Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020

Νικηφόρος Βρεττάκος — Μὲς τὴ διαφάνεια τοῦ πρωινοῦ

Κι ἐνῷ κάτω ἀπ᾿ τὴ στέγη μου γέρνω τὸ μέτωπό μου
κι ἀκούω σκυμμένος τοῦ δικοῦ μου κόσμου τὶς καμπάνες,
ἀπ᾿ ἔξω ὑπάρχεις ἐσύ: φῶς, στερέωμα, οὐρανός.
Sunrise Mountain Painting
Μὲς τὴ διαφάνεια τοῦ πρωινοῦ ἄνοιξα τὰ παράθυρά μου καὶ σ᾿ εἶδ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὰ σημεῖα χαρούμενη νὰ κατεβαίνεις, πλαγιὰ-πλαγιὰ τοὺς οὐρανούς, πλαγιὰ-πλαγιὰ τοὺς λόφους, σὰ νἄρχεσαι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κι ἀπ᾿ τὴν πηγὴ τοῦ κόσμου. Κουδούνια καὶ χαμόγελα τὸ φόρεμά σου
ποὺ τὸ φιλοῦν, καὶ τὸ γυρίζουν οἱ αὖρες στὸ γαλάζιο
κι εἶσαι παντοῦ μὲ μι᾿ ἀγκαλιὰ τριαντάφυλλα ποὺ φέγγουν τὶς πέτρες χρωματίζοντας γύρω μου ὅταν βραδιάζει.
Μὰ ὅταν νυχτώνει, κλείνοντας τὰ τέσσερα παράθυρά μου, ἐνῷ στὸ σκοῦρο θαλασσὶ παίρνουν ν᾿ ἀνθίζουν τ᾿ ἄστρα, σμίγω ἔξω μὲ τοῦ σύμπαντος τὸ μέγα φῶς, τὸ φῶς σου, λιώνοντας τὴν εἰκόνα σου σ᾿ ἄχνινα συννεφάκια.
Κι ἐνῷ κάτω ἀπ᾿ τὴ στέγη μου γέρνω τὸ μέτωπό μου
κι ἀκούω σκυμμένος τοῦ δικοῦ μου κόσμου τὶς καμπάνες,
ἀπ᾿ ἔξω ὑπάρχεις ἐσύ: φῶς, στερέωμα, οὐρανός.

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Νικηφόρος Βρεττάκος — Δίχως ἐσέ

Δίχως ἐσὲ δὲν θἄβρισκαν
νερὸ τὰ περιστέρια
δίχως ἐσὲ δὲ θἄναβε
τὸ φῶς ὁ Θεὸς στὶς βρύσες του

'Geometric Pigeon', is an oil on canvas painting by Egyptian artist Taher Abdel Azeem.
Μηλιὰ σπέρνει στὸν ἄνεμο
τ᾿ ἄνθη της, στὴν ποδιά σου
φέρνεις νερὸ ἀπ᾿ τὸν οὐρανό,
φῶτα σταχυῶν κι ἀπάνω σου
φεγγάρι ἀπὸ σπουργῖτες.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης - Ὁ κῆπος

Frederick Carl Frieseke [1874-1939] was an American Impressionist painter
who spent most of his life as an expatriate in France.
«Ἔζησα θλιμμένα γιατί ἄκαρδος πατέρας μου δέν εἶχε οὔτε
στοργή οὔτε ὄνειρα», μοῦ έλεγε η μακρινή θεία τοῦ κήπου. Κι
αὐτή θά ἦταν ὅλη ἡ ἱστορία της ἄν ἕνα ἀνθισμένο κλαδί δὲν ἄγγι-
ζε τά γκρίζα μαλλιά της.

Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ - Γ», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 539

