Τρίτη 13 Μαρτίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Τό ἄστρο τοῦ ταξιδιώτη — «Ἀπό ἕνα χαμένο ὄνειρο ἐμεῖς ἔπρεπε νά φτιάξουμε ἕναν δρόμο γιά νά συναντηθοῦμε»

Moonlight on the River - Ralph Albert Blakelock
Ἀπό ἕνα χαμένο ὄνειρο ἐμεῖς ἔπρεπε νά φτιάξουμε ἕναν δρόμο γιά
νά συναντηθοῦμε
κι ὅταν μᾶς τέλειωσαν τά δάκρυα στείλαμε τά πουλιά στούς
πεθαμένους φίλους μας
χιόνιζε, φυσοῦσε ἀέρας καί χτίσαμε τό σπίτι μας μέ λίγη λησμονιά
κι ἀπ' ὅλες τίς τύχες προτιμήσαμε ἐκείνη τοῦ ταξιδιώτη πού δέν
ξέρει τό ἄστρο του ποῦ τόν ὁδηγεῖ
ὥσπου ἐξαγνιστήκαμε ὅπως αὐτοί πού ἔχουν πεθάνει ἐδῶ καί
χρόνια.

Ὦ ἐλπίδες τῆς νιότης μας μείνατε στή μέση τοῦ δρόμου. Έμεῖς
συνεχίσαμε
καί νά πού φτάσαμε ἀπόψε ἐδῶ σ' αὐτόν τόν ἄγνωστο τόπο,
χωρίς ποσκευές, μά μ' να τόσο ραο φεγγάρι.

Από τη συλλογή «Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου» Β
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 481

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Ἀντίο
«κι ἄν νικηθήκαμε δέν ἦταν ἀπ’ τήν τύχη ἤ τίς ἀντιξοότητες, ἀλλά
ἀπ’ αὐτό τό πάθος μας γιά κάτι πιό μακρινό»

Daisy Field, Oil, by Ian Macculloch

Κάποτε μιά νύχτα θ’ ἀνοίξω τά μεγάλα κλειδιά τῶν τρένων γιά
   νά περάσουν οἱ παλιές μέρες
οἱ κλειδούχοι θά ‘χουν πεθάνει, στίς ράγιες θά φυτρώνουν
   μαργαρίτες ἀπ’ τά παιδικά μας πρωινά
κανείς δέν έμαθε ποτέ πῶς ἔζησα, κουρασμένος ἀπό τόσους χειμῶνες
τόσα τρένα πού δέ σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια πού δέν
   εἰπώθηκαν,
οἱ σάλπιγγες βράχνιασαν, τίς θάψαμε στό χιόνι
ποῦ εἶμαι; γιατί δεν παίρνω ἀπάντηση στά γράμματά μου;
κι ἄν νικηθήκαμε δέν ἦταν ἀπ’ τήν τύχη ἤ τίς ἀντιξοότητες, ἀλλά
   ἀπ’ αὐτό τό πάθος μας γιά κάτι πιό μακρινό
κι ὁ ἀγέρας πού κλείνει ἀπότομα τίς πόρτες καί μένουμε
   πάντοτε ἔξω
ὅπως ἀπόψε σέ τοῦτο τό ἔρημο τοπίο πού παίζω τήν τυφλόμυγα μέ
   τούς νεκρούς μου φίλους.

Ὅλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, ἀντίο! Τά πιό ὡραία ποιήματα
   δέ θά γραφτον ποτέ...

Από τη συλλογή «Βιολέτες για μια εποχή»,
1985
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 257

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — «Ἀλλά θά ‘ρθει μιά μέρα πού θά κλείσουμε εἰρήνη μέ τό ὄνειρο, αἰώνια κυνηγημένοι – ὥσπου τή νύχτα ἦταν ἀδύνατο νά μήν τούς συγχωρήσεις»

"All human beings are also dream beings. Dreaming ties all mankind together."
Jack Kerouac
Πολλά χρόνια πέρασαν. Μάχες χαμένες κι λλες πού τίς
κερδίσαμε
χωρίς ποτέ νά τό μάθουμε, καί πάντα λησμονιά καί τά φύλλα
πού πεφταν.
λλά θά ‘ρθει μιά μέρα πού θά κλείσουμε ερήνη μέ τό νειρο,
αώνια κυνηγημένοι – σπου τή νύχτα ταν δύνατο νά μήν τούς
συγχωρήσεις.
Κι, χ, μόνο μ’ ατό ζήσαμε, μ’ ατό πού δέ θά βρεκανείς ποτέ
μέσα στίς στορίες μας.

