Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Τα ωραία χρυσάνθεμα. «... κι όταν κάποτε έρθει η ώρα ν’ απολογηθώ, θα 'χω μάρτυρες όλους τους περαστικούς που στάθηκα αμήχανος μπροστά τους... »

Άνθρωποι που πέρασαν τη ζωή τους ψάχνοντας με τα μάτια τον
ορίζοντα.
Σφυρίγματα των τραίνων που σε πηγαίνουν πιο μακριά απ’ τα τραίνα.
Vincent Willem van Gogh - Τέσσερα κομμένα ηλιοτρόπια 1887
Εκείνη τη νύχτα, ήμουν κρυμμένος πίσω από την ντουλάπα,
αλλά γιατί να προβαίνω σε αποκαλύψεις, οι καιροί ήταν δύσκολοι:
επαναστάσεις, διαψεύσεις
κι άλλοτε συμβαίνουν γεγονότα που θυμάσαι ότι τα ξανάζησες – σε
ποιο όνειρο τάχα ή σε ποιαν άλλη ζωή,
μικρές κάμαρες που περπάτησα πάνω – κάτω όλη την απεραντοσύνη
άδειοι μοναχικοί δρόμοι, όπου έζησα τις πιο ωραίες μου περιπέτειες
κι όταν κάποτε έρθει η ώρα ν’ απολογηθώ, θα 'χω μάρτυρες όλους
τους περαστικούς που στάθηκα αμήχανος μπροστά τους,
μην έχοντας τι να πω. Λοιπόν, τι απέγιναν τα ωραία χρυσάνθεμα;
Πού πήγαν οι παλιές μέρες;

Άνθρωποι που πέρασαν τη ζωή τους ψάχνοντας με τα μάτια τον
ορίζοντα.
Σφυρίγματα των τραίνων που σε πηγαίνουν πιο μακριά απ’ τα τραίνα.

Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 462

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

Ανέστης Ευαγγέλου — Το χιόνι

(Στον Κρίτωνα Ζωάκο)
«Χιονίζει πάλι σήμερα.
Απ’ το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.


Θυμάμαι
ένα πρωί, σαν ήμασταν παιδιά -χαράματα ήταν
κι έτσι και τότε χιόνιζε- βγαίνω στον κήπο
και βρίσκω τ’ αδερφάκι μου.
Είχε ανοίξει
μια τρύπα μες στο χιόνι κι είχε μπει
μέσα κι έπαιζ’ εκεί με τ’ αρκουδάκι του.
Τι κάνεις
εδώ, του λέω, μονάχος, δεν κρυώνεις;

Δεν θα ξαναγυρίσω σπίτι σας, άκουσα τη φωνή του
οδυνηρά αινιγματική, γεμάτη πείσμα
και μια κακία που δε θα λησμονήσω
-κι έλαμπαν στο μισόφωτο τα ωραία του μάτια,
για ν’ απομείνει εκεί στους άθλιους πάγους
για ν’ απομείνει εκεί ανεξήγητα
παρ’ όλες έκτοτε τις συνεχείς εκκλήσεις μου.

Τη μέρα εκείνη μίσησα το χιόνι
κι ορθός, σε στάση προσοχής, μπρος στ’ αδερφάκι μου
ορκίστηκα να το πολεμώ μέχρι θανάτου.

Αυτά ήτανε τα πρώτα μου μαθήματα
πολύ προτού μάθω την αλφαβήτα.
Αργότερα,
όσο ο καιρός περνούσε κι ένιωθα
να μου έχει δωρηθεί από τους θεούς
της ομιλίας η χάρη, είναι γνωστό το χιόνι
πως όχι μόνο το κατάγγειλα με χίλιους τρόπους
παρά πως του αφιέρωσα για να το στιγματίσω
τις πιο παράφορες, πιο ρωμαλέες στροφές της ποίησής μου.

Σήμερα ωστόσο,
μισό σχεδόν αιώνα απ’ το πρωί εκείνο
των πρώτων παιδικών μου χρόνων,
χιονίζει πάλι.
Απ’ το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.

Πέφτει το χιόνι τώρα και σκεπάζει
με μια δική του απόρρητη δικαιοσύνη
τις πράξεις και τις παραλείψεις μας
τις χαρές και τις λύπες μας
τα μεγαλόπνοα σχέδια και τις μικρότητές μας
τους έρωτες
τις φιλίες
τα λάθη μας και τις εξάρσεις.

Κατευνάζει την αλαζονεία∙
διδάσκει την ισότητα∙
χορηγεί την ειρήνη.

Χιόνι της Ευσπλαχνίας -όχι της Ορφάνιας.
Χιόνι της Συγκατάβασης -όχι της Τιμωρίας.

Χιόνι της μυστικής αγάπης πια.

Από τη συλλογή «Το χιόνι και η ερήμωση» (χειρόγραφα – 1994)

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2019

Κώστας Μαυρουδής — «Χειμώνας» ή «Ιατρική επίσκεψη»

Αυτή εν συντομία είναι 
η ιστορία μιας ιατρικής επισκέψεως 
πολύ παλιάς 
τόσο που να αμφιβάλλεις 
με πόση ακρίβεια μεταδίδεται 
ένα μικρό παιδί λοιπόν, κρυολογημένο, ζώντας στα αιθέρια 
αρώματα του οινοπνεύματος, της καμφοράς και του ευκαλύπτου, 
ήθελε να αποφύγει την ιατρική επίσκεψη, φοβόταν όπως φοβούνται 
οι ενήλικες που ακούνε πάντα στην εξέταση απειλητικούς ψιθύρους 
(του αναλογούσε ας πούμε ένα παιδικό μερίδιο απ’ το ταμείο του
κοινού μας 
φόβου). 
Με πόση ευκολία όμως το παραπλάνησαν: 
ο άγνωστος που έφτασε το απόγευμα με τη βροχή 
έβγαλε αμέσως τη μουσκεμένη καμπαρντίνα 
και φόρεσε 
απ’ το λαιμό έως τα γόνατα 
υγρός ακόμη την ποδιά του ξυλουργού 
και βέβαια δεν ήταν γιατρός 
φαινόταν άλλωστε υπεράνω υποψίας, εξέταζε ως εδικός τα έπιπλα, 
τον καναπέ (στάθηκε και είδε τη μεγάλη θαλασσογραφία με το
φάρο), 
τα θερμομέτρησε εμβριθώς (απ’ το δωμάτιο το παιδί δεν είχε χάσει 
ούτε μια κίνηση), στο πάμφωτο σαλόνι τα είχε όλα ακροαστεί ο
άγνωστος, με 
αργές κινήσεις άρχισε να πλησιάζει το κρεβάτι, βρέχει 
ασταμάτητα, είπε αδιάφορα κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τη δυνατή 
βροχή, δεν έχει σταματήσει ούτε λεπτό, μουρμούρισε βγάζοντας ένα 
στηθοσκόπιο από την τσάντα, χειμώνας επανέλαβε δύο φορές 
σήκωσε την πιτζάμα του παιδιού 
από την πόρτα έβλεπαν τη σκηνή 
η μητέρα του έσφιγγε το λευκό χερούλι (από πορσελάνη) 
με το δεξί του χτύπησε το άλλο χέρι 
που είχε στην πλάτη 
ύστερα ένα θερμόμετρο 
ανάποδα το κουτάλι για τη γλώσσα 
αδιευκρίνιστα καθησυχαστικός 
έγινε μια μεγάλη παύση 
τον έβλεπαν που έφερε το μπλοκ από την τσάντα 
(sodium glycerol 
hydroxide και ethanol 3 x 1) 
το άφησε στο κομοδίνο κάτω απ’ το πορτατίφ 
ή μήπως το έδωσε στα χέρια της;) 
θέμα τεσσάρων ημερών 
είπε η αυθεντία 
πηγαίνοντας στην κρεμασμένη καμπαρντίνα 
και ήδη ο μικρός καθόταν στο θρανίο του 
ο δάσκαλος με άσπρα δάχτυλα 
ζωγράφιζε στον πίνακα ένα σύμφωνο 
γύριζε έβλεπε την τάξη 
ενώ
α- 
βα- 
ρής 
σαν σκόνη 
αι- 
ω- 
νιό- 
τη- 
τας 
έ- 
πε- 
φτε 
αρ- 
γά 
η 
κι- 
μω- 
λία 
στα 
πα- 
πού- 
τσια 
του 
Από τη συλλογή «Τέσσερις εποχές», εκδ. Κέδρος, 2010
 Andro

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2018

Ζωή Καρέλλη — Το ταξίδι των Μάγων

Έπρεπε νάμαστε τρεις.
Αν δεν ήταν τόσο σκοτάδι,
θα καταλάβαινα ίσως, γιατί
έχω μείνει τόσο μονάχος.

