Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020

Μανόλης Ἀναγνωστάκης — Μιλῶ / «Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους»

Μιλῶ γιὰ τὶς ξυπόλυτες μάνες ποὺ σέρνονται στὰ χαλάσματα
Frank Brangwyn: For the relief of women and children in Spain (1936-7), detail

Μιλῶ γιὰ τὰ τελευταῖα σαλπίσματα τῶν νικημένων στρατιωτῶν
Γιὰ τὰ κουρέλια ἀπὸ τὰ γιορτινά μας φορέματα
Γιὰ τὰ παιδιά μας ποὺ πουλᾶν τσιγάρα στοὺς διαβάτες
Μιλῶ γιὰ τὰ λουλούδια ποὺ μαραθήκανε στοὺς τάφους καὶ τὰ σαπίζει ἡ βροχὴ
Γιὰ τὰ σπίτια ποὺ χάσκουνε δίχως παράθυρα σὰν κρανία ξεδοντιασμένα
Γιὰ τὰ κορίτσια ποὺ ζητιανεύουν δείχνοντας στὰ στήθια τὶς πληγές τους
Μιλῶ γιὰ τὶς ξυπόλυτες μάνες ποὺ σέρνονται στὰ χαλάσματα
Γιὰ τὶς φλεγόμενες πόλεις τὰ σωριασμένα κουφάρια σοὺς δρόμους
Τοὺς μαστρωποὺς ποιητὲς ποὺ τρέμουνε τὶς νύχτες στὰ κατώφλια
Μιλῶ γιὰ τὶς ἀτέλειωτες νύχτες ὅταν τὸ φῶς λιγοστεύει τὰ ξημερώματα
Γιὰ τὰ φορτωμένα καμιόνια καὶ τοὺς βηματισμοὺς στὶς ὑγρὲς πλάκες
Γιὰ τὰ προαύλια τῶν φυλακῶν καὶ γιὰ τὸ δάκρυ τῶν μελλοθανάτων.

Μὰ πιὸ πολὺ μιλῶ γιὰ τοὺς ψαράδες
Π᾿ ἀφήσανε τὰ δίχτυά τους καὶ πήρανε τὰ βήματά Του
Κι ὅταν Αὐτὸς κουράστηκε αὐτοὶ δὲν ξαποστάσαν
Κι ὅταν Αὐτὸς τοὺς πρόδωσε αὐτοὶ δὲν ἀρνηθῆκαν
Κι ὅταν Αὐτὸς δοξάστηκε αὐτοὶ στρέψαν τὰ μάτια
Κι οἱ σύντροφοί τους φτύνανε καὶ τοὺς σταυρῶναν
Κι αὐτοί, γαλήνιοι, τὸ δρόμο παίρνουνε π᾿ ἄκρη δὲν ἔχει
Χωρὶς τὸ βλέμμα τους νὰ σκοτεινιάσει ἢ νὰ λυγίσει

Ὄρθιοι καὶ μόνοι μὲς στὴ φοβερὴ ἐρημία τοῦ πλήθους.


Από τη συλλογή «Η Συνέχεια 2» (1956)

«Μανόλης Αναγνωστάκης: Ο ποιητής και η εποχή του»

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης — Οι πόρτες - «... όποια πόρτα κι αν άνοιγα βρισκόμουν μες στα παιδικά μου χρόνια...»

Συχνά σκεφτόμουν να ξαναρχίσω, αλλά πώς, που χρειαζόμουν
ένα ήσυχο απόγευμα, ή έστω ένα τραίνο στην ώρα του – προτιμούσα,
λοιπόν, να λησμονώ ή συνομιλούσα με τον κουρέα, αγαπούσε με
πάθος τις παλιές παρόδους, ώσπου τελικά η γυναίκα του έφυγε.
«Όχι», τον βεβαίωνα, «ψάξε καλά στο σπίτι – δεν έφυγε». Γιατί
κι εγώ όποια πόρτα κι αν άνοιγα
   βρισκόμουν μες στα παιδικά μου χρόνια...


