Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — «Ο τυφλός με τον λύχνο» - 1983 / Η Ποίηση της Ταπεινότητας

Εμείς πορευόμαστε ως τυφλοί στον κόσμο τούτο. 
Κουβαλούμε τον λύχνο μας, 
ίσως και συναντήσουμε την αλήθεια του κόσμου τούτου 
και την αλήθεια των αιώνων
Σκέφτομαι, μέρες που ’ναι, να σταθώ σε ένα ποιητικό αριστούργημα του Τάσου Λειβαδίτη, εκείνο το ποιητικό του κατόρθωμα «Ο τυφλός με τον λύχνο», του 1983
Μια κατάθεση ταπεινότητος και αγάπης και στοργής από έναν ποιητή που βίωσε και κατέθεσε επωδύνως την εμπειρία του κατατρεγμού, της ματαίωσης και της αποτυχίας του κοινωνικού οράματος και των παντοίων ιδεολογισμών, για να έλθει και να πέσει και να αφεθεί εν τέλει ολόκληρος στην αγκάλη του Χριστού.

Ο ποιητής Τάσος Λειβαδίδης, ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, καταθέτει μια ποίηση της εγκατάλειψης, της ερημίας, της απουσίας και της θλίψως, με έναν υπόγειο καημό. Είναι στον Λειβαδίτη μια εξόχως εξομολογητική ποίηση της υπάρξεως, και συγχρόνως μια έμμεση κατάθεση και ομολογία της ματαίωσης και της ήττας, με μια εικονογραφία της θλίψεως και μια ποιητική σκηνοθεσία εκπληκτικής αμεσότητος και μοναδικότητος.

Στο τέλος, όμως, ο Τάσος Λειβαδίτης εισέρχεται στα ποιητικά μας τοπία με μιαν άλλη ποίηση. Που είναι αυτή της καταφυγής στον τόπο της θαλπωρής. Στον τόπο και την αγκάλη του Ιησού. 
Έτσι μας οδηγεί ποιητικώς σε έναν άλλο τόπο. Που είναι ο τόπος του Κυρίου. 
Εμείς πορευόμαστε ως τυφλοί στον κόσμο τούτο. Κουβαλούμε τον λύχνο μας, ίσως και συναντήσουμε την αλήθεια του κόσμου τούτου και την αλήθεια των αιώνων. 
Τυφλοί μέσα στα απατηλά πέπλα του κόσμου της φθοράς και του θανάτου, αναζητούμε απεγνωσμένα εν τέλει αυτήν την αλήθεια και αυτό το φως. Αυτήν την αλήθεια μας την αποκαλύπτει η ποίηση. Ο ποιητής που βγαίνει μαζί μας στον δρόμο, με εκείνον τον λύχνο της θαλπωρής και της ταπεινότητος.

Αντιγράφω, λοιπόν, πρώτα, ένα απόσπασμα από αυτήν την ποίηση του φωτός. Κι ένα από τα ωραιότερα ποιήματα των Χριστουγέννων. Και σκέφτομαι πως είναι καιρός να ψηλαφήσουμε ξανά αυτά τα ποιήματα και τα κείμενα της θαλπωρής, ίσως και αποδράσουμε και ξεφύγουμε από την αγριότητα και το πάθος που μας κατακλύζει. Την ανησυχία και την ταραχή.

Δίνω, λοιπόν, πρώτα εκείνους τους επιγραμματικούς στίχους από το ποίημα «Η Γέννηση»

Είναι από την ενότητα «Ο Ιησούς» της ποιητικής σύνθεσης «Ο τυφλός με τον λύχνο»:

Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα.
Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
«Είδες –μου λέει– γεννήθηκε η ευσπλαχνία!»
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.


Τίποτα ωραιότερο δεν έχουμε να πούμε από αυτήν την αγάπη και την εσπλαχνία και τη στοργή του ταπεινού Ιησού. Που μας συνοδεύει και μας ακολουθεί και μας σκέπει. Που μας διεκδικεί επιμόνως:

Θέλω να πω ότι κάθε νύχτα έπρεπε να τα παίζω όλα, και
μάλιστα χωρίς να ’ναι κανείς στην άλλη πλευρά του τραπεζι-
ού - κανείς; αστείοι που είμαστε – αντίκρυ μου εκεί, κάθε νύ-
χτα, στέκεται ο Θεός, εγώ προσπαθώ να του ξεφύγω, εφευρίσκω
πανουργίες, θανάσιμα αμαρτήματα, κάνω αποτρόπαιες σκέψεις,
αλλά Εκείνος με διεκδικεί ολόκληρο, λυσσάω που δεν μπορώ να
βρω μια υπεκφυγή, μια διέξοδο...
... Ώσπου αρχίζει να ξημερώνει. Ανοίγω τότε το παράθυρο και
άθελά μου χαμογελώ. Ο Θεός, για μια ακόμα φορά, με κέρδιζε
με την καινούργια μέρα του.

