Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Το πουλί με τις αλήθειες

Ώ, το παιδί που
   υπήρξαμε μ’ εκείνον τον τεράστιο λαιμοδέτη
για μια τόσο σύντομη παιδικότητα. 
Η λήθη σκέπασε το παρελθόν, το άγνωστο πολιορκεί το σπίτι
φαντάσματα πραγμάτων που αγαπήσαμε και χάθηκαν
και τώρα μόνον οι αράχνες γνωρίζουν τη συνέχεια — αλλά η
   νοσταλγία για το άγνωστο μας είχε κερδίσει από παιδιά κι η
   μοναξιά
μας είχε υποσχεθεί τις μακρινές αποστάσεις. Ώ, το παιδί που
   υπήρξαμε μ’ εκείνον τον τεράστιο λαιμοδέτη
για μια τόσο σύντομη παιδικότητα. Κι η Μαρία που το βραδινό
   αεράκι παράσερνε τις κορδέλες του καπέλου της
σε άλλους αστερισμούς — ποτέ δεν τη φτάσαμε. Κι αγάπησα με
   πάθος καθετί που δεν ήταν γραφτό να γνωρίσω. Κι έζησα όλη
   τη ζωή μου σ’ ένα όνειρο
και την αθανασία σε μερικά κονιάκ.

Κάποιο πρωινό ένα πουλί κάθισε στο αντικρινό δέντρο και κάτι
   σφύριξε.
Ώ, άν καταλαβαινα τί ήθελε να μου πει, ίσως να είχα βρει το
   νόημα του κόσμου.
Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Α'», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 420

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019

Γιάννης Ρίτσος — "Στον αδερφό μου Τάσο Λειβαδίτη"

Όμως την πίκρα τη δική μας ποιος θα τη λογαριάσει
έτσι που μείναμε έρημοι μπροστά στην πιο κλεισμένη
πόρτα;
André Schmucki - Tide Dreams - part 2 - 2018
Από καιρό τους περίμενες με δέος. Και ήρθαν.
Ήρθαν οι νεκροί σου και σε πήραν
μες στο νυχτερινό ψιλόβροχο. Στάθηκες λίγο
με βρεγμένα μαλλιά, με βρεγμένο σακάκι
κάτω απ' το φανοστάτη της πλατείας Μεταξουργείου,
ακούγοντας απ' τις ταβέρνες τις φωνές των μεθυσμένων,
και τα παλιά λαϊκά τραγούδια που 'χες αγαπήσει,
και πιο μακριά τα επαναστατικά συνθήματα των απεργών οικοδόμων,
ήσυχος επιτέλους, ολότελα κρυμμένος
στη σκιά της μεγάλης εκείνης σημαίας
που 'χε υψώσει αλαλάζοντας ο λαός. Τώρα
αποκοιμήθηκες σ' ένα βαθύ χαμόγελο, γνωρίζοντας
πως οι νεκροί δε γερνούν πια, δεν διαψεύδονται κι ούτε
πεθαίνουν.
Όμως την πίκρα τη δική μας ποιος θα τη λογαριάσει
έτσι που μείναμε έρημοι μπροστά στην πιο κλεισμένη
πόρτα;

Αθήνα 30. Χ - 9. ΧΙ. 89

Γιώργος Δουατζής (επιμ.), Τάσος Λειβαδίτης, 
Συνομιλία με τον Νυχτερινό Επισκέπτη, Αθήνα: Κέδρος, 2008, σ. 41.

