Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Ἐπιμύθιο

optical-illusions-photo-manipulation-surreal-eric-johansson-16

Τότε, χτύπησαν τήν πόρτα. Ἐγώ, ἀφελής ὅπως πάντα, πῆγα κι

ἄνοιξα. Κι ἔτσι μιά καινούργια θλίψη μπήκε στόν κόσμο.

Συλλογή: «ΒΙΟΛΕΤΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ
ΕΝΟΤΗΤΑ: ΜΙΚΡΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ», 1985
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 323

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Το ρόδο

Οι ανταύγειες του φεγγαριού στα τζάμια σαν τα μικρά
αποσπάσματα ενός ονείρου
που κυνηγάμε χρόνια. Έρωτες για πράγματα μακρινά, φιλίες με
δρόμους, ή άστρα
κι η παιδικότητα που σε ό,τι καλύτερο είχε, έμεινε για πάντα
άγνωστη.
Ώσπου μια νύχτα παραμέρισα τη ζωή μου και βρήκα το ωραίο

ρόδο που μου είχαν υποσχεθεί.



Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Α», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 452

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Γράμματα στον υπόνομο

«κι αυτό το ωραίο όνειρο μας πήγε τόσο μακριά που δεν
    ξαναβρήκαμε το δρόμο»
Hey That's No Way To Say Goodbye - Leonard Cohen Art Print
Οι απελπισμένοι δε φοβούνται τα μεγάλα λόγια
έτσι θα 'ρθει ο καιρός που θ' ανοίξω το παράθυρο και θα χαιρετήσω
    τα χαμένα καράβια
«για ποιο ταξίδι ονειρευτό» όπως έλεγε νέος, σχεδόν παιδί, ένας
    φίλος μου ποιητής —
α, ζήσαμε μεγάλα χρόνια, όμως πράγματα ασήμαντα μας πέθαναν
κι αυτό το ωραίο όνειρο μας πήγε τόσο μακριά που δεν
    ξαναβρήκαμε το δρόμο
με τα ρολόγια σταματημένα στη μοναδική ώρα: την ώρα που
    αργήσαμε
κι ο ταχυδρόμος που κουράστηκε κι έριξε όλα τα γράμματα στον
    υπόνομο,
ίσως εκεί να ήταν η απάντηση κι εγώ γιατί δε γυρίζω πίσω, ποιος
    με κρατάει σ' αυτήν την ηλικία
γράφοντας μακροσκελή ποιήματα σαν παρατεταμένα σινιάλα στην
    υστεροφημία
κι αν φοβάμαι τη νύχτα δεν είναι οι τύψεις ή τα φαντάσματα αλλά
    αυτή η απειλητική ευωδιά των ρόδων που ερημώνει τα
    προάστια —
πρέπει να 'σαι προικισμένος για τη δυστυχία...


Συλλογή: «ΒΙΟΛΕΤΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ 
ΕΝΟΤΗΤΑ: ΣΚΙΕΣ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΝΑ ΦΩΤΑ», 1985
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 263

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Σελήνη 20 ημερών / «Κ’ η ποίηση είναι σα ν' ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό».

Γεγονότα και πρόσωπα της πιο ωραίας μου ζωής, της
   φανταστικής,
που δεν την έζησα ποτέ και θα την κληροδοτήσω ανέπαφη στους
   μεταγενέστερους.
Και συχνά σχεδίασα ταξίδια στο άγνωστο - θέλω να πω καλύτερα
   να μη ρωτάει κανείς
γιατί ώσπου να γυρίσω εκείνο το βράδυ απ' το συμβολαιογραφείο
   του θείου Ιάκωβου
                                   είχαν όλοι πεθάνει -
από τότε περιπλανιέμαι στην τύχη ή αργοπορώ στα δωμάτια
   φτηνών ξενοδοχείων
όπου στενάζει το ανεκπλήρωτο των εραστών, απομεινάρια μοναξιάς
 κάτω απ' τα έπιπλα, σκιές από φτωχές αμαρτίες.
Και συνήθως τα πράγματα που κράτησες στα χέρια σου
χάνονταν μυστηριωδώς: σα να 'σουν κάπου αλλού την ώρα που τα
   χρησιμοποιούσες.
Ίσως γι αυτό κι οι αποτυχίες σου δε σε πλήγωσαν ποτέ, αφού
   βέβαια την ώρα που αποτύχαινες
εσύ δεν ήσουν εδώ. Που ήσουν λοιπόν;
                                                                       Και γιατί γύρισες;
Στο δρόμο, κάτω απ' τη βροχή, εκείνος ο άγνωστος στεκόταν
   χρόνια τώρα
ακουμπισμένος στο φανοστάτη. Ποιός άγνωστος! Κι οι φλόγες των
   κεριών τα βράδια
που τις σαλεύει μια πνοή από κάποια πανάρχαιη συγνώμη - ποιόν
συγχωρεί;

