Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

Οδυσσέας Ελύτης — Σώμα του καλοκαιριού
«Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά
Και πλάι απ' το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο.»

Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες
Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος
Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους
Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά
Και πλάι απ' το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο.
Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές
Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ' αυτιά του
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα
Σταλμένο απ' τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:

Ω σώμα του καλοκαιριού, γυμνό, καμένο
Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
Άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο
Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!

Έρχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια
Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά
Που μελανιάζει στα βαθιά μ' αγριεμένα κύματα
Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών
Όμως και πίσω απ' όλα αυτά χαμογελάς ανέγνοια
Και ξαναβρίσκεις την αθάνατη ώρα σου
Όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος
Όπως μες στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός.

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

Κώστας Βάρναλης — «Να σ’ αγναντεύω θάλασσα». Γιώργος Αυγουστάτος — ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ Ν.6

Βασίλης Βαγιάννης
Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα,
να μη χορταίνω απ’ το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.

Να ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο,
όντας μετ’ άξαφνη νεροποντή
χυμάει μες απ’ τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.

Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια,
οι κάβοι, τ’ ακρόγιαλα σαν μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορευτικά τα πεύκα,
τα χρυσόπευκα, κι ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.

Κι αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους
ως μέσα στο νερό τα ερημικά χιονόσπιτα
κι αυτά μες στ’ όνειρό τους να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.

Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.

Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακρυά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση,
μακρυά πολύ κι από τους μαύρους κολασμένους

Πρόλογος «Στο φως που καίει»


ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ Ν.6 ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΓΙΑ ΠΙΑΝΟ «ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΕΣ»
ΤΟΥ ΣΥΝΘΕΤΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΑΤΟΥ
ΠΙΑΝΟ-ΒΙΝΤΕΟ:ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΑΤΟΣ

Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017

Γιώργος Ρούσσος — Θάλασσα Πλατιά: Όνειρα τρελά που πετούν στο κύμα πάνω

Πιστεύω ότι η ζωγραφική είναι ποίηση και ότι η ποίηση είναι έμπνευση. Β. Βαγιάννης
Θάλασσα πλατιά, 
σ' αγαπώ γιατί μου μοιάζεις
θάλασσα βαθιά, 
μια στιγμή δεν ησυχάζεις
λες κι έχεις καρδιά, 
την καρδιά μου τη μικρούλα τη φτωχειά.

Όνειρα τρελά 
που πετούν στο κύμα πάνω
φτάνουν στην καρδιά
και τα νιάτα μας ξυπνάνε 
όνειρα τρελά
και οι πόθοι φτερουγίζουν 
σαν πουλιά.

Έχω έναν καημό 
που με τρώει γλυκά 
και με λιώνει
έχω ένα καημό
θα 'ρθω να στον πω 
αδερφή μου εσύ θάλασσα που σ' αγαπώ.

Κύματα πουλιά 
στα ταξίδια σας που πάτε 
τα αλαργινά
την κρυφή μου λύπη πάρτε
κι απο 'κει μακριά 
να μου φέρετε κι εμένα τη χαρά.

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017

Οδυσσέας Ελύτης —Το δελφινοκόριτσο (1972)
Άιντε μωρό μου, ανέβα και κινήσαμε
πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε


Εκεί στης Ύδρας τ’ ανοιχτά και των Σπετσών
να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο
Μωρέ τού λέω πούν’ το μεσοφόρι σου
έτσι γυμνούλι πας να βρεις τ’ αγόρι σου

Άιντε μωρό μου, ανέβα και κινήσαμε
πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε

Αγόρι εγώ δεν έχω, μου αποκρίνεται
Βγήκα μια τσάρκα για να δω τι γίνεται
Δίνει βουτιά στα κύματα και χάνεται
ξανανεβαίνει κι απ’ τη βάρκα πιάνεται

