι αυτή η αίσθηση ότι όλα όσα ζήσαμε ήταν λάθος κι ότι από αύριο
ίσως αρχίσει η αληθινή μας ζωή.
Ποιόν θέλουμε να ξεγελάσουμε ή ποιος μας εμπαίζει;

Και καμία φορά τη νύχτα μια κραυγή που ζητάει βοήθεια
ακούγεται απ’ το παρελθόν — ακριβώς γιατί ποτέ δεν το ζήσαμε
ή μας βασανίζουν αναμνήσεις από γεγονότα που δε συνέβησαν
ποτέ — αλλά ποιος είναι βέβαιος για το τι συνέβη;
εξάλλου η κάμαρα μου μοιάζει με όλες τις κάμαρες της γης, θέλω
να πω πόσο στο βάθος είμαστε άδικοι ή ξένοι.

Ώ, που έζησα μια ζωή συγκεχυμένη, ακαθόριστη σαν ένα όνειρο
που το ξεχνάς το πρωί και μετά το ξαναθυμάσαι, μέχρι που
δεν ξέρεις αν ήταν όνειρο ή το ίδιο το πεπρωμένο. Και είδα τ'
ανοιχτά παράθυρα σα μεγάλα βιβλία της ερημιάς
όπου διάβασα το ποτέ και το τίποτα. Κι έπρεπε εγώ απ’ αυτό
το ποτέ και το τίποτα
να φτιάξω μια ποίηση για πάντα.

Συλλογή: «ΜΙΚΡΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΟΝΕΙΡΑ - 3», 1987
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 366-370

Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Ἐπιμύθιο

optical-illusions-photo-manipulation-surreal-eric-johansson-16

Τότε, χτύπησαν τήν πόρτα. Ἐγώ, ἀφελής ὅπως πάντα, πῆγα κι

ἄνοιξα. Κι ἔτσι μιά καινούργια θλίψη μπήκε στόν κόσμο.

Συλλογή: «ΒΙΟΛΕΤΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ
ΕΝΟΤΗΤΑ: ΜΙΚΡΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ», 1985
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 323

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Το ρόδο

Οι ανταύγειες του φεγγαριού στα τζάμια σαν τα μικρά
αποσπάσματα ενός ονείρου
που κυνηγάμε χρόνια. Έρωτες για πράγματα μακρινά, φιλίες με
δρόμους, ή άστρα
κι η παιδικότητα που σε ό,τι καλύτερο είχε, έμεινε για πάντα
άγνωστη.
Ώσπου μια νύχτα παραμέρισα τη ζωή μου και βρήκα το ωραίο

ρόδο που μου είχαν υποσχεθεί.



Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Α», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 452

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Γράμματα στον υπόνομο

«κι αυτό το ωραίο όνειρο μας πήγε τόσο μακριά που δεν
    ξαναβρήκαμε το δρόμο»
Hey That's No Way To Say Goodbye - Leonard Cohen Art Print
Οι απελπισμένοι δε φοβούνται τα μεγάλα λόγια
έτσι θα 'ρθει ο καιρός που θ' ανοίξω το παράθυρο και θα χαιρετήσω
    τα χαμένα καράβια
«για ποιο ταξίδι ονειρευτό» όπως έλεγε νέος, σχεδόν παιδί, ένας
    φίλος μου ποιητής —
α, ζήσαμε μεγάλα χρόνια, όμως πράγματα ασήμαντα μας πέθαναν
κι αυτό το ωραίο όνειρο μας πήγε τόσο μακριά που δεν
    ξαναβρήκαμε το δρόμο
με τα ρολόγια σταματημένα στη μοναδική ώρα: την ώρα που
    αργήσαμε
κι ο ταχυδρόμος που κουράστηκε κι έριξε όλα τα γράμματα στον
    υπόνομο,
ίσως εκεί να ήταν η απάντηση κι εγώ γιατί δε γυρίζω πίσω, ποιος
    με κρατάει σ' αυτήν την ηλικία
γράφοντας μακροσκελή ποιήματα σαν παρατεταμένα σινιάλα στην
    υστεροφημία
κι αν φοβάμαι τη νύχτα δεν είναι οι τύψεις ή τα φαντάσματα αλλά
    αυτή η απειλητική ευωδιά των ρόδων που ερημώνει τα
    προάστια —
πρέπει να 'σαι προικισμένος για τη δυστυχία...


Συλλογή: «ΒΙΟΛΕΤΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ 
ΕΝΟΤΗΤΑ: ΣΚΙΕΣ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΝΑ ΦΩΤΑ», 1985
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 263

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Σελήνη 20 ημερών / «Κ’ η ποίηση είναι σα ν' ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό».

