Δευτέρα 10 Ιουλίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Η νύχτα και το κερί
«Ο μισθός των ανθρώπων δε φτάνει να βλέπουν.
Δε φτάνει ν’ ακούν, ν’ αγαπούν/και να σκέφτονται.»

The coalminers: In the shadow of disaster …
Φαγωμένα, καμπούρικα, τρέχουν τα χέρια.
Το μεροκάματο είναι το μόνο τους άνθος.
Φουχτιάζουν το μέταλλο φουχτιάζουν το κάρβουνο,
γαντζώνουν σαν νύχια γερακιού το ψωμί.
Ο μισθός των ανθρώπων δε φτάνει να βλέπουν.
Δε φτάνει ν’ ακούν, ν’ αγαπούν
και να σκέφτονται.
Η μεγάλη στρατιά τους:
ένα ποτάμι, ατέλειωτο, άμορφο.
Ο μισθός τους δε φτάνει να γίνουνε πρόσωπα.
Κι ο λόγος, το ξέρω, δεν φτάνει ως τη μαύρη
μάζα τους, ούτε σαν σταγόνα λαδιού.
Κι ο λόγος μου, λόγος του καιόμενου αίματος,
δε φτάνει για τίποτα. Σε μι’ απέραντη νύχτα
μοιάζει σα νάχω μόλις ανάψει
ένα κερί.

Το βάθος του κόσμου (1961)

Τρίτη 4 Ιουλίου 2017

Γιῶργος Σεφέρης — Σχέδια γιά ἕνα καλοκαίρι. «Ἄνθη τῆς πέτρας μπροστὰ στήν πράσινη θάλασσα μέ φλέβες πού μοῦ θύμιζαν ἄλλες ἀγάπες»

Ἄνθη τῆς πέτρας μπροστὰ στὴν πράσινη θάλασσα
μὲ φλέβες ποὺ μοῦ θύμιζαν ἄλλες ἀγάπες
γυαλίζοντας στ᾿ ἀργὸ ψιχάλισμα,
ἄνθη τῆς πέτρας φυσιογνωμίες
ποὺ ἦρθαν ὅταν κανένας δὲ μιλοῦσε καὶ μοῦ μίλησαν
ποὺ μ᾿ ἄφησαν νὰ τὶς ἀγγίξω ὕστερ᾿ ἀπ᾿ τὴ σιωπὴ
μέσα σε πεῦκα σὲ πικροδάφνες καὶ σὲ πλατάνια.

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

Οδυσσέας Ελύτης — Σώμα του καλοκαιριού
«Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά
Και πλάι απ' το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο.»

Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες
Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος
Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους
Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά
Και πλάι απ' το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο.
Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές
Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ' αυτιά του
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα
Σταλμένο απ' τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:

Ω σώμα του καλοκαιριού, γυμνό, καμένο
Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
Άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο
Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!

Έρχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια
Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά
Που μελανιάζει στα βαθιά μ' αγριεμένα κύματα
Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών
Όμως και πίσω απ' όλα αυτά χαμογελάς ανέγνοια
Και ξαναβρίσκεις την αθάνατη ώρα σου
Όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος
Όπως μες στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός.

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

Κώστας Βάρναλης — «Να σ’ αγναντεύω θάλασσα». Γιώργος Αυγουστάτος — ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ Ν.6

Βασίλης Βαγιάννης
Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα,
να μη χορταίνω απ’ το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.

Να ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο,
όντας μετ’ άξαφνη νεροποντή
χυμάει μες απ’ τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.

Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια,
οι κάβοι, τ’ ακρόγιαλα σαν μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορευτικά τα πεύκα,
τα χρυσόπευκα, κι ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.

Κι αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους
ως μέσα στο νερό τα ερημικά χιονόσπιτα
κι αυτά μες στ’ όνειρό τους να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.

Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.

Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακρυά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση,
μακρυά πολύ κι από τους μαύρους κολασμένους

Πρόλογος «Στο φως που καίει»


ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ Ν.6 ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΓΙΑ ΠΙΑΝΟ «ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΕΣ»
ΤΟΥ ΣΥΝΘΕΤΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΑΤΟΥ
ΠΙΑΝΟ-ΒΙΝΤΕΟ:ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΑΤΟΣ

Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017

Γιώργος Ρούσσος — Θάλασσα Πλατιά: Όνειρα τρελά που πετούν στο κύμα πάνω

Πιστεύω ότι η ζωγραφική είναι ποίηση και ότι η ποίηση είναι έμπνευση. Β. Βαγιάννης
Θάλασσα πλατιά, 
σ' αγαπώ γιατί μου μοιάζεις
θάλασσα βαθιά, 
μια στιγμή δεν ησυχάζεις
λες κι έχεις καρδιά, 
την καρδιά μου τη μικρούλα τη φτωχειά.

Όνειρα τρελά 
που πετούν στο κύμα πάνω
φτάνουν στην καρδιά
και τα νιάτα μας ξυπνάνε 
όνειρα τρελά
και οι πόθοι φτερουγίζουν 
σαν πουλιά.

Έχω έναν καημό 
που με τρώει γλυκά 
και με λιώνει
έχω ένα καημό
θα 'ρθω να στον πω 
αδερφή μου εσύ θάλασσα που σ' αγαπώ.

Κύματα πουλιά 
στα ταξίδια σας που πάτε 
τα αλαργινά
την κρυφή μου λύπη πάρτε
κι απο 'κει μακριά 
να μου φέρετε κι εμένα τη χαρά.

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017

Οδυσσέας Ελύτης —Το δελφινοκόριτσο (1972)
Άιντε μωρό μου, ανέβα και κινήσαμε
πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε


Εκεί στης Ύδρας τ’ ανοιχτά και των Σπετσών
να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο
Μωρέ τού λέω πούν’ το μεσοφόρι σου
έτσι γυμνούλι πας να βρεις τ’ αγόρι σου

Άιντε μωρό μου, ανέβα και κινήσαμε
πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε

Αγόρι εγώ δεν έχω, μου αποκρίνεται
Βγήκα μια τσάρκα για να δω τι γίνεται
Δίνει βουτιά στα κύματα και χάνεται
ξανανεβαίνει κι απ’ τη βάρκα πιάνεται

Άιντε μωρό μου, ανέβα και κινήσαμε
πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε

Θεέ μου, συγχώρεσέ με, σκύβω για να δω
κι ένα φιλί μου δίνει, το παλιόπαιδο
Σα λεμονιά τα στήθη του μυρίζουνε
κι όλα τα μπλε στα μάτια του γυαλίζουνε

Άιντε μωρό μου, ανέβα και κινήσαμε
πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε