Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018

Νικηφόρος Βρεττάκος — Τό δύσκολο ὄρος
“Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀλήθεια κ’ ἡ ἀλήθεια ἀγάπη”.

Jesus Goes Up Alone Onto A Mountain to Pray by James Tissot
Πῆρε τούς μαθητές του ὁ Ἰησοῦς κι ἀνηφόρισε
στό δύσκολο Όρος, στήν κορφή του ὅπου εἶναι
μόνος κανείς, σέ σύννεφα ἀνάμεσα καί σέ ἀνέμους.
Καί εἶπε, χωρίς νά ξέρει ἄν ἀκούγεται:
“Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀλήθεια κ’ ἡ ἀλήθεια ἀγάπη”.
Καί τό ὅτι κανείς δέν κατάλαβε τίποτε
τό εἶδε στά πρόσωπα τῶν μαθητῶν του
πού κοιταζόντουσαν.
Νιώθοντας μόνος
ἀνάμεσα στό κενό καί τό ψύχος,
ἔμεινε ἀκίνητος ὡς νά μαρμάρωσε
καί βυθίστη σέ συλλογή: “Γιά πόσον καιρό;”
Καί βλέποντας κάτω τή θάλασσα,
ταράχθηκε σφόρδα: “Ὥσπου τό πλήρωμα
νά ρθεῖ τῆς ἀγάπης, μπορεῖ νά χρειαστοῦν
τόσα δάκρυα ὅσα εἶναι ὅλες οἱ θάλασσες”.
Καί ξεκίνησε ἔπειτα, ἔτσι ὅπως ἤτανε,
γιά τούς αἰῶνες. Μετακινιόταν τό Ὅρος,
μέ αὐτόν στήν κορφή, διπλωμένον στά σύννεφα.
Από το "ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ",1983

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Σωφρόνιος Ιεροσολύμων — Ευχή του Μεγάλου Αγιασμού. Σήμερον ὁ Παράδεισος ἠνέωκται τοῖς ἀνθρώποις, καὶ ὁ τῆς Δικαιοσύνης Ἥλιος καταυγάζει ἡμῖν.

Βάπτιση του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (1597-1600)

Ποίημα Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων

Τριὰς ὑπερούσιε, ὑπεράγαθε, ὑπέρθεε,

παντοδύναμε, παντεπίσκοπε, ἀόρατε, ἀκατάληπτε.
Δημιουργὲ τῶν νοερῶν οὐσιῶν
καὶ τῶν λογικῶν φύσεων,
ἡ ἔμφυτος ἀγαθότης, τὸ Φῶς τὸ ἀπρόσιτον,
τὸ φωτίζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον,
λάμψον κἀμοὶ τῷ ἀναξίῳ δούλῳ σου,
φώτισόν μου τῆς διανοίας τὰ ὄμματα,
ὅπως ἀνυμνῆσαι τολμήσω τὴν ἄμετρον εὐεργεσίαν καὶ δύναμιν.

Εὐπρόσδεκτος γενέσθω ἡ παρ᾽ ἐμοῦ δέησις
διὰ τὸν παρεστῶτα λαόν,
ὅπως τὰ πλημμελήματά μου μὴ κωλύσωσιν
ἐνθάδε παραγενέσθαι τὸ ἅγιόν σου Πνεῦμα,
ἀλλὰ συγχώρησόν μοι ἀκατακρίτως
βοᾶν σοι καὶ λέγειν καὶ νῦν, Ὑπεράγαθε·

Δοξάζομέν σε Δέσποτα φιλάνθρωπε,
Παντοκράτορ, προαιώνιε Βασιλεῦ.
Δοξάζομέν σε τὸν Κτίστην,
καὶ Δημιουργὸν τοῦ παντός.
Δοξάζομέν σε, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ μονογενές,
τὸν ἀπάτορα ἐκ Μητρός, καὶ ἀμήτορα ἐκ Πατρός·
ἐν γὰρ τῇ προλαβούσῃ Ἑορτῇ
νήπιόν σε εἴδομεν,
ἐν δὲ τῇ παρούσῃ τέλειόν σε ὁρῶμεν,
τὸν ἐκ τελείου τέλειον ἐπιφανέντα Θεὸν ἡμῶν.