Gozzoli's Journey of the Magi - Balthasar
Πόσο έχω ξεχάσει.
Πρέπει απ’ αρχής πάλι το ταξίδι
ν’ αρχίσει.
Πότε ξεκινήσαμε, τότε, οι τρεις;
Ή μήπως, κάποτε, είχαμε ανταμώσει…
Μαζύ πορευτήκαμε ένα διάστημα,
όσο μας οδηγούσε άστρο λαμπρό.
Αυτό άλλαξε την οδό ή εγώ
τίποτα πια να δω δεν μπορώ;
Πού βρίσκομαι τώρα, σε τέτοιον καιρό,
σκληρό, ανένδοτο, δύσκολο,
εγώ, ανήσυχος, βιαστικός.
Μήπως κι’ η ώρα πλησίασε;
Πού να το ξέρω!

Πού είναι τα δώρα;
είχαμε τότε τοιμάσει δώρα
ήμερα, ήσυχα
δώρα ημών των ταπεινών, χρυσόν
λίβανον και σμύρναν άλλοτε
με θαυμασμό κι’ ευλάβεια τού φέρναμε.

Τώρα σ’ αυτόν τον καιρό
σίδερο, κεραυνό και φωτιά.

Ήμασταν τρεις,
τώρα κανέναν άλλον δε βλέπω
κι’ αισθάνομαι τα χέρια μου
πότε άδεια, πότε βαριά.
Βασιλείς τότε προς τον βασιλέα
του κόσμου, τώρα κανείς
δε βασιλεύει με βεβαιότητα.
Σκοτάδι βαρύ. Ποιος μ’ οδηγεί;
Δίχως συντροφιά,
δίχως άστρο κανένα πηγαίνω.
Μόνη προσφορά, η μεγάλη που γνωρίζω,
συμφορά της στέρησής Του.
Τι να προσφέρω σημάδι ευλάβειας
κι’ υποταγής; Εμείς, άνθρωποι
της παράφορης τούτης εποχής,
τι μπορούμε, δικό μας, ευτυχείς
να Του δώσουμε; Είναι ανάγκη
να βρούμε την προσφορά.
Τίποτα δεν προσφέρει της ψυχής μας
ο τόσος αγώνας.
Χρυσόν, λίβανον και σμύρναν
άλλοτε, δώρα απλά.
Μας παιδεύει η ασυμπλήρωτη προσφορά.
Τώρα που πορεύομαι στο σκοτάδι,
χωρίς τη χαρά των δώρων, μονάχος,
δεν έχω παρά τον εαυτό μου να δώσω.

Εν συντριβή βαδίζοντα.


Ζωή Καρέλλη: ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1955-1973
(δεύτερος τόμος) από τις Εκδόσεις των φίλων

Μας το έστειλε η Ελένη Τσαλίκη

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018

Γιάννης Ρίτσος — Οκτώβρης 1940 / «Πάντα νικάει το δίκιο./Μια μέρα θα νικήσει ο άνθρωπος. / Μια μέρα η λευτεριά θα νικήσει τον πόλεμο»

Πάντα νικάει το δίκιο.
Μια μέρα θα νικήσει ο άνθρωπος.
Μια μέρα η λευτεριά θα νικήσει τον πόλεμο
Αδέρφια μου. Αδέρφια μου,
μια μέρα θα νικήσουμε για πάντα.
Ανοίγουν τα παράθυρα
κι όσοι μένουν χαιρετούν αυτούς που φεύγουν
και φεύγουν όλοι.
Γέμισαν οι πόλεις με τύμπανα και σημαίες.
Ορθή η αυγή σημαιοστολίζει τα όνειρα μας.
Κι η Ελλάδα λάμπει μες στα φώτα των ονείρων μας.
Ο ήλιος πλυμένος
με το καθαρό πρόσωπο στραμμένο στον άνθρωπο
χαιρετάει τους δρόμους που κρατούν στη μάχη.
Αυτοκίνητα περνούν γεμάτα πλήθος.
Αποχαιρετιούνται στις πόρτες και γελάνε
κι ύστερα ακούγονται τ' άρβυλα στην άσφαλτο
το μεγάλο τραγούδι των αντρίκειων βημάτων
που μακραίνει και σβήνει στο μάκρος του δρόμου
ως το βραδινό σταθμό με τα χαμηλωμένα φώτα.
Εκεί τρένα περιμένουν
σφυρίζουν λίγο έξω απ' την πόλη
ακούγονται αποχαιρετιστήριοι πυροβολισμοί
κι ύστερα όλα σωπαίνουν και περιμένουν.
Διαβάζουμε τα τελευταία παραρτήματα:
Νικούμε. Νικούμε.
Πάντα νικάει το δίκιο.
Μια μέρα θα νικήσει ο άνθρωπος.
Μια μέρα η λευτεριά θα νικήσει τον πόλεμο
Αδέρφια μου. Αδέρφια μου,
μια μέρα θα νικήσουμε για πάντα.

