Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Έξοδος κινδύνου


Όταν οι ιδέες θα ξαναγίνουνε ιδέες
(γιατί κι αυτό μπορεί να γίνει αλλά σε μακρυνούς καιρούς)
όταν θα ξαναρχίσουν οι μορφές να διαχωρίζονται 
απ' το χάος,
όταν οι έννοιες θ' αποχτήσουνε τη στερεότητά τους,
όταν οι λέξεις θα ονομάζουνε συγκεκριμένα πράγματα,
τότε θα πάψει κι ο πλανήτης μας να ταλαντεύεται
πότε από δω, πότε από κει, πάνω στον άξονά του.
«Διαμαρτυρία» - Αθήνα, Διογένης, 1974.

nikiforosvrettakos

Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Στήν Τζένη*

Εἶχες μέσα σου χρώματα νά ὑφάνεις
τόν κόσμο σου δίπλα στόν κόσμο μου.

The painting shows Samantha smiling sweetly 
as she holds a bunch of flowers and clutches a letter.

Εἶχες μέσα σου χρώματα νά ὑφάνεις
τόν κόσμο σου δίπλα στόν κόσμο μου.
Ἐγώ εἶχα λέξεις, ἐσύ εἶχες φῶς.
Ἀλλά ἦρθε στόν ὕπνο μου χτές
ἕνας ἄγγελος καί μοῦ χάιδεψε
τήν καρδιά, λέγοντάς μου πώς ὄχι
τά διάφανα σάν ψυχές παιδικές,
ἤ ἕνα μέρος τῆς αὐγῆς χρώματά σου
ἀκόμη δέν τά παράδωσες.

* αφιερωμένο στην κόρη του, Ευγενία Βρεττάκου-Παπαδημητρίου
Αθήνα, Τα Τρία Φύλλα, 1986.
nikiforosvrettakos

Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Κεκλεισμένων τῶν θυρῶν
«Χρειάζεται ὁ κόσμος ροῦχα ψυχή μου,
γιά ὧρες βροχῆς, γιά ὧρες ἀνέμου,
γιά ὧρες ἀφέγγαρης λύπης/καί νύχτας.»

The Pinch of Poverty - 1891 Thomas-Benjamin-Kennington
Αὐτή τήν τραχύτητα
τῶν λέξεων, ψυχή μου, πῶς τή μπορεῖς;
Χαμήλωσε τώρα, ἤ σώπασε,
ὅπως οἱ πέτρες, ἤ ὅπως
ὁ ἄλαλος πόνος, ἤ ἄλλαξε.
Γίνου κάτι ἄλλο. Κάτι σάν τήν ἀφή
τοῦ ἥλιου στά δάχτυλα
τοῦ τυφλοῦ.
Κλείσου τώρα καί γνέσε,
μαλλί τοῦ ἥλιου, τό αἷμα σου,
ζῶσε τόν κόσμο. Γίνου κλωστές,
ὥρα νά ὑφάνουμε.
Χρειάζεται ὁ κόσμος ροῦχα ψυχή μου,
γιά ὧρες βροχῆς, γιά ὧρες ἀνέμου,
γιά ὧρες ἀφέγγαρης λύπης
καί νύχτας. Γύρω ἀπό τήν
ἐρημιά τῆς ἐλπίδας, χρειάζεται ὁ κόσμος
ἕναν ὁρίζοντα. Γίνου καθώς
ἀπάνω ἀπ’ τούς λόφους κάποτε ὁ Μάης
βροχούλα μετάξινη:
Παρηγορία καί φῶς, στούς ὤμους
τοῦ κόσμου.

Από το "ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ", 1961

Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

Γιώργος Σεφέρης — Δεκαέξι χαϊκού - Πού να μαζεύεις/τα χίλια κομματάκια/του κάθε ανθρώπου.

Ένα χαϊκού διαβάζεται σε μιαν αναπνοή
Το χαϊκού είναι γιαπωνέζικη στιχουργική μορφή, που έγινε αρκετά δημοφιλής στη Δύση από τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. 
Πρόκειται για επιγράμματα 17 συλλαβών, που διαιρούνται σε τρεις ανομοιοκατάληκτους στίχους (5, 7 και 5 συλλαβών).
Α'
Στάξε στη λίμνη
μόνο μια στάλα κρασί
και σβήνει ο ήλιος.

Β'
Στον κάμπο ούτ' ένα
τετράφυλλο τριφύλλι.
Ποιος φταίει απ' τους τρεις;

Γ'
Στον κήπο του μουσείου
Άδειες καρέκλες
τ' αγάλματα γύρισαν
στ' άλλο μουσείο.

