Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Αναχώρηση

Τα ρολόγια σημαίνουν τις χαμένες ώρες, αλλά κανείς δεν τα πι- 
       στεύει,
The Nightingale - Fairyland, 1926
ά τ' ατέλειωτα σήματα κινδύνου που έστειλα και δε μου χει ακόμα
          κανείς αποκριθεί -
όμως κάποτε θα προσπαθήσω να θυμηθώ, να θυμηθώ πως έφτασα
         εδώ,
έγιναν όλα τόσο γρήγορα, οι φίλοι σκόρπισαν, άλλοι χάθηκαν
         στον πόλεμο, άλλοι στη στροφή του δρόμου
οι ερωτευμένοι παντρεύτηκαν και τώρα γερνάνε πλάι σε ανθρώπους
        ξένους
τ' απογέματα σηκώνεται καμιά φορά αγέρας, χτυπούν σαν τύψεις
        τα παραθυρόφυλλα - για ποιο ωραίο σφάλμα άραγε;
κι η παιδικότητα: ένα ουράνιο σχόλιο στο αίνιγμα να υπάρχουμε.

Κι όταν κάποτε φύγω δε θα πάρω μαζί μου παρά λίγο βιολετί απ'
       το δειλινό κι έν' άστρο από κάποιο παραμύθι.


Από τη συλλογή «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου» 

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2020

Νικηφόρος Βρεττάκος — Επιστροφή από τους Δελφούς

Ξέχειλη θάλασσα, καρδιά, ὅπου θέλεις πήγαινέ μας!
Δίπλα μας πάνω στό ἅρμα του, ταξίδευε ὁ Ἡνίοχος.
Ἀκολουθοῦσαν πίσω μας οἱ Φαιδριάδες.

Ἀντίλαλοι παράξενοι γύριζαν μές στή νύχτα,
μιά νύχτα πού δέν ἔμοιαζε ὅπως τίς ἄλλες νύχτες
τοῦ κόσμου᾿ τόσο πού, μπρός της, παραμέρισαν
ἀκόμα κι οἱ βασιλικές νύχτες τῶν παιδικῶν μου χρόνων.

Ἤτανε τόσο διάφεγγα ὅλα καί ξεχωρίζαν
τά βουνά τόσο φωτεινά, πού ἔμοιαζε σάμπως κάποιος
συμπαντικός λαμπαδηφόρος, τοῦ Πυθίου Ἀπόλλωνος
Ἀποσταλμένος, τρέχοντας στά ὕψη, νά μᾶς συνόδευε
φωτίζοντας μ’ ἕναν πυρσό πάνω μας τόν ὁρίζοντα.

Πάνω ἀπ’ τά ἐλάτια τοῦ βουνοῦ, ὁλόχρυσο, παιχνιδίζοντας,
ἔτρεχε ἀνάλαφρο μαζί μας το δρεπάνι τοῦ φεγγαριοῦ,
σάν ἀλαφάκι, ὥσπου ἔδυσε τέλος κι ὁ κόσμος ἄλλαξε
σάμπως νά γύρισε ὁ Θεός σελίδα. Σάμπως νἄγινε
πάνω μας μιά παράξενη ἄνοιξη, ὁ οὐρανός
ἔμοιαζε με κλαδί ἀνθισμένο.

Ὄρθιος ὁ Ἡνίοχοςστό πλάϊ μας πάντα,
λάσκαρε κάθε τόσο τά γκέμια,
κοίταζε πάνω του τό σύμπαν καί χαμογελοῦσε.

Βλέπαμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο παραξενεμένοι.
Δέν ξέραμε ἄν ἤτανε νύχτα στή γῆ ἤ μέρα,
κάπου, σέ κάποιον κόσμον ἄλλο. Καί δέν ξέραμε
τί εἶχε συμβεῖ πάνω στή γῆ. Νιώθαμε τήν ψυχή μας
θησαυρισμένη μουσική. Φεύγαμε κι οἱ καρδιές μας
χτυποῦσαν ὅπως τό πρωΐ οἱ καμπάνες. Θά τελειώσει;

Μέσα μας ζούσαμε ἕναν φόβο. Τοῦτο τό ταξίδι
μπορεῖ σέ λίγο νά τελειώσει; Θεέ μου, θά τελειώσει;
Καί τί θά γίνει αὐτό τό φῶς ὅλο πού ἀναδιπλώνεται
καί ξεχειλίζει καί κυλάει παντοῦ, σέ μιάν ἀδιάκοπη
ἄμπωτη, σάν νά μή χωράει; Τά πάντα ἔλαμπαν σάμπως
νά βγήκανε ὅλες οἱ ἄνοιξες τῶν αἰώνων στό στερέωμα
καί βάδιζαν σιγά -σιγά βαστάζοντας ἀστέρια
καί λουλούδια στά χέρια

(Καί γιά πρώτη φορά το
νιώθαμε πώς ὑπάρχουνε στόν κόσμο αὐτόν
ὧρες πού εἶναι ἔξω ἀπό τό χρόνο. Πού δέν ξέρεις
πόσο διαρκοῦνε. Μῆνες; Χρόνια; Αἰῶνες;
Πού ἰσοζυγιάζουν ὅλη μας τή ζωή).
Ἄς μή τελειώσει!
Χωρίς κουβέντα, χωρίς ψίθυρο, σά νἆχαν
οἱ λέξεις ὅλες εἰπωθεῖ, σά νά μήν ἔκανε,
σά νά μή ξέραμε καμιά γλώσσα, ὅπως τ’ ἀστέρια
καί τά ἔλατα τοῦ Παρνασσοῦ, σιωπούσαμε. Ἕνα δάκρυ
εἶναι μιά γλώσσα πού μιλεῖ μ’ ἀναρίθμητες λέξεις,
κάτω ἀπ’ τήν ἁγιωσύνη τοῦ στερεώματος,
ὅταν γυρνᾶς ἀπ’ τούς Δελφούς, μέ μόλις
συγκρατημένους τούς λυγμούς. Νομίζαμε
πώς κάτι ἀκούονταν ἁπαλά, σάμπως πάνω ἀπ’ τ’ ἀστέρι της
νἄπαιζεν ἡ Σαπφώ τή λύρα της᾿ ἐνῶ ὅλα σιωπούσανε
κι ἐμεῖς, καί τ’ ἄστρα, κι οἱ ποιητές τῶν αἰώνων, καί τ’ ἀγέρι
τό κοιμισμένο στίς ἐλιές πάνω καί δέν ἀκούγονταν
παρά μόνο οἱ ἀντίλαλοι τῶν Φαιδριάδων,
πού βούϊζαν κι ἀντιβούϊζαν μέσα σέ ὅλη τή νύχτα,
τή νύχτα αὐτή τήν πιό ὄμορφη τῆς ζωῆς μας πού ποτέ
δέν θά ξανάρθει, ἀντίλαλοι πού ἔμοιαζαν σάμπως κάποιος
πρωτάγγελος μές στή σιωπή, ὄρθιος, νά ἐπαναλάβαινε:
“Ὤ, μά τόν Δία! Τί χρειάζονται οἱ λέξεις στήν ἀγάπη;”

Πέφτουν σάν κρίνα οἱ διάττοντες, οἱ ἀντίλαλοι σαλεύουν
τίς γιασεμιές τῶν οὐρανῶν. Δέν εἶχε μείνει πόρτα
κλειστή. Λουλούδι ὁλάνθιστο. Ἄστρο σβυστό. Χαμήλωνε
ντυμένη ὅλες τίς χάρες της ἡ παντοδυναμία!
Καί καθώς ταξιδεύαμε, νιώθαμε ὡς νά μήν ἦταν
δρόμος κάτω ἀπ’ τά πόδια μας καί γῆς. Σάν νά μᾶς πήγαινε
λικνίζοντάς μας πάνω του ἕνα τρελλό ποτάμι!
Ξέχειλη θάλασσα, καρδιά, ὅπου θέλεις πήγαινέ μας!
από τη συλλογή “Ο χρόνος και το ποτάμι