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης - Το φευγαλέο καμπαναριό

«κι αυτή η αλλόκοτη ευδαιμονία που νιώθεις καμιά φορά,
         ακόμα κι όταν όλα γύρω σου έχουν γίνει στάχτη – ίσως
         αυτό είναι ο Θεός»
Jacques Callot, Beggar with Rosary (ca. 1622)
Κάθε πρωί ξυπνώντας κρατάω τα κλειδιά ενός κόσμου που
         βασίλεψα μέσα στ’ όνειρο,
οι μύγες τρέχουν ταραγμένες σαν κάτι πολύ σπουδαίο να έχουν
          μόλις πληροφορηθεί
οι φτωχοί όταν τους ταπεινώνουν κοιτάζουν στο βάθος του
         καπέλου τους σα να ’ναι εκεί προφυλαγμένη η αληθινή
         τους ζωή
πρόσωπα λησμονημένα που δε θέλουν να πεθάνουν
τοπία εντελώς αδιάφορα σαν εκείνους που λένε πολλά
θυμάμαι, παιδί, τα τζιτζίκια ή τις μέλισσες κι ύστερα τους
           χαμένους συντρόφους εδώ κι εκεί
κάποτε πιάναμε φιλίες με το άγνωστο πίσω απ’ τον καναπέ
αργότερα έφτασε μια νύχτα να τραβήξεις την κουρτίνα για ν’
         αντικρίσεις όλο το ανεπίστρεπτο
κι αυτή η αλλόκοτη ευδαιμονία που νιώθεις καμιά φορά,
         ακόμα κι όταν όλα γύρω σου έχουν γίνει στάχτη – ίσως
         αυτό είναι ο Θεός
οι αναμνήσεις δεν έχουν οίκτο, η σιωπή είναι η μόνη ελευθερία
η ματαιότητα είναι ένας κήπος όπου παίζουμε τους αθάνατους
μαντίλια αποχαιρετισμού ανεμίζουν στο βάθος – ποιός φεύγει;
         τι σημασία έχει,
η μητέρα κι ο πατέρας πέθαναν, τ’ αδέρφια πέθαναν, περάσαν
         τα χρόνια – ούτε τα φαντάσματά τους δεν εμφανίζονται
         πια,
λοιπόν, γιατί απορείτε που βιάζομαι; είναι μια γνωριμία από
         μιαν άλλη ζωή και τρέχω να την ξαναβρώ,
στον καθένα μας υπάρχει ένα έγκλημα που το ’χουμε ξεχάσει –
         αλλά φοβόμαστε τον ύπνο
ο νέος που υπήρξα πεθαίνει ακόμα μες στους καθρέφτες
κι άλλοτε «θα χιονίζει στη Σιβηρία» σκέφτομαι, αλλά θα μου
          πείτε τι μ’ ένοιαζε – λάθος, γιατί εγώ είμαι διεθνιστής και
          κρυώνω
η ζωή μας στη διάθεση των άλλων σαν την επιγραφή ενός
          τάφου
αλλά όταν εν’ αστέρι πέφτει το βράδυ, φέρνει ειδήσεις στα
          παιδιά
ή όταν φεύγουν τα πουλιά το φθινόπωρο, ποιος θα χτυπήσει
          φιλικά στον ώμο το φυλακισμένο
και συχνά τις νύχτες οι νεκροί σύντροφοι παραμερίζουν με
          κόπο τη λήθη για να μου στείλουν λίγα δάκρυα,
κόσμος μικρόψυχος που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα πάνω
          απ’ το δέντρο που βρέχεται –
ο ήχος ενός σφυριού την ώρα που βραδιάζει, η μυρουδιά ενός
          μουσκεμένου κήπου, κάποιος περαστικός – πράγματα
          απόμακρα ή ξένα που κάποτε θα τα θυμηθείς με πόνο
κι αυτή η μυστική εύνοια που σου χαρίζεται όταν σ’ έχουν όλοι
          εγκαταλείψει
λοιπόν, ποιος είμαι; ποιος είσαι; καιρός να γνωριστούμε
          καλύτερα – ένα καμπαναριό φεύγει μες στα σύννεφα
ω, ας μην τελειώσει αυτή η νύχτα που διαβαίνω – που
          διαβαίνω ανυπεράσπιστος κι ωραίος...

Από τη συλλογή «Βιολέτες για μια εποχή», (1985)

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

Λάμπρος Πορφύρας — Πεῦκα. «μαζί τους νὰ τὸ λέω τὸ τραγούδι τους, μαζί τους τ᾿ αὐγινὸ τὸ σφύριγμά τους.»

Νά ῾ταν τὰ πεῦκα τῆς πλαγιᾶς, νὰ μοῦ ῾διναν
ἀπ᾿ τὰ κλαδιά τους τ᾿ ἄμετρα μία στοῖβα,
νά ῾φτιανα σὲ μίαν ἄκρη δίπλα τους
τὴ φτωχική μου κι ἔρημη καλύβα.
Salvador Dali "The Three Pines"
Νά ῾ταν τὸ καλοκαίρι νὰ μοῦ δίνανε
τὰ φύλλα νὰ πλαγιάσω τὰ ξερά τους,
μαζί τους νὰ τὸ λέω τὸ τραγούδι τους,
μαζί τους τ᾿ αὐγινὸ τὸ σφύριγμά τους.