Είναι, λοιπόν, πάντοτε ο Κύριος, που μας διεκδικεί με την αγάπη Του, με την υπομονή Του, με τη στοργή Του, με την εσπλαχνία Του, καθισμένος δίπλα μας και απέναντί μας, κοιτάζοντάς μας στο πρόσωπο.
Τέλος, σ’ εκείνη την ενότητα «Συνομιλίες», ο ποιητής ομολογεί ή εξομολογείται:

Κύριε, σε αναζήτησα παντού: στις δόξες της γης και τ' ουρανού, στο
μεγαλείο των μητροπόλεων, στων εποχών τα σταυροδρόμια -
κι εσύ περνούσες ταπεινά κι αθόρυβα στον πιο ακαθόριστο τη νύχτα
ρεμβασμό μου.

Αυτά τα ελάχιστα για την ποίηση της εξομολογήσεως και της ταπεινότητος του Τάσου Λειβαδίτη, που μας οδηγεί απαλά, με τον δικό του ποιητικό τρόπο, στην αγκαλιά και τη σκέπη του Ιησού. Στον τόπο της καλοσύνης και του φωτός.

ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Ξημέρωμα

... κι όταν παίζαμε στην αυλή πατούσαμε μόνο στις άσπρες πλάκες:
έτσι δε βγήκαμε ποτέ απ’ τ’ όνειρο...
NINO CHAKVETADZE
O πατέρας φορούσε συνήθως έναν κατιφέ στο πέτο, κι η μητέρα
μια ρόμπα με ζωγραφιστά αρχαία ειδύλλια
κι όταν παίζαμε στην αυλή πατούσαμε μόνο στις άσπρες πλάκες:
έτσι δε βγήκαμε ποτέ απ’ τ’ όνειρο
η μικρή Άρκτος ερωτοτροπούσε με τον Σεπτέμβριο
ω παιδικότητα: αιωνιότητα αμετάφραστη
κι ο Θεός που απ’ τις δακρυσμένες προσευχές των παιδιών που
φοβούνται τη νύχτα
φτιάχνει τις πρώτες γαλάζιες γραμμές της μέρας που στέλνουν την
ελπίδα στους ναυαγούς.

Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Β'», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 493

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

Γιάννης Ρίτσος — Μια γυναίκα από άνεμο

Ένας άνεμος σιγανός φυσούσε μέσα της
κι έπαιζε μ’ ένα μόνο φύλλο – το χαμόγελό της.

Ficheiro: Miranda - The Tempest
Όλοι αγαπήσαν το χαμόγελό της.
Εκείνη δεν αγάπησε κανέναν.
Έμεινε μόνη με τον άφαντο άνεμό της
χάνοντας και το μόνο εκείνο φύλλο. «Το άπειρο, είπε,
είναι ο τέταρτος τοίχος της μοναξιάς μας, όχι η στέγη.»

Έμεινε ανύπαντρη, γέρασε, δεν έγινε ούτε άγαλμα.
Σχολαστική στην καθαριότητα, απ’ το χαράματα,
χειμώνα καλοκαίρι, σκούπιζε ως πέρα το πεζοδρόμιο.
Μια μέρα μάλιστα φωτογραφήθηκε έτσι με τη σκούπα της
στο δρόμο εκεί, μπρος σε μια ξένη πόρτα. Κι αυτή
η φωτογραφία της
απόμεινε όλο όλο από κείνον τον άνεμο και το
χαμόγελό της.