Εγώ, όσο μπορώ να θυμηθώ, στεκόμουν στη μικρή γέφυρα του
   πατρικού κήπου
σε κάποια γέφυρα τέλος πάντων - κι ένιωθα σα να μ' έχουν
   μυστικά ετοιμάσει
να υποδεχτώ τη μητέρα
                                               τη μέρα που θα με γεννούσε.

Έτσι κι οι εραστές μέσα στην κάμαρα απλώνουν τα χέρια ο ένας
   στον άλλον
ενώ εκείνοι στέκονται έξω, μόνοι.

Λοιπόν, τι κάνουμε εδώ και πότε θ' αλλάξει ο κόσμος, γιατί όπως
   όλοι μας
έζησα κι εγώ αφηρημένα - βέβαια αγάπησα τα ιδανικά της
   ανθρωπότητας
αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα (κι αλήθεια κάποτε παιδιά
αφήναμε στη μέση τις υπερπόντιες εκστρατείες μας για ν'
   ανεβάσουμε έν' άρρωστο πουλί στο δέντρο)
και τις νύχτες σχεδίαζα έκτακτα δρομολόγια τραίνων για κείνους
   που άργησαν
ή ονειρεύομαι να ζήσω υπέροχα, απερίσπαστος από προσωπικές
   ευδαιμονίες
και στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος μπροστά στους άλλους όπως
   οι νεκροί
έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα.

Τώρα ανεβαίνω σε μιαν άμαξα απ' αυτές που διασχίζουν
   τον ύπνο μου
και δραπετεύω. Θα με ξαναβρείτε στα ωραιότερα ποιήματα του
   άλλου αιώνα
να νοσταλγώ τον Θεό.

Αλλά τις νύχτες παίρνω χάπια και πλαγιάζω νωρίς, όχι για να
   κοιμηθώ,
αλλά για να πάω σε παράξενες συναντήσεις με ανθρώπους που έχασα
ή με πρόσωπα αβέβαια, θαμπά, πριν από χρόνια σε κάποιες
   νύχτες ξαφνικά συναντημένα - και δόξα τω Θεώ δεν κατάλαβα
   ποτέ τον κόσμο
κι αυτό το ρίγος που διατρέχει το σπίτι είναι από πράξεις που
   αποφύγαμε (και μετανιώσαμε)
μεγάλα γεγονότα που χάθηκαν μες στη συντομία των ημερών,
   σκέψεις υπέροχες που αρκέστηκαν στα δάκρυα
και τις νύχτες η πικρή ανάμνηση εκείνων που σε πρόδωσαν
και ο ύπνος τους συγχωρούσε. Κι αγάπησα τις λέξεις που με
   ταπείνωσαν γιατί με ανακαλούσαν σε μιαν άλλη παιδικότητα.

Α, έχασα τις μέρες μου
                                         αναζητώντας τη ζωή μου.

Ώσπου σιγά σιγά όλα σωπαίνουν και μόνο το χαλασμένο πάτωμα
τρίζει δυσοίωνα - συλλογιέμαι τους δρόμους έρημους κατά κει που
   φύγαν τα χρόνια
τα θρανία να σαπίζουν κάτω απ' τα παλιά υπόστεγα και το ρολόι
   πάνω στον κομό
χτυπούσε σα μια πληγή, αλλά γιατί να μας παιδεύουν πράγματα
   που τα 'χουμε ξεχάσει
ενώ τα βράδια η σελήνη έβγαινε απαλά απ' τα σύννεφα
φωτίζοντας τα χλωμά χέρια των παιδιών που θα πεθάνουν σε λίγο
   και τα όνειρα των τρελών
που είναι ίσως αθάνατοι - στιγμές που ανοίγεις ένα παράθυρο σα
   να λύνεις ένα αίνιγμα
ή κλείνεις μια πόρτα σα να συνοψίζεις μια ζωή.

Όμως, εγώ το προαισθανόμουνα ότι αυτή η υπόθεση που άρχισε
   τόσο αινιγματικά
θα τελείωνε εντελώς ανεξήγητα - τι θέλω να πω; μα γιατί οι
   άνθρωποι να θέλουν πάντα κάτι να πούνε;
κι άλλοτε διάβαζα τα γράμματα που είχα γράψει ο ίδιος στον
   εαυτό μου
έτσι δε μου 'λειψε ποτέ μια μικρή ανταπόκριση -
                                                                                θυμάμαι κάποτε
που κουρασμένος κάθισα πάνω στη βαλίτσα μου σε κάποιον έρημο
   σταθμό:
περίμενα να περάσει ένα παιδικό τραίνο ή να κατέβει από ένα
   βασιλικό βαγόνι η αξέχαστη Ρεζεντά
γιατί υπήρξα κι εγώ παιδί κι ύστερα νέος κι έκλαψα σε μοναχικά
δωμάτια
ή στο πάρκο, νύχτες... 'Ω μακρινά πράγματα του κόσμου, δε θα
σας γνωρίσουμε ποτέ
όμως εσείς είναι που δίνετε αυτό το νόημα στη ζωή μας.

Λόγια που δεν τα καταλάβαμε παρά όταν ήταν πια αργά,
πράξεις ακατανόητες που εξηγήθηκαν μια νύχτα σ' έναν εφιάλτη
κι ίσως η μεγάλη περιπέτεια μας περίμενε σε μια πάροδο που δεν
   της δώσαμε σημασία.

Όμως
η πραγματικότητα, φίλοι μου, έχει πεθάνει από καιρό, γι' αυτό σαν
   πέφτει η νύχτα
θυμηθείτε με. Και συχνά διέσχισα μεγάλους δρόμους χωρίς να
   φτάσω ακόμα πουθενά -
με το φόβο ότι κάποια στιγμή θα εννοήσω, ίσως γι αυτό ενδίδω
   εύκολα κι αχ
δε θα μάθει ποτέ κανείς ποιός είναι ο προορισμός του, "μα,
   επιτέλους, τι ζητάς;" με ρωτούσε η εξαδέλφη
"να με θυμούνται, εξαδέλφη".

Κι αλήθεια πόσοι δε χάθηκαν σε μια κάμαρα που δεν τους
   περίμενε κανείς
και κοίταξα πίσω απ' τις κουρτίνες μήπως και ξαναβρώ τα
   παιδικά μου χρόνια
ή τα βήματα ενός μοναχικού διαβάτη αργά τη νύχτα μου θύμιζαν
   πάντα
πόσο εφήμεροι είμαστε... Κ’ η ποίηση είναι σα ν' ανεβαίνεις μια
   φανταστική σκάλα
για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.