Κι ὕστερα τίποτ᾿ ἄλλο. Κι ὅταν θά ῾σβηνε
ἔτσι ἡ ζωή μου ἀπὸ χαρὰ γεμάτη,
λίγα κλαδιά τους πάλι νὰ μοῦ δίνανε,
νὰ γίνουν τὸ στερνό μου τὸ κρεββάτι...

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — «Όταν η ποίηση αναιρεί τη ματαιότητα της ζωής»

«…Τόσα φθινόπωρα και δε γνωρίσαμε ακόμα την ψυχή μας
κι ω συντριβή του ονείρου μας:
μας έκλεισες όλους τους δρόμους
για να μας ανοίξεις ένα μονοπάτι στο άγνωστο.»

"After The Storm" by Holly Anderson
Άρθρο της Σόνιας Ιλίνσκαγια – Αλεξανδροπούλου 

Η μετα-ουτοπική εποχή που βιώνουμε, παρ’ όλα τα ξαφνιάσματα που ζήσαμε στην πρώτη φάση της, δεν ξέσπασε απροειδοποίητα – τουλάχιστον (ας θυμηθούμε τον Καβάφη) για τους σοφούς που εκ των μελλόντων… τα προσερχόμενα αντιλαμβάνονται. 

Ασκημένη στον ήχο της ιστορίας, η ακοή του ποιητή συλλαμβάνει τη μυστική βοή… των πλησιαζόντων γεγονότων, διεισδύει στις πηγές τους, στη λογική τους. 
Οι εσωτερικές διεργασίες, σε σχετικά ανύποπτο χρόνο, αρχίζουν να εξοστρακίζουν τις μονοδιάστατες, μανιχαϊκές αντιλήψεις με ανοίγματα προς το πολυσήμαντο, το περίπλοκο και αντιθετικό. 

Σε αρκετά ποιήματα του Λειβαδίτη της ενότητας 1958 – 1964 η αίσθηση και το αίτημα της πολλαπλότητας προβάλλει ως κυρίαρχο στίγμα του ανανεωμένου ποιητικού κόσμου του – αρχίζοντας από το πρώτο, το «Υπόγειο», και κλείνοντας με το καταληκτήριο, προγραμματικό «Τέχνη», ενώ το ενδιάμεσο παίρνει τον δηλωτικό τίτλο «Και αιώνας πολλαπλότητας». 
Στην παράλληλη «Καντάτα» δίπλα στους χώρους παρουσιάζεται η πολυφωνία ατομικών περιπτώσεων με το πολυπρόσωπο ανθρώπινο δράμα – αναζητήσεων, διαψεύσεων, πολύμορφων διλημμάτων, δοκιμασίας δίχως τέλος. 
Στους μεταιχμιακούς «Τελευταίους» η πάντοτε έντονη στον Λειβαδίτη αίσθηση του τραγικού μετατοπίζεται από το πεδίο των καταστάσεων στο μόνιμο τραγικό στοιχείο της ανθρώπινης μοίρας.

Οι απώλειες δίνουν τον τόνο

Παρακολουθώντας, μέσα από την ποίηση του Λειβαδίτη, τη ροή από καταστάσεις και απώλειες που συνθέτουν τον ανθρώπινο βίο, διαπιστώνουμε πως στην ώριμη δημιουργία του τον κυρίαρχο τόνο δίνουν οι απώλειες με το πιο μόνιμο, το πιο επίμονο μοτίβο – την περιπέτεια του οράματος, την τύχη που είχαν τα «όνειρα της νεότητας».

«…Τόσα φθινόπωρα και δε γνωρίσαμε ακόμα την ψυχή μας
κι ω συντριβή του ονείρου μας:
μας έκλεισες όλους τους δρόμους
για να μας ανοίξεις ένα μονοπάτι στο άγνωστο.»