Συλλογή: «ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΕΥΘΑΝΑΣΙΑΣ», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 59

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Κιτρινισμένα χαρτιά. «Κλείσε την πόρτα και ξεφύλλισε αυτά τα κιτρινισμένα χειρόγραφα εκεί μέσα είναι όλος ο πόνος μας... »

«Ω νεανικά βράδια/όταν ο Θεός τίναζε όλα του τ' άστρα πάνω απ' την αγρύπνια μας»
Έζησα αιχμάλωτος ενός μυστικού που ήθελα αλλά φοβόμουν να το
ανακαλύψω
ερωτευμένος με τα μακρινά φώτα και τους γέρους που αποκοιμήθη-
καν στις καρέκλες
και συχνά κατέβηκα στο υπόγειο κι αγκάλιασα το χαλασμένο εκ-
κρεμές που ‘χε σημάνει τόσα γενέθλια
ή στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη «ποιος είσαι; δε σε γνωρίζω»,
ψιθύριζα (αχ, και ποιος μας γνώρισε;)
ή ερημιά τριγύριζε σα φάντασμα τις άδειες κάμαρες - και να που
ήρθε και το φθινόπωρο, καιρός για εξομολογήσεις, λέγαμε
κάποτε.
Κλείσε την πόρτα και ξεφύλλισε αυτά τα κιτρινισμένα χειρόγραφα
— εκεί μέσα είναι όλος ό πόνος μας
που τελικά κανείς δεν τον κατάλαβε —σχεδόν ούτε εμείς. Ω νεανι-
κά βράδια
όταν ο Θεός τίναζε όλα του τ' άστρα πάνω απ' την αγρύπνια μας
κι εσύ, αρχαία λυπημένη σελήνη, καμιά φορά θαρρούμε πως ακούμε
τη φωνή σου
σάν τή φωνή εκείνων που δε θα ξανακούσουμε ποτέ.

Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ - Α», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 426

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Φωτισμένο Παράθυρο
«... ύστερα αποχαιρετίσαμε την αιωνιότητα και μεγαλώσαμε... »

Ακόμα κι οι πιο μεγάλες περιπέτειες πεθαίνουν κι εκείνες άδοξα:
  σ’ ένα βιβλίο,
στο θλιβερό προάστιο το μικρό κοιμητήρι αχνίζει τα πρωινά
  σαν ένα τσαγερό,
τα πουλιά διασχίζουν δίχως οίκτο τα γεγονότα
στις απόμερες συνοικίες ξενοδοχεία φθηνά όπου φτωχά ζευγάρια
  ανεβαίνουν, από μια ετοιμόρροπη σκάλα, στα Ηλύσια πεδία
στο σταθμό οι ατμομηχανές ανασαίνοντας βαριά σαν τους εραστές
κ’ ύστερα στιγμές σιωπηλές που μέσα τους κλαίνε όλα τα λόγια
κι άλλοτε μια αίσθηση  ότι κέρδισες το χρόνο σαν μια λέξη ή μια
  ταπείνωση-
λοιπόν, τι απόμεινε; ένας άλλος έζησε τη ζωή μας τώρα πρέπει
  εμείς να πεθάνουμε στη θέση του
τραίνα περνάνε το βράδυ μακριά σαν μέσα σε όνειρο και το πρωί
  είσαι εξουθενωμένος  από τόσους αποχωρισμούς
θυμάμαι, αλήθεια, παιδιά, τότε που τα παιχνίδια μας εξαφανίζονταν
  μυστηριωδώς, ξεχασμένα σε εκείνα τα απαγορευμένα βασιλεία
  που τριγυρίζαμε, χωρίς κανείς να το ξέρει,
ύστερα αποχαιρετίσαμε την αιωνιότητα και μεγαλώσαμε
κάπου αλλού φταίξαμε κι εδώ κάθε χειρονομία μας είναι και μια
  τιμωρία-
γνώρισα πολλούς ανθρώπους, τους έβγαλα το καπέλο μου, άνθρωποι
  κυριακάτικα θλιμμένοι κάθε Δευτέρα
οι λυπημένοι στρατιώτες έχουν ένα δικό τους τρόπο να συνομιλούν
  με το άπειρο
όπως οι τυφλοί που περπατάνε πιο καλά το βράδυ
κι η νιότη μου που φεύγει, όλο φεύγει χωρίς να μ’ εγκαταλείπει
  ποτέ
σκέφτομαι κάποτε να φτιάξω μια γέφυρα που θα περνάει πάνω
  απ’ τη λησμονιά ή να μιλήσω με τόση αθωότητα που να
  ξαναβρώ τους γονείς μου   κι αφού ο χρόνος είναι τόσο πολύτιμος
  να μπορώ να κοιμάμαι όρθιος σαν τους κρεμασμένους
πράγματα ανύπαρκτα ή φανταστικά, όμως όταν κλαίω νοιώθω οτι
  όλα υπάρχουν
και κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη μ’ ένα άστρο ή ένα γιασεμί
είμαι μελαγχολικός από ευδαιμονίες απερίγραπτες
είμαι λησμονημένος για να μπορώ να θυμάμαι
ένα μόνο φωτισμένο παράθυρο τη νύχτα κάνει τον κόσμο πιο βαθύ -
έχω έναν απέραντο οίκτο για μας, Άννα, οι πιο καλές μας μέρες
τέλειωσαν, δε θα ξαναγίνουμε ποτέ νέοι-αλήθεια, γιατί
  δεν ξαναγίνονται νέοι οι άνθρωποι
γεράσαμε, σε λίγο θα χωριστούμε για πάντα - και δε μας
  ειδοποίησε κανείς,
αλλά και τι θα ‘βγαινε; ίσως βέβαια κάτι κάναμε, ίσως
  βιαζόμασταν πιο πολύ, ίσως δε δίναμε τόση σημασία σε
  πράγματα που μας πέθαναν γρηγορότερα
ανοησίες! – έπρεπε κι εμείς να πληρώσουμε και ήρθε η ώρα
κι ούτε θα μάθει ποτέ κανείς με πόση εγκατάλειψη έγινε αυτό το
  ημίφως που όλα τα συγχωρεί ή με πόση λίγη αθανασία γράφεται
  ένα αθάνατο ποίημα.

