Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2020

Άθως Δημουλάς — Ορφεύς

Την πρώτη φορά, η ζωή της αγαπημένης σου
έσβησε όπως των θνητών όλων, αν και
πρόωρα κάπως κι αναπάντεχα. Η απώλειά της
δυστυχία σου. Τόση, ώστε οι θεοί, από οίκτο
για σένα, κι άλλη ζωή τής χάρισαν, δεύτερη.
Που, όμως, πριν τη ζήσει, έσβησε η ανυπομονησία σου
— ιδιότητα πολύ ανθρώπινη.

Τώρα, μαζί της για να βρίσκεσαι,
ένας μονάχα σου απομένει δρόμος.
Ώς τα μισά τον ξέρεις. Πιο πέρα
τώρα, πέρ’ απ’ την πύλη —του Άδη—
πρέπει να προχωρήσεις. Όμως
τη διώχνεις τέτοια σκέψη. Γιατί,
ως φαίνεται, απ’ ό,τι ζοφερό είδες
μέχρις εκεί, η ζωή, ακόμα
και χωρίς την Ευρυδίκη, γλυκιά είναι.
Τόσο, που ανενδοίαστα, αδίσταχτα
την προτίμησες — απόφαση πολύ ανθρώπινη.

Βέβαια πια, η λύρα σου σε τόνους
μεγαλόπνοους βαθιάς μελαγχολίας 

θα ψάλλει τον χαμένο έρωτα,
σε τόνους που ίσως συγκινητικότερους 
δεν έχει ακούσει ο κόσμος.

Αλλά
πιο δυνατούς, πιστεύω, τόνους, και συνεπείς
και γνήσιους θα έδινε η λύρα, αν έψελνε
άλλα, πιο μικρά πράγματα, πιο απλά:
αυτά, που στη ζωή σε κράτησαν.

anemourion

Άθως Δημουλάς — Ο ποιητής

Και άλλης μιας αισθήσεως κάτοχος, έκτης, για τις άπειρες προεκτάσεις της πραγματικότητας. Κάθε διάχυτης, φευγαλέας λεπτότητας επίμονος και προσεκτικός συλλέκτης.
Συντηρητής ακούραστος μεγάλης ποσότητας αισθημάτων και ονείρων. Και πλεονέκτης: δεν του επαρκεί να είναι μόνο δέκτης τόσο ευαίσθητος, θέλει της δεκτικότητας

αυτής αναστροφή. Σε στίχο.
Που σκοποί της ζωής του είναι πια. Ολοκληρωτικός.
Γι αυτό κινεί τ΄ αδιανόητα. Και παίκτης

«εν ου παικτοίς» γίνεται συχνά. Πομπός
απ΄ ό,τι δέχεται θα επιστρέφει ασφαλώς περισσότερα.

Γιατί ο ποιητής είναι ρέκτης*.


* δραστήριος, ακούραστος

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Επιστροφή

Ένα βράδυ καθώς φύσηξε απ' τ' ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα
ανέμισε λίγο κ’ ύστερα κάθισε στην άκρη της καρέκλας σαν ένας
φίλος που γυρίζει απ’ τ’ ανεπίστρεπτο.
Shine is a painting by Sharlene Schmidt
Βέβαια δε θα μείνει πολύ.
Μόνο που ανησυχώ. Τα τελευταία χρόνια το σχέδιο της πόλης
αλλάζει γρήγορα και πώς θα μας βρίσκουνε σε λίγο οι νεκροί μας
φίλοι. Γιαυτό σε κάθε γωνιά πρέπει να βάλουμε κάποιο σημάδι:
μια συντροφιά παιδιών που τραγουδούν, ένα καφενείο με χαμηλω-
μένα φώτα ή ένα ρολόι θαμμένο στον κήπο. Αν και αυτοί ξέρουν
τώρα την ώρα. Ησυχία!


Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ - Α», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 446

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Αναχώρηση

Τα ρολόγια σημαίνουν τις χαμένες ώρες, αλλά κανείς δεν τα πι- 
       στεύει,
The Nightingale - Fairyland, 1926
ά τ' ατέλειωτα σήματα κινδύνου που έστειλα και δε μου χει ακόμα
          κανείς αποκριθεί -
όμως κάποτε θα προσπαθήσω να θυμηθώ, να θυμηθώ πως έφτασα
         εδώ,
έγιναν όλα τόσο γρήγορα, οι φίλοι σκόρπισαν, άλλοι χάθηκαν
         στον πόλεμο, άλλοι στη στροφή του δρόμου
οι ερωτευμένοι παντρεύτηκαν και τώρα γερνάνε πλάι σε ανθρώπους
        ξένους
τ' απογέματα σηκώνεται καμιά φορά αγέρας, χτυπούν σαν τύψεις
        τα παραθυρόφυλλα - για ποιο ωραίο σφάλμα άραγε;
κι η παιδικότητα: ένα ουράνιο σχόλιο στο αίνιγμα να υπάρχουμε.

