Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Όλοι αγαπήσαν το χαμόγελό της. Εκείνη δεν αγάπησε κανέναν. Έμεινε μόνη με τον άφαντο άνεμό της χάνοντας
και το μόνο εκείνο φύλλο. «Το άπειρο, είπε, είναι ο τέταρτος τοίχος της
μοναξιάς μας, όχι η στέγη.»
Έμεινε ανύπαντρη, γέρασε, δεν έγινε
ούτε άγαλμα. Σχολαστική στην καθαριότητα, απ’ το χαράματα, χειμώνα
καλοκαίρι, σκούπιζε ως πέρα το πεζοδρόμιο. Μια μέρα μάλιστα
φωτογραφήθηκε έτσι με τη σκούπα της στο δρόμο εκεί, μπρος σε μια ξένη
πόρτα. Κι αυτή η φωτογραφία της απόμεινε όλο όλο από κείνον τον
άνεμο και το χαμόγελό της.
Από καιρό τους περίμενες με δέος. Και ήρθαν. Ήρθαν οι νεκροί σου και σε πήραν μες στο νυχτερινό ψιλόβροχο. Στάθηκες λίγο με βρεγμένα μαλλιά, με βρεγμένο σακάκι κάτω απ' το φανοστάτη της πλατείας Μεταξουργείου, ακούγοντας απ' τις ταβέρνες τις φωνές των μεθυσμένων, και τα παλιά λαϊκά τραγούδια που 'χες αγαπήσει, και πιο μακριά τα επαναστατικά συνθήματα των απεργών οικοδόμων, ήσυχος επιτέλους, ολότελα κρυμμένος στη σκιά της μεγάλης εκείνης σημαίας που 'χε υψώσει αλαλάζοντας ο λαός. Τώρα αποκοιμήθηκες σ' ένα βαθύ χαμόγελο, γνωρίζοντας πως οι νεκροί δε γερνούν πια, δεν διαψεύδονται κι ούτε πεθαίνουν. Όμως την πίκρα τη δική μας ποιος θα τη λογαριάσει έτσι που μείναμε έρημοι μπροστά στην πιο κλεισμένη πόρτα;
Αθήνα 30. Χ - 9. ΧΙ. 89
Γιώργος Δουατζής (επιμ.), Τάσος Λειβαδίτης,
Συνομιλία με τον Νυχτερινό Επισκέπτη, Αθήνα: Κέδρος, 2008, σ. 41.
Τ’ απογέματα έβρεχε, η βροχή μπέρδευε τη στάχτη τ’ ουρανού με τα κίτρινα φύλλα το ποτέ με το πουθενά, εγώ τριγύριζα στις κάμαρες σαν ένας ταξιδιώτης που έχασε το δρόμο του «ε, ποιος είσαι;» ρωτούσα καμιά φορά «αυτός που δεν πρέπει να θυμάσαι» άκουγα να λέει κάποιος ψιθυριστά, τρόμαζα έψαχνα παντού – αλλά τί να βρω σ’ έναν κόσμο που είναι όλα απ’ τα πριν χαμένα εξ άλλου είχα τόσα πράγματα να σκεφτώ, αλλά προς τί τώρα που έφυγε η νεότητά μου και τα λόγια μας συνήθως παραπλανούν το ανείπωτο κι όμως συνεχίζουμε να μιλάμε. Τί λέμε; Έτσι προτιμούσα να κρατάω ημερολόγιο για εποχές που δε γνώρισα – ήταν μια ωραία αναπόληση ή τη νύχτα τα βήματα ενός περαστικού στο δρόμο μου θύμιζαν πάντα την αιώνια αναχώρηση.
Ω, εσείς που ναυαγήσατε σε θάλασσες που δεν ταξιδέψατε ποτέ!