«Το ακαθόριστο πρόσωπο»

Είναι μια εξομολόγηση. Με την ύστερη, τέλεια ειλικρίνεια. Ωστόσο η πολυφωνία των καταθέσεων δημιουργεί ατμόσφαιρα διαλόγου· η κατάργηση της όποιας κατηγορηματικότητας λειτουργεί ως μια απαράβατη ηθική αρχή· η ενιαία εικόνα συντίθεται από πολλές και συχνά συγκρουόμενες – την αποκομίζουμε από το σύνολο ενός κύκλου, μιας συλλογής. Και ακόμη καλύτερα – από opera omnia. Επιλέγω ένα παράδειγμα όπου η σύγκρουση, αν και απαλή (υπάρχουν άλλες πιο δραματικές), είναι ωστόσο ενδεικτική χάρη στις ταυτόσημες αρχικές διατυπώσεις και τη φανερή διακλάδωση της συνέχειας. 

Πρόκειται για τα ποιήματα «Το άστρο του ταξιδιώτη» και «Θύελλες» της συλλογής Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, που στέκονται άλλωστε πολύ κοντά, παραλλαγές στο ίδιο θέμα του θυελλώδους ταξιδιού της ζωής.

Ω ελπίδες της νιότης μας μείνατε στη μέση του δρόμου.
Εμείς συνεχίσαμε
και να που φτάσαμε απόψε εδώ,
σ’ αυτόν τον άγνωστο τόπο, χωρίς αποσκευές,
μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι.

«Το άστρο του ταξιδιώτη»

Και:

Όνειρα της νεότητάς μου που δεν πραγματοποιηθήκατε
και με συντροφεύετε ακόμα
κι οι φίλοι μας δεν πέθαναν, απλώς
τώρα κατοικούν στο φθινόπωρο…

«Θύελλες»

Τελικά η βίωση του απραγματοποίητου, κάποιες στιγμές τραγική, φθάνει σε μια κάθαρση, όπου η εμπνευσμένη προσπάθεια κρίνεται και δικαιωμένη και νομοτελειακή της ίδιας της ζωής. 

Προσέξετε πώς τελειώνει το ποίημα «Θύελλες»:

κι ω παιδικά βλέφαρα που πεταρίζετε
άξαφνα στον ύπνο σας σα να σας άγγιξαν
οι θύελλες που έρχονται απ’ το μέλλον βιαστικά.


Η ίδια κίνηση και στο ποίημα «Δειλινό». Ας επισημάνουμε όμως παράλληλα και μια χαρακτηριστική διαφοροποίηση: η εικόνα του παιδιού που προαισθάνεται τις μελλοντικές θύελλες μάς δίνεται εδώ όχι με προσωπική πια αναφορά, αλλά με μια μορφή καθολικής εμβέλειας.

ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες
ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω.
Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό,
είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.


Απαισιοδοξία ή επίγνωση;
Μπορεί να πει κανείς: απαισιοδοξία. Θα αντιπρότεινα: επίγνωση. Του αναπόφευκτου πόνου (άλλων «τόσων τόμων δυστυχίας»), της αδυναμίας να επιτευχθεί το απόλυτο, όμως και της αστείρευτης δύναμης που κινεί την ανθρώπινη προσπάθεια όχι μόνο από μια θεωρία, μια ιδέα, αλλά και από την αθάνατη αγάπη για τον άνθρωπο, για την ομορφιά, τη δικαιοσύνη και την καλοσύνη.

… Ω αιώνα μου, είμαι χρεωμένος τόσες σκληρότητες,
μα εγώ φεύγοντας θ’ αφήσω ένα γράμμα τρυφερό
γι’ αυτούς που θα’ ρθουν…


Ο ελεγειακός τόνος που δεσπόζει στην τελευταία δουλειά του Λειβαδίτη (έχει αντικαταστήσει την απαρηγόρητη κραυγή όσων δεν εκπληρώθηκαν ποτέ στον κόσμο που ακούσαμε στους Τελευταίους) συνοδεύει τη μετάβαση σε ένα άλλο πεδίο ενόρασης με μεταφυσικές προεκτάσεις. 

Μέσα από το στρώμα του παρόντος, που διατηρεί την παλλόμενη ζωντάνια του, γίνεται όλο και περισσότερο εμφανές το μόνιμο, το διαχρονικό, το αιώνιο. Η καθολικότερη διάσταση του «εγώ» κατορθώνεται τώρα όχι μόνο μέσω του «εμείς» (που και αυτό δεν εγκαταλείπεται και εξακολουθεί να κρατά το νήμα της συνέχειας) αλλά και με γενικότερες παραπομπές στον άνθρωπο, με εξόδους πέρα από τον συγκεκριμένο χρονότοπο, στο πεδίο του Μεγάλου Χρόνου. Το μερικό, τυχαίο, ασήμαντο αποκαλύπτεται ως νομοτελειακό – στα πιο κοινά, απλά, πρωταρχικά, στην οντολογική υπόστασή του.