Γεγονότα και πρόσωπα της πιο ωραίας μου ζωής, της
   φανταστικής,
που δεν την έζησα ποτέ και θα την κληροδοτήσω ανέπαφη στους
   μεταγενέστερους.
Και συχνά σχεδίασα ταξίδια στο άγνωστο - θέλω να πω καλύτερα
   να μη ρωτάει κανείς
γιατί ώσπου να γυρίσω εκείνο το βράδυ απ' το συμβολαιογραφείο
   του θείου Ιάκωβου
                                   είχαν όλοι πεθάνει -
από τότε περιπλανιέμαι στην τύχη ή αργοπορώ στα δωμάτια
   φτηνών ξενοδοχείων
όπου στενάζει το ανεκπλήρωτο των εραστών, απομεινάρια μοναξιάς
 κάτω απ' τα έπιπλα, σκιές από φτωχές αμαρτίες.
Και συνήθως τα πράγματα που κράτησες στα χέρια σου
χάνονταν μυστηριωδώς: σα να 'σουν κάπου αλλού την ώρα που τα
   χρησιμοποιούσες.
Ίσως γι αυτό κι οι αποτυχίες σου δε σε πλήγωσαν ποτέ, αφού
   βέβαια την ώρα που αποτύχαινες
εσύ δεν ήσουν εδώ. Που ήσουν λοιπόν;
                                                                       Και γιατί γύρισες;
Στο δρόμο, κάτω απ' τη βροχή, εκείνος ο άγνωστος στεκόταν
   χρόνια τώρα
ακουμπισμένος στο φανοστάτη. Ποιός άγνωστος! Κι οι φλόγες των
   κεριών τα βράδια
που τις σαλεύει μια πνοή από κάποια πανάρχαιη συγνώμη - ποιόν
συγχωρεί;

Εγώ, όσο μπορώ να θυμηθώ, στεκόμουν στη μικρή γέφυρα του
   πατρικού κήπου
σε κάποια γέφυρα τέλος πάντων - κι ένιωθα σα να μ' έχουν
   μυστικά ετοιμάσει
να υποδεχτώ τη μητέρα
                                               τη μέρα που θα με γεννούσε.

Έτσι κι οι εραστές μέσα στην κάμαρα απλώνουν τα χέρια ο ένας
   στον άλλον
ενώ εκείνοι στέκονται έξω, μόνοι.

Λοιπόν, τι κάνουμε εδώ και πότε θ' αλλάξει ο κόσμος, γιατί όπως
   όλοι μας
έζησα κι εγώ αφηρημένα - βέβαια αγάπησα τα ιδανικά της
   ανθρωπότητας
αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα (κι αλήθεια κάποτε παιδιά
αφήναμε στη μέση τις υπερπόντιες εκστρατείες μας για ν'
   ανεβάσουμε έν' άρρωστο πουλί στο δέντρο)
και τις νύχτες σχεδίαζα έκτακτα δρομολόγια τραίνων για κείνους
   που άργησαν
ή ονειρεύομαι να ζήσω υπέροχα, απερίσπαστος από προσωπικές
   ευδαιμονίες
και στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος μπροστά στους άλλους όπως
   οι νεκροί
έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα.

Τώρα ανεβαίνω σε μιαν άμαξα απ' αυτές που διασχίζουν
   τον ύπνο μου
και δραπετεύω. Θα με ξαναβρείτε στα ωραιότερα ποιήματα του
   άλλου αιώνα
να νοσταλγώ τον Θεό.

Αλλά τις νύχτες παίρνω χάπια και πλαγιάζω νωρίς, όχι για να
   κοιμηθώ,
αλλά για να πάω σε παράξενες συναντήσεις με ανθρώπους που έχασα
ή με πρόσωπα αβέβαια, θαμπά, πριν από χρόνια σε κάποιες
   νύχτες ξαφνικά συναντημένα - και δόξα τω Θεώ δεν κατάλαβα
   ποτέ τον κόσμο
κι αυτό το ρίγος που διατρέχει το σπίτι είναι από πράξεις που
   αποφύγαμε (και μετανιώσαμε)
μεγάλα γεγονότα που χάθηκαν μες στη συντομία των ημερών,
   σκέψεις υπέροχες που αρκέστηκαν στα δάκρυα
και τις νύχτες η πικρή ανάμνηση εκείνων που σε πρόδωσαν
και ο ύπνος τους συγχωρούσε. Κι αγάπησα τις λέξεις που με
   ταπείνωσαν γιατί με ανακαλούσαν σε μιαν άλλη παιδικότητα.

Α, έχασα τις μέρες μου
                                         αναζητώντας τη ζωή μου.

Ώσπου σιγά σιγά όλα σωπαίνουν και μόνο το χαλασμένο πάτωμα
τρίζει δυσοίωνα - συλλογιέμαι τους δρόμους έρημους κατά κει που
   φύγαν τα χρόνια
τα θρανία να σαπίζουν κάτω απ' τα παλιά υπόστεγα και το ρολόι
   πάνω στον κομό
χτυπούσε σα μια πληγή, αλλά γιατί να μας παιδεύουν πράγματα
   που τα 'χουμε ξεχάσει
ενώ τα βράδια η σελήνη έβγαινε απαλά απ' τα σύννεφα
φωτίζοντας τα χλωμά χέρια των παιδιών που θα πεθάνουν σε λίγο
   και τα όνειρα των τρελών
που είναι ίσως αθάνατοι - στιγμές που ανοίγεις ένα παράθυρο σα
   να λύνεις ένα αίνιγμα
ή κλείνεις μια πόρτα σα να συνοψίζεις μια ζωή.