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ (χορικό) 1974
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 2ος, σελ. 129

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018

Μίλτος Σαχτούρης — Ἡ δύσκολη Κυριακή
«κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά/ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο/ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά»


Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά

Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο

Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ.

από τη συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ, 1945

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης — Συμβάν
«Σε χρωματουργίες από την πολυκαιρία στους τοίχους/μισόσβηστες,
η Oρθόδοξη Xριστιανική Eποποιΐα αρχινούσε/απ' το Nάρθηκα...»

Mερικοί φαντάροι μακριά απ' τα σπίτια τους, κάποιαν ώρα
      εύκαιρη,
είτε για κορίτσια ή ρετσίνα και προσφάι, κατηφόρισαν,
στη ρεματιά με τ' αρχοντικά λευκάδια κάτω από το χωριό,
ίσαμε τ' αντικρυνά καλύβια, σιμά στα κυπαρίσσια
      και τις φτελιές.

Φτωχός ο τόπος και τα καλωσορίσματα περισσότερα
      απ' τις μπουκιές.
Aν ψωμί δεν χόρταιναν, τα κορίτσια τάβλεπαν από μακριά.
Mπορεί και για το λόγο αυτό νάχαν τ' αμέριμνο χαμόγελο,
γεμάτοι προσδοκίες ξαφνικές πάνω στο κάθε τι π' αντίκρυζαν.

Στα λιβάδια από κάθε μεριά του νερού άνθιζε η άνοιξη,
συνοδεύοντας με χρώματα τις φωνές από βατράχια και πουλιά.
Πέρασαν το μικρό πέτρινο γεφύρι και στρίβοντας μέσα στη
      λόχμη·
"Δεν πάμε", λεν, "παιδιά, να δούμε ποια ψυχή εδωπέρα ζη".

Kανένας δεν ζούσε, μονάχα χρονολογίες και ονόματα πολλά
      διάβασαν
πάνω σε Σταυρούς. Kατά λάθος πήραν το ξωκκλήσι για σπίτι.
Ένιωθαν σάμπως διπλή τη ζωντάνια τους, προφέροντας
      φωναχτά όσα διάβαζαν
μέσα στη δροσερή ήσυχη αυλή, πριν έμπουνε στο ναΐδριο.

Aστοχώντας τις συνήθεις αμφιβολίες της εποχής
      για τα μεταφυσικά,
όλοι τους, καθώς ενθυμούμενοι τους δικούς των άναψαν κεριά,
γοητεμένοι από το μελένιο φως, βάλθηκαν να εξετάζουν,
θέλοντας να δουν το κάθε τι μέσα στο μάλλον
      σκοτεινό εσωτερικό.

Σε χρωματουργίες από την πολυκαιρία στους τοίχους
      μισόσβηστες,
η Oρθόδοξη Xριστιανική Eποποιΐα αρχινούσε
      απ' το Nάρθηκα,
πάν' απόναν σωρό ρόβη στη γωνιά και την ξεχασμένη
      μπούκλα του τσομπάνη,
παριστάνοντας αριστερά στον τοίχο, στον κυρίως ναό,
      έναν έφιππο.

Aπό το κόκκινο τ' άτι του ευθύς γνώρισαν
      τον Άγιο Δημήτριο.
Διαβάζοντας όμως "ΣKYΛOΓIANNHΣ", δίπλα
      στην πεσμένη μορφή,
που την υποτάσσει τρυπώντας την με το κοντάρι του
      ο Mυροβλήτης,
απόρεσαν, γιατ' ήξεραν πως με τον Λυαίο η νίκη του Aγίου
      σχετίζεται.

Tότε όμως ένας απ' τη Σαλονίκη, καθώς θυμήθηκε
      τα καλά παιδιάτα του,
όταν πέφτοντας σ' ένα κατώγι άπλωσε ο Άγιος το χέρι του
      και τον γλύτωσε,
είπε πως είναι αναρίθμητες οι νίκες του Πολιούχου
      στην πραγματικότητα,
και απ' τα συναξάρια όπως το θυμόταν εξιστόρησε
      το περιστατικό.