Κι όταν κάποτε φύγω δε θα πάρω μαζί μου παρά λίγο βιολετί απ'
       το δειλινό κι έν' άστρο από κάποιο παραμύθι.


Από τη συλλογή «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου» 

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2020

Νικηφόρος Βρεττάκος — Επιστροφή από τους Δελφούς

Ξέχειλη θάλασσα, καρδιά, ὅπου θέλεις πήγαινέ μας!
Δίπλα μας πάνω στό ἅρμα του, ταξίδευε ὁ Ἡνίοχος.
Ἀκολουθοῦσαν πίσω μας οἱ Φαιδριάδες.

Ἀντίλαλοι παράξενοι γύριζαν μές στή νύχτα,
μιά νύχτα πού δέν ἔμοιαζε ὅπως τίς ἄλλες νύχτες
τοῦ κόσμου᾿ τόσο πού, μπρός της, παραμέρισαν
ἀκόμα κι οἱ βασιλικές νύχτες τῶν παιδικῶν μου χρόνων.

Ἤτανε τόσο διάφεγγα ὅλα καί ξεχωρίζαν
τά βουνά τόσο φωτεινά, πού ἔμοιαζε σάμπως κάποιος
συμπαντικός λαμπαδηφόρος, τοῦ Πυθίου Ἀπόλλωνος
Ἀποσταλμένος, τρέχοντας στά ὕψη, νά μᾶς συνόδευε
φωτίζοντας μ’ ἕναν πυρσό πάνω μας τόν ὁρίζοντα.

Πάνω ἀπ’ τά ἐλάτια τοῦ βουνοῦ, ὁλόχρυσο, παιχνιδίζοντας,
ἔτρεχε ἀνάλαφρο μαζί μας το δρεπάνι τοῦ φεγγαριοῦ,
σάν ἀλαφάκι, ὥσπου ἔδυσε τέλος κι ὁ κόσμος ἄλλαξε
σάμπως νά γύρισε ὁ Θεός σελίδα. Σάμπως νἄγινε
πάνω μας μιά παράξενη ἄνοιξη, ὁ οὐρανός
ἔμοιαζε με κλαδί ἀνθισμένο.

Ὄρθιος ὁ Ἡνίοχοςστό πλάϊ μας πάντα,
λάσκαρε κάθε τόσο τά γκέμια,
κοίταζε πάνω του τό σύμπαν καί χαμογελοῦσε.

Βλέπαμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο παραξενεμένοι.
Δέν ξέραμε ἄν ἤτανε νύχτα στή γῆ ἤ μέρα,
κάπου, σέ κάποιον κόσμον ἄλλο. Καί δέν ξέραμε
τί εἶχε συμβεῖ πάνω στή γῆ. Νιώθαμε τήν ψυχή μας
θησαυρισμένη μουσική. Φεύγαμε κι οἱ καρδιές μας
χτυποῦσαν ὅπως τό πρωΐ οἱ καμπάνες. Θά τελειώσει;

Μέσα μας ζούσαμε ἕναν φόβο. Τοῦτο τό ταξίδι
μπορεῖ σέ λίγο νά τελειώσει; Θεέ μου, θά τελειώσει;
Καί τί θά γίνει αὐτό τό φῶς ὅλο πού ἀναδιπλώνεται
καί ξεχειλίζει καί κυλάει παντοῦ, σέ μιάν ἀδιάκοπη
ἄμπωτη, σάν νά μή χωράει; Τά πάντα ἔλαμπαν σάμπως
νά βγήκανε ὅλες οἱ ἄνοιξες τῶν αἰώνων στό στερέωμα
καί βάδιζαν σιγά -σιγά βαστάζοντας ἀστέρια
καί λουλούδια στά χέρια