Όμως, εγώ το προαισθανόμουνα ότι αυτή η υπόθεση που άρχισε
   τόσο αινιγματικά
θα τελείωνε εντελώς ανεξήγητα - τι θέλω να πω; μα γιατί οι
   άνθρωποι να θέλουν πάντα κάτι να πούνε;
κι άλλοτε διάβαζα τα γράμματα που είχα γράψει ο ίδιος στον
   εαυτό μου
έτσι δε μου 'λειψε ποτέ μια μικρή ανταπόκριση -
                                                                                θυμάμαι κάποτε
που κουρασμένος κάθισα πάνω στη βαλίτσα μου σε κάποιον έρημο
   σταθμό:
περίμενα να περάσει ένα παιδικό τραίνο ή να κατέβει από ένα
   βασιλικό βαγόνι η αξέχαστη Ρεζεντά
γιατί υπήρξα κι εγώ παιδί κι ύστερα νέος κι έκλαψα σε μοναχικά
δωμάτια
ή στο πάρκο, νύχτες... 'Ω μακρινά πράγματα του κόσμου, δε θα
σας γνωρίσουμε ποτέ
όμως εσείς είναι που δίνετε αυτό το νόημα στη ζωή μας.

Λόγια που δεν τα καταλάβαμε παρά όταν ήταν πια αργά,
πράξεις ακατανόητες που εξηγήθηκαν μια νύχτα σ' έναν εφιάλτη
κι ίσως η μεγάλη περιπέτεια μας περίμενε σε μια πάροδο που δεν
   της δώσαμε σημασία.

Όμως
η πραγματικότητα, φίλοι μου, έχει πεθάνει από καιρό, γι' αυτό σαν
   πέφτει η νύχτα
θυμηθείτε με. Και συχνά διέσχισα μεγάλους δρόμους χωρίς να
   φτάσω ακόμα πουθενά -
με το φόβο ότι κάποια στιγμή θα εννοήσω, ίσως γι αυτό ενδίδω
   εύκολα κι αχ
δε θα μάθει ποτέ κανείς ποιός είναι ο προορισμός του, "μα,
   επιτέλους, τι ζητάς;" με ρωτούσε η εξαδέλφη
"να με θυμούνται, εξαδέλφη".

Κι αλήθεια πόσοι δε χάθηκαν σε μια κάμαρα που δεν τους
   περίμενε κανείς
και κοίταξα πίσω απ' τις κουρτίνες μήπως και ξαναβρώ τα
   παιδικά μου χρόνια
ή τα βήματα ενός μοναχικού διαβάτη αργά τη νύχτα μου θύμιζαν
   πάντα
πόσο εφήμεροι είμαστε... Κ’ η ποίηση είναι σα ν' ανεβαίνεις μια
   φανταστική σκάλα
για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.

Ά, πότε θα γυρίσουμε, είναι αργά, φέρτε έν' αμάξι από κείνα τα
   παλιά
που στάθμευαν στις πλατείες των προαστίων ή απ' αυτά που
   φτιάχνουν οι σκιές τ' απόβραδο
κι εγώ γιατί μεγάλωσα στη σκάλα; τι περίμενα; Φωνές μακρινές
   ακουσμένες στ' όνειρο
ή μια νύχτα ερήμωσης κι η ηδονή να κλαίς σιωπηλά για πράγματα
   ξεχασμένα απ' όλους
ούτε θα ξαναβρούμε εκείνη την εποχή που ζήσαμε ότι καλύτερο
είχαμε: τον έρωτα για ένα χρωματιστό βότσαλο, τη μυστική ταφή
   ενός πουλιού
ή ένα γράμμα που πήγαμε στο ταχυδρομείο χωρίς διεύθυνση, γιατί
   ο παιδικός φίλος του καλοκαιριού είχε φύγει ξαφνικά χωρίς να
   μας ειδοποιήσει, "μα δεν έχω διεύθυνση" είπε ο υπάλληλος -
   από τότε ξέρεις πως ο κόσμος δεν μπορεί να σου δώσει καμιά
   βοήθεια.
Εξάλλου ήρθε ο καιρός να παραδεχτούμε ότι δεν κάναμε κι εμείς
   τίποτα σπουδαίο. Άλλα και ποιό είναι το σπουδαίο; Και σε τι
   θα βοηθούσε;
Άνθρωποι που μας ξεγέλασε η τύχη ή μας πρόδωσε τ' όνειρο
κι ω μάταιες ελπίδες, πόσο σας αγαπήσαμε έναν καιρό.

Σελήνη 20 ημερών απόψε... Πως έφυγαν τα χρόνια!

Συλλογή: «ΜΙΚΡΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΟΝΕΙΡΑ - 1», 1987
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 355-360