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Νυχτερινός άνεμος / «παιδικές ικεσίες γραμμένες στον άνεμο/ω λησμονιά…»

Οι νύχτες μου αγρύπνησαν πάνω στο στήθος των αγαλμάτων
κι άξαφνα ένας τρελός φώναζε κι έβγαινε ο κούκος του φεγγαριού
New Moon by Paul Krapf
Κάποτε θα εγκαταλείψω όλες τις προσδοκίες μου για να γεννηθεί
   ένας λόγος αληθινός
οι νύχτες μου αγρύπνησαν πάνω στο στήθος των αγαλμάτων
κι άξαφνα ένας τρελός φώναζε κι έβγαινε ο κούκος του φεγγαριού
είμαι λυπημένος σαν μια μικρή άρρωστη που της αρνήθηκαν τον
   κήπο
και φυσικά ερχόταν από πολύ μακριά όπως κάθε κίνδυνος
ενώ το γέλιο της γυναίκας κελάρυζε απαλά σαν βυζαντινό τροπάριο
παιδικές ικεσίες γραμμένες στον άνεμο
ω λησμονιά…

Συλλογή: «Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΥΧΝΟ - Σκιές από μακρινά φώτα», 1983
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 272

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Τραγούδι στο δρόμο (Παλιό τραγούδι) / «η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο»

«σαν ήμασταν παιδιά κρυβόμαστε κάτω απ' τη σκάλα κι όταν
βγαίναμε είχαμε αφήσει εκεί ένα βασιλικό πεπρωμένο
η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο»
Nino Chakvetadze
Τα κάγκελα του κήπου υγρά απ' τη βροχή σαν τους φτωχούς που
τους αφήνουν έξω
αλλά καθώς βραδιάζει ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα -
σαν ήμασταν παιδιά κρυβόμαστε κάτω απ' τη σκάλα κι όταν
βγαίναμε είχαμε αφήσει εκεί ένα βασιλικό πεπρωμένο
η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο
κι αργότερα νέοι αγκαλιάσαμε το πρώτο δέντρο και του
διηγηθήκαμε τα περασμένα
άχαρες μέρες που φύγατε κι όμως αφήσατε μια ανάμνηση
συγκινητική
κι εγώ που υπήρξα τρελός για το αύριο κοιτάζω τώρα με αγωνία
να προχωρούν οι λεπτοδείχτες στα ρολόγια.

Ώσπου μια νύχτα ένας διαβάτης περνάει στο δρόμο τραγουδώντας.
Που έχεις ξανακούσει το τραγούδι αυτό; Δε θυμάσαι.
Κι όμως η νοσταλγία όλων όσων ονειρεύτηκες τρέμει μες στο
τραγούδι. Στέκεσαι στο παράθυρο
κι ακούς σα μαγεμένος. Κι άξαφνα σε κάποια στροφή του δρόμου
το τραγούδι σβήνει. Όλα χάνονται. Ησυχία.
Και τώρα τί θα κάνεις;

Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Α'», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 419

https://www.youtube.com/watch?v=5ZUy6UP29U8

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Το πουλί με τις αλήθειες

Ώ, το παιδί που
   υπήρξαμε μ’ εκείνον τον τεράστιο λαιμοδέτη
για μια τόσο σύντομη παιδικότητα. 
Η λήθη σκέπασε το παρελθόν, το άγνωστο πολιορκεί το σπίτι
φαντάσματα πραγμάτων που αγαπήσαμε και χάθηκαν
και τώρα μόνον οι αράχνες γνωρίζουν τη συνέχεια — αλλά η
   νοσταλγία για το άγνωστο μας είχε κερδίσει από παιδιά κι η
   μοναξιά
μας είχε υποσχεθεί τις μακρινές αποστάσεις. Ώ, το παιδί που
   υπήρξαμε μ’ εκείνον τον τεράστιο λαιμοδέτη
για μια τόσο σύντομη παιδικότητα. Κι η Μαρία που το βραδινό
   αεράκι παράσερνε τις κορδέλες του καπέλου της
σε άλλους αστερισμούς — ποτέ δεν τη φτάσαμε. Κι αγάπησα με
   πάθος καθετί που δεν ήταν γραφτό να γνωρίσω. Κι έζησα όλη
   τη ζωή μου σ’ ένα όνειρο
και την αθανασία σε μερικά κονιάκ.

Κάποιο πρωινό ένα πουλί κάθισε στο αντικρινό δέντρο και κάτι
   σφύριξε.
Ώ, άν καταλαβαινα τί ήθελε να μου πει, ίσως να είχα βρει το
   νόημα του κόσμου.
Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Α'», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 420