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Μικρά γυμνάσματα λησμονιάς

Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα,
συμβιβασμοί -
πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.
ATLANTIC CITY BOARDWALK
Μικρή πραγματεία
Κάποτε θα ήθελα να μιλήσω γι’ αυτή τη σκιά που μας ακολου-
θεί μες στην ομίχλη – αλλά μου είναι απαγορευμένο να πω το
τέλος μιας ιστορίας
που δεν άρχισε ποτέ.

Εφαρμοσμένος Μαρξισμός
Και καμιά φορά ενώ είμαι μόνος στην κάμαρα, κρύβω τα λίγα
χρήματά μου, για να μπαίνει πιo άφοβα απ’ το παράθυρο
το φως του φεγγαριού.

Συγκομιδή
Κι όταν με πλησίασαν με προτεταμένα όπλα, εγώ χαμογέλασα
με περιφρόνηση και σηκώνοντας τα χέρια μου ψηλά άρχισα να
μαζεύω τα μήλα της χρονιάς.

Καλοκαίρι
«Δε μ’ άφησαν πάλι να κοιμηθώ» έλεγε κάθε πρωί η γριά που
κοιμόταν στον κήπο. Και βέβαια θα εννοούσε τα’ άστρα
Ή τα παιδιά που είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο.

Ανταμοιβή
Ένα παιδί κοιμάται. Όλη τη μέρα έκλαψε. Αλλά τώρα χαμογελάει
καθώς η Μεγάλη Άρκτος του γλείφει με τη χρυσαφιά της γλώσσα
το ξεσκέπαστο πόδι του.

Παράδοξα απογεύματα
Μια γυναίκα καθόταν σ’ ένα παγκάκι στο πάρκο, ολομόναχη,
Κρατούσε μιαν ομπρέλα, δεν είχε πού να πάει,
ώσπου σηκώθηκε και με αργά, αβέβαια βήματα
Ανέβηκε στον ουρανό.

Άγνωστα εγκλήματα
Συχνά, όταν ήμουν παιδί, οι μεγάλοι κουβέντιαζαν χαμηλό-
φωνα, μόνο και μόνο για να μην κρυφακούσω.
Έτσι μου σκότωσαν για πάντα τον επίλογο.

Αισθητική
Όσο για κείνη την ιστορία, υπάρχουν πολλές εκδοχές.
Η καλύτερη όμως πάντα είναι αυτή που κλαίς.

Διαθήκη
Ίσως να το ‘βρα. Αλλά δεν θα σας το πω. Γιατί τότε εσείς τι θα
ψάχνετε;

Απάντηση
«Μα πως περπατάς επί των κυμάτων;» ρώτησα.
«Έχασα το δρόμο» μου λέει.

Ο ποιητής I
Προσπαθεί να φαίνεται ήρεμος. Να μοιάζει με τους άλλους. Κ’
είναι στιγμές που το κατορθώνει.
Όμως τις νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί. Οι μεγάλες φτερούγες
του δεν χωράνε μέσα στον ύπνο.

Ο ποιητής ΙΙ
Λένε μάλιστα πως όταν πέθανε ακολούθησαν τη νεκρική πομπή
όλες οι λάμπες πετρελαίου των θλιμμένων προαστίων, χαμηλω-
μένες βέβαια για την περίσταση.
Κι έτσι εξηγήθηκαν πολλές απ’ τις παλιές υπερβολές του.

Καθ’ ημέραν βίος
Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα,
συμβιβασμοί -
πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.

Μητρικές προβλέψεις
Κ’ η μητέρα φορούσε πάντα φαρδιά φορέματα, για να σκεπάζει
ίσως κι εκείνον
που δε γίναμε.