Άιντε μωρό μου, ανέβα και κινήσαμε
πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε

Θεέ μου, συγχώρεσέ με, σκύβω για να δω
κι ένα φιλί μου δίνει, το παλιόπαιδο
Σα λεμονιά τα στήθη του μυρίζουνε
κι όλα τα μπλε στα μάτια του γυαλίζουνε

Άιντε μωρό μου, ανέβα και κινήσαμε
πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε

Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — «Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού» Όμορφη, Θε μου, που ‘ναι η πλάση, μύρια ποτήρια του νερού, φρεσκοπλυμένα, σκουπισμένα, στο περιγιάλι αστράφτουνε.

Greek Summer Rebecca Beal
XXX
“Η αλυσιδίτσα στο λαιμό σου,
τ’ αστράκι της αυγής στα φύλλα,
σκοινιά, καράβια και φανάρια,
γλάροι, καθρέφτες και καρποί-
τα κατάρτια μπουμπουκιάσανε.

Όμορφη, Θε μου, που ‘ναι η πλάση,
μύρια ποτήρια του νερού
φρεσκοπλυμένα, σκουπισμένα
στο περιγιάλι αστράφτουνε.

Απ’ όλα πίνω το γαλάζιο,
κι ακόμη, γιε μου, να μεθύσω.”

XXXIX
“Στα μεγάλα κόσκινα του καλοκαιριού,
κοκκινίζεις του ήλιου το κριθάρι,
το φλουρί, το κεχριμπάρι
παίζει στο λαιμό σου,
παίζει στα δυο σου χέρια
και στο κούτελό σου.

Κι όλο κοσκινίζεις
και ψωμί δε φτιάχνεις.
Πώς χορταίνει κι αυγαταίνεις;
Πώς χορταίνουνε τα δέντρα σου
και τα πρόβατά σου;

Κι ο γιαλός, ο αστραφτερός
σα γαλάζιος σκύλος
κάθεται στα πισινά του
και σαλεύει την ουρά του,
και του ρίχνεις μια ματιά
στα πεταχτά
και χορταίνει, – πώς χορταίνει
τέτοιος σκύλος;

Μες στον κάμπο η κόκκινη εκκλησιά
και στη ράχη ο άσπρος μύλος.

Και προτού το δείλι γείρει
έφτιαξες τον ήλιο όλο μελοπίτες
και κουλούρες του χορού
για τους κυνηγούς και τ’ άτια του νερού
για της Άγιας Πελαγίας το πανηγύρι.”
Γιάννης Ρίτσος, 
«Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού», Κέδρος

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

Η «Θλίψη» της Ποίησης


Μικρά Έψιλον - Οδυσσέας Ελύτης
«Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά...»

Γ. Σεφέρης (απόσπασμα-Μυθιστόρημα)


Και τώρα; Ποιὸς θὰ σηκώσει τὴ θλίψη τούτη ἀπ᾿ τὴν καρδιά μας;

Τάσος Λειβαδίτης - Αποσπάσματα
Ω θλίψη, σε μάθαμε από παιδιά, σχεδόν πριν γνωρίσουμε τον κόσμο.

Τότε χτύπησαν την πόρτα.
Εγώ,αφελής όπως πάντα, πήγα κι άνοιξα.
Κι έτσι μια καινούρια θλίψη μπήκε στον κόσμο.
~Τάσος Λειβαδίτης~
Αὐτὸς ποὺ σωπαίνει(απόσπασμα)
Τὸ σούρουπο ἔχει πάντα τὴ θλίψη ἑνὸς ἀτέλειωτου χωρισμοῦ
Κι ἐγὼ ἔζησα σὲ νοικιασμένα δωμάτια μὲ τὶς σκοτεινὲς σκάλες τους..ποὺ ὁδηγοῦνε ἄγνωστο ποῦ…
~Τάσος Λειβαδίτης~


Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου(αποσπάσματα)