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Ταξιδιώτες

«Ω, εσείς που ναυαγήσατε σε θάλασσες που δεν ταξιδέψατε ποτέ!»
‘The Silent Traveller: A Chinese Artist in Lakeland’ (1937)
Τ’ απογέματα έβρεχε, η βροχή μπέρδευε τη στάχτη τ’ ουρανού με
   τα κίτρινα φύλλα
το ποτέ με το πουθενά, εγώ τριγύριζα στις κάμαρες σαν ένας
   ταξιδιώτης που έχασε το δρόμο του
«ε, ποιος είσαι;» ρωτούσα καμιά φορά «αυτός που δεν πρέπει να
   θυμάσαι» άκουγα να λέει κάποιος ψιθυριστά, τρόμαζα
έψαχνα παντού – αλλά τί να βρω σ’ έναν κόσμο που είναι όλα απ’
   τα πριν χαμένα
εξ άλλου είχα τόσα πράγματα να σκεφτώ, αλλά προς τί τώρα που
   έφυγε η νεότητά μου
και τα λόγια μας συνήθως παραπλανούν το ανείπωτο κι όμως
   συνεχίζουμε να μιλάμε. Τί λέμε;
Έτσι προτιμούσα να κρατάω ημερολόγιο για εποχές που δε
   γνώρισα – ήταν μια ωραία αναπόληση
ή τη νύχτα τα βήματα ενός περαστικού στο δρόμο μου θύμιζαν
   πάντα την αιώνια αναχώρηση.


Ω, εσείς που ναυαγήσατε σε θάλασσες που δεν ταξιδέψατε ποτέ!



Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 462

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019

Νικηφόρος Βρεττάκος — Εὐσέβεια

Ὅσο κι ἄν ἤτανε τά χέρια μου
καθαρά, τά ξανάπλυνα
σήμερα στοῦ Τρίποδα τήν πηγή
νά γίνουνε καθαρότερα
ἐπειδή
θά πιάσουνε ἔπειτα
ἕνα λουλούδι.

Από τη συλλογή "Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ", 1990

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2019

Νικηφόρος Βρεττάκος — Γράμμα στόν ἄνθρωπο της πατρίδας μου «Πές τους πώς εἶμαι ἕνας ἐλεύθερος ἄνεμος πού γυρνᾶ μέσα στὸ μέλλον.»

Καθὼς κοιτᾶς τὸν Ταΰγετο σημείωσε τὰ φαράγγια
ποὺ πέρασα, καὶ τὶς κορφὲς ποὺ πάτησα, καὶ τὰ ἄστρα
ποὺ εἶδα. Πές τους ἀπὸ μένα, πές τους ἀπ’ τὰ δάκρυα μου
ὅτι ἐπιμένω ἀκόμα πὼς ὁ κόσμος
εἶναι ὄμορφος!