Ά, πότε θα γυρίσουμε, είναι αργά, φέρτε έν' αμάξι από κείνα τα
   παλιά
που στάθμευαν στις πλατείες των προαστίων ή απ' αυτά που
   φτιάχνουν οι σκιές τ' απόβραδο
κι εγώ γιατί μεγάλωσα στη σκάλα; τι περίμενα; Φωνές μακρινές
   ακουσμένες στ' όνειρο
ή μια νύχτα ερήμωσης κι η ηδονή να κλαίς σιωπηλά για πράγματα
   ξεχασμένα απ' όλους
ούτε θα ξαναβρούμε εκείνη την εποχή που ζήσαμε ότι καλύτερο
είχαμε: τον έρωτα για ένα χρωματιστό βότσαλο, τη μυστική ταφή
   ενός πουλιού
ή ένα γράμμα που πήγαμε στο ταχυδρομείο χωρίς διεύθυνση, γιατί
   ο παιδικός φίλος του καλοκαιριού είχε φύγει ξαφνικά χωρίς να
   μας ειδοποιήσει, "μα δεν έχω διεύθυνση" είπε ο υπάλληλος -
   από τότε ξέρεις πως ο κόσμος δεν μπορεί να σου δώσει καμιά
   βοήθεια.
Εξάλλου ήρθε ο καιρός να παραδεχτούμε ότι δεν κάναμε κι εμείς
   τίποτα σπουδαίο. Άλλα και ποιό είναι το σπουδαίο; Και σε τι
   θα βοηθούσε;
Άνθρωποι που μας ξεγέλασε η τύχη ή μας πρόδωσε τ' όνειρο
κι ω μάταιες ελπίδες, πόσο σας αγαπήσαμε έναν καιρό.

Σελήνη 20 ημερών απόψε... Πως έφυγαν τα χρόνια!

Συλλογή: «ΜΙΚΡΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΟΝΕΙΡΑ - 1», 1987
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 355-360

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2020

Άθως Δημουλάς — Ορφεύς

Την πρώτη φορά, η ζωή της αγαπημένης σου
έσβησε όπως των θνητών όλων, αν και
πρόωρα κάπως κι αναπάντεχα. Η απώλειά της
δυστυχία σου. Τόση, ώστε οι θεοί, από οίκτο
για σένα, κι άλλη ζωή τής χάρισαν, δεύτερη.
Που, όμως, πριν τη ζήσει, έσβησε η ανυπομονησία σου
— ιδιότητα πολύ ανθρώπινη.

Τώρα, μαζί της για να βρίσκεσαι,
ένας μονάχα σου απομένει δρόμος.
Ώς τα μισά τον ξέρεις. Πιο πέρα
τώρα, πέρ’ απ’ την πύλη —του Άδη—
πρέπει να προχωρήσεις. Όμως
τη διώχνεις τέτοια σκέψη. Γιατί,
ως φαίνεται, απ’ ό,τι ζοφερό είδες
μέχρις εκεί, η ζωή, ακόμα
και χωρίς την Ευρυδίκη, γλυκιά είναι.
Τόσο, που ανενδοίαστα, αδίσταχτα
την προτίμησες — απόφαση πολύ ανθρώπινη.

Βέβαια πια, η λύρα σου σε τόνους
μεγαλόπνοους βαθιάς μελαγχολίας 

θα ψάλλει τον χαμένο έρωτα,
σε τόνους που ίσως συγκινητικότερους 
δεν έχει ακούσει ο κόσμος.

Αλλά
πιο δυνατούς, πιστεύω, τόνους, και συνεπείς
και γνήσιους θα έδινε η λύρα, αν έψελνε
άλλα, πιο μικρά πράγματα, πιο απλά:
αυτά, που στη ζωή σε κράτησαν.

anemourion

Άθως Δημουλάς — Ο ποιητής

Και άλλης μιας αισθήσεως κάτοχος, έκτης, για τις άπειρες προεκτάσεις της πραγματικότητας. Κάθε διάχυτης, φευγαλέας λεπτότητας επίμονος και προσεκτικός συλλέκτης.
Συντηρητής ακούραστος μεγάλης ποσότητας αισθημάτων και ονείρων. Και πλεονέκτης: δεν του επαρκεί να είναι μόνο δέκτης τόσο ευαίσθητος, θέλει της δεκτικότητας

αυτής αναστροφή. Σε στίχο.
Που σκοποί της ζωής του είναι πια. Ολοκληρωτικός.
Γι αυτό κινεί τ΄ αδιανόητα. Και παίκτης

«εν ου παικτοίς» γίνεται συχνά. Πομπός
απ΄ ό,τι δέχεται θα επιστρέφει ασφαλώς περισσότερα.

Γιατί ο ποιητής είναι ρέκτης*.


* δραστήριος, ακούραστος