Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά Και πλάι απ' το νερό που στάζει συλλαβίζοντας Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο. Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ' αυτιά του Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα Σταλμένο απ' τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:
Ω σώμα του καλοκαιριού, γυμνό, καμένο Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς Άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!
Έρχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά Που μελανιάζει στα βαθιά μ' αγριεμένα κύματα Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών Όμως και πίσω απ' όλα αυτά χαμογελάς ανέγνοια Και ξαναβρίσκεις την αθάνατη ώρα σου Όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος Όπως μες στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός.
Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω απ’ το βουνό ψηλά στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.
Να ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο, όντας μετ’ άξαφνη νεροποντή χυμάει μες απ’ τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας ήλιος χωρίς μαντύ.
Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι, τ’ ακρόγιαλα σαν μεταξένιοι αχνοί και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.
Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου την κόκκινη πλαγιά χορευτικά τα πεύκα, τα χρυσόπευκα, κι ανθός του μαλαμάτου να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.
Κι αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους ως μέσα στο νερό τα ερημικά χιονόσπιτα κι αυτά μες στ’ όνειρό τους να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.
Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου με μάτια να σε χαίρομαι θολά και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου, πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.
Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ, στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους και να με πας πολύ μακρυά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση, μακρυά πολύ κι από τους μαύρους κολασμένους
Πρόλογος «Στο φως που καίει»
ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ Ν.6
ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΓΙΑ ΠΙΑΝΟ «ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΕΣ»
XXX “Η αλυσιδίτσα στο λαιμό σου, τ’ αστράκι της αυγής στα φύλλα, σκοινιά, καράβια και φανάρια, γλάροι, καθρέφτες και καρποί- τα κατάρτια μπουμπουκιάσανε. Όμορφη, Θε μου, που ‘ναι η πλάση, μύρια ποτήρια του νερού φρεσκοπλυμένα, σκουπισμένα στο περιγιάλι αστράφτουνε.
Απ’ όλα πίνω το γαλάζιο, κι ακόμη, γιε μου, να μεθύσω.” XXXIX “Στα μεγάλα κόσκινα του καλοκαιριού, κοκκινίζεις του ήλιου το κριθάρι, το φλουρί, το κεχριμπάρι παίζει στο λαιμό σου, παίζει στα δυο σου χέρια και στο κούτελό σου. Κι όλο κοσκινίζεις και ψωμί δε φτιάχνεις. Πώς χορταίνει κι αυγαταίνεις; Πώς χορταίνουνε τα δέντρα σου και τα πρόβατά σου; Κι ο γιαλός, ο αστραφτερός σα γαλάζιος σκύλος κάθεται στα πισινά του και σαλεύει την ουρά του, και του ρίχνεις μια ματιά στα πεταχτά και χορταίνει, – πώς χορταίνει τέτοιος σκύλος; Μες στον κάμπο η κόκκινη εκκλησιά και στη ράχη ο άσπρος μύλος. Και προτού το δείλι γείρει έφτιαξες τον ήλιο όλο μελοπίτες και κουλούρες του χορού για τους κυνηγούς και τ’ άτια του νερού για της Άγιας Πελαγίας το πανηγύρι.”