(Καί γιά πρώτη φορά το
νιώθαμε πώς ὑπάρχουνε στόν κόσμο αὐτόν
ὧρες πού εἶναι ἔξω ἀπό τό χρόνο. Πού δέν ξέρεις
πόσο διαρκοῦνε. Μῆνες; Χρόνια; Αἰῶνες;
Πού ἰσοζυγιάζουν ὅλη μας τή ζωή).
Ἄς μή τελειώσει!
Χωρίς κουβέντα, χωρίς ψίθυρο, σά νἆχαν
οἱ λέξεις ὅλες εἰπωθεῖ, σά νά μήν ἔκανε,
σά νά μή ξέραμε καμιά γλώσσα, ὅπως τ’ ἀστέρια
καί τά ἔλατα τοῦ Παρνασσοῦ, σιωπούσαμε. Ἕνα δάκρυ
εἶναι μιά γλώσσα πού μιλεῖ μ’ ἀναρίθμητες λέξεις,
κάτω ἀπ’ τήν ἁγιωσύνη τοῦ στερεώματος,
ὅταν γυρνᾶς ἀπ’ τούς Δελφούς, μέ μόλις
συγκρατημένους τούς λυγμούς. Νομίζαμε
πώς κάτι ἀκούονταν ἁπαλά, σάμπως πάνω ἀπ’ τ’ ἀστέρι της
νἄπαιζεν ἡ Σαπφώ τή λύρα της᾿ ἐνῶ ὅλα σιωπούσανε
κι ἐμεῖς, καί τ’ ἄστρα, κι οἱ ποιητές τῶν αἰώνων, καί τ’ ἀγέρι
τό κοιμισμένο στίς ἐλιές πάνω καί δέν ἀκούγονταν
παρά μόνο οἱ ἀντίλαλοι τῶν Φαιδριάδων,
πού βούϊζαν κι ἀντιβούϊζαν μέσα σέ ὅλη τή νύχτα,
τή νύχτα αὐτή τήν πιό ὄμορφη τῆς ζωῆς μας πού ποτέ
δέν θά ξανάρθει, ἀντίλαλοι πού ἔμοιαζαν σάμπως κάποιος
πρωτάγγελος μές στή σιωπή, ὄρθιος, νά ἐπαναλάβαινε:
“Ὤ, μά τόν Δία! Τί χρειάζονται οἱ λέξεις στήν ἀγάπη;”

Πέφτουν σάν κρίνα οἱ διάττοντες, οἱ ἀντίλαλοι σαλεύουν
τίς γιασεμιές τῶν οὐρανῶν. Δέν εἶχε μείνει πόρτα
κλειστή. Λουλούδι ὁλάνθιστο. Ἄστρο σβυστό. Χαμήλωνε
ντυμένη ὅλες τίς χάρες της ἡ παντοδυναμία!
Καί καθώς ταξιδεύαμε, νιώθαμε ὡς νά μήν ἦταν
δρόμος κάτω ἀπ’ τά πόδια μας καί γῆς. Σάν νά μᾶς πήγαινε
λικνίζοντάς μας πάνω του ἕνα τρελλό ποτάμι!
Ξέχειλη θάλασσα, καρδιά, ὅπου θέλεις πήγαινέ μας!
από τη συλλογή “Ο χρόνος και το ποτάμι

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020

Νικηφόρος Βρεττάκος — Μὲς τὴ διαφάνεια τοῦ πρωινοῦ

Κι ἐνῷ κάτω ἀπ᾿ τὴ στέγη μου γέρνω τὸ μέτωπό μου
κι ἀκούω σκυμμένος τοῦ δικοῦ μου κόσμου τὶς καμπάνες,
ἀπ᾿ ἔξω ὑπάρχεις ἐσύ: φῶς, στερέωμα, οὐρανός.
Sunrise Mountain Painting
Μὲς τὴ διαφάνεια τοῦ πρωινοῦ ἄνοιξα τὰ παράθυρά μου καὶ σ᾿ εἶδ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὰ σημεῖα χαρούμενη νὰ κατεβαίνεις, πλαγιὰ-πλαγιὰ τοὺς οὐρανούς, πλαγιὰ-πλαγιὰ τοὺς λόφους, σὰ νἄρχεσαι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κι ἀπ᾿ τὴν πηγὴ τοῦ κόσμου. Κουδούνια καὶ χαμόγελα τὸ φόρεμά σου
ποὺ τὸ φιλοῦν, καὶ τὸ γυρίζουν οἱ αὖρες στὸ γαλάζιο
κι εἶσαι παντοῦ μὲ μι᾿ ἀγκαλιὰ τριαντάφυλλα ποὺ φέγγουν τὶς πέτρες χρωματίζοντας γύρω μου ὅταν βραδιάζει.
Μὰ ὅταν νυχτώνει, κλείνοντας τὰ τέσσερα παράθυρά μου, ἐνῷ στὸ σκοῦρο θαλασσὶ παίρνουν ν᾿ ἀνθίζουν τ᾿ ἄστρα, σμίγω ἔξω μὲ τοῦ σύμπαντος τὸ μέγα φῶς, τὸ φῶς σου, λιώνοντας τὴν εἰκόνα σου σ᾿ ἄχνινα συννεφάκια.
Κι ἐνῷ κάτω ἀπ᾿ τὴ στέγη μου γέρνω τὸ μέτωπό μου
κι ἀκούω σκυμμένος τοῦ δικοῦ μου κόσμου τὶς καμπάνες,
ἀπ᾿ ἔξω ὑπάρχεις ἐσύ: φῶς, στερέωμα, οὐρανός.