''κι η μουσική, σκέφτομαι,
είναι η θλίψη εκείνων
που δεν πρόφτασαν ν' αγαπήσουν...''
~Τάσος Λειβαδίτης~


Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου

Είναι κάτι βράδια που μόνον ένας στεναγμός μας χωρίζει απ’ τον Παράδεισο
κι άλλοτε ανατέλλει η σελήνη απ΄το λόφο σα μεγάλη ευτυχία
περοπλανήσεις στη νύχτα κι οι γρίλιες απ΄όπου μισοείδαμε το εσώ-
ρουχο μιας γυναίκας που κοιμόταν
κι άξαφνα στη στροφή του δρόμου η θλίψη ενός φανοστάτη μας
πλημμύριζε με δάκρυα.
Κανείς δε μας περίμενε όταν γυρίσαμε
ΑΒΕΒΑΙΟ-Γιάννης Ρίτσος
Έκει που τελειώνει το χώμα , αρχίζει ο ουρανός -έλεγε-
εκεί που αρχίζει ο ουρανός αρχίζει η θλίψη .

Είταν μονάχος, δεν είταν λυπημένος,
μια και μπορούσε να κοιτάει τα σύννεφα ,
μια και τα σύννεφα είταν ρόδινα ,
μια και τ' βρισκε ωραία τα σύννεφα.

Ύστερα , ανάμεσα απ' τα δάκτυλα της νύχτας ,
ένα αστέρι τον κοίταζε κατάματα. Δεν τον πίστεψε .
(Βύρων Λεοντάρης, «Έως…», Νεφέλη) Απόσπασμα


«… Μοιράζεται το φταίξιμο στο πάρε – δώσε των ανθρώπων

μα η λύπη είναι του καθενός, λύπη του άλλου,
ο πόνος που δώσαμε πίσω δεν παίρνεται.

Άλλο σημάδι πως υπήρξαμε δεν έχουμε
καθώς περνάμε τώρα στη μεγάλη θλίψη
και κλάμα αδάκρυτο τα μάτια μας ραγίζει.»
Οδυσσέας Ελύτης - ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ(απόσπασμα).

Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό...
Οδυσσέας Ελύτης «Καλημέρα Θλίψη» [Μαρία Νεφέλη]
Η Μαρία Νεφέλη λέει:
ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΘΛΙΨΗ
Γεια σου θλίψηΚαλημέρα θλίψη
έντομο που φωλιάζεις μέσα μου
κι ολονυχτίς καραδοκείς πότε θ’ ανοίξω μάτι...
Γεια σου θλίψη
Καλημέρα θλίψη
έχεις εγκατασταθεί μονίμως μέσα μας
είσαι χειρότερη από τους ιούς και τους βακίλους
οι φιλόσοφοι σ’ εξετάζουν στο φασματοσκόπιο
έχεις δώσει λαβή σε μιαν εξαίρετη λογοτεχνία
Ποίημα που του λείπει η χαρά αφιερωμένο σε γυναίκα υπέροχη δωρήτρια πόθου και γαλήνης
αφού το θέλεις
γυναίκα αρμονική κι ωραίαέτσι καθώς ένα βράδυ του Μαϊού ετοποθέτησες απλά κι ευγενικά μιαν άσπρη ζωντανή γαρδένια
ανάμεσα στα νεκρά λουλούδια
μέσα στο παλιό - ιταλικό μού φαίνεται - βάζο με παραστάσεις γαλάζιες τεράτων και χιμαιρών
έλα
πέσε στα χέρια μου
και χάρισέ μου- αφού το θέλεις -τη θλίψη τού πρασίνου βλέμματός σου
τη βαθειά πίκρα των κόκκινων χειλιών σου
τη νύχτα των μυστηρίων που είναι πληγμένη μέσα στα μακρυά μαλλιά σου
τη σποδό του υπέροχου σώματός σου

Από τη συλλογή, Η επιστροφή των πουλιών (1946)


του Νίκου Εγγονόπουλου

Τα μάτια της Μαργαρίτας


Ν.Βρεττάκος
Βρήκα μέσα στα μάτια σου τις νύχτες να κυλάνε μεγάλους ποταμούς σιωπής, όπως στα έξι μου χρόνια.
Της θλίψης την αστροφεγγιά, βρήκα μέσα στα μάτια σου.


Τα Θολά Ποτάμια, Α , 192 Ν.Βρεττάκος
Έβρεχε η θλίψη σα νερό
μέσα στις πολιτείες!
Έβρεχε απελπισία
και ψήλωνε η λάσπη πάνω στης γης!
Και τα ποτάμια πλάταιναν! Και τα ποτάμια μάλωναν
Ποίημα του Ισραηλινού ποιητή Αμίρ Ορ


-ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ-

Μετάφραση, Αναστάσης Βιστωνίτης

Κι ο πιο μικρός αποχωρισμός έχει μια θλίψη.
Αυτό που υπήρχε και το είδαμε έχει φύγει,
πέρασε απ’ τα μάτια μας και χάθηκε
και μ’ ένα ακόμα φθινόπωρο μας βάρυνε το στήθος.
Κι ο πιο μικρός αποχωρισμός έχει μια θλίψη,
μα όταν οι εραστές παίρνουν ο καθείς τον δρόμο του
φλέγεται η καρδιά χωρίς να καίγεται,
ξεριζώνεται δίχως τις ρίζες της να χάνει,
πολύ βαριά να την αντέξουμε.
Οι αποσκευές μου (Αλεξάνδρα Μπακονίκα)
Απανθρωπιές και τραγωδίες δεν μου είναι άγνωστες. Δια πυρός και σιδήρου τις έζησα. Αν με ψάξεις θα βρεις τα βαθιά τους σημάδια. Σκοτάδια, καταχνιές και θλίψεις τα κουβαλάω στις αποσκευές μου.
Έχω πιστοποιητικά, συστατικές επιστολές για δοκιμασίες που άντεξα. Παίρνω, λοιπόν, το δικαίωμα να στραφώ και να βιώσω τα φωτεινά και τα χαρούμενα. Το συναπάντημα, το βύθισμά μου στη χαρά –που τόσο σπάνια συμβαίνει– είναι δικαίωμα και κερδισμένος χρόνος. Δεν έχω ενοχές για τις εξάρσεις της χαράς.
(1994)Ελένη, Οδ. Ελύτης -απόσπασμα

Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη
Που δε βλέπει τίποτε
Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύ-
πημα του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο
Γιατί έγινε κιόλας
Ποίημα στίχος μ' άλλον στίχο αχός παράλληλος
με τη βροχή δάκρυα και λόγια
Λόγια όχι σαν τ' άλλα μα κι αυτά μ' ένα μοναδικό τους προορισμόν: Εσένα!


Ὁ σταχτὺς θάνατος


Μ. Λουντέμης

Θαρροῦσα ὡς τώρα -φίλοι μου καλοί-
θαρροῦσα ὡς τώρα...
πῶς ὅλα τὰ πράματα βαδίζουν στὴ γῆ
μὲ τὸ ἀληθινό τους χρῶμα.
Ἡ Χαρὰ ἄσπρη.
Ἡ Θλίψη χλωμή.
Ὁ Ἔρωτας ρόδινος
Ο Θάνατος μαῦρος.
Ἔτσι θαρροῦσα...
Καὶ περνοῦσα τὶς μέρες μου,
μὲ τὰ χρώματά μου τακτοποιημένα.
Με τα ὄνειρά μου συγυρισμένα.
Μὲ τὰ ποιήματά μου καθαρογραμμένα...
Γιατὶ ἔτσι τά ῾βλεπα. Ἔτσι νόμιζα.

Αναρτήθηκε από Pyroessa