Καρλ Ρότμαν (1835-1840) - «Η Σπάρτη με τον Ταΰγετο»
Ἀπαντῶ στὴ σιωπή σου μ’ ἕνα φῶς ἤρεμο· ὅσο καὶ νἆναι
σὰν τὸν Ἀτλαντικὸ οἱ στιγμές μου ταραγμένες
ὅσο κι ἂν ἡ καρδιὰ στὰ βάθη μου χορεύει ὅπως μιὰ φλόγα
φωτιᾶς. Τὸ αἷμα μου καίγεται σὰν ἕνα μακρὺ δάσος
σὲ μιὰν ἀπέραντη πλαγιά. Ὅσο κι ἂν ἕνας ὄμορφος
ἥλιος βασίλεψε, σοῦ γράφω. Ἂν ὄχι τίποτε ἄλλο,
σ’ ἕνα μικρὸ φύλλο χαρτιοῦ σοῦ γράφω καὶ σοῦ στέλνω
τὸ παιδικό μου ἀλάβωτο χαμόγελο σὰν ἕνα
φεγγάρι μέσα σὲ μιὰ στέρνα.
Ἔχεις τὸ ἔλεος. Πάνω σου τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ.
Ἔχεις τὴν εὔνοια τῶν πρωινῶν του. Μὴ μὲ μαρτυρήσεις!
Καὶ προπαντὸς νὰ μὴν τοῦ εἰπεῖς πὼς μ’ ἐγκατέλειψεν
ἡ ἐλπίδα.
Καθὼς κοιτᾶς τὸν Ταΰγετο σημείωσε τὰ φαράγγια
ποὺ πέρασα, καὶ τὶς κορφὲς ποὺ πάτησα, καὶ τὰ ἄστρα
ποὺ εἶδα. Πές τους ἀπὸ μένα, πές τους ἀπ’ τὰ δάκρυα μου
ὅτι ἐπιμένω ἀκόμα πὼς ὁ κόσμος
εἶναι ὄμορφος!
Κι ἂν σκίστηκε
τό χῶμα μου στὰ δύο, κι ἂν χάσκει ἡ ὕπαρξή μου
σὰν ἕνας τοῖχος ἀνοιγμένος κάτω ἀπ’ τὴν κοιλιὰ
μιᾶς φορτωμένης καταιγίδας,
πές τους πὼς σοῦ στέλνω
τὸ παιδικό μου ἀλάβωτο χαμόγελο σὰν ἕνα
φεγγάρι μέσα σὲ μιὰ στέρνα.
Κατὰ μῆκος τοῦ ποταμιοῦ
ποὺ κατεβαίνει στὴν κοιλάδα,
δίπλα στὶς λεῦκες ποὺ σοῦ νανουρίζαν
τὴ λύπη, γράψε στὸ νερὸ
τ’ ὄνομά μου: Ἐλπίδα.
τ’ ὄνομά μου: Ἀγάπη
τ’ ὄνομά μου: Σιωπή.
Τάραξε πάλι τὸ νερό.
Σβύσε τὰ ἴχνη μου πάλι.
Πές τους πὼς εἶμαι ἕνας ἐλεύθερος ἄνεμος ποὺ γυρνᾶ
μέσα στὸ μέλλον. Πὼς σὲ κάθε δέντρο ἔχω δεμένο
κι ἀπὸ ἕνα χρυσοσέλωτο ἄλογο. Πές τους πώς,
ἐγὼ κι ὁ ἥλιος εἴμαστε πάντοτε σὲ πορεία.
Πὼς ὅταν κάθε Κυριακὴ ντύνομαι τὶς ἐλπίδες μου
γιομίζει καθὼς περπατῶ ὁ κόσμος.
Ἐσύ, ἔτσι πές τους.
Πὼς δὲν σοὔγραψα τίποτα. Πὼς σοὔστειλα μονάχα
τὸ παιδικὸ μου ἀλάβωτο χαμόγελο σὰν ἕνα
φεγγάρι μέσα σὲ μιὰ στέρνα.

Από τη συλλογή «ΤΑ ΘΟΛΑ ΠΟΤΑΜΙΑ», 1950


https://www.youtube.com/watch?v=u5EHvRYRc4M

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Τα ωραία χρυσάνθεμα. «... κι όταν κάποτε έρθει η ώρα ν’ απολογηθώ, θα 'χω μάρτυρες όλους τους περαστικούς που στάθηκα αμήχανος μπροστά τους... »

Άνθρωποι που πέρασαν τη ζωή τους ψάχνοντας με τα μάτια τον
ορίζοντα.
Σφυρίγματα των τραίνων που σε πηγαίνουν πιο μακριά απ’ τα τραίνα.
Vincent Willem van Gogh - Τέσσερα κομμένα ηλιοτρόπια 1887
Εκείνη τη νύχτα, ήμουν κρυμμένος πίσω από την ντουλάπα,
αλλά γιατί να προβαίνω σε αποκαλύψεις, οι καιροί ήταν δύσκολοι:
επαναστάσεις, διαψεύσεις
κι άλλοτε συμβαίνουν γεγονότα που θυμάσαι ότι τα ξανάζησες – σε
ποιο όνειρο τάχα ή σε ποιαν άλλη ζωή,
μικρές κάμαρες που περπάτησα πάνω – κάτω όλη την απεραντοσύνη
άδειοι μοναχικοί δρόμοι, όπου έζησα τις πιο ωραίες μου περιπέτειες
κι όταν κάποτε έρθει η ώρα ν’ απολογηθώ, θα 'χω μάρτυρες όλους
τους περαστικούς που στάθηκα αμήχανος μπροστά τους,
μην έχοντας τι να πω. Λοιπόν, τι απέγιναν τα ωραία χρυσάνθεμα;
Πού πήγαν οι παλιές μέρες;

Άνθρωποι που πέρασαν τη ζωή τους ψάχνοντας με τα μάτια τον
ορίζοντα.
Σφυρίγματα των τραίνων που σε πηγαίνουν πιο μακριά απ’ τα τραίνα.

Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 462