Κατανόηση των ορίων
Στη συγκινημένη οικειότητα με τον κόσμο των πραγμάτων διαφαίνεται η διάθεση κατανόησης που απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Η ατμόσφαιρα του λυκόφωτος, η συναίσθηση του κοντινού πια ορίου δίνει ιδιαίτερη προσοχή στα πιο ταπεινά, που συνθέτουν, παρ’ όλα τα ναυάγια, το θαύμα της ζωής.

Ω λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα
δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.


Τα σεμνά αυτά πράγματα «αισθηματοποιούνται» (όπως έλεγε ο Καβάφης για το «οικίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας») αποπνέουν πόνο και αγάπη, ζουν ταυτόχρονα και στη χειροπιαστή διάστασή τους και στη μεταφορική, υψωμένη πάνω από το εφήμερο, απεριόριστη σε χώρο και χρόνο. Ο διάλογος με το σημερινό αγγίζει το αιώνιο με την

… ωραία απάντηση που δίνει σε όλα
με τη σιωπή του ο έναστρος ουρανός.

«Ελεγείο για μια μικρή υπηρέτρια που μεγάλωσε»

Με «μια παράξενη μουσική»:

σα να’ θελε να μας πείσει
ότι όλα είναι δυνατά
κι ότι δεν τελειώνειπουθενά ο κόσμος.

«Ο μουσικός με το φαρδύ καπέλο»

Ξαναδιαβάζοντας τώρα Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου σταμάτησα στο πρώτο ποίημα, «Τραγούδι στο δρόμο». Με σταμάτησε ο παραλληλισμός με το «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον» του Καβάφη. 

Η στάση μπροστά στο παράθυρο, το μαγεμένο άκουσμα, όταν

… η νοσταλγία όλων όσων ονειρεύτηκες
τρέμει μες στο τραγούδι…
… Κι έξαφνα σε κάποια στροφή του δρόμου
το τραγούδι σβήνει. Όλα χάνονται. Ησυχία.


Πρόκειται για τον ίδιο σεβασμό στη χαρά, στην αξία της ζωής και για την ίδια στωική ετοιμότητα απέναντι στο αναπότρεπτο, που είναι επίσης μέσα στη φύση της ζωής, στον νομοτελειακό της κύκλο ανανέωσης και αθανασίας. Η συναίσθηση της απεραντοσύνης, το θρόισμα της αιωνιότητας, που ενυπάρχει σε κάθε θνητή στιγμή, κατορθώνουν να αναιρούν τη ματαιότητα. Της ζωής και της τέχνης. Κι η ποίηση είναι σαν να ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό. Έτσι, παρ’ όλες τις απώλειες, δεν παραλύει η εμπιστοσύνη στη δημιουργία, και είναι μια στέρεη μορφή αντίστασης στον χρόνο και στις απώλειες του.

Προσπάθεια για το ανεκπλήρωτο
Όταν ο κόσμος κόβεται στα δύο, η ρωγμή περνά μέσα από την καρδιά του ποιητή. Η φράση ανήκει στον Heine. Κάτι ήξεραν από αυτά και σε προγενέστερες εποχές, αλλά καθένα τέτοιο γεγονός είναι γραφτό να φαντάζει ανεπανάληπτο, κοσμογονικό. Και να βιώνεται – ιδιαίτερα από τους ποιητές – με τη μέγιστη ψυχική ένταση. Στους κατακερματισμένους μας καιρούς ο Λειβαδίτης πρόλαβε να ολοκληρώσει την πονεμένη πορεία του με την αποδοχή και της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης και της αστείρευτης πληρότητας της ζωής, που θα παραμείνει πάντοτε μια πρόκληση, ένα κάλεσμα:

… ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο
συνηγορούν για όλη την ανθρωπότητα…

«Τραγούδι στο δρόμο»

Κάλεσμα για μια συνεχή προσπάθεια – έστω για το «ανεκπλήρωτο»: Αν υπήρξαμε, είναι μόνο από τη νοσταλγία για κάτι που δεν υπήρξε ποτέ.

katiousa