Όταν ο τσάρος των Bουλγάρων όλη τη Mακεδονία
      καταστρέφοντας,
έφτασε απ' το Λαγκαδά κι' απ' τον Γαλλικό ταυτόχρονα
      μπροστά στην πόλη,
αγναντεύοντας απόνα ύψωμα όλη την έκταση της πόλης
      με τα οικήματα,
και την ίδια νύχτα πατάχτηκε αυτοπροσώπως απ' τον Άγιο.

Tα λόγια του με την πυκνή παράθεση των συγκεκριμένων
      τοπωνυμιών
δίνοντας σάρκα και οστά σε όσα γνώριμα της πόλεως
      αναθυμόταν,
χόρταιναν τις αισθήσεις των συναδέλφων του παρουσιάζοντας,
όχι ένα κτίσμα, αλλά σάμπως μια γυναίκα ζωντανή,
      τη Θεσσαλονίκη.

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Περιπλανήσεις (I) «Κύριε, αμάρτησα ενώπιον σου: ονειρεύτηκα πολύ. Έτσι ξέχασα να ζήσω»

Κύριε, αμάρτησα ενώπιον σου: ονειρεύτηκα πολύ. Έτσι ξέχασα να
ζήσω.
Μόνο καμιά φορά μ' ένα μυστικό που το 'χα μάθει από παιδί
ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο
αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε. Σαν τους θαυματοποιούς που όλη
τη μέρα χαρίζουν τ' όνειρο στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ’ τους
αγγέλους —
ο άλλος αδελφός μου πέθανε στο γηροκομείο κι όταν πήγαινα να
τον δω, μου ζητούσε λίγα χρήματα τόσο παρακλητικά
που ο θάλαμος ευωδίαζε Χριστούγεννα. Και συχνά διέσχιζα έναν
επικίνδυνο δρόμο για να προλάβω ένα φάντασμα
ή τις νύχτες έψαχνα απεγνωσμένα μέσα στο παρελθόν μήπως και
βρω μια λεπτομέρεια
που να με δικαιώνει. Άλλα εκείνο που μ' έκανε ν' απορώ είναι
που υστέρα από μια ολόκληρη εξέγερση εγώ είχα ακόμα το
κεφάλι πάνω στους ώμους μου.
Κι ίσως αυτό να 'γινε γιατί πάντα ένας κήπος απλωνόταν γύρω μου
χωρίς κανείς να τον βλέπει.

Και κάθε φορά που ξυπνάω δυσκολεύομαι να ξαναβρώ την
ηλικία μου
ανεμίζει στο παράθυρο η κουρτίνα σα ν' αποχαιρετάει κάποιον που
μόλις έφυγε —
ώ νεότητα!

Συνήθως κάθομαι στη σάλα κοιτάζοντας τον τοίχο «Όμως αν το
δεις, θα χαθείς», μου 'λεγε η μητέρα κι έκλαιγε
«κι όμως, μητέρα — μόνο αν χαθώ θα το δω», και τότε ένιωθα
πως είχα έρθει από πολύ μακριά και πήγαινα ακόμα μακρύτερα
κι ο αέρας μύριζε απαλά σα να 'χαμε συγχωρεθεί για όλα
ή άλλοτε περπατώντας τη νύχτα ολομόναχος άκουσα ένα πιάνο
να παίζει
κι οι θλιμμένες νότες του ήταν σα να 'ρχονταν. απ’ το βάθος ενός
ονείρου
ή μιας άλλης ζωής
που πήγαινα; τι γύρευα; Θα ξαναγυρίσουμε ποτέ;

Αλλά τι σημασία έχει;
αφού μόνο το ανεξήγητο είναι που δίνει κάποτε στα λόγια μας τη
μαγεία ενός χαμένου δειλινού,
ώρες νοσταλγίας, που μας κάνετε να ζήσουμε τρεις ζωές σ' ένα
μοναχικό απόγευμα
και συχνά στο διάδρομο συνάντησα πρόσωπα άγνωστα όπως όταν
έχεις χάσει το δρόμο
ή μας συμβαίνουν γεγονότα που μας φαίνονται τόσο γνώριμα,
πότε τα ξαναζήσαμε; που;
Ίσως γι' αυτό κλαίω σε ώρες ακατάλληλες.
Ώ ανεκπλήρωτο, που ακόμα κι όταν όλα μας εγκαταλείπουν εσύ
αφήνεις έξω από την πόρτα μας
ένα μικρό γιασεμί.

Από τη συλλογή
ΜΙΚΡΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΟΝΕΙΡΑ
1987