Σήμερον γὰρ ὁ τῆς Ἑορτῆς ἡμῖν ἐπέστη καιρός,
καὶ χορὸς ἁγίων ἐκκλησιάζει ἡμῖν,
καὶ Ἄγγελοι μετὰ ἀνθρώπων συνεορτάζουσι.
Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
ἐν εἴδει περιστερᾶς, τοῖς ὕδασιν ἐπεφοίτησε.
Σήμερον ὁ ἄδυτος Ἥλιος ἀνέτειλε,
καὶ ὁ κόσμος τῷ φωτὶ Κυρίου καταυγάζεται.
Σήμερον ἡ Σελήνη λαμπραῖς ταῖς ἀκτῖσι
τῷ κόσμῳ συνεκλαμπρύνεται.
Σήμερον οἱ φωτοειδεῖς ἀστέρες
τῇ φαιδρότητι τῆς λάμψεως
τὴν οἰκουμένην καλλωπίζουσι.
Σήμερον αἱ νεφέλαι ὑετὸν δικαιοσύνης
τῇ ἀνθρωπότητι οὐρανόθεν δροσίζουσι.
Σήμερον ὁ Ἄκτιστος ὑπὸ τοῦ ἰδίου πλάσματος
βουλῇ χειροθετεῖται.
Σήμερον ὁ Προφήτης καὶ Πρόδρομος
τῷ Δεσπότῃ προσέρχεται,
ἀλλὰ τρόμῳ παρίσταται, ὁρῶν Θεοῦ
πρὸς ἡμᾶς συγκατάβασιν.
Σήμερον τὰ τοῦ Ἰορδάνου νάματα
εἰς ἰάματα μεταποιεῖται
τῇ τοῦ Κυρίου παρουσίᾳ.
Σήμερον ῥείθροις μυστικοῖς πᾶσα ἡ κτίσις ἀρδεύεται.
Σήμερον τὰ τῶν ἀνθρώπων πταίσματα
τοῖς ὕδασι τοῦ Ἰορδάνου ἀπαλείφονται.
Σήμερον ὁ Παράδεισος ἠνέωκται τοῖς ἀνθρώποις,
καὶ ὁ τῆς Δικαιοσύνης Ἥλιος καταυγάζει ἡμῖν.
Σήμερον τὸ πικρὸν ὕδωρ, τὸ ἐπὶ Μωϋσέως τῷ λαῷ,
εἰς γλυκύτητα μεταποιεῖται τῇ τοῦ Κυρίου παρουσίᾳ.
Σήμερον τοῦ παλαιοῦ θρήνου ἀπηλλάγημεν
καὶ ὡς νέος Ἰσραὴλ διεσώθημεν.
Σήμερον τοῦ σκότους ἐλυτρώθημεν,
καὶ τῷ φωτὶ τῆς θεογνωσίας καταυγαζόμεθα.
Σήμερον ἡ ἀχλὺς τοῦ κόσμου καθαίρεται
τῇ ἐπιφανείᾳ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Σήμερον λαμπαδοφεγγεῖ πᾶσα ἡ κτίσις ἄνωθεν.
Σήμερον ἡ πλάνη κατήργηται,
καὶ ὁδὸν ἡμῖν σωτηρίας ἐργάζεται
ἡ τοῦ Δεσπότου ἐπέλευσις.
Σήμερον τὰ ἄνω τοῖς κάτω συνεορτάζει,
καὶ τὰ κάτω τοῖς ἄνω συνομιλεῖ.
Σήμερον ἡ ἱερὰ καὶ μεγαλόφωνος
τῶν Ὀρθοδόξων πανήγυρις ἀγάλλεται.
Σήμερον ὁ Δεσπότης πρὸς τὸ βάπτισμα ἐπείγεται,
ἵνα ἀναβιβάσῃ πρὸς ὕψος τὸ ἀνθρώπινον.
Σήμερον ὁ ἀκλινὴς τῷ ἰδίῳ οἰκέτῃ ὑποκλίνεται,
ἵνα ἡμᾶς ἐκ τῆς δουλείας ἐλευθερώσῃ.
Σήμερον Βασιλείαν οὐρανῶν ὠνησάμεθα·
τῆς γὰρ Βασιλείας τοῦ Κυρίου οὐκ ἔσται τέλος.
Σήμερον γῆ καὶ θάλασσα τὴν τοῦ κόσμου χαρὰν ἐμερίσαντο,
καὶ ὁ κόσμος εὐφροσύνης πεπλήρωται.