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020

Νικηφόρος Βρεττάκος — Μὲς τὴ διαφάνεια τοῦ πρωινοῦ

Κι ἐνῷ κάτω ἀπ᾿ τὴ στέγη μου γέρνω τὸ μέτωπό μου
κι ἀκούω σκυμμένος τοῦ δικοῦ μου κόσμου τὶς καμπάνες,
ἀπ᾿ ἔξω ὑπάρχεις ἐσύ: φῶς, στερέωμα, οὐρανός.
Sunrise Mountain Painting
Μὲς τὴ διαφάνεια τοῦ πρωινοῦ ἄνοιξα τὰ παράθυρά μου καὶ σ᾿ εἶδ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὰ σημεῖα χαρούμενη νὰ κατεβαίνεις, πλαγιὰ-πλαγιὰ τοὺς οὐρανούς, πλαγιὰ-πλαγιὰ τοὺς λόφους, σὰ νἄρχεσαι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κι ἀπ᾿ τὴν πηγὴ τοῦ κόσμου. Κουδούνια καὶ χαμόγελα τὸ φόρεμά σου
ποὺ τὸ φιλοῦν, καὶ τὸ γυρίζουν οἱ αὖρες στὸ γαλάζιο
κι εἶσαι παντοῦ μὲ μι᾿ ἀγκαλιὰ τριαντάφυλλα ποὺ φέγγουν τὶς πέτρες χρωματίζοντας γύρω μου ὅταν βραδιάζει.
Μὰ ὅταν νυχτώνει, κλείνοντας τὰ τέσσερα παράθυρά μου, ἐνῷ στὸ σκοῦρο θαλασσὶ παίρνουν ν᾿ ἀνθίζουν τ᾿ ἄστρα, σμίγω ἔξω μὲ τοῦ σύμπαντος τὸ μέγα φῶς, τὸ φῶς σου, λιώνοντας τὴν εἰκόνα σου σ᾿ ἄχνινα συννεφάκια.
Κι ἐνῷ κάτω ἀπ᾿ τὴ στέγη μου γέρνω τὸ μέτωπό μου
κι ἀκούω σκυμμένος τοῦ δικοῦ μου κόσμου τὶς καμπάνες,
ἀπ᾿ ἔξω ὑπάρχεις ἐσύ: φῶς, στερέωμα, οὐρανός.

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Νικηφόρος Βρεττάκος — Δίχως ἐσέ

Δίχως ἐσὲ δὲν θἄβρισκαν
νερὸ τὰ περιστέρια
δίχως ἐσὲ δὲ θἄναβε
τὸ φῶς ὁ Θεὸς στὶς βρύσες του

'Geometric Pigeon', is an oil on canvas painting by Egyptian artist Taher Abdel Azeem.
Μηλιὰ σπέρνει στὸν ἄνεμο
τ᾿ ἄνθη της, στὴν ποδιά σου
φέρνεις νερὸ ἀπ᾿ τὸν οὐρανό,
φῶτα σταχυῶν κι ἀπάνω σου
φεγγάρι ἀπὸ σπουργῖτες.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης - Ὁ κῆπος

Frederick Carl Frieseke [1874-1939] was an American Impressionist painter
who spent most of his life as an expatriate in France.
«Ἔζησα θλιμμένα γιατί ἄκαρδος πατέρας μου δέν εἶχε οὔτε
στοργή οὔτε ὄνειρα», μοῦ έλεγε η μακρινή θεία τοῦ κήπου. Κι
αὐτή θά ἦταν ὅλη ἡ ἱστορία της ἄν ἕνα ἀνθισμένο κλαδί δὲν ἄγγι-
ζε τά γκρίζα μαλλιά της.

Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ - Γ», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 539

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης - Το φευγαλέο καμπαναριό

«κι αυτή η αλλόκοτη ευδαιμονία που νιώθεις καμιά φορά,
         ακόμα κι όταν όλα γύρω σου έχουν γίνει στάχτη – ίσως
         αυτό είναι ο Θεός»
Jacques Callot, Beggar with Rosary (ca. 1622)
Κάθε πρωί ξυπνώντας κρατάω τα κλειδιά ενός κόσμου που
         βασίλεψα μέσα στ’ όνειρο,
οι μύγες τρέχουν ταραγμένες σαν κάτι πολύ σπουδαίο να έχουν
          μόλις πληροφορηθεί
οι φτωχοί όταν τους ταπεινώνουν κοιτάζουν στο βάθος του
         καπέλου τους σα να ’ναι εκεί προφυλαγμένη η αληθινή
         τους ζωή
πρόσωπα λησμονημένα που δε θέλουν να πεθάνουν
τοπία εντελώς αδιάφορα σαν εκείνους που λένε πολλά
θυμάμαι, παιδί, τα τζιτζίκια ή τις μέλισσες κι ύστερα τους
           χαμένους συντρόφους εδώ κι εκεί
κάποτε πιάναμε φιλίες με το άγνωστο πίσω απ’ τον καναπέ
αργότερα έφτασε μια νύχτα να τραβήξεις την κουρτίνα για ν’
         αντικρίσεις όλο το ανεπίστρεπτο
κι αυτή η αλλόκοτη ευδαιμονία που νιώθεις καμιά φορά,
         ακόμα κι όταν όλα γύρω σου έχουν γίνει στάχτη – ίσως
         αυτό είναι ο Θεός
οι αναμνήσεις δεν έχουν οίκτο, η σιωπή είναι η μόνη ελευθερία
η ματαιότητα είναι ένας κήπος όπου παίζουμε τους αθάνατους
μαντίλια αποχαιρετισμού ανεμίζουν στο βάθος – ποιός φεύγει;
         τι σημασία έχει,
η μητέρα κι ο πατέρας πέθαναν, τ’ αδέρφια πέθαναν, περάσαν
         τα χρόνια – ούτε τα φαντάσματά τους δεν εμφανίζονται
         πια,
λοιπόν, γιατί απορείτε που βιάζομαι; είναι μια γνωριμία από
         μιαν άλλη ζωή και τρέχω να την ξαναβρώ,
στον καθένα μας υπάρχει ένα έγκλημα που το ’χουμε ξεχάσει –
         αλλά φοβόμαστε τον ύπνο
ο νέος που υπήρξα πεθαίνει ακόμα μες στους καθρέφτες
κι άλλοτε «θα χιονίζει στη Σιβηρία» σκέφτομαι, αλλά θα μου
          πείτε τι μ’ ένοιαζε – λάθος, γιατί εγώ είμαι διεθνιστής και
          κρυώνω
η ζωή μας στη διάθεση των άλλων σαν την επιγραφή ενός
          τάφου
αλλά όταν εν’ αστέρι πέφτει το βράδυ, φέρνει ειδήσεις στα
          παιδιά
ή όταν φεύγουν τα πουλιά το φθινόπωρο, ποιος θα χτυπήσει
          φιλικά στον ώμο το φυλακισμένο
και συχνά τις νύχτες οι νεκροί σύντροφοι παραμερίζουν με
          κόπο τη λήθη για να μου στείλουν λίγα δάκρυα,
κόσμος μικρόψυχος που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα πάνω
          απ’ το δέντρο που βρέχεται –
ο ήχος ενός σφυριού την ώρα που βραδιάζει, η μυρουδιά ενός
          μουσκεμένου κήπου, κάποιος περαστικός – πράγματα
          απόμακρα ή ξένα που κάποτε θα τα θυμηθείς με πόνο
κι αυτή η μυστική εύνοια που σου χαρίζεται όταν σ’ έχουν όλοι
          εγκαταλείψει
λοιπόν, ποιος είμαι; ποιος είσαι; καιρός να γνωριστούμε
          καλύτερα – ένα καμπαναριό φεύγει μες στα σύννεφα
ω, ας μην τελειώσει αυτή η νύχτα που διαβαίνω – που
          διαβαίνω ανυπεράσπιστος κι ωραίος...

Από τη συλλογή «Βιολέτες για μια εποχή», (1985)