Αυτοπροσωπογραφία
Τόσο φοβισμένος, που όταν μου έπαιρναν κάτι τους ευγνωμονούσα
που μου άφηναν τουλάχιστον την ανάμνησή του.

Νύχτα
Κι άξαφνα ανακαλύπτεις σ’ ένα άγαλμα όλη τη λησμονιά
ή σ’ ένα λόγο αστόχαστο την πιο αληθινή μαρτυρία.

Αδιευκρίνιστα σημεία
Όλοι γύρισαν. Μόνον οι ποιητές έμειναν για πάντα εκεί.

Ποιητές
Ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις -
και γίνονται πουλιά.

Πείρα αιώνων
Γιαυτό σου λέω, μην κοιμάσαι: είναι επικίνδυνο. Μην ξυπνάς: θα
μετανιώσεις.

Ο αμαρτωλός
Την ημέρα κατρακυλούσε σε μικρά συμβάντα.
Μα όταν τις νύχτες δινότανε στην αμαρτία
η φτερούγα του ανατρίχιαζε κάτω στο πάτωμα.

Πανσέληνος
«Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν
μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;» Περίμενα να δω τι
θα πει. Ήταν Ιούνιος, βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον
ουρανό.
Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση.

Οι ποιητές γυρίζουν ανάμεσά μας
Φτωχοί που περνάνε στους δρόμους, κρύβοντας στα φαρδιά ξε-
χειλωμένα πανωφόρια τους κάποιον ποιητή, που τον αρνήθηκε η
τύχη ή τον ξεγέλασαν οι περιστάσεις
αλλά που τους χαρίζει καμμιά φορά τα πιο ωραία τους δάκρυα.

Παρελθόν
Ας γράψουμε, λοιπόν, ένα γράμμα με παραλήπτη ανύπαρκτο,
κι όπως περπατάμε ας το αφήσουμε να μας πέσει, τάχα, κατά
τύχη στο δρόμο. Αύριο, μεθαύριο, θα το βρουν ξεθωριασμένο απ΄
τη βροχή
και τότε θα ’χει πάρει όλο το νόημά του.

Προσμονή
Η γυναίκα καθόταν στον κήπο και γύρω της, σαν ανταύγεια,
έφεγγε η αιώνια προσμονή της – περίμενε, λέει, κάτι που άκουσε
να της ψιθυρίζουν κάποτε μες στον ύπνο της. «Τι;» τη ρωτούσα,
σχεδόν φοβισμένος από την τόση απεραντοσύνη.

Έρωτας
Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά-κοντά,
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.

Ευλογία
Καλότυχοι εκείνοι που δε γνώρισαν τον εαυτό τους
ανδρείοι εκείνοι που αποσιώπησαν την αθωότητά τους
μα ευλογημένοι αυτοί που τα δώσανε όλα κ’ ύστερα κοίταξαν
έν’ άστρο
σαν τη μόνη ανταπόδοση.

Το τέλειο έγκλημα
Καμιά φορά, μαζεύεται κόσμος κάπου, όλοι κοιτάζουν στο ίδιο
σημείο, αλλά δεν βλέπουν τίποτα.
Γιατί πάντα γίνεται ένα έγκλημα εκεί που δε συμβαίνει τίποτα.

Δραπέτης
Το παντελόνι του το άφησε στα δόντια των σκυλιών.
Με το σακκάκι του σκέπασε ένα άγαλμα.

Υστεροφημία
Όταν πεθάνουμε όλα όσα ονειρευτήκαμε έρχονται και στέκουν
κάπου εκεί στην κάμαρα. Κι άξαφνα όλοι σέβονται νεκρό
το χτεσινό «παλιόσκυλο».

Τα χέρια θυμούνται
Το χέρι του ωχρό, κάθε που έκανε μια κίνηση ήταν σα να ‘θελε
να διασχίσει προς τα πίσω το χρόνο –
ίσως ως εκείνο το παιδικό παιχνίδι που του είχαν κάποτε αρνηθεί.

Επιμύθιο
Τότε χτύπησαν την πόρτα. Εγώ, αφελής όπως πάντα, πήγα κι
άνοιξα. Κι έτσι μια καινούργια θλίψη μπήκε στον κόσμο.

Συλλογή: «ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΕΥΘΑΝΑΣΙΑΣ», 1979
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 2ος, σελ. 293-323