Εἴδοσάν σε ὕδατα, ὁ Θεός,
εἴδοσάν σε ὕδατα καὶ ἐφοβήθησαν.
Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω,
θεασάμενος τὸ πῦρ τῆς θεότητος,
σωματικῶς κατερχόμενον,
καὶ εἰσερχόμενον ἐπ᾽ αὐτόν.
Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω,
θεωρῶν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον,
ἐν εἴδει περιστερᾶς κατερχόμενον,
καὶ περιϊπτάμενόν σοι.
Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω,
ὁρῶν τὸν Ἀόρατον ὁραθέντα,
τὸν Κτίστην σαρκωθέντα,
τὸν Δεσπότην ἐν δούλου μορφῇ.
Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω,
καὶ τὰ ὄρη ἐσκίρτησαν,
Θεὸν ἐν σαρκὶ καθορῶντα,
καὶ νεφέλαι φωνὴν ἔδωκαν,
θαυμάζουσαι τὸν παραγενόμενον,
φῶς ἐκ φωτός,
Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ,
δεσποτικὴν πανήγυριν σήμερον
ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ὁρῶντες,
αὐτὸν δὲ τὸν τῆς παρακοῆς θάνατον,
καὶ τὸ τῆς πλάνης κέντρον,
καὶ τὸν τοῦ, ᾍδου σύνδεσμον
ἐν τῷ Ἰορδάνῃ βυθίσαντα,
καὶ Βάπτισμα σωτηρίας τῷ κόσμῳ δωρησάμενον.
..........

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Αφιέρωμα

Σ’ εκείνους που μέσα σε θυελλώδεις νύχτες εξεγέρσεων ψάχνουν
   για ένα φεγγάρι παιδικό
σ’ αυτούς που δεν τους έμεινε καιρός, σ’ εκείνους που τους ξέχασαν
στη γλυκύτητα του ύπνου όταν όλοι μας είχαν εγκαταλείψει
στους καθρέφτες που κοιταχτήκαμε, στις θάλασσες που δε θα
ταξιδέψουμε
στα μονοπάτια που περπατήσαμε ερωτευμένοι κι ίσως να μην
   ξαναγυρίσαμε από τότε
στη Μοίρα, στην ωραία νεότητα, στους διαβάτες
(κι εγώ πού πήγαινα; κ’ ήταν τόσα πολλά αυτά που ζήτησα; Μα
   τώρα είναι αργά – ώρα να φεύγω)
στ’ αποδημητικά πουλιά, στις ατμομηχανές που κουράστηκαν κι
   έγειραν το πλευρό να κοιμηθούνε
στις καλαμποκιές όταν τις λούζει το φεγγάρι, στα κορίτσια που
   βγάζουν το φουστάνι τους για να μπουν στον ουρανό,
στην αλληλογραφία ενός αγγέλου μ’ ένα παιδί, σ’ εκείνους που
άργησαν, σ’ αυτούς που δεν θα ξανάρθουν
στη γυναίκα που ρίχνει τα χαρτιά, στον γέρο που κλαίει
στην Οδύσσεια που ζει ο ποιητής γράφοντας το πιο μικρό ποίημα.
στη φευγαλέα στιγμή που έζησε ένας άνθρωπος ζώντας
   μια ολόκληρη ζωή…

Από την συλλογή "Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου", Α (1990)

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Το παιδικό σφύριγμα

«Κι ἐγώ, ὁ ἠλίθιος, ἀποροῦσα πού καμμιά φορά σφύριζε τόσο ἀμέριμνα.»
    Καθώς περπατούσαμε στόν ἔρημο δρόμο, ἄνοιξε τό σακάκι του
Καί μοῦ ’δειξε τό παιδικό του πρόσωπο «σαράντα χρόνια τώρα καί
δέν μπορῶ νά τό ἀποχωριστῶ» εἶπε - «ἐνῶ ἔπρεπε νά τό
’χω θάψει».
    Κι ἐγώ, ὁ ἠλίθιος, ἀποροῦσα πού καμμιά φορά σφύριζε τόσο
ἀμέριμνα.

Από την συλλογή "Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου", Β (1990)

Τάσος Λειβαδίτης — Το παράπονο του ποιητή
«... Θεέ μου - δεν έζησα: έχοντας να μεριμνήσω
για τόσα φύλλα την άνοιξη.»

Ένα παλιό αισθηματικό κερί έκαιγε πάνω στο τραπέζι
τα φθαρμένα έπιπλα μου είχαν διδάξει την υπομονή
μόνο ένα, Θεέ μου - δεν έζησα: έχοντας να μεριμνήσω
για τόσα φύλλα την άνοιξη.
Από την συλλογή "Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου"Γ (1990)

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Πραγματικές αιτίες: «απλώς σκεπάζουν το βράδυ τη λάμπα, για να μπορούν να συγχωρούν.»

Winter Rags by Richard Lithgow
Κι αυτοί που μαζεύουν τ' αποφόρια του κόσμου δεν είναι για να τα
... φορέσουν,
απλώς σκεπάζουν το βράδυ τη λάμπα, για να μπορούν να συγχω-
ρούν.

Από την ενότητα «ΔΑΦΝΕΣ ΓΙΑ ΝΙΚΗΜΕΝΟΥΣ» 
της ποιητικής σύνθεσης «Ο τυφλός με τον λύχνο» (1983)