Τετάρτη 24 Απριλίου 2019

Νίκος Γκάτσος — 4. «Μεγάλη Τετάρτη»
«Πάντα ποιείτε ίνα γένησθε άμεμπτοι και ακέραιοι
μέσον γενεάς σκολιάς και διεστραμμένης.»

Εκ των σπηλαίων του όρους εξήλθον οι δαίμονες.
Τετάρτη των τεφρών και των παθών
ο θάνατος δεν έχει παρελθόν
Τετάρτη των ψυχών και των αγγέλων
ο θάνατος δεν έχει ούτε μέλλον
Ως θάλασσα υαλίνη ομοία κρυστάλλω.

Του σύμπαντος ηχεί το εκκρεμές
ξυπνήστε να αποδώσουμε τιμές.
Φανήκαν οι ουράνοι στρατηλάτες
σα σκοτεινού Ρουβίκωνα Γαλάτες.

Πίστις, ελπίς, αγάπη. Τα τρία ταύτα.
Μείζων δε τούτων η αγάπη.

Της γης αναθαρρήσαν οι πληγές.
Πότε θ’ ανάψει ο ήλιος πυρκαγιές
να κάψουν το παλάτι του Ηρώδη
και τ’ άνθος του κακού να γίνει ρόδι;

Πάντα ποιείτε ίνα γένησθε άμεμπτοι και ακέραιοι
μέσον γενεάς σκολιάς και διεστραμμένης.



Παρασκευή 12 Απριλίου 2019

Ελένη Τουλουπάκη — «Βαδίζω στο σήμερα με σαντάλια του χτες»

«Βαδίζω στο σήμερα με σαντάλια του χτες
Με χίλια πρόσωπα να με ακολουθούν
Στην πορεία της αναζήτησης
Του μύθου της γέννησής μου
Απο γενεά σε γενεά διασχίζω το χρόνο
Ακολουθώντας το φως του
Που από τις χαραμάδες
Του χτες στο σήμερα ξεπροβάλλει
Φως άκτιστον Φως αναλλοίωτον
Φως άκοσμον με οδηγεί
Στον πυρήνα της αρχέγονης ύπαρξής μου
Όπου το όλον είναι ένα
Και το ένα είναι όλον!».

Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

Μίλτος Σαχτούρης — Ὀρυχεῖο
«Θέλησα νὰ σοῦ γράψω γιὰ τὶς παλιές μας τὶς χαρὲς
ὅμως ἔχω ξεχάσει νὰ γράφω γιὰ πράγματα/χαρούμενα/Νὰ μὲ θυμᾶσαι»

Η ποίηση του Σαχτούρη είναι, μεταξύ αλλων, έντονα συμβολική και σε πολλά σημεία συνειρμική. 
Παρά τις πρώτες εντυπώσεις που μπορεί να έχει κανείς διαβάζοντας την ποίηση του Σαχτούρη σύντομα θα καταλάβει πως η ποίηση του δεν είναι απαισιόδοξη. 
Άλλωστε «πάντα θα ‘χουμε ανάγκη από ουρανό»…
The Drawers, by Tom McGuinness
Σοῦ γράφω γεμάτη τρόμο μέσα ἀπὸ μιὰ στοὰ
νυχτερινὴ
φωτισμένη ἀπὸ μίαν ἐλάχιστη λάμπα σὰ δαχτυλίθρα
ἕνα βαγόνι περνάει ἀπὸ πάνω μου προσεχτικὰ
ψάχνει τὶς ἀποστάσεις του μὴ μὲ χτυπήσει
ἐγὼ πάλι ἄλλοτε κάνω πῶς κοιμᾶμαι ἄλλοτε
πῶς μαντάρω ἕνα ζευγάρι κάλτσες παλιὲς
γιατί ἔχουν ὅλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στὸ σπίτι
χτὲς
καθὼς ἄνοιξα τὴ ντουλάπα ἔσβησε γίνηκε
σκόνη μ᾿ ὅλα τὰ ροῦχα της μαζὶ
τὰ πιάτα σπάζουν μόλις κανεὶς τ᾿ ἀγγίξει
φοβᾶμαι κι ἔχω κρύψει τὰ πηρούνια καὶ τὰ
μαχαίρια
τὰ μαλλιά μου ἔχουν γίνει κάτι σὰ στουπὶ
τὸ στόμα μου ἄσπρισε καὶ μὲ πονάει
τὰ χέρια μου εἶναι πέτρινα
τὰ πόδια μου εἶναι ξύλινα
μὲ τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρὰ παιδιὰ
δὲν ξέρω πῶς γίνηκε καὶ μὲ φωνάζουν μ ά ν α