Από τη συλλογή «ΒΙΟΛΕΤΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ» (1985). 
Ενότητα «Κάτω απ' τον ίδιο αστερισμό»
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 241-242

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2019

Νικηφόρος Βρεττάκος — Το παράπονο του σκοτωμένου
«Μα, πέστε μου,/αφού με δίχως ν’ αγαπώ
δεν μπορούσα να ζήσω /τι έπρεπε να κάμω;»

Με σκότωσαν για ένα τριαντάφυλλο.

Για ένα χαμόγελο με σκότωσαν.
Salvador Dali - Meditative rose
Είδανε μιαν αυγή
τη θλίψη ενός περιστεριού
να κάθεται πάνω στη στέγη μου.
Είδανε την αγάπη μέσα μου
δεν μπόρεσα να την κρύψω.
Την άσπρη αυτή προκήρυξη
την είχε γράψει ο Θεός
όρθιος πάνω στην κούνια μου.
Μ’ είχε ορκίσει το δάκρυ
και το ψωμί –
μου βρήκαν
μια ελπίδα μες στον κόρφο μου
κρυμμένη και γι’ αυτό
με σκότωσαν.

Γι’ αυτό
δεν είχε η πούλια βασιλέψει,
ρόδιζε μόλις, όταν
μ’ έστησαν όρθιον.

Ψήλωσα

Ψήλωσα

Ψήλωσα

σαν μια κολόνα φάνταξα
με λιονταρίσια χαίτη
μπροστά στα είκοσι στόματα
των τουφεκιών.
Με σκότωσαν
για μια «καλημέρα».

Μέσα στη μνήμη μου αμυδρά
γυρίζει ακόμα ο ήλιος.


Άνοιγα το παράθυρο
Και κοιτούσα τον κόσμο.
Γλυκά μού μίλαγε κι εγώ
γλυκά τού αποκρινόμουν
με μια καρδιά γιομάτη αηδόνια
και όνειρα.

Μα, πέστε μου,
αφού με δίχως ν’ αγαπώ
δεν μπορούσα να ζήσω
τι έπρεπε να κάμω;

Από τη συλλογή "Ο χρόνος και το ποτάμι" (1957) 

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2019

Γιάννης Καλαμίτσης - Γιάννης Σπανός — «Άνθρωποι μονάχοι»

Ο λυγμός της Μοσχολιού είναι ο ήχος της ανθρώπινης ερημιάς

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
σαν το ξεχασμένο στάχυ
ο κόσμος γύρω άδειος κάμπος
κι αυτοί στης μοναξιάς το θάμπος
σαν το ξεχασμένο στάχυ
άνθρωποι μονάχοι

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
όπως του πελάγου οι βράχοι
ο κόσμος θάλασσα που απλώνει
κι αυτοί βουβοί σκυφτοί και μόνοι
ανεμοδαρμένοι βράχοι
άνθρωποι μονάχοι
Άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, ξεχασμένα
άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, σαν εσένα, σαν εμένα…