Δ'
Να 'ναι η φωνή
πεθαμένων φίλων μας
ή φωνογράφος;

Ε'
Τα δάχτυλά της
στο θαλασσί μαντίλι
κοίτα: κοράλλια.

ΣΤ'
Συλλογισμένο
το στήθος της βαρύ
μες στον καθρέφτη.

Ζ'
Φόρεσα πάλι
τη φυλλωσιά του δέντρου
κι εσύ βελάζεις.

Η'
Νύχτα, ο αγέρας
ο χωρισμός απλώνει
και κυματίζει.

Θ'
Νέα μοίρα
Γυμνή γυναίκα
το ρόδι που έσπασε
ήταν γεμάτο αστέρια.

Ι'
Τώρα σηκώνω
μια νεκρή πεταλούδα
χωρίς φτιασίδι.

ΙΑ'
Πού να μαζεύεις
τα χίλια κομματάκια
του κάθε ανθρώπου.

ΙΒ'
Άγονος γραμμή
Το δοιάκι τι έχει;
Η βάρκα γράφει κύκλους
κι ούτε ένας γλάρος!

ΙΓ'
Άρρωστη Ερινύς
Δεν έχει μάτια
τα φίδια που κρατούσε
της τρών' τα χέρια.

ΙΔ'
Τούτη η κολόνα
έχει μια τρύπα, βλέπεις
την Περσεφόνη;

ΙΕ'
Βουλιάζει ο κόσμος
κρατήσου, θα σ' αφήσει
μόνο στον ήλιο.

ΙΣΤ'
Γράφεις
το μελάνι λιγόστεψε
η θάλασσα πληθαίνει.

Το κυρίαρχο συναίσθημα στα ΙΑ΄, ΙΕ΄, ΙΣΤ΄

IA΄
Πού να μαζεύεις
τα χίλια κομματάκια
του κάθε ανθρώπου.

Ο ποιητής επιχειρεί να αποδώσει εδώ την αίσθηση πως ο ψυχικός και ο συναισθηματικός κόσμος των ανθρώπων είναι συχνά θρυμματισμένος, λόγω των πολλαπλών επώδυνων εμπειριών της ζωής τους. 

Κάθε άνθρωπος έχει βιώσει ποικίλες απογοητεύσεις και οδυνηρά ψυχικά τραύματα, έχει γνωρίσει την απώλεια κι έχει αναγκαστεί να θυσιάσει πολλά από τα όνειρά και τις ελπίδες του προκειμένου να βρει το κουράγιο να συνεχίσει τον αγώνα της ζωής. Υπ’ αυτή την έννοια η ψυχοσύνθεση κάθε ανθρώπου μοιάζει μ’ ένα σκορπισμένο ψηφιδωτό που δύσκολα μπορεί κάποιος άλλος να το κατανοήσει και να το ανασυνθέσει.
Η προσπάθεια, επομένως, που απαιτείται για να γνωρίσουμε πραγματικά έναν άνθρωπο είναι εξαιρετικά κοπιώδης, εφόσον, όπως χαρακτηριστικά το παρουσιάζει ο ποιητής, είναι να σαν προσπαθούμε να μαζέψουμε τα χίλια μικρά κομμάτια της ψυχής του. Έτσι, ο ποιητής εμφανίζεται απρόθυμος να βιώσει εκ νέου αυτή τη δοκιμασία των διαπροσωπικών επαφών, φανερώνοντας μια απαισιόδοξη στάση απέναντι στην κοινωνική και προσωπική ταυτότητα των ανθρώπων∙ οι άνθρωποι έχουν χάσει την εσωτερική συνοχή τους και την ψυχική τους αρτιότητα, καθιστώντας κάθε επαφή μαζί τους μια πραγματική δοκιμασία. 

Συχνά, άλλωστε, οι άνθρωποι λόγω ακριβώς των ποικίλων εσωτερικών τους αντιθέσεων και του ψυχικού τους κατακερματισμού αδυνατούν να επιτύχουν την επιζητούμενη αίσθηση πληρότητας και ικανοποίησης. Βρίσκονται διαρκώς σε μία κατάσταση έλλειψης, που τους οδηγεί είτε στο να επικρίνουν τον εαυτό τους είτε στο να μεταθέτουν την ευθύνη αυτής της έλλειψης στους άλλους. 
Η καθημερινότητά τους αποτελεί ένα διαρκές παράπονο και μια συνεχή μεμψιμοιρία, καθώς αισθάνονται πως δεν έχουν όσα ή ό,τι επιθυμούν και πως οι άνθρωποι γύρω τους δεν τους βοηθούν όσο ή όπως θα το ήθελαν οι ίδιοι.