Θέλησα νὰ σοῦ γράψω γιὰ τὶς παλιές μας τὶς χαρὲς
ὅμως ἔχω ξεχάσει νὰ γράφω γιὰ πράγματα
χαρούμενα

Νὰ μὲ θυμᾶσαι

ἀπὸ τὴ συλλογή Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ

https://www.youtube.com/watch?v=99q_ixBFfco

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Λαϊκές ιστορίες

Τα σπίτια στην πατρίδα μου είναι χαμηλά
οι στέγες τους στάζουν, στην κουζίνα είναι ένας κουβάς
για τα βρόμικα νερά. Οι άνθρωποι κάθονται στο τραπέζι
όπως γύρω από ένα νεκρό. Απ’ τα σπασμένα παράθυρα
μπαινοβγαίνει η νύχτα, η βροχή κι ο χρόνος.
Τα παιδιά δουλεύουν στα μηχανουργεία και τα κορίτσια
μένουν ανύπαντρα.

Σ’ ένα τέτοιο σπίτι γεννηθήκαμε.
Σ’ ένα τέτοιο σπίτι μεγαλώσαμε, αγαπήσαμε, ονειρευτήκαμε.
Σ’ ένα τέτοιο σπίτι οχυρωθήκαμε
και πολεμήσαμε.

Αυτή είναι η ιστορία μου.

Από τη συλλογή «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ» (1956).
Ενότητα «Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα»
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 1ος, σελ. 159

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Νύχτες αϋπνίας*
«Στο υπόγειο μαζεύτηκαν σωρός τα πράγματα από άλλες εποχές.
Πότε θα ξεχάσουμε;»

Συνήθως τα βράδια κάθομαι και διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες στον
   εαυτό μου
ή έμπαινα στον κήπο που ήταν ζωγραφισμένος στην παλιά μπάντα
   του τοίχου – η άνοιξη είναι αιώνια εκεί –
θυμάσαι που ψάχναμε απεγνωσμένα να βρούμε τον Θεό ή
   ονειρευόμαστε ν’ αγγίξουμε το μυστήριο ενός κοριτσίστικου
   απογεύματος,
κ’ ύστερα τα πένθη, οι θλιβερές επέτειοι, ένα χρώμα σταχτί στον
   ουρανό
η μητέρα που κάθε τόσο άφηνε το εργόχειρό της να πέσει στο
   πάτωμα για να σκύψει να δει τους νεκρούς της
κι εγώ που τις νύχτες ήταν αδύνατον να κοιμηθώ, έχοντας χάσει
   τον ύπνο μου μέσα σ’ ένα παραμύθι.
Λοιπόν, τι κερδίσαμε; Τι θα μείνει; Πώς θα σωθούμε;
Στο υπόγειο μαζεύτηκαν σωρός τα πράγματα από άλλες εποχές.
   Πότε θα ξεχάσουμε;

Απέραντες παιδικές ώρες όταν δεν έφτανε έν’ ατέλειωτο καλοκαίρι
για να πάμε απ’ τη μια ροδιά στην άλλη. Κι ω φθινόπωρο που
   μας πήγες πιο πέρα…

* Στο χειρόγραφο υπήρχε και 2ος τίτλος: ΤΙ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ;


Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ A'», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 425

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — «Ο τυφλός με τον λύχνο»

                                                                       ... «τι τον θέλει τον
λύχνο;» αναρωτήθηκα κι άξαφνα άστραψε μέσα μου η ιδέα, είχα
βρει τη λύση, «αδερφέ μου, του λέω, ο Θεός σ' έστειλε»
   και βαλθήκαμε με ζέση κ’ οι δυο επί τo έργον...
Ήταν νύχτα κ’ είχα πάρει τη μεγαλύτερη απόφαση του αιώνα:
θα έσωζα την ανθρωπότητα, αλλά πώς; χίλιες σκέψεις με τυραν-
νούσαν όταν άκουσα βήματα, άνοιξα την πόρτα και είδα τον τυφλό
της αντικρινής κάμαρας να προχωράει στον διάδρομο κρατώντας
έναν λύχνο, ήταν έτοιμος να κατέβει τη σκάλα, «τι τον θέλει τον
λύχνο;» αναρωτήθηκα κι άξαφνα άστραψε μέσα μου η ιδέα, είχα
βρει τη λύση, «αδερφέ μου, του λέω, ο Θεός σ' έστειλε»,
   και βαλθήκαμε με ζέση κ’ οι δυο επί τo έργον...

Από την ενότητα «ΔΑΦΝΕΣ ΓΙΑ ΝΙΚΗΜΕΝΟΥΣ» 
της Συλλογής «Ο τυφλός με τον λύχνο» (1983)
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 109