IE΄

Βουλιάζει ο κόσμος
κρατήσου, θα σ’ αφήσει
μόνο στον ήλιο.

Ο ποιητής εκφράζει την αίσθησή του πως απομονώνεται και απομακρύνεται απ’ τον υπόλοιπο κόσμο, καθώς, όπως διαπιστώνει ολοένα και περισσότερο, η πλειονότητα των συμπολιτών του «βουλιάζει» σ’ ένα τέλμα ανομίας, ανηθικότητας και εξαχρείωσης. 

Η συνεχής επιδίωξη του κέρδους, η αναζήτηση της ευκολίας, η αδιαφορία απέναντι στα κρίσιμα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, και η απαξίωση κάθε ηθικής αξίας, έχει διαμορφώσει ένα τοξικό περιβάλλον εντελώς ασύμβατο με τις ψυχικές και ηθικές ποιότητες του ποιητή.
Το αίτημα προς τον εαυτό του να κρατηθεί, ώστε να μην παρασυρθεί από την κατάπτωση των άλλων, θα τον διαφυλάξει μεν από την απώλεια της ηθικής του ταυτότητας, θα τον αφήσει όμως μόνο του στο φως του ήλιου και στην αγνή θέαση της ζωής. Ο ποιητής θα βρεθεί έτσι αντιμέτωπος με μια ιδιότυπη μοναξιά, καθώς, ενώ θα βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους, επί της ουσίας θα είναι σα να μην έχει κανέναν γύρω του, αφού κανείς δεν θα μοιράζεται πια την εκτίμησή του για τις ηθικές αξίες της ζωής. Σ’ έναν κόσμο όπου θα κυριαρχεί η διαφθορά κι η αποκλειστική επιδίωξη του προσωπικού κέρδους, ο ποιητής θα αισθάνεται εντελώς απομονωμένος, διότι δεν θα θέλει να ακολουθήσει μια αντίστοιχη πορεία απομάκρυνσης από τις αγαθές αξίες της ζωής.

IΣT΄
Γράφεις·
το μελάνι λιγόστεψε
η θάλασσα πληθαίνει.

Ο ποιητής απευθυνόμενος εκ νέου στον εαυτό του σε β΄ πρόσωπο αποδίδει μέσα από μια απρόσμενη αντίθεση τις δυσκολίες που παρουσιάζει η τέχνη του. Τη στιγμή που γύρω του η «θάλασσα» των προβλημάτων, και κατ’ επέκταση τα πιθανά, προς μετουσίωση σε ποιητικό λόγο, θέματα πληθαίνουν διαρκώς, το δικό του μελάνι -η έμπνευση κι η δυνατότητά του να δημιουργεί ποιητικό λόγο- λιγοστεύει.
Ο ποιητής ως ευαίσθητος αποδέκτης της κοινωνικής πραγματικότητας αντιλαμβάνεται τον συνεχή πολλαπλασιασμό των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι συγκαιρινοί του και γνωρίζει πόσο πιο δύσκολη γίνεται μέρα με τη μέρα η ζωή∙ γνωρίζει πόσο πιο περίπλοκες έχουν γίνει με τον καιρό οι ανθρώπινες σχέσεις και πόσο βαθύτερες είναι οι ανησυχίες των ανθρώπων γύρω του. Δυσκολεύεται, ωστόσο, ολοένα και πιο πολύ να μετουσιώσει σε ποιητικό λόγο αυτούς του προβληματισμούς, καθώς όσο περισσότερο επιχειρεί να πλησιάσει τις δυσκολίες της καθημερινότητας τόσο πιο απαιτητική γίνεται η προσπάθεια να διαφυλάξει την ποιητικότητα της έκφρασής του. 

Ό,τι μπορεί, άλλωστε, να διερευνηθεί με επάρκεια στο πλαίσιο του πεζού λόγου, δεν είναι εξίσου εύκολο να δοθεί με ποιητικό λόγο, χωρίς ζημιωθεί η λυρική εκείνη πτυχή της ποίησης που τη διακρίνει από τα άλλα είδη του γραπτού λόγου.
Υπ’ αυτή την έννοια η αύξηση των ερεθισμάτων λόγω του πλήθους των κοινωνικών ζητημάτων και προβλημάτων, όχι μόνο δεν διευκολύνει το δύσκολο έργο του ποιητή, αλλά το καθιστά ακόμη δυσκολότερο, εφόσον η ποιητική έκφραση δεν μπορεί να λάβει την ελεύθερη και άμεση διατύπωση του πεζού λόγου. Η ποίηση θέτει συγκεκριμένους περιορισμούς και απαιτεί σημαντική προσπάθεια -όπως και έμπνευση- από τη μεριά του δημιουργού, γεγονός που την καθιστά μια δύσκολα επιτεύξιμη μορφή έκφρασης.

Δοκιμάστε να εντοπίσετε σε κάθε ποίημα μια παράδοξη εικόνα και να την ερμηνεύσετε.

...........
η συνέχεια εδώ

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Τά γόνατα τοῦ Ἰησοῦ
«... -μιά νύχτα πού ἡ ἄνοιξη ἦταν ἀβάσταχτη/καί μύριζε ἡ γῆς
κι’ ὁ οὐρανός λεμονάνθι-/στό Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.»


Καρφωμένα στ’ ἀγριόξυλο τοῦ σταυροῦ, σχηματίζουν
μι’ ἀμβλεία γωνία.
Εἶναι τά ἴδια γόνατα
πού προβάτιζαν, παίζοντας, γύρω ἀπ’ τό κόκκινο
φουστάνι τῆς μάνας του, ὅταν
ἤτανε βρέφος δέκα μηνῶν.
Πού ἀργότερα, ἔφηβος, τ’ ἀκούμπαγε κάτω
στή γῆ πριονίζοντας τό ξύλο ἑνός κέδρου.
Πού λύθηκαν κ’ ἔπεσαν, ἕνας σωρός,
-μιά νύχτα πού ἡ ἄνοιξη ἦταν ἀβάσταχτη
καί μύριζε ἡ γῆς κι’ ὁ οὐρανός λεμονάνθι-
στό Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.
Κι’ εἶναι ἀκόμη τά γόνατα
πού κάθιζε, σιωπηλός, δύο-δύο τά παιδιά
κι’ ἁπλώνοντας δίπλα του, πάνω στή γῆ,
τό ἀπέραντο χέρι του, τά φίλευεν ἕνα
λουλουδάκι –
κομμένο
ἀπ’ τόν πλοῦτο τοῦ σύμπαντος.

Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2017

John McCrae — Στις πεδιάδες της Φλάνδρας - In Flanders Fields

Το ποίημα In Flanders Fields γράφτηκε από τον Καναδό αντισυνταγματάρχη John McCrae και αποτελεί φόρο τιμής στους νεκρούς του Α' Παγκόσμιου Πολέμου. 
Είναι εμπνευσμένο από το θάνατο ενός φίλου του στη δεύτερη μάχη της Φλάνδρας στο Ypres την άνοιξη του 1915. 
Παπαρούνες άνθισαν στο πεδίο τις μάχης λίγες μέρες μετά την μεγάλη καταστροφή...
Σε ελεύθερη απόδοση:
Στις πεδιάδες της Φλάνδρας

Στις πεδιάδες της Φλάνδρας, παπαρούνες ανθίζουν
Ανάμεσα στους σταυρούς σειρά με σειρά,
Την δικιά μας θέση έτσι θυμίζουν.
Κορυδαλλοί θαρραλέα πετώντας,
αψηφούν των όπλων την κλαγγή
σπάνια κελαηδίσματα τραγουδώντας.

Είμαστε οι νεκροί. Πριν λίγες μέρες,
ζήσαμε, νιώσαμε την αυγή και είδαμε την ομορφιά της δύσης.
Αγαπήσαμε και αγαπηθήκαμε, και τώρα κειτόμαστε
στις πεδιάδες τις Φλάνδρας.

Κράτα αυτό που έμεινε από την μάχη μας με τον εχθρό.
Σε σένα τ' αδύναμά μας χέρια παραδίδουν τον πυρσό.
Κάνε τον δικό σου, κράτα τον ψηλά.
Και αν η πίστη σου καμφθεί για μας που 'χουμε πεθάνει
δεν θα κοιμηθούμε ποτέ, όσο φυτρώνουν παπαρούνες
στις πεδιάδες της Φλάνδρας.
In Flanders Fields

In Flanders fields the poppies blow
Between the crosses, row on row,
That mark our place; and in the sky
The larks, still bravely singing, fly
Scarce heard amid the guns below.

We are the dead. Short days ago
We lived, felt dawn, saw sunset glow,
Loved, and were loved, and now we lie
In Flanders fields.

Take up our quarrel with the foe:
To you from failing hands we throw
The torch; be yours to hold it high.
If ye break faith with us who die
We shall not sleep, though